Τρίτη 5 Μαΐου 2009

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟ ΑΣΥΛΟ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟ ΑΣΥΛΟ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
Ετοιμάζουν κατάργηση του ασύλου
H κυβέρνηση, το ΠΑΣΟΚ, τα αντιδραστικά ΜΜΕ και το κατεστημένο του επιχειρηματικού πανεπιστημίου προωθούν την κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου ή τη συρρίκνωσή του μέχρι εξαφάνισης. Ο λόγος είναι ότι αποτελεί συμβολικό και και ουσιαστικό μετερίζι του φοιτητικού, εκπαιδευτικού και λαϊκού κινήματος, που πρέπει να διατηρηθεί και να αναπτυχθεί. Το επιχειρούμενο χτύπημα εναντίον του ασύλου είναι μέρος της ίδιας επιχείρησης περιορισμού του δικαιώματος στην απεργία του εργατικού κινήματος. Η κυβερνητική επίθεση υποστηρίζεται δυστυχώς και από τη μεθοδευμένη και οργανωμένη δράση προβοκατόρων στο εκπαιδευτικό κίνημα.
ΑΛΕΚΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ


http://www.politikokafeneio.com/neo/modules.php?name=News&file=article&sid=6542

Από το Μπέρκλεϊ και το Κεντ στη Σορβόνη και τη Γερμανία
ΟΙ ΞΙΦΟΛΟΓΧΕΣ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ


«Θα κρατήσω τα πανεπιστήμια ανοιχτά ακόμα και με τις ξιφολόγχες, αν χρειαστεί» Η ρήση του Ρόναλντ Ρίγκαν το 1967, όταν ξεκινούσε τη σταδιοδρομία του ως κυβερνήτης της Καλιφόρνιας, συμπύκνωνε την υπεραντιδραστική στροφή της αστικής πολιτικής στην αντιμετώπιση του εκπαιδευτικού κινήματος. Ωστόσο τρία μόλις χρόνια αργότερα, την άνοιξη του 1970, υποχρεώθηκε ο ίδιος να διατάξει το κλείσιμο του Μπέρκλεϊ. Παρά «τις ξιφολόγχες», το φόνο τότε τεσσάρων φοιτητών από την εθνοφρουρά στο Κεντ Στέιτ, το φοιτητικό και πανεπιστημιακό κίνημα στάθηκε αδύνατο να κατασταλεί με άλλα μέσα.
Το εκπαιδευτικό και φοιτητικό κίνημα στο τέλος της δεκαετίας του ’60 ήταν δυνατό, με ισχυρούς κοινωνικούς δεσμούς. Έθετε πολιτικούς στόχους, δηλαδή στόχους πανεθνικής ισχύος, που έτειναν να ξεπεράσουν το εκπαιδευτικό ζήτημα. Η αστική τάξη, αντιδραστική πλέον, κάθε φορά που το εκπαιδευτικό κίνημα παίρνει ή τείνει να πάρει γενικότερα εργατικά πολιτικά χαρακτηριστικά, το αντιμετωπίζει με αδίστακτο αυταρχισμό κινητοποιώντας μέχρι τέλους τους κρατικούς κατασταλτικούς μηχανισμούς, αστυνομία, στρατό, δικαστήρια, νέους νόμους. Στις Ηνωμένες Πολιτείες δημιουργούνται ειδικές υπηρεσίες ασφαλείας, ενώ τα μεγάλα πανεπιστήμια έχουν ακόμη και δικά τους αστυνομικά τμήματα.
Στη Γαλλία αρκεί μια απλή έκκληση της πρυτανείας για να επέμβει η αστυνομία. Με πιο πρόσφατο παράδειγμα τον Μάρτιο του 2006, όταν η αστυνομία χρησιμοποιώντας δακρυγόνα εισέβαλε στο ιστορικό πανεπιστήμιο της Σορβόνης, για να τερματίσει βιαίως την κατάληψη φοιτητών που διαμαρτύρονταν για τις μεταρρυθμίσεις, που προωθούσε η κυβέρνηση. Παρόμοια είναι η κατάσταση στη Γερμανία. Ισχύει ο βασικός κανόνας ότι η αστυνομία έχει δικαίωμα, κάθε φορά που αυτή το κρίνει αναγκαίο, να αστυνομεύει και να επεμβαίνει στους χώρους του πανεπιστημίου. Η «περιφρούρηση της έννομης τάξης» μετατρέπεται πλέον σε αξία, με μόνιμο, από τότε, το μοτίβο και τις συνακόλουθες συζητήσεις για τα «εξωφοιτητικά» ή και «κακοποιά» στοιχεία που εκμεταλλεύονται τις χαλαρές δήθεν ρυθμίσεις των νόμων, την ατέλειωτη φιλολογία για τους 200 γνωστούς – αγνώστους και την αχαλίνωτη καταστροφολογία. Εξοργισμένοι οι διάφοροι μεγαλόσχημοι δημοσιογράφοι και «ουδέτεροι» καθηγητάδες με μπαράζ δημοσιευμάτων βγάζουν …σπυριά με την κατάσταση στα πανεπιστήμια, τα οποία «έχουν γίνει ορμητήριο εγκληματιών» και απαιτούν «να καταργηθεί το άσυλο εδώ και τώρα».
Δημοσιεύματα και μοτίβα που είναι δύσκολο όμως να κρύψουν πως ο πραγματικός «μασκοφόρος», το αληθινό «κακοποιό στοιχείο», είναι ο πανεπιστημιακός εκπαιδευτικός, ο φοιτητής, το εκπαιδευτικό κίνημα που επιμένει ακόμα ανατρεπτικά να αναζητεί, να αμφισβητεί και κυρίως συλλογικά να διεκδικεί.
ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟ ΑΣΥΛΟ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
Θέλετε, δηλαδή, να είναι η ελευθερόφρων δημοκρατική συνταγματική σας τάξη πιο ανελέητη από οποιοδήποτε φεουδαρχικό καθεστώς της ιστορίας, όταν υπήρχαν τουλάχιστον κάποιοι τόποι ασύλου, ακόμα και για ληστές ή δολοφόνους; Είναι, άραγε, τόσο αλάθητη η ελευθερόφρων, δημοκρατική συνταγματική σας τάξη, ώστε κανείς να μην μπορεί να την αμφισβητήσει; Πιο αλάθητη απ’ όλους τους πάπες μαζί;» Η έκρηξη αυτή του διακεκριμένου γερμανού συγγραφέα, Χάινριχ Μπελ, το 1972, με αφορμή την υπεραντιδραστική στροφή των κυβερνώντων όσον αφορά στο πανεπιστημιακό άσυλο, έχει διαχρονική αξία.
Γιατί είναι ιστορικό γεγονός πως στην ανθρώπινη κοινωνία υπήρχαν διαχρονικά τόποι γενικευμένου ασύλου, «ακόμα και για ληστές ή δολοφόνους». Εξάλλου η ίδια η λέξη αποκαλύπτει τόσο το περιεχόμενο όσο και την ιστορία του ασύλου: η λέξη, από το στερητικό α- και το σύλον ή σύλη (δηλαδή, δικαίωμα σύλληψης, απαγωγής, αντιποίνου. Από το συλάν που σημαίνει αποσπώ, διαγουμίζω) σημαίνει γενικά τον ιερό τόπο ως τόπο καταφυγής, απ’ όπου δεν επιτρέπεται ν’ αποσπαστεί κανείς με τη βία ή να υποστεί μια άλλη βιαιοπραγία, γιατί η παράβαση ισοδυναμεί με ιεροσυλία).
Περιοχές ασύλου, μας πληροφορεί ο Π. Λεκατσάς, υπήρξαν ακόμη και ολόκληρες «πόλεις καταφυγής» που εξασφάλιζαν συντήρηση και ασφαλής διαμονή σ’ αυτόν που κατέφευγε εκεί. Τέτοιες «πόλεις και χώρους καταφυγής» μπορεί κανείς να συναντήσει σε διάφορες εποχές σε όλες τις ηπείρους. Από τους «άσπρους καταυλισμούς της ειρήνης» των βορειοαμερικανών ινδιάνων, ως τις πρωτόγονες φυλές της Αυστραλίας και από τους ναούς της κλασσικής Ελλάδας που προστάτευαν κάθε ικέτη και τους χριστιανικούς ναούς (όπου το λείψανο έστω του πνεύματος του χριστιανισμού που δεινοπάθησε με τους διωγμούς, κάνει τους χριστιανικούς ναούς τόπους καταφυγής και ασύλου), ως τα σημερινά πανεπιστήμια και τις πρεσβείες.
