Παρασκευή, 3 Αυγούστου 2012

Για τη μαρξιστική προσέγγιση του Χέγκελ

Για τη μαρξιστική προσέγγιση του ΧέγκελFREE photo hosting by Fih.gr
 
Η μαρξιστική προσέγγιση του Χέγκελ είναι ένα ζήτημα αυτογνωσίας –μάλιστα το κατ’ εξοχήν ζήτημα αυτογνωσίας– του μαρξισμού. Στον πυρήνα της βρίσκεται το ζήτημα της σχέσης ανάμεσα στον Μαρξ και τον Χέγκελ, του περάσματος από τον Χέγκελ στον Μαρξ και τον μαρξισμό. Μακριά από του να πρόκειται για μια ιστορική ή φιλολογική ενασχόληση περιλαμβάνει και επεκτείνεται μοιραία σε μια σειρά ευρύτερες όψεις: η μελέτη των βάσεων της διαλεκτικής στον Χέγκελ και τον μαρξισμό και των παραχαράξεών τους από την αστική απολογητική· η μελέτη του έργου του Χέγκελ και της εξέλιξης της αστικής φιλοσοφίας ως αυτόν, ιδιαίτερα του γερμανικού ιδεαλισμού (ακριβώς όπως ο Μαρξ μελέτησε διεξοδικά την αστική πολιτική οικονομία)· η μελέτη της εξέλιξης του μαρξισμού και των σχέσεών της με την αστική ιδεολογία.
Χρήστος Κεφαλής (Συνεργάτης του Πολιτικού Καφενείου)

1. Πρόκειται για ένα πλέγμα διαλεκτικών προβλημάτων ζωτικό όχι μόνο για την επαναστατική θεωρία αλλά και για την πρακτική, τις προοπτικές του κινήματος στην παρούσα στιγμή. Αν, όπως έλεγε ο Πλεχάνοφ, η διαλεκτική είναι «η άλγεβρα της επανάστασης», τότε σε εποχές που κυοφορούν επαναστατικές εξελίξεις όπως η τωρινή γίνεται επίκαιρη και αναγκαία η επιστροφή στις πηγές της διαλεκτικής, για την κατανόηση της επαναστατικής διαδικασίας που πρόκειται να αναπτυχθεί.
2. Η σχέση του Χέγκελ με τον Μαρξ έχει προσεγγιστεί συνήθως μέσα από την εικόνα της υλιστικής αντιστροφής της ιδεαλιστικής διαλεκτικής. Αυτή η πράξη περιλαμβάνει δυο σκέλη: τη συντριβή του συστήματος και την αποκάθαρση της μεθόδου, που τοποθετείται πλέον σε υλιστική βάση.
Η εικόνα είναι σωστή, πρέπει όμως να προσδιοριστούν συγκεκριμένα τα περιεχόμενά της. Οι ίδιοι οι Μαρξ και Ένγκελς δεν το έκαναν αυτό: εφάρμοσαν πρακτικά την υλιστική διαλεκτική, χωρίς να δώσουν έναν περιεκτικό, συνειδητό και γενικευμένο απολογισμό της. Τα παραπέρα βήματα αποσαφήνισης από τον Λένιν, στα Φιλοσοφικά Τετράδιά του, αν και περιείχαν πρακτικά κάθε τι ουσιώδες, έμειναν σε αποσπασματική μορφή. Οι μετέπειτα επιφανείς μαθητές τους μόνο μερικά κάλυψαν το κενό, ενώ οι χυδαίοι «μαρξιστές» βρήκαν σε αυτές τις ελλείψεις ένα άλλοθι για να υποχωρήσουν από τη διαλεκτική, στο οικείο και ασφαλές έδαφος της τυπικής λογικής και της ενσωματωμένης στο σύστημα πρακτικής που της αντιστοιχεί.
3. Ανάμεσα στον Μαρξ και τον Χέγκελ υπάρχει ταυτόχρονα μια σχέση ρήξης και μιa σχέση συνέχειας. Είναι αδύνατο να καταλάβουμε αυτή τη σχέση αν δεν πάρουμε υπόψη και τις δυο πλευρές της, στην ανταγωνιστική ενότητά τους. Αν η ρήξη προεξάρχει, η επίτευξή της γίνεται δυνατή μόνο μέσα από τη συνέχιση και ανύψωση αυτού που είναι βάσιμο στον Χέγκελ.