Αλλά είναι αυτό το κρίσιμο ερώτημα, για την «αλάθητη δημοκρατική συνταγματική σας τάξη, πιο αλάθητη απ’ όλους τους πάπες μαζί ώστε κανείς να μην μπορεί να την αμφισβητήσει», που συμπυκνώνει την υπεραντιδραστική μετεξέλιξη της αστικής δημοκρατίας στη νέα εποχή. Και επομένως την πολιτική του αστικού κράτους και των κυβερνήσεων στο ζήτημα του πανεπιστημιακού ασύλου.
Στην Ελλάδα την προπερασμένη εβδομάδα ο Κ. Καραμανλής προανήγγειλε αλλαγή στο νόμο για το άσυλο «αν δεν γίνει σεβαστός ο ισχύων». «Τότε ο νόμος θα αλλάξει και πάλι, ακριβώς για την προστασία της ελεύθερης διακίνησης ιδεών και όχι των εχθρών τους».
Είχε προηγηθεί καταιγίδα δημοσιευμάτων του στυλ «Άσυλο και καταλήψεις, καρκίνωμα στο σώμα της Δημοκρατίας», «Καθαρή λύση είναι η άρνηση και η καταδίκη του “ασύλου” και των καταλήψεων από τον πολιτικό κόσμο και την κοινωνία», επίσης η δήλωση της νέας διοίκησης της ΠΟΣΔΕΠ περί «απερίφραστης καταδίκης της βίας στα ΑΕΙ» με το αίτημα «όλοι να αναλάβουν τις ευθύνες τους για το άσυλο».
Κλήσεις και επικλήσεις επίσης βουλευτών, ευρωβουλευτών, πρυτάνεων και καθηγητών προς την πανεπιστημιακή κοινότητα ότι «η ευθύνη της έγκειται στην ομαλή διεξαγωγή της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Άρα δεν μπορεί να ανέχεται την παρακώλυσή της από καταλήψεις τμημάτων, γραφείων διδασκόντων». (Τρακατέλλης, ευρωβουλευτής της ΝΔ και πρώην Πρύτανης του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου), ο οποίος μάλιστα ολοκληρώνει, μορφοποιεί αλλά και αποκαλύπτει την πολιτική γραμμή των «από πάνω»: «Το καίριο χτύπημα, όμως, πιστεύω ότι θα δοθεί με την έγκριση εσωτερικού κανονισμού των ιδρυμάτων, όπως συμβαίνει σε όλες τις χώρες. Ο κανονισμός προβλέπει δικαιώματα και υποχρεώσεις διδασκόντων και διδασκομένων, περιλαμβανομένων και πειθαρχικών μέτρων, μεταξύ των οποίων η προσωρινή αναστολή της φοιτητικής ιδιότητας, ακόμη και η οριστική διαγραφή».
Η αντιδραστική συμπλήρωση του καθηγητή του Συνταγματικού Δικαίου Ν. Κ. Αλιβιζάτου: «Το άσυλο δεν κατοχυρώνεται νομοθετικά πουθενά στον κόσμο. Γιατί, στις μεν δημοκρατίες, η αστυνομία ούτε που διανοείται να επέμβει στα ΑΕΙ χωρίς να κληθεί από τις πανεπιστημιακές αρχές. Στις δε δικτατορίες επεμβαίνει ούτως ή άλλως χωρίς να ρωτήσει κανέναν. Η ρητή νομοθετική κατοχύρωση του ασύλου, με τον νόμο – πλαίσιο του 1982, είχε συμβολικό νόημα. Θεσπίστηκε για να τιμήσει τους φοιτητικούς αγώνες κατά της δικτατορίας, και όχι γιατί το πανεπιστημιακό άσυλο παραβιάστηκε ποτέ, μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας. Για συμβολικούς λοιπόν πρωτίστως λόγους, πρέπει και σήμερα η νομοθετική κατοχύρωση του ασύλου να καταργηθεί».
Ο σημερινός υπουργός Παιδείας στις 31 Μάρτη συμπύκνωσε την κυβερνητική πολιτική με το πλαίσιο των τριών σημείων, όπως ο ίδιος το ανέλυσε αμέσως μετά την πρώτη συνάντηση με τη νεοεκλεγείσα διοίκηση της (ΠΟΣΕΠ): «Πρώτον, όταν μιλάμε για άσυλο, μιλάμε για χώρο ελεύθερης διακίνησης ιδεών, απόψεων, έρευνας και διδασκαλίας. Άρα, από τη δική μας πλευρά, κύριο μέλημα είναι να θωρακίζουμε το άσυλο των ιδεών. Δεύτερον, υπάρχει νόμος για το άσυλο και ο νόμος αυτός πρέπει να εφαρμόζεται, εκεί που μπορεί να εφαρμοστεί. Και τρίτον, υπάρχει το αυτοδιοίκητο και η αυτοτέλεια των Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων και, ως εκ τούτου, δεν μπορώ να παρεμβαίνω σε ζητήματα που αφορούν στα Πανεπιστημιακά Ιδρύματα».
Οι παραπάνω δηλώσεις περιλαμβάνουν αλήθειες, διαστρεβλώσεις της αλήθειας και ψέματα. Κυρίως όμως αποκαλύπτουν πολιτικές. Είναι διαστρέβλωση της ιστορικής αλήθειας, απόκρυψη και ψέμα, πως το άσυλο σε συνθήκες δημοκρατίας δεν παραβιάζεται δια της αστυνομίας. Μια πλευρά της ιστορίας του πανεπιστημιακού ασύλου ταυτίζεται με την ιστορία των παραβιάσεών του. Ακόμη και στην αυγή του ελληνικού κράτους, το 1896 η αστυνομία «εκδίδει 90 εντάλματα σύλληψης» σε βάρος των τότε καταληψιών του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου με αφορμή το ζήτημα της Κρήτης, που έχει λάβει διαστάσεις.
Μεταπολιτευτικά, τον Μάιο του 1977, ο Εισαγγελέας του Αρείου Π¨αγου Μπλέτσας γνωμοδότησε ότι πανεπιστημιακό άσυλο δεν υφίσταται κι ότι η αστυνομία έχει δικαίωμα και καθήκον να μπαίνει όποτε θέλει στα ΑΕΙ, να παρίσταται στις φοιτητικές συνελεύσεις «εάν αυταί παρεξέκλιναν του σκοπού τους και μετατράπηκαν σε πολιτικές συναθροίσεις», καθώς και «να ανακαλύπτει και να προσαγάγει σε δίκη τους φυσικούς ή ηθικούς αυτουργούς» των «εγκλημάτων» της αφισοκόλλησης, της ανάρτησης πανό και της αναγραφής συνθημάτων στους τοίχους. Οι θυελλώδεις αντιδράσεις ανάγκασαν τον υπουργό Παιδείας Γεώργιο Ράλλη να ξεκαθαρίσει ότι «η κυβέρνηση αναγνωρίζει ουσιαστικά και στην πράξη το πανεπιστημιακό άσυλο».
Στην Πάτρα στις 20 Μάρτη 1978, όταν οι φοιτητές του υπό κατάληψη πανεπιστημίου επιχειρούν πορεία προς τη Νομαρχία, διαλύονται βίαια από τα ΜΑΤ, τα οποία στη συνέχεια εισέβαλαν στο κτίριο. Στην Αθήνα, η μέθοδος της «θερμής καταδίωξης» θα εγκαινιαστεί τον Αύγουστο του 1979. Υλοποιώντας κυβερνητική απαγόρευση προγραμματισμένου φοιτητικού κι εργατικού συλλαλητηρίου κατά της λιτότητας, η αστυνομία «οργώνει» αλλεπάλληλες φορές το χώρο των Προπυλαίων και κατόπιν εισβάλει στη Νομική. Πιο «δυναμική» θα είναι η εισβολή της 25ης Οκτωβρίου 1979, πάλι στη Νομική: προκειμένου να αποτρέψουν κατάληψη της σχολής από φοιτητές που διαμαρτύρονται κατά του ν. 815, τα ΜΑΤ φτάνουν μέχρι την ταράτσα ξυλοκοπώντας αδιάκριτα όποιον βρίσκουν μπροστά τους.
Στα πρώτα χρόνια του ΠΑΣΟΚ, το πανεπιστημιακό άσυλο, θα γίνει σεβαστό όσον αφορά καταλήψεις αποφασισμένες από φοιτητικές γενικές συνελεύσεις (η αστυνομία αποφεύγει να μπει σε κάποια σχολή το «θερμό φθινόπωρο» του 1987), δεν αποφεύγονται όμως οι παραβιάσεις. Στις 14 Οκτωβρίου 1983, μεγάλες δυνάμεις αστυνομικών και ΜΕΑ με πολιτικά διαλύουν με πρωτοφανή βία συγκέντρωση της Επιτροπής Για το Στρατό, προχωρώντας σε ξυλοδαρμούς και συλλήψεις πάνω στα Προπύλαια. Το 1985, μετά τη δολοφονία του μαθητή Μιχάλη Καλτεζά από σφαίρα αστυνομικού, γίνεται κατάληψη από αναρχικούς στο Χημείο. Η αστυνομία, με άδεια της υπό το νόμο προβλεπόμενης τριμελούς επιτροπής, μπαίνει στο Χημείο και πραγματοποιεί ξυλοδαρμούς και 37 συλλήψεις. (Για την ιστορία, στην επιτροπή μετείχε ο λέκτορας Μαυράκης, μετέπειτα γενικός διοικητής της ΔΕΗ επί ΠΑΣΟΚ με το γνωστό «δωράκι» 500.000.000 δρχ. στον εαυτό του). Την άνοιξη του 1986 αστυνομικοί αποκλείουν με «κορδόνια» τα Προπύλαια έτσι ώστε να μην μπορεί κανείς να καταφύγει στο χώρο του ασύλου! Τον Ιούνιο του 1986, στη Θεσσαλονίκη, τα ΜΕΑ καταδιώκουν επί ώρες μια εκατοντάδα αναρχικών από τη μια σχολή της πανεπιστημιούπολης στην άλλη. Το 1995, μετά την πορεία της 17 Νοέμβρη, γίνεται κατάληψη στο ΕΜΠ. Τα ΜΑΤ εισβάλουν στο Πολυτεχνείο και πραγματοποιούν 500 συλλήψεις!
Εξάλλου από την ιστορία του παγκόσμιου φοιτητικού κινήματος ωμές παραβιάσεις του πανεπιστημιακού ασύλου έχουν επιχειρηθεί σε δημοκρατικά καθεστώτα (Γαλλία, ΗΠΑ, Γερμανία) και θύμα τους υπήρξαν οι ίδιοι οι φοιτητές και όχι κάποιοι μυστηριώδεις «γνωστοί – άγνωστοι». Το ίδιο το έναυσμα για την εξέγερση του Μάη του 1968 δόθηκε από την εισβολή της αστυνομίας στο πανεπιστήμιο της Σορβόνης (3 Μαΐου) ύστερα από άδεια του πρύτανη Ζαν Ρος, προκειμένου να εκδιωχθούν 500 περίπου «λυσσασμένοι» (enrages) ακροαριστεροί, που διαμαρτύρονταν για την παραπομπή σε πειθαρχικό του Κον Μπεντίτ.
Το φοιτητικό άσυλο λοιπόν παραβιάζεται από τις κρατικές δυνάμεις καταστολής όταν το πανεπιστημιακό κίνημα αποκτά ή τείνει να αποκτήσει γενικότερα πολιτικά χαρακτηριστικά και ισχυρούς δεσμούς με το εργατικό και λαϊκό κίνημα. Μετά το 2003 μάλιστα και στις δυο ακτές του Ατλαντικού αυξάνονται οι καταγγελίες για ωμή παρέμβαση των διωκτικών αρχών στα πανεπιστήμια με άλλοθι την αντιτρομοκρατική υστερία.
Λογοκριδία της αγοράς στα ΑΕΙ
Η ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΔΙΑΚΙΝΗΣΗ ΤΩΝ ΙΔΕΩΝ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΟΧΥΡΩΜΕΝΗ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑ
Αντιστρέφουν επίσης την αλήθεια και κρύβουν τις πραγματικές τους προθέσεις ο πρωθυπουργός, ο υπουργός Παιδείας και οι παρ’ αυτών μεγαλόσχημοι δημοσιογράφοι και καθηγητάδες, όταν ισχυρίζονται πως «όταν μιλάμε για άσυλο, μιλάμε για χώρο ελεύθερης διακίνησης ιδεών, απόψεων, έρευνας και διδασκαλίας. Άρα, από τη δική μας πλευρά, κύριο μέλημα είναι να θωρακίζουμε το άσυλο των ιδεών».
Στις ΗΠΑ κυρίως, αλλά όχι μόνο, τμήματα ή πανεπιστημιακοί που είναι με τη θεωρία της εξέλιξης του Δαρβίνου απωθούνται στο περιθώριο. Δεν είναι σπάνιο, επίσης, το φαινόμενο όπου ερευνητές και πανεπιστημιακοί που δεν τοποθετούνται από την πλευρά της θεωρίας της Μεγάλης Έκρηξης (Bing Bang) υποχρηματοδοτοϋνται. Σε μια χαρακτηριστική για την περιρρέουσα ατμόσφαιρα υπόθεση, η βρετανική αστυνομία συνέλαβε φοιτητή στο πανεπιστήμιο του Νότινγχαμ, ο οποίος θεωρήθηκε ύποπτος εξτρεμιστής επειδή «κατέβασε» από το ίντερνετ ένα εγχειρίδιο της Αλ Κάιντα που θα χρησιμοποιούσε στη δικτατορική του διατριβή (Γκάρντιαν, Μάης του 2008). Ο φοιτητής αφέθηκε ελεύθερος μετά από μερικές μέρες μετά τις έντονες αντιδράσεις που εξέφρασε το διδακτικό προσωπικό και οι φοιτητικοί σύλλογοι.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες πολλοί πανεπιστημιακοί που έχουν διαφορετικές απόψεις για την εξωτερική πολιτική της χώρας ή για το Ισραήλ χαρακτηρίζονται «εχθροί του έθνους» και απαξιώνονται. Από το 2002 η ιστοσελίδα Campus Watch κατονομάζει πανεπιστημιακούς που «έχουν το θράσος» να υιοθετούν απόψεις πέρα από την «πεπατημένη». Δεν μπορεί βέβαια να γίνει σύγκριση με τις σκοτεινές εποχές του Μακαρθισμού, αλλά οι τάσεις είναι ανησυχητικές. Η ίδια η ακαδημαϊκή ελευθερία υπονομεύεται κυρίως και δραστικά από την παρέμβαση των μεγάλων επιχειρήσεων, που σε πολλές περιπτώσεις χρηματοδοτούν συγκεκριμένα προγράμματα έρευνας.
Στην πραγματικότητα η ελευθερία στην έρευνα και τη διακίνηση ιδεών στα Πανεπιστήμια παρακολουθεί σε μια σχετική καθυστέρηση τις μεταμορφώσεις της αστικής τάξης. Όταν ήταν επαναστατική ήταν ο φορέας της ακαδημαϊκής ελευθερίας. Μετασχηματιζόμενη σε συντηρητική, αντιδραστική ύστερα και στην εποχή μας συντηρητική και παρακμασμένη, πολιτεύεται πλέον όχι την ελεύθερη διακίνηση των ιδεών, αλλά την ελευθερία στη διακίνηση των αξιών και ιδεών της αγοράς.
ΤΣΑΚΙΣΜΑ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ
Ετοιμάζουν κατάργηση του ασύλου
ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΤΗΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΥ
Η πολιτική επίθεση που δέχεται το άσυλο έχει διαρκή πυρήνα το χτύπημα της «παρέκκλισης του σκοπού των γενικών συνελεύσεων και της μετατροπής τους σε πολιτικές συναθροίσεις». Ωστόσο η υπό εξέλιξη επίθεση αποτελεί αντιδραστική τομή στην εφαρμοζόμενη αστική πολιτική. Εντάσσεται στην πολιτική τσακίσματος του εργατικού, εκπαιδευτικού και νειολαιίστικου κινήματος, που εγκαινιάζεται τη δεκαετία του ’90.
Ο νόμος 1268 του 1982, της πρώτης κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, το οποίο μόλις έχει αποβάλει το ζιβάγκο και περιφέρεται με τη γραβάτα, θεσμοθετεί το άσυλο υπό την επήρεια του απόηχου των γεγονότων του Πολυτεχνείου και ταυτόχρονα το περιορίζει. Ο νόμος – πλαίσιο 3549/2007 της κυβέρνησης Καραμανλή στρέφεται ευθέως εναντίον του ασύλου, αφού παραλείπεται η αναφορά στην ελεύθερη διακίνηση ιδεών εντός του ασύλου και αντικαθίσταται από «την προστασία του δικαιώματος στη γνώση, τη μάθηση, την εργασία των μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας έναντι οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει». Ο μηχανισμός άρσης του, μεταβιβάζεται απευθείας στο Πρυτανικό Συμβούλιο με ταυτόχρονη εγκατάλειψη της ομοφωνίας. Παρέχεται πλέον η δυνατότητα χάραξης και περιορισμού των ορίων του σε χώρους που γίνεται εκπαίδευση και έρευνα. Έτσι δίνεται η δυνατότητα να στραφεί μερίδα της πανεπιστημιακής κοινότητας εναντίον άλλης, που την παρακωλύει στη μάθηση, να χαρακτηριστεί η ίδια φοιτητική κατάληψη ή οποιαδήποτε κινητοποίηση στα πανεπιστήμια, κατάλυση του ασύλου, εφόσον «παραβιάζεται το δικαίωμα στην εργασία μερίδας εργαζομένων στο ίδρυμα». Αυτού του νόμου την εφαρμογή ζητά ο ΥΠΕΠΘ, ο Καραμανλής, σύσσωμη η ηγεσία του μεταλλαγμένου πλέον σοσιαλφιλελεύθερου ΠΑΣΟΚ του παπιγιόν.