Στην αντιφατική σχέση των δυο στοχαστών αντανακλάται στην πραγματικότητα η ουσία της ιστορικής κίνησης, η σχέση ανάμεσα στο παλιό και το νέο, ανάμεσα στο καλύτερο που έδωσε η ανθρώπινη σκέψη στα εκμεταλλευτικά στάδια εξέλιξης της ανθρωπότητας και τη νέα, ανώτερη φάση του πολιτισμού που εξαγγέλλει και προεικονίζει θεωρητικά ο μαρξισμός.
Με τον ίδιο τρόπο που ο καπιταλισμός είναι η προετοιμασία των υλικών όρων για το σοσιαλισμό, ο γερμανικός κλασικός ιδεαλισμός και ιδιαίτερα η φιλοσοφία του Χέγκελ είναι η προετοιμασία των ιδεολογικών όρων για τον μαρξισμό. Στη χεγκελιανή φιλοσοφία αποτυπώνεται το σύνολο των προόδων της ανθρωπότητας κάτω από τους εκμεταλλευτικούς κοινωνικούς σχηματισμούς, που συλλαμβάνονται από την άποψη της τελικής, ανώτατης στιγμής τους. Ταυτόχρονα, αντανακλάται ο περιορισμένος χαρακτήρας αυτών των προόδων, η ανεπάρκειά τους όσο δεν θίγουν μα απλά μετασχηματίζουν τις βάσεις της εκμετάλλευσης, η αίσθηση και η υπεκφυγή μαζί ότι το κύριο, η κοινωνική απελευθέρωση, μένει ακόμη να γίνει.
Ο μαρξισμός οφείλει τη ζωτικότητά του ακριβώς στο ότι γεννιέται μέσα από μια συνολική κριτική του κορυφαίου ως τότε φιλοσοφικού στοχασμού, μέσα από την κατάδειξη και υπέρβαση των ορίων του, την ανάδειξη της ακαταλληλότητας της θεωρησιακής στάσης, της παθητικής προσαρμογής στην υφιστάμενη, εκμεταλλευτική ταξική κοινωνική δομή τη στιγμή ακριβώς που μια νέα κοινωνία, βασισμένη σε σχέσεις ισότητας και αλληλεγγύης, γίνεται αναγκαία και δυνατή. Όλη η ιστορική αξία, το μεγαλείο και η διορατικότητα του Μαρξ, ως θεμελιωτή της νέας κοσμοαντίληψης, βασίζεται και τοποθετείται πάνω στην εκπλήρωση αυτού του καθήκοντος. Στην εποχή που οι νέοι χεγκελιανοί επίγονοι του Χέγκελ διατηρούσαν τα λάθη του ιδεαλιστικού συστήματος, επισκευάζοντας απλά επιμέρους όψεις του, και οι υλιστές κριτικοί όπως ο Φόιερμπαχ αρκούνταν να επισημαίνουν και να εκθέτουν αυτά τα λάθη, ενώ οι απολογητές θα τα μετέτρεπαν σε άλλοθι για να απορρίψουν συνολικά τη διαλεκτική και την ιστορική πρόοδο, ο Μαρξ επιτέλεσε ένα πολύ πιο σύνθετο και καρποφόρο έργο: έδειξε πώς τα λάθη του ιδεαλισμού ανάγονταν στις διαιρέσεις της κοινωνικής βάσης από την οποία αναπτύχθηκαν τα ιδεαλιστικά συστήματα και πώς το ξεπέρασμά τους ήταν δυνατό μόνο με την υιοθέτηση της ταξικής προλεταριακής οπτικής, την αναγνώριση του ιστορικού ρόλου του προλεταριάτου ως δημιουργού μιας νέας κοινωνίας, που θα ξεπερνούσε έμπρακτα τις συγκρούσεις και τις αντιφάσεις του καπιταλισμού. Το μετέπειτα έργο του Μαρξ, ως το Κεφάλαιο, δεν είναι παρά η επιστημονική θεμελίωση αυτής της αναγνώρισης, η δοκιμασία και τεκμηρίωσή της μέσα στην πράξη και την εξέλιξη, μέσα στους κοινωνικούς αγώνες της εποχής, μια αναγνώριση την οποία οι σύγχρονοι πολέμιοί του δεν είχαν το σθένος να κάνουν και να προωθήσουν, γιατί τους εμπόδιζε η ταξική τους προκατάληψη.