Ταυτόχρονα προετοιμάζουν νέα αντιδραστικότερη νομιμοποίηση με αρωγούς τους γνωστούς παράγοντες, αλλά και τη ΔΑΠ που προτείνει «διεύρυνση του φάσματος των αδικημάτων των οποίων η αυτόφωρη διάπραξη σε χώρο καλυπτόμενο από το άσυλο επιτρέπει επέμβαση των αστυνομικών αρχών, αύξηση της φύλαξης με περιφράξεις, συναγερμούς, συστήματα ασφαλείας, ελεγχόμενη είσοδο σε πανεπιστημιακούς χώρους» και την ΠΑΣΠ που επαναλαμβάνει τη «διεύρυνση του φάσματος των λεγόμενων αυτόφωρων κακουργημάτων (…). Αναβάθμιση της ασφάλειας των χώρων».
Το επιχειρούμενο χτύπημα εναντίον του ασύλου είναι μέρος της ίδιας επιχείρησης περιορισμού του δικαιώματος στην απεργία του εργατικού κινήματος. Από το ’90 και μετά το 85% των εργατικών και αγροτικών κινητοποιήσεων που πήγαν στα δικαστήρια κρίθηκαν παράνομες και καταχρηστικές, ενώ τα αγροτοδικεία, ακόμη και μαθητοδικεία στήνονται κάθε τόσο. Κινείται επίσης στα ίδια όρια περιορισμού σύναψης συλλογικών συμβάσεων στη δημόσια διοίκηση. Η κυβερνητική επίθεση υποστηρίζεται από τη μεθοδευμένη και οργανωμένη δράση προβοκατόρων στο εκπαιδευτικό κίνημα. Δράση την οποία, χωρίς το κόμπλεξ ή το φόβο ετεροκαθορισμού, ανοιχτά οφείλει να καταγγείλει το αντικαπιταλιστικό εκπαιδευτικό κίνημα. Διευκολύνεται επίσης από την ανεξέλεγκτη δράση αντιεξουσιαστών, οι οποίοι, χωρίς να δίνουν λόγο σε κανένα, χτυπούν όπου, όπως και οπότε θέλουν – δημιουργώντας πρόβλημα δημοκρατίας όχι στην κυβέρνηση αλλά στο ίδιο το κίνημα.
«Κάτω τα χέρια από το άσυλο και από την εργατική απεργία»! Το αδιαίρετο αυτό σύνθημα συνεπάγεται και ανάλογη πολιτική. Κυρίως προϋποθέτει την «έξοδο» του εκπαιδευτικού κινήματος προς το εργατικό και την «είσοδο» του εργατικού στο εκπαιδευτικό με ανάλογα αιτήματα και κοινή δράση σε ένα μέτωπο παιδείας – εργασίας – δημοκρατίας, αντίστοιχο της αντιδραστικότητας και κυρίως των δυνατοτήτων της εποχής μας. Και στη βάση αυτή ανοιχτό, δημόσιο κάλεσμα κοινής δράσης προς τις δυνάμεις του ΚΚΕ και του ΣΥΡΙΖΑ. Κοινή δράση που μόνο η αντικαπιταλιστική Αριστερά, η Αριστερά των εργατικών επαναστάσεων και του κομμουνισμού στο νέο αιώνα μπορεί να πραγματώσει. Γιατί ακριβώς γνωρίζει πως η ίδια είναι εργαλείο, μέσο και όχι ψηφοσυλλέκτης ή αυτοσκοπός.

Ο Γ. Σανιδάς και οι βασανιστές της χούντας

Ο Γ. Σανιδάς και οι βασανιστές της χούντας
Πρακτικά μιας δίκης που διεξήχθη στις 15 Δεκεμβρίου 1975 στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πατρών
Μετά την πτώση της δικτατορίας το 1974, ξεκίνησε μια σειρά από δίκες αστυνομικών που είχαν βασανίσει άγρια πολίτες. Σε μια παρόμοια δίκη στην Πάτρα, πρωταγωνιστής ήταν ο νυν εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γ. Σανιδας. Ασφαλώς ξενίζει τον σημερινό αναγνώστη οι χαμηλές ποινές που επιβλήθηκαν κι ακόμα περισσότερο η επιμονή του σημερινού ανώτατου δικαστικού (που είχε πρωτοδιοριστεί ως εισαγγελικός πάρεδρος στις 17/9/1971) να πέσουν στα μαλακά οι βασανιστές αστυνομικοί. Ξενίζει ακόμα περισσότερο το γεγονός ότο ο Γ. Σανιδάς επρότεινε την απαλλαγήν απάντων των κατηγορουμένων βασανιστών της χούντας διά την πράξιν της καταχρήσεως εξουσίας!!!
Η ΧΟΥΝΤΑ ΔΕΝ ΤΕΛΕΙΩΣΕ ΤΟ ‘73


http://www.politikokafeneio.com/neo/modules.php?name=News&file=article&sid=6543

Ο "Ιός" της "Ελευθεροτυπίας" δημοσίευσε πριν από λίγες μέρες τα αποκαλυπτικά πρακτικά της δίκης.Ευχαριστούμε τον χρήστη μας Νίκος για την επισήμανση του άρθρου του "Ιου" που αναφέρει μεταξυ των άλλων: Φέρνουμε σήμερα στη δημοσιότητα ένα σημαντικό ντοκουμέντο της μεταπολίτευσης. Πρόκειται για τα πρακτικά μιας δίκης που διεξήχθη στις 15 Δεκεμβρίου 1975 στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πατρών. ...Η αξία του ντοκουμέντου ενισχύεται από το γεγονός ότι στην υπόθεση αυτή πρωταγωνιστούν δύο πρόσωπα που έχουν και σήμερα μια εξέχουσα κοινωνική θέση, σε διαφορετικά βέβαια πόστα. Ο εισαγγελέας της δίκης εκείνης στην Πάτρα δεν είναι άλλος από τον κ. Γεώργιο Σανιδά, τον σημερινό εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος έχει επιδείξει ιδιαίτερη δραστηριότητα την τελευταία περίοδο. Αλλά και ο μηνυτής, αυτός που υπέστη τα βασανιστήρια, είναι ο τότε φοιτητής Γιάννης Πουντουράκης, ο οποίος είναι σήμερα καθηγητής στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, στη Σχολή Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών στον Τομέα Επικοινωνιών, Ηλεκτρονικής και Συστημάτων Πληροφορικής. .. Από τα επίσημα πρακτικά της δίκης μεταφέρουμε τα βασικά στοιχεία από την κατάθεση του κ. Πουντουράκη: ..Όταν μας επήγαν εις τον 1ον όροφον εκεί ήσαν 15-20 αστυνομικοί οι οποίοι άρχισαν να μας κτυπούν με κλωτσιές, γροθιές και μας έριξαν κάτω από τα κτυπήματα. Όλα αυτά εγένοντο κατ’ εντολήν των κατηγορουμένων. Κατόπιν μας επήγαν σε μία μεγάλη αίθουσα, όπου ήλθε και ο κατηγορούμενος Α.Σ. και μας είπε ότι, το Πανεπιστήμιον το φτιάξαμε εμείς και δεν ημπορείτε εσείς να το διαλύσετε και άλλα πολλά, ήθελε δε να μας εκμηδενίση την προσωπικότητα. Εμένα μάλιστα με ερώτησε ο Α.Σ. γιατί τραγουδάμε το τραγούδι ‘Πότε θα κάνει ξαστεριά’ και του απήντησα ότι είναι δημοτικό τραγούδι. Εν συνεχεία με ερώτησε πότε πρωτοτραγουδήθηκε και εγώ του απήντησα ‘προ 500 ετών’ και ακολούθως με ερώτησε γιατί το τραγουδάμε και του είπα ‘γιατί είχαμε Τούρκους’ και αυτός τότε μου είπε ‘σήμερα έχουμε Τούρκους;’ Και εγώ του απήντησα ‘δεν ξέρω’. Τότε άρχισε να με βρίζη. Κατόπιν έπαιρναν έναν-έναν φοιτητήν οι αστυνομικοί. Εμένα με ωδήγησαν εις τον 4ον όροφον, όπου εκεί ήτο ο κατηγορούμενος Γ.Α., ο Α.Σ., ο Λ.Π. και άλλοι αστυνομικοί, αφού με πέταξαν κάτω μου πέρασαν τα πόδια μέσα σε μια καρέκλα και ο κατηγορούμενος Λ.Π. μου κρατούσε τα πόδια παραπάνω από τους αστραγάλους και ο κατηγορούμενος Γ.Α. με κτυπούσε με ένα ξύλο το οποίον είχε μήκος ένα μέτρο η δε διάμετρος αυτού ήτο 2,5-3 εκατοστά εις τα πέλματα των ποδών μου. Το ξύλο αυτό το σήκωνε ψηλά και έπαιρνε φόρα προκειμένου να μη κτυπήση, μάλιστα ενθυμούμαι χαρακτηριστικά ότι σε μία στιγμή που τράβηξα τα πόδια μου κτύπησε το ξύλο σε ένα πλευρό της καρέκλας και έσπασε τούτο. Ο κατηγορούμενος Γ.Α. με κτυπούσε κατ’ αυτόν τον τρόπον επί τρία τέταρτα της ώρας και αυτός ήτο ο φάλαγξ που μου έκαμαν. Κατά την ώραν του μαρτυρίου του φάλαγγος ο κατηγορούμενος Α.Σ. ήτο παρών. Με κτυπούσαν και μου έλεγαν να παραιτηθώ από μέλος της απεργιακής επιτροπής των φοιτητών, αλλά επειδή εγώ ηρνούμην να πράξω τούτο μου έλεγαν τούτο ‘θα σε κτυπούμε μέχρι να μας πης ότι θα παραιτηθής’ και οι τρεις κατηγορούμενοι. Όταν σηκώθηκα από κάτω με έβαλαν να κάνω τροχάδην και ο κατηγορούμενος Γ.Α. με κτυπούσε με μία βέργα ξύλινη στις παλάμες, στους μηρούς και στην πλάτη. Το τροχάδην πιστεύω με έβαλαν να το κάνω προκειμένου να κυκλοφορήση το αίμα εις τα πόδια μου. Μάλιστα όταν κατόπιν με επήγαν σε ένα δωμάτιο ο κατηγορούμενος Α.Σ. μου είπε ‘τα ήθελες και τα έπαθες’. Μετά από το δωμάτιο αυτό που με είχαν, με πήρε ο κατηγορούμενος Γ.Α. να δώσω κατάθεσι, εκεί όμως δεν με κτύπησε. Εγώ εζήτησα δικηγόρο προκειμένου ν’ απολογηθώ, τον κ. Στεφανόπουλον, αλλά δεν μου επέτρεψαν και την άλλη ημέρα με παρέπεμψαν στο αυτόφωρο, αλλά επειδή εγένοντο διαδηλώσεις από τους φοιτητάς ανεβλήθη η δίκη για να γίνη την 10/8/1973. Λέγω ότι με εκτυπούσαν προκειμένου να μου πάρουν κατάθεσιν, δηλαδή να ωμολογήσω προκειμένου να με παραπέμψουν εις δίκην με κατηγορία ότι προέτρεπα τους συμφοιτητάς μου εις απεργίαν. Όταν μου έπαιρνε κατάθεσι ο Γ.Α. έγραφε ότι ήμουν μέλος της επιτροπής, ότι είχα πάει εις την λέσχην και εις το Πανεπιστήμιον, την οποία κατάθεσιν εγώ θα την υπέγραφα. Αυτά που έγραφε εις την κατάθεσίν μου ήσαν αλήθεια. Με κτυπούσαν προκειμένου να με εξουθενώσουν και να με βγάλουν από την επιτροπήν του απεργιακού αγώνος. Ο πρώτος λόγος που κτυπούσαν ήτο να παραιτηθώ από μέλος της επιτροπής κι ο δεύτερος λόγος να μη αρνηθώ να καταθέσω εις τον Γ.Α.. Οι Γ.Α. και Λ., εκτός από τας εντολάς που έπαιρναν από το κέντρον, ανέπτυσσαν και ιδικήν των πρωτοβουλίαν, αλλά το κέντρον τα ανεχότανε αυτά που έκαναν. Τι ώρα με εκτύπησαν εις τον 4ον όροφον δεν ενθυμούμαι, διότι μας είχαν πάρει τα ωρολόγια όταν μπήκαμε μέσα εις την Ασφάλεια. Εκτός από εμένα μέσα εις την Ασφάλεια εδάρησαν και άλλοι φοιτηταί. Εμένα με εκτύπησαν ημέραν Παρασκευήν προς Σάββατον και την Δευτέρα επήγα εις τον ιατρόν Τσ. εις το ιατρείον του το οποίο ευρίσκεται επί της Κορίνθου προκειμένου να με εξετάση». Η παρέμβαση Σανιδά Στο σημείο αυτό ο εισαγγελέας κ. Σανιδάς διέκοψε την κατάθεση, προκειμένου να σημειώσει μια αντίφαση που είχε κατά τη γνώμη του η εξιστόρηση του κ. Πουντουράκη, ότι δηλαδή στην προδικασία είχε δηλώσει ότι εξετάστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πατρών και όχι σε ιδιωτικό ιατρείο. Μάλιστα κατά τον κ. Σανιδά το σημείο αυτό ήταν τόσο σοβαρό ώστε χρειαζόταν να εξεταστεί αμέσως ο ιατρός. Το δικαστήριο διέκοψε την κατάθεση του κ. Πουντουράκη για να εξετάσει το αίτημα του εισαγγελέα. Όταν συνέχισε, ο μηνυτής ανέφερε ότι στον γιατρό πήγε μόνο για το τραυματισμένο χέρι του που υποχρεώθηκε να κρατά σε νάρθηκα. Αλλά τα σοβαρότερα χτυπήματα ήταν στα πέλματα: «Οταν μου έκαναν φάλαγγα δεν μου έβγαλαν τα παπούτσια και τούτο είναι πιο επικίνδυνο. Πριν του φάλαγγος συνήντησα τον Α.Σ. και με απειλούσε ότι θα με τσακίση αν δεν σταματήσω τη δραστηριότητά μου. Μετά τον φάλαγγα μου πήραν κατάθεσιν. Την κατάθεσιν την έπαιρναν μέσα σε κλίμα τρομοκρατίας. Από την λέσχην τότε συνελήφθησαν 12-13 άτομα και παρεπέμφθησαν εις το δικαστήριον μόνον 8 άτομα. Η σύλληψις όμως τότε έγινε κατ’ επιλογήν. […] Κατά την ώραν του φάλαγγος με ερωτούσαν αν θα παραιτηθώ από μέλος της απεργιακής επιτροπής». Στη συνέχεια εξετάστηκε ο γιατρός Ν. Τσ., ο οποίος ήταν καθηγητής στο τοπικό Νοσοκομείο. Και πάλι ο εισαγγελέας κ. Σανιδάς δεν έμεινε ικανοποιημένος από την κατάθεσή του και παρά το γεγονός ότι υπήρχε σχετική ιατρική βεβαίωση, ζήτησε «όπως προσαχθώσιν τα βιβλία του Νοσοκομείου Πατρών, προκειμένου να διαπιστωθή εάν εισήχθη εις το ίδρυμα τούτο κατά μήνα Μάρτιον 1973 και ενοσηλεύθη ο περί ου πρόκειται παθών, Ιωάννης Πουντουράκης, διατασσομένης της κατασχέσεώς των». Την καταγγελία του Γιάννη Πουντουράκη επιβεβαίωσαν οι μάρτυρες κατηγορίας που εξετάστηκαν. Ο Δημήτρης Δημητριάδης διηγήθηκε πώς τον συνέλαβαν κι αυτόν στη Λέσχη και τον μετέφεραν μαζί με τον Πουντουράκη στην Ασφάλεια. «Εκεί ήσαν 15-20 αστυνομικοί, οι οποίοι μας εξάπλωσαν κάτω και μας κτυπούσαν με κλωτσιές και με τα κλοπς μας κτυπούσαν στα χέρια και σε άλλα σημεία του σώματος. […] Τον Πουντουράκη τον πήραν πρώτα και του έκαναν φάλαγγα. […] Ο φάλαγξ είχε σκοπό να μας αποσπάσει ομολογίες». Τον βασανισμό επιβεβαίωσαν και οι φοιτητές συγκάτοικοι του Πουντουράκη Θανάσης Σπανός και Κώστας