Η αξίωση του μαρξισμού ότι ανοίγει πραγματικά ένα νέο ιστορικό στάδιο μπορεί έτσι να ευσταθεί μόνο αν η αναμέτρησή του με το παρελθόν είναι θεμελιωμένη και επαρκής, αν όντως συλλαμβάνει τις βάσεις και τη δυναμική της εξέλιξης, αν εντοπίζει ορθά τα στοιχεία της που κάνουν δυνατό και αναγκαίο τον ποιοτικό μετασχηματισμό του πολιτισμού που αντιπροσωπεύει ο σοσιαλισμός. Ο μαρξισμός μπορούσε να γεννηθεί ως έκφραση ενός νέου, ανώτερου σταδίου, μόνο μέσα από τη συνολική κριτική του Χέγκελ· ο Μαρξ μπορούσε να είναι ένας κοσμοϊστορικός στοχαστής, μόνο εκπληρώνοντας αυτή την κριτική.
4. Η παραχάραξη της σχέσης του Μαρξ με τον Χέγκελ συνιστά την πιο επικίνδυνη προσπάθεια της αστικής ιδεολογίας να παραμεριστεί το νέο, επαναστατικό περιεχόμενο του μαρξισμού και να προσαρμοστεί ο μαρξισμός στα παλιά περιεχόμενα, να συνταιριαστεί και να ενσωματωθεί με τα ιδεολογικά εποικοδομήματα της αστικής κοινωνίας. Αυτή η παραχάραξη επιχειρήθηκε ιστορικά και επιχειρείται με δυο κυρίως τρόπους. Από τη μια, η προσπάθεια να χωριστεί ο Μαρξ από τον Χέγκελ, να εμφανιστεί η πάλη με και η αναφορά του Μαρξ στις χεγκελιανές ιδέες σε όλη την περίοδο της διαμόρφωσής του, αλλά και η αξιοποίηση και επανερμηνεία αυτών των ιδεών στο μετέπειτα έργο του ως μια λεπτομέρεια, μια προσωρινή φάση που αργότερα ξεπεράστηκε και δεν άφησε ισχυρά ίχνη στη σκέψη του, αποτέλεσε μια κύρια γραμμή της αστικής διαστρέβλωσης του Μαρξ. Από την άλλη, στον αντίποδα, ήταν επίσης συχνές οι απόπειρες να εμφανιστεί ο Μαρξ ως ένας απλός συνεχιστής του Χέγκελ, που ερμήνευσε μόνο και έκανε πιο κατανοητά όσα είχε πει ήδη ο ιδεαλισμός, μένοντας τελικά δέσμιος στη μεταφυσική και το μυστικισμό του “αφέντη”.
Οι παραπάνω τάσεις αποτελούν ουσιαστικά εκδηλώσεις της παραίτησης της αστικής τάξης από την ιστορική πρόοδο και της αντισοσιαλιστικής σταυροφορίας της, η οποία επιχειρείται να δικαιολογηθεί μέσα από τη συσκότιση των επίμαχων ιδεολογικών διακυβευμάτων της εξέλιξης. Κεντρικό σημείο αυτού του εγχειρήματος είναι η επίθεση στη διαλεκτική, αφού στη διαλεκτική αντανακλάται το κομβικό ζήτημα της εξέλιξης: η δυνατότητα της αλματικής, επαναστατικής ανατροπής και της αναδιαμόρφωσης της κοινωνίας πάνω σε νέες βάσεις και η ικανότητα του προλεταριάτου να την εκπληρώσει. Τη σύγχυση επιτείνει η διαστρέβλωση από την αστική ιδεολογία, και τις αντανακλάσεις της στο εσωτερικό του μαρξισμού, του συνόλου των προβλημάτων: όχι μόνο η σχέση του Χέγκελ προς τον Μαρξ, αλλά και η ίδια η φιλοσοφία του Χέγκελ, η σχέση της προς τους προγενέστερους αστούς στοχαστές και τα προβλήματα της εποχής της, και σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό η ανάπτυξη του ίδιου του μαρξισμού, κ.λπ., υφίστανται συστηματική κακομεταχείριση.