Καραγκιουρλής, ενώ ο Χριστόδουλος Λέφας περιέγραψε τα πρησμένα πέλματα του συμφοιτητή του και εξήγησε ότι τον βασάνισαν επειδή ήταν από τα ηγετικά στελέχη του κινήματος και στόχος της χουντικής αστυνομίας ήταν να εκφοβίσει το φοιτητικό κόσμο. Ως μάρτυρες υπεράσπισης κατέθεσαν τρεις αστυνομικοί. Ο πρώτος, που υπηρετούσε ως υπασπιστής στην αστυνομική διεύθυνση Πάτρας την περίοδο το 1973 δήλωσε ότι «ο μηνυτής πρωτοστάτησε εις τα γεγονότα της Λέσχης» και ότι «αν όπως ισχυρίζεται υπεβλήθη εις το μαρτύριον του φάλαγγος δια ποίον λόγον δεν παρεπονέθη τότε εις τον Εισαγγελέα;» Ανάλογο ήταν το επιχείρημα και του δεύτερου μάρτυρα υπεράσπισης, ο οποίος ήταν αξιωματικός υπηρεσίας κατά τη σύλληψη του Πουντουράκη: «Σ’ εμένα δεν παρεπονέθη κανείς ότι εκακοποιήθη». Οι κατηγορούμενοι αστυνομικοί αρνήθηκαν την κατηγορία. Ο επικεφαλής Α.Σ. άφησε το ενδεχόμενο «να κτυπήθηκε στην Λέσχη από καμιά κλοπιά αστυνομικού» (ένα είδος ζαρντινιέρας της εποχής), αλλά απέκλεισε να χτυπήθηκε μέσα στην Ασφάλεια: «Ο Πουντουράκης και ανακρινόμενος ουδέν καν κατέθεσεν ότι ήτο κτυπημένος». Μ’ άλλα λόγια δεν είπε στους βασανιστές του ότι τον βασάνισαν… Η δικαστική απόφαση Τελικά ο κ. Σανιδάς μέχρι τέλους διατήρησε την ίδια στάση. Βασισμένος σ’ αυτά που ονόμασε αντιφάσεις μεταξύ των διαδοχικών καταθέσεων του μηνυτή, πρότεινε την ενοχή μόνο του Γ.Α. «δι’ απλήν σωματικήν βλάβην, κατ’ επιτρεπτήν μεταβολήν της κατηγορίας, την απαλλαγή δε του συγκατηγορουμένου του Λ.Π., δεχόμενος ότι δεν ετελέσθη το μαρτύριον του φάλαγγος, εις βάρος του παθόντος Ιωάννη Πουντουράκη. Ωσαύτως επρότεινε την απαλλαγήν απάντων των κατηγορουμένων διά την πράξιν της καταχρήσεως εξουσίας, εις βάρος του ως άνω παθόντος, καθ’ όσον αύτη δεν ετελέσθη». Τελικά το δικαστήριο δεν δέχτηκε την –ουσιαστικά απαλλακτική- πρόταση του κ. Σανιδά και δεν μετέτρεψε την κατηγορία. Με την απόφασή του απέρριψε και τα επιχειρήματα του εισαγγελέα περί αντιφάσεων: «Οι κατηγορούμενοι κατά τον κρίσιμον ώδε χρόνον της 16 Μαρτίου 1973 ετύγχανον αξιωματικοί της αστυνομίας πόλεων, υπηρέτουν δε εν Πάτραις. Κατά την άνω ημεροχρονολογίαν υπό των φοιτητών του εν Πάτραις Πανεπιστημίου εξεδηλώθη, εκτός των άλλων, άμα και διά καταλήψεως υπ’ αυτών της φοιτητικής λέσχης, αντίδρασις κατά του τότε καθεστώτος. Αι αστυνομικαί αρχαί συνέλαβον, εκτός των άλλων, κατά την άνω ημεροχρονολογίαν λόγω των φοιτητικών ως άνω αντιδράσεων και τον μηνυτήν Ιωάννην Πουντουράκην, φοιτητήν του ενταύθα Πανεπιστημίου. Ούτος ήτο, κατά τον άνω χρόνον, εκ των ιθυνόντων των φοιτητικών εκδηλώσεων. Μετά την σύλληψίν του ο μηνυτής, μετά των άλλων συλληφθέντων, προσήχθη εις το κατάστημα της ασφαλείας, ίνα, μετά σχηματισμόν της δικογραφίας, προσαχθή αρμοδίως. Εις το περί ου πρόκειται κατάστημα, οι εκ των κατηγορουμένων Γ.Α. και Λ.Π. εξηνάγκασαν τον μηνυτήν όπως ‘ξαπλώση’ επί του δαπέδου γραφείου τινος. Είτα εξηνάγκασαν οι ανωτέρω τον μηνυτήν να θέση τους πόδας του εις το διάκενον του οπισθίου τμήματος (πλάτης) καθίσματος τινος. Εν συνεχεία ο εκ των κατηγορουμένων Γ.Α. ήρξατο διά χάρακος τινος να κτυπά μετά δυνάμεως τα πέλματα του μηνυτού. Ο έτερος των κατηγορουμένων εκράτει, καθ’ όλην την διάρκειαν των άνω κτυπημάτων τους πόδας του μηνυτού. Το τοιούτον (καταφορά κτυπημάτων) διήρκεσεν επί 45 λεπτά της ώρας. Μετά ταύτα ο ρηθείς Γ.Α. εκτύπησε πολλάκις τον μηνυτήν διά ξυλίνης βέργας εις τους μηρούς, πλάτην, κλπ. Συνεπεία των κτυπημάτων τούτων ο μηνυτής υπέστη μώλωπας, σκληρύνσεις και οιδήματα. Η τοιαύτη συμπεριφορά των άνω κατηγρουμένων απεσκόπει εις την καταπτόησιν του μηνυτού με την απωτέραν επιδίωξιν όπως ούτος παύση ασχολούμενος με την, κατά του τότε καθεστώτος, κίνησιν των φοιτητών. Διά της τοιαύτης συμπεριφοράς των κατηγορουμένων δεν εσκοπείτο η λήψις καταθέσεώς τινος του μηνυτού. Πάντα ταύτα προκύπτουν εκ της σαφούς καταθέσεως του μηνυτού, πλήρως συνεπικουρουμένης υπό των καταθέσεων των λοιπών μαρτύρων κατηγορίας, ιδία του Δημητρίου Δημητριάδη, και είναι αληθές ότι ο μηνυτής περιέπεσεν εις αντιφάσεις τινάς, ιδία αν εξητράσθη υπό ιατρού εις το εν Πάτραις κρατικώ Νοσοκομείω ή εν ιδιωτικώ ιατρείω, ουχ ήττον απεδείχθη περιτράνως, εκ σχετικής βεβαιώσεως της διευθύνσεως του αυτού νοσοκομείου ότι ο μηνυτής και διαληφθείς μάρτυς εξητάσθησαν, κατά την 20 μαρτίου 1973, εν τω άνω Νοσοκομείω (ούτοι είναι εγγεγραμμένοι εις τα άνω βιβλία υπ’ αύξοντας αριθμούς 673 και 674/20-3-1973). Η κατάθεσις του μηνυτού και των λοιπών μαρτύρων κατηγορίας εξ ουδενός στοιχείου αναιρείται. Τα άνω κτυπήματα λόγω της μεθ’ ην κατεφέρθησαν δυνάμεως και του χρόνου διαρκείας των, ηδύναντο να περιάγωσι τον μηνυτήν εις κίνδυνον ζωής και να επιφέρουν εις αυτόν βαρείαν σωματικήν βλάβην. Κατ’ ακολουθίαν τούτων δέον να κηρυχθή ένοχος ο εκ των κατηγορουμένων Γ.Α. επικινδύνου σωματικής βλάβης, ο δε Λ.Π. ένοχος αμέσου συνεργείας εις την άνω πράξιν, άπαντες δ’ οι κατηγορούμενοι αθώοι της δι’ ην κατηγορούνται πράξεως της καταχρήσεως εξουσίας». Τελικά ο Γ. Α. καταδικάστηκε σε φυλάκιση έξι μηνών και ο Λ.Π. τεσσάρων μηνών με αναστολή, ενώ ο προϊστάμενός τους Α.Σ. κηρύχθηκε αθώος. Ασφαλώς ξενίζει τον σημερινό αναγνώστη οι χαμηλές ποινές που επιβλήθηκαν κι ακόμα περισσότερο η επιμονή του σημερινού ανώτατου δικαστικού (που είχε πρωτοδιοριστεί ως εισαγγελικός πάρεδρος στις 17/9/1971) να πέσουν στα μαλακά οι βασανιστές αστυνομικοί.
Όμως η δίκη αυτή της Πάτρας δεν αποτελεί εξαίρεση. Ολες οι δίκες αστυνομικών που κατηγορήθηκαν για βασανιστήρια είχαν παρόμοια κατάληξη.
Όπως έχει επισημάνει ήδη από εκείνη την εποχή ο Γιώργος Καρράς, παρατηρήθηκε τότε μια εντελώς διαφορετική μεταχείριση των βασανιστών που προέρχονταν από το στρατό (η περιβόητη ΕΣΑ των Χατζηζήση-Θεοφιλογιαννάκου) σε σχέση με τους προερχόμενους από την αστυνομία. Για τους πρώτους ασκήθηκε αυτεπάγγελτη δίωξη και τα δικαστήρια τους επιφύλασσαν αυστηρές ποινές. Τα μέσα ενημέρωσης δεν έπαψαν να τους παρουσιάζουν ως ανθρωπόμορφα τέρατα. Αντίθετα, για τους αστυνομικούς βασανιστές χρειαζόταν μήνυση των θυμάτων και ακολουθούσε μια επώδυνη διαδικασία με αβέβαιο αποτέλεσμα. Λίγες μέρες πριν από το δικαστήριο της Πάτρας, στις 30/11/75, το Κακουργιοδικείο Χαλκίδας, από τους 14 κατηγορούμενους αστυνομικούς της Ασφάλειας Αθηνών αθώωσε τους 6, απάλλαξε άλλους 4 λόγω «εκπροθέσμου υποβολής μηνύσεως» και καταδίκασε μόνο 4 σε φυλάκιση λίγων μηνών με αναστολή.
Ο λόγος αυτής της διαφοράς στην ποινική αντιμετώπιση των βασανιστών είναι απλός: ενώ οι βασανιστές του στρατού είχαν υπερβεί το ρόλο τους, στρεφόμενοι μάλιστα ακόμα και εναντίον ιεραρχικά ανωτέρων τους, οι βασανιστές της αστυνομίας έκαναν (σε υπερβολικό βέβαια βαθμό) αυτό που είχαν μάθει να κάνουν και πριν τη δικτατορία. Παρέμειναν δηλαδή στο πλαίσιο των καθηκόντων τους. Τα βασανιστήρια δεν είναι έξω από την αστυνομική λογική. Δυστυχώς, τα συνεχιζόμενα κρούσματα αστυνομικής βίας επιβεβαιώνουν ότι ο κανόνας εξακολουθεί να ισχύει.
Ο Μάρτης των φοιτητών στην Πάτρα
Όπως και στα άλλα Πανεπιστήμια της χώρας έτσι και στην Πάτρα η δικτατορία επιχείρησε νόθες εκλογές τον Νοέμβριο του 1972. Η κίνηση αυτή έγινε κάτω από την πίεση του φοιτητικού αντιδικτατορικού κινήματος το οποίο είχε αναπτυχθεί σε όλες τις μεγάλες πόλεις με Πανεπιστήμια. Το διορισμένο από τη χούντα Δ.Σ. του φοιτητικού συλλόγου της Πάτρας επιχείρησε να οργανώσει Γενική Συνέλευση των φοιτητών στις 24 Οκτώβρη 1972. Οι συντριπτική πλειοψηφία των φοιτητών τελικά αποχώρησε από τη Συνέλευση, καταγγέλλοντας μεθόδευση και περιφρόνηση κάθε δημοκρατικής διαδικασίας. Στις εκλογές της 14 Νοέμβρη 1973 αποκαλύφθηκε ανοιχτά η νοθεία που οργάνωσαν οι διορισμένοι σε συνεργασία με το σπουδαστικό της ασφάλειας. Βρέθηκε το σχέδιο της νοθεία και τα σημαδεμένα ψηφοδέλτια σε τουαλέτα του Πανεπιστημίου. Η απόπειρα νοθείας κατέληξε σε φιάσκο.
Όπως και στα άλλα Πανεπιστήμια, ακολούθησε συλλογή υπογραφών των φοιτητών με αίτημα δημοκρατικές εκλογές. Κάτω από καθεστώς αστυνομοκρατίας συγκεντρώθηκαν τελικά 512 υπογραφές. Η διοίκηση του Πανεπιστημίου υποχρεώθηκε να δώσει άδεια για την πραγματοποίηση Γενικής Συνέλευσης. Στις 27 Φεβρουαρίου συγκεντρώθηκαν τελικά σχεδόν οι μισοί από τις 3.000 φοιτητές της Πάτρας, σε μια πρωτοφανή σε μαζικότητα και διάρκεια (16-17 ώρες) συνέλευση. Οι φοιτητές αποφάσισαν αποχή από τα μαθήματα.
Λίγες μέρες αργότερα συνέβη το περιστατικό που οδήγησε στη σύλληψη και το βασανισμό του Γιάννη Πουντουράκη που περιγράφουμε στις διπλανές στήλες. Η διοίκηση αυτή το φορά αρνήθηκε να παραχωρήσει χώρο για Γενική Συνέλευση και έτσι οι φοιτητές πραγματοποίησαν πορεία στο κέντρο της πόλης με κατάληξη τη Φοιτητική Λέσχη στη γωνία Πατρέως και Δημητρίου Υψηλάντου. Όπως αναφέρουν οι Γιώργος Βασιλακόπουλος και Χρήστος Αλεξόπουλος, «ήταν η πρώτη μαζική πορεία στους δρόμους της Πάτρας, όπου για πρώτη φορά ακούγονται συνθήματα κατά της Χούντας και κάλεσμα για συμπαράσταση από τους πολίτες. Οι φοιτητές τραγουδώντας το ‘Πότε θα κάνει ξαστεριά’ κλείνονται τελικά στην Λέσχη και αρνούνται να αποχωρήσουν παρά τις απειλές και τα τελεσίγραφα της αστυνομίας. Στη βίαιη εκκένωση από την Ασφάλεια και την Αστυνομία που ακολούθησε γίνονται πολλοί ξυλοδαρμοί και συλλήψεις. Τελικά παραπέμπονται σε δίκη 8 φοιτητές».
Ενας από τους συλληφθέντες είναι και ο Γιάννης Πουντουράκης, πρόεδρος τότε του Συλλόγου Κρητών Φοιτητών στην Πάτρα και μέλος της πενταμελούς επιτροπής που εκλέχθηκε από τη Γενική Συνέλευση του Φεβρουαρίου.
Αντιγράφουμε από την εφημερίδα «Ημέρα» της 17/3/1973:
«Φοιτητικά επεισόδια εσημειώθησαν χθές εις την πόλιν μας και διά πρώτην φοράν κατά το 15θήμερον της αποχής των ηναγκάσθη να επέμβη η Αστυνομία. Την πρωίαν εθυροκολλήθη εις την είσονδον του επί της οδού Κορίνθου παραρτήματος του Πανεπιστημίου η ακόλουθος ανακοίνωσις: Η είσοδος εντός του χώρου του Πανεπιστημίου επιτρέπεται μόνον εις τους επιθυμούντας να παρακολουθήσουν μαθήματα, ασκήσεις, φροντιστήρια και εργαστήρια». Οι φοιτητές που προσέρχονταν παρεμποδίζονταν από τους διορισμένους του χουντικού συλλόγου. Σε λίγη ώρα συγκεντρώθηκαν εκατοντάδες διαμαρτυρόμενοι φοιτητές. «Από του απέναντι πεζοδρομίου παρηκολούθουν τας σκηνάς μερικοί αστυνομικοί εν πολιτική περιβολή, χωρίς όμως να επέμβουν».
Ακολούθησε πορεία των φοιτητών: «Ετραγούδησαν το παλαιό δημοτικό τραγούδι της Κρήτης ‘Πότε θα κάνη ξαστεριά’. Όταν έφθασαν στη Φοιτητική Λέσχη και πριν εισέλθουν εις αυτήν ηκούσθησαν τα συνθήματα ‘Συμπαράσταση Λαέ’, ‘Ελευθερία’, ‘Φοιτηταί Ελεύθεροι’, ‘Ενας είναι αρχηγός, ο κυρίαρχος λαός’, και ‘Είμαστε η δύναμις’». Στη συνέχεια οι φοιτητές μπήκαν στη Λέσχη και οχυρώθηκαν. «Τελικώς οι αστυνομικοί έθραυσαν την θύραν και τους εκάλεσαν εκ νέου να εγκαταλείψουν το κτίριον. Οι φοιτηταί ηρνήθησαν κατ’ αρχήν, τελικώς όμως, μετά από σύστασιν συναδέλφων των, εδέχθησαν να απέλθουν ησύχως. Παρά την έξοδον του κτιρίου συνελήφθησαν, ενώ επέστρεφον εκ του Πανεπιστημίου, όπου συνηντήθησαν με τον (αντιπρόεδρο) κ. Γούδαν, εις την λέσχην, οι φοιτηταί κ.κ. Αντ. Τσουρινάκης, Ιω. Πουντουράκης, Κ. Βογιατζής και η δ. Τζόγια Καππάτου, μέλη της επιτροπής των φοιτητών».