Στις συνθήκες αυτές, αποτελεί καθήκον της μαρξιστικής έρευνας να αποκαταστήσει τις πραγματικές όψεις και στιγμές της μετάβασης από τον κλασικό γερμανικό ιδεαλισμό στο μαρξισμό. Αυτό δεν αφορά μόνο τη συστηματική επεξεργασία της μαρξιστικής προσέγγισης του Χέγκελ, με επίκεντρο τη σχέση του Χέγκελ προς τον Μαρξ, στο πεδίο της διαλεκτικής, κ.λπ. Απαιτεί επίσης να δούμε την παραπέρα εξέλιξη του μαρξισμού ως όλο στο φως αυτής της σχέσης, ώστε να συλλάβουμε την ενότητα, τις φάσεις και τα προβλήματα της καθαυτό μαρξιστικής εξέλιξης, όπως εμφανώς έκανε ο Χέγκελ απέναντι στους δικούς του προκατόχους.
5. Η συστηματική μαρξιστική έρευνα στον Χέγκελ, αν και συχνά ατονούσε και έμπαινε στο περιθώριο, δεν ξεκινά από το μηδέν. Σημαντικές συνεισφορές, που μπορεί να ληφθούν ως αφετηρία, είχαν εδώ μια σειρά επιφανείς μαρξιστές, ιδιαίτερα οι Πλεχάνοφ, Γκράμσι και Λούκατς. Η ζωτική συμβολή του Πλεχάνοφ ήταν ότι, σε ένα σχετικά πρώιμο στάδιο, όταν είχε γίνει πλέον δυνατό να ειδωθούν οι διαμάχες της δεκαετίας του 1840 και η γένεση του μαρξισμού από μια απόσταση, έδωσε ένα πρώτο απολογισμό των κύριων θεμάτων που είχαν τεθεί. Έχοντας επαρκή γνώση του Χέγκελ και της γερμανικής κλασικής φιλοσοφίας στο σύνολό της, ο Πλεχάνοφ απεικόνισε την αποσύνθεση του χεγκελιανισμού ως μια αναγκαία διαδικασία, στη διασύνδεσή της με τη μεταβατική ιστορική κατάσταση μετά το θάνατο του Χέγκελ, ιδιαίτερα την επανάσταση του 1848. Ο ίδιος έδειξε πώς τα ανταγωνιστικά στοιχεία που είχαν ξεχωρίσει και αναπτύξει οι διάφορες πτέρυγες του χεγκελιανισμού, υπήρχαν ήδη στο έργο του δασκάλου, συγκολλημένα τεχνητά μέσω του ιδεαλισμού. Ως κύρια προτερήματα στην ανάλυση του Πλεχάνοφ μπορεί να επισημανθούν η αναγνώριση της κεντρικότητας της ιστορίας στο έργο του Χέγκελ, ως άμεσης συνέπειας και έκφρασης της διαλεκτικής προβληματικής, αλλά και της τάσης του Χέγκελ να ξεπεράσει τις εκλεκτικιστικές θεωρήσεις και να φτάσει σε μια ενοποιημένη αντίληψη της εξέλιξης, μέσα από τη σύλληψη των τελικά καθοριστικών βάσεών της. Ο Χέγκελ ασφαλώς ως ιδεαλιστής απέδιδε αυτό το ρόλο στην Απόλυτη Ιδέα, ωστόσο ο Πλεχάνοφ εκτίμησε εύστοχα ότι ανίχνευε συχνά τις υλικές βάσεις της εξέλιξης με βαθύτερο τρόπο από ό,τι κριτικοί του όπως ο Φόιερμπαχ, που τον επέκριναν φιλοσοφικά γι’ αυτό του το λάθος. Ο ίδιος αποτίμησε επίσης σωστά τις σύγχρονές του ρηχές αστικές επιθέσεις στον Χέγκελ, με την οικεία παρουσίασή του ως απολογητή της Παλινόρθωσης, κ.λπ., αναπαραγμένες αργότερα από τους διάφορους Πόπερ, ως ένα προκάλυμμα για την αναπτυσσόμενη φιλοσοφική αντίδραση1.