Τελικά παραπέμφθηκαν σε δίκη για «απείθεια» οκτώ συνολικά φοιτητές, οι προαναφερθέντες και οι Δ. Ταγκαλάκης, Βελ. Μουντράκης, Νικ. Ηλιόπουλος, Δημ. Δημητριάδης. Η δίκη έγινε στις 10 Αυγούστου, με μάρτυρες υπεράσπισης καθηγητές που υποστήριξαν ότι η φοιτητική λέσχη είναι χώρος ασύλου και δεν επιτρέπεται αστυνομική παρέμβαση. Μόνοι οι τέσσερις τελευταίοι καταδικάστηκαν σε 25 ημερών φυλάκιση. Βασικός μάρτυρας κατηγορίας ο αξιωματικός της Ασφάλειας Α.Σ.
ΣΥΝΔΕΘΕΙΤΕ
Γενιά του Αντιδικτατορικού Φοιτητικού Κινήματος της Πάτρας (1967-74)
http://arcadia.ceid.upatras.gr/afkpatras
http://politikokafeneio.com/Forum/viewtopic.php?p=141145#141145

Στο ψυχιατρείο η Έφη Θώδη!

Στο ψυχιατρείο η Έφη Θώδη!
Eίχαν δεν είχαν την τρέλαναν τη γυναίκα τα κωλοκάναλα. Γιατί αυτά την έκαναν να φτάσει σ' αυτό το σημείο εκμεταλλευόμενα την αγραμματοσύνη και την αγαθότητά της. Οπως έγινε γνωστό η Εφη Θώδη νοσηλεύεται σε καταστολή στο Σισμανόγλειο. Τις τελευταίες ημέρες η γνωστή τραγουδίστρια είχε εξαφανιστεί. Όταν ειδοποιήθηκε η οικογένειά της από τον σύντροφό της το τελευταίο διάστημα, έτρεξαν στο νοσοκομείο, όπου την βρήκαν σε κατάσταση αμόκ, να βγάζει αφρούς από το στόμα, φωνάζοντας «είμαι ο Θεός, είμαι ο Ναπολέων» και να προσπαθεί να αυτοκτονήσει.
BHXΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ



Θα πρέπει να ντρέπονται. Ορισμένοι από τους ενόχους θα ζητήσουν ενδεχομένως συγνώμη και θα προφασιστούν πως «δεν ήξεραν». Αλλά από τότε που ανακαλύφθηκε η συγνώμη, χάθηκε το φιλότιμο, ως γνωστόν. Η Έφη Θώδη βρίσκεται έγκλειστη σε ψυχιατρείο. Η κατάστασή της επιδεινώθηκε ραγδαία το τελευταίο διάστημα. Παρά την άσχημη κατάστασή της, οι τηλεοπτικοί κανίβαλοι εξακολουθούσαν να την παρουσιάζουν στα πλατώ της τηλεόρασης, αν και ήξεραν πως η γυναίκα ήταν σοβαρά άρρωστη. Τη διέσυραν όσο δεν γίνεται. Την εξευτέλισαν μέχρι τελικής πτώσεως. Για τα νούμερα της τηλεθέασης, πήραν μία γυναίκα χωρίς αντοχές, μία απλοϊκή λαϊκή τραγουδίστρια, και την τρέλαναν. Η ίδια ποτέ δεν κατανόησε πως είχε εισέλθει σε έναν κόσμο που δεν της ταίριαζε. Θαμπώθηκε από τα φώτα της ράμπας και από τα γλυκανάλατα σχόλια των τηλεπαρουσιαστών. Έγινε απαραίτητο αντικείμενο των σκηνικών των μεσημεριανών εκπομπών και των κουτσομπολίστικων show. Την κορόιδευαν και αυτή το γλένταγε, ενδεχομένως γιατί δεν είχε συναίσθηση της κατηφόρας. Αλλά κάθε ψυχή έχει και αυτή τα όρια της. Η ψυχή της Έφης Θώδη δεν άντεξε τον πλαστικό κόσμο της γυάλινης οθόνης. Οι δικοί της είχαν προειδοποιήσει εδώ και καιρό. Όταν η Θώδη, κατά τη διάρκεια γνωστής μεσημβρινής - απογευματινής εκπομπής, άρχισε να λέει ασυναρτησίες και να «εξομολογείται» ότι θεραπεύει τον καρκίνο και ότι συνομιλεί με τον Θεό. Πολλοί γνωστοί τηλεπαρουσιαστές έχουν το δικό τους μερίδιο ευθύνης για την κατρακύλα της γυναίκας. Και ποιος δεν την χρησιμοποίησε για μερικά ποσοστά τηλεθέασης, αχρηστεύοντας το μοναδικό χάρισμα που είχε αυτή η γυναίκα -την λαϊκή φωνή της και την αίσθηση του δημοτικού τραγουδιού. Την έβαλαν να τραγουδά ξένα τραγούδια γελοιοποιώντας την συνειδητά. Την σατίριζαν με κακοήθεια την ίδια στιγμή που την προσκαλούσαν για να «βγάλουν γέλιο». Μπήκαν στην ψυχή της και την σύλησαν. Πήραν το μυαλό της και το τρέλαναν. Μαζί με τους τηλεπαρουσιαστές και τους τηλεοπτικούς παραγωγούς, μαζεύτηκαν και τα άλλα γνωστά λαμόγια της πιάτσας. Οι αετονύχηδες. Παππάδες, μοναχοί με κομποσκοίνια, παλαιοημερολογίτες καλόγεροι. Ένας ήταν ο σκοπός τους: να την αποστραγγίσουν οικονομικά εκμεταλλευόμενοι την αφέλειά της. Ο συνδυασμός των τηλεοπτικών παραγωγών με τους αετονύχηδες ήταν απλά αποτελεσματικός. Η γυναίκα κατέληξε στο ψυχιατρείο προς δόξα της αντιαισθητικής υποκουλτούρας, που χρόνια τώρα κυριαρχεί στο τηλεοπτικό μας τοπίο. Προς δόξα των ανερμάτιστων, που χρόνια τώρα βασανίζουν την όραση, την ακοή και την υπομονή μας. Εγκλημάτησαν και το ξέρουν. Η ανοησία είναι ανίκητη, αλλά δυστυχώς η Έφη Θώδη δεν το γνώριζε. Αφέθηκε στις θωπείες του γυάλινου κόσμου χωρίς να προφυλαχτεί. Αφελής, απονήρευτη, νόμιζε πως κέρδισε το λαχείο της ζωής κάνοντας τον κόσμο να γελά και τους παρουσιαστές να χαίρονται με την κατάντια της. Μόνον που αυτός ο γυάλινος κόσμος είναι αδυσώπητος. Αυτός ο κόσμος επιβιώνει τρώγοντας τις σάρκες του. Ο κανιβαλισμός είναι η αρχή του. Τώρα θα αρχίσουν τα κροκοδείλια δάκρυα. Τα πλατώ θα γεμίσουν από «παράγοντες», που θα ασχολούνται με την ασθένεια της Θώδη. Θα γίνουν οι γλάστρες - ψυχίατροι. Κορδωμένοι ψευδοεπιστήμονες θα τεκμηριώνουν με την «σοφία» τους τα τηλεοπτικά πορίσματα. Μέχρι να βρουν το επόμενο θύμα. Την επόμενη Θώδη, για να τη διασύρουν και αυτήν και να την στείλουν τελικά στα αζήτητα, αφού θα την έχουν στύψει σαν λεμονόκουπα. Όλοι έχουν το μερίδιο ευθύνης τους. Οι όμορφες γυάλινες κούκλες των μεσημβρινών προγραμμάτων, οι απογευματινές κουτσομπόλες, τα καλά παιδιά πρωϊνάδικων και οι άνοστοι καφέδες. Αν τους ρωτήσεις για το εάν αισθάνονται ένοχοι, θα σε κοιτάξουν με απορία. Αν τους κατηγορήσεις, θα σε κοιτάζουν σαν να βλέπουν έναν τρελό. Αν τους συζητήσεις, θα αποφύγουν την ματιά σου, προφασιζόμενοι την κούραση της δουλειάς. Δεν είναι καθόλου όμορφος αυτός ο κόσμος της γυάλινης οθόνης. Η Θώδη θα το ένιωσε στο πετσί της και μετά απλώς «κάηκε» η ψυχή της.