Ωστόσο, πέρα από το στοιχειώδη της χαρακτήρα, η έκθεση του Πλεχάνοφ είχε ορισμένες ουσιώδεις αδυναμίες. Ο Πλεχάνοφ αναγνώρισε ασφαλώς ότι παρά το φραστικό ριζοσπαστισμό τους, οι αστοί νέοι χεγκελιανοί, ακόμη και οι πιο αριστεροί, όπως ο Μπρούνο Μπάουερ, επέστρεφαν στην πράξη σε προχεγκελιανές απόψεις, όπως η υποκειμενική ιδεαλιστική αντίληψη του Διαφωτισμού για την ιστορία ως κατευθυνόμενη από τις γνώμες των ανθρώπων, τις οποίες ο Χέγκελ είχε σε αρκετό βαθμό ξεπεράσει και ανασκευάσει. Απέτυχε όμως να αντιληφθεί ότι οι επιμέρους πρόοδοι των νέων χεγκελιανών, στην κριτική της θρησκείας, κ.λπ., γίνονταν με τρόπο που να ανακηρύσσουν αδύνατη και να αποτρέπουν τη γενικότερη πρόοδο που επιτέλεσε ο Μαρξ, και να εξάγει τη βαθύτερη ταξική πραγματικότητα πίσω από αυτό το γεγονός. Ο Πλεχάνοφ έσφαλε επίσης σε κρίσιμα φιλοσοφικά θέματα, όπως η μετάβαση από τον Φίχτε στον Χέγκελ, παρουσιάζοντας τον Σέλινγκ περίπου ως συνδετικό κρίκο της και έτσι ως πρόδρομο του Χέγκελ, ενώ ο Σέλινγκ διαδραμάτισε έναν αγοραίο ρόλο αντίστοιχο εκείνου του Ζ. Β. Σαι στην αστική πολιτική οικονομία, ανοίγοντας το δρόμο στην ανορθολογική αποσύνθεση της κλασικής φιλοσοφίας, έστω και αν ο ίδιος δεν προχώρησε ως το τέλος του.
Πίσω από τις αδυναμίες στη θεώρηση του Πλεχάνοφ βρισκόταν ο ανεπαρκώς διαλεκτικός χαρακτήρας του υλισμού του και το έλλειμμα ταξικής κατανόησης των ποικίλων θέσεων, προβλήματα που εκδηλώθηκαν στο πολιτικό επίπεδο αργότερα με το πέρασμά του στο ρεφορμισμό και το σοβινισμό. Ασφαλώς ο Πλεχάνοφ απείχε πολύ από τον χυδαίο εξελικτικισμό που κυριάρχησε στη Β΄ Διεθνή. Κατά καιρούς κριτικάρισε μάλιστα τα πιο εξόφθαλμα λάθη του, στο πρόσωπο των Μπερνστάιν, Κόνραντ Σμιντ, κ.ά. Ωστόσο, του έλειπε η διαλεκτική οξύνοια για να φτάσει στις ρίζες αυτών των λαθών, με συνέπεια να μην εκτιμήσει ορισμένα κρίσιμα και ζωτικά στοιχεία της χεγκελιανής διαλεκτικής που παρέλαβε ο Μαρξ. Έτσι έδωσε τις αφετηρίες για τη μαρξιστική συζήτηση του Χέγκελ, αλλά χωρίς να τις θεμελιώσει επαρκώς και να τις συνδέσει σε ένα συνεκτικό όλο. Αυτό το παραπέρα βήμα έμελλε να πραγματοποιηθεί κυρίως από τους Γκράμσι και Λούκατς.
Ήδη οι κλασικοί του μαρξισμού, στις πολεμικές τους στους αδελφούς Μπάουερ και τους άλλους νέους χεγκελιανούς στη Γερμανική Ιδεολογία, είχαν εκθέσει την πλαστότητα των διακηρύξεων της «κριτικής», κατά τις οποίες όλες οι προγενέστερες ιδέες της ανθρωπότητας ήταν πλάνες, δόγματα, λάθη και δεσμά μέσα στα οποία οι άνθρωποι είχαν φυλακίσει τον εαυτό τους. Χαρακτήριζαν αυτές τις απόψεις ως «παιδικά καπρίτσια που βρίσκονται στη βάση της νέο-χεγκελιανής φιλοσοφίας», τα οποία αντανακλούσαν «τις αντιλήψεις της γερμανικής μεσαίας τάξης»2 και επένδυαν το φιλισταϊσμό της με μια ψευδο-επαναστατική, ρηξικέλευθη φρασεολογία. Η στάση των κλασικών απέναντι στα ρεύματα σκέψης του παρελθόντος ήταν αντίθετα πολύ πιο εποικοδομητική και σοβαρή, αναγνωρίζοντας και ενσωματώνοντας από τη σκοπιά της νέας θεώρησης κάθε αληθινό, βιώσιμο στοιχείο τους. Αντιλαμβάνονταν σαφώς ότι η μηδενιστική κριτική των νέων χεγκελιανών ήταν μια προσπάθεια να κρύψουν τη δική τους κενότητα και να θέσουν τον εαυτό τους αυτοδίκαια στο κέντρο της εξέλιξης· ότι μη αναγνωρίζοντας κανένα πυρήνα αλήθειας στις παλιές ιδεολογίες στην πραγματικότητα απέκλειαν ήδη την εμφάνιση μιας πραγματικά επιστημονικής ιδεολογίας στο μέλλον.
Οι πολεμικές των νέων χεγκελιανών ενάντια στο παρελθόν ήταν έτσι στην αιχμή τους ήδη εξαρχής μια προσπάθεια να εμποδιστεί η γένεση του μαρξισμού. Αυτή η προσπάθεια μπορεί να απέτυχε άμεσα, ξαναπιάστηκε όμως στη συνέχεια ειδικά στη φιλοσοφική σφαίρα με τη μορφή μιας πάλης να εμποδιστεί η παραπέρα ανάπτυξη και επέκταση του μαρξισμού στα πεδία της γνώσης και της νόησης. Ο Γκράμσι ήταν ο πρώτος που συνέλαβε και διατύπωσε με ακρίβεια την ουσία και την υποκείμενη στόχευσή της, δηλαδή την επιδίωξη να διασπαστεί η ενοποιημένη κατανόηση των φυσικών και κοινωνικών φαινομένων που ο μαρξισμός είχε παραλάβει από τον Χέγκελ (με την πράξη της αντιστροφής), αποκαθιστώντας τη διασπασμένη οπτική που ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις της παρακμάζουσας καπιταλιστικής τάξης.
«Ο Χέγκελ», έγραφε, «καβάλα στη Γαλλική Επανάσταση και την Παλινόρθωση, διαλεκτικοποίησε τα δυο επίπεδα της σκέψης, υλισμό και σπιριτουαλισμό, αλλά η σύνθεση ήταν “ένας άνθρωπος που περπατούσε με το κεφάλι”. Οι συνεχιστές του Χέγκελ κατέστρεψαν αυτή την ενότητα και επέστρεψαν από τη μια στα υλιστικά συστήματα και από την άλλη στα σπιριτουαλιστικά. Η φιλοσοφία της πράξης [ο μαρξισμός], στο πρόσωπο του θεμελιωτή της, ξανάζησε όλη αυτή την πείρα, χεγκελιανισμού, φοϊερμπαχισμού, γαλλικού υλισμού, για να ξαναφτιάξει τη σύνθεση της διαλεκτικής ενότητας: “τον άνθρωπο που περπατά στα πόδια του”. Ο κατατεμαχισμός του χεγγελιανισμού επαναλήφθηκε και στη φιλοσοφία της πράξης, δηλαδή απ’ τη διαλεκτική ενότητα γυρίσαμε από τη μια στο φιλοσοφικό υλισμό, ενώ από την άλλη η υψηλή σύγχρονη ιδεαλιστική κουλτούρα προσπάθησε να ενσωματώσει ό,τι ήταν απαραίτητο στη φιλοσοφία της πράξης για να βρει κάποιο νέο ελιξήριο»3.
Ο Γκράμσι υπέδειξε επίσης διεισδυτικά το γεγονός ότι οι λίγοι μεγάλοι διανοούμενοι που είχαν τραβηχτεί με το μέρος της εργατικής τάξης στις κρίσιμες ιστορικές καμπές επέστρεφαν στις μικροαστικές ομάδες από τις οποίες προέρχονταν ή, αν έμεναν, «παρέμειναν… για να υποβάλουν τη νέα αντίληψη σε μια συστηματική αναθεώρηση και όχι βέβαια για να επιδιώξουν την αυτόνομη ανάπτυξή της». Επισήμανε δε ως όρο αυτής της ανάπτυξης τη συνεχιζόμενη επαναστατική γονιμοποίηση του μαρξισμού μέσα από την επαφή με τη χεγκελιανή κληρονομιά:
«Πώς πρέπει να κρίνουμε την πρόταση του Ένγκελς για την κληρονομιά της κλασικής γερμανικής φιλοσοφίας; Πρέπει να την κρίνουμε σαν ένα ιστορικό κύκλο κλειστό τώρα πια, απ’ όπου το πάρσιμο της ζωντανής πλευράς του χεγκελιανισμού έχει ήδη τελειώσει οριστικά, μια για πάντα; Ή μπορούμε να την κρίνουμε σαν ιστορική διαδικασία που βρίσκεται ακόμα σε κίνηση, όπου αναπαράγεται μια νέα ανάγκη μορφωτικής φιλοσοφικής σύνθεσης; Για μένα σωστή είναι αυτή η δεύτερη απάντηση:… όπως τότε, αν και σε ανώτερο επίπεδο, είναι αναγκαία η σύνθεση σε ένα επίπεδο ανώτερης ανάπτυξης της φιλοσοφίας της πράξης»4.
Από αυτή την αφετηρία, ο Γκράμσι επισκόπησε πλατιά την πάλη ανάμεσα στο παλιό και το νέο στη σφαίρα της κουλτούρας, κάνοντας γόνιμες συνδέσεις, ανάμεσα στη μορφωτική, πολιτική και ιδεολογική πλευρά του αγώνα για την απελευθέρωση του προλεταριάτου. Ωστόσο, οι επεξεργασίες του έμειναν σε κάποιο βαθμό ελλιπείς, λόγω των δυσμενών συνθηκών κάτω από τις οποίες ολοκλήρωσε το έργο του και ορισμένων υποκειμενικών περιορισμών του.
Ο Λούκατς έδωσε μια ευρύτερη, συστηματική διαπραγμάτευση των ίδιων προβλημάτων, εστιάζοντας στις σφαίρες της διαπάλης του μαρξισμού με την αστική φιλοσοφία, την τέχνη και την κουλτούρα. Αναλύοντας τον αναπροσανατολισμό της αστικής ιδεολογίας στις αρχές του 20ού αιώνα, η οποία μετά τη χρεοκοπία του νεο-καντιανισμού είχε στραφεί σε μια ψευδο-αναζωογόνηση του Χέγκελ προσαρμοσμένου στα μέτρα του Καντ, ο Λούκατς σημείωνε την επικράτηση των καντιανών, ηθικολογικών παρερμηνειών του σοσιαλισμού τόσο στη Β΄ Διεθνή όσο και, με μια διαφορετική μορφή, στη σταλινική περίοδο:
«Ο σκοπός [της αστικής ιστοριογραφίας] ήταν να προσδέσει τον Χέγκελ ιστορικά στην επικρατούσα αστική φιλοσοφία του καιρού, κάτι που περιλάμβανε την απόδοση μιας αδικαιολόγητης και υπερβολικής σημασίας στις σχέσεις του με τον Καντ και τους ρομαντικούς· έτσι ο Χέγκελ μετατράπηκε για δεύτερη φορά σε ένα φιλόσοφο του συντηρητισμού. Υποστηρίζουμε αντίθετα πως αυτό που δείχνει προς το μέλλον στον Χέγκελ είναι η επιρροή που είχε στην άνοδο και οικοδόμηση του μαρξισμού. Αυτό φυσικά περιλαμβάνει μια πολύ άνιση ανάπτυξη. Ο Ένγκελς ήδη προειδοποιούσε μάταια ενάντια στη λησμονιά της διαλεκτικής κληρονομιάς του Χέγκελ. Αλλά ο καντιανισμός και ο θετικισμός κατέπνιξαν τη διαλεκτική από τη συνείδηση των σοσιαλιστών της εποχής. Η δεύτερη προσπάθεια να αναζωογονηθεί ο Χέγκελ επίσης απέτυχε αρχικά, επειδή η αποστέωση και παραμόρφωση του μαρξισμού στη σταλινική περίοδο έπρεπε επίσης να μετατρέψει τον Χέγκελ σε μια απρόσωπη καρικατούρα… Από τη μια μεριά ο μαρξισμός παρήκμασε, ως το σημείο να εξαφανιστεί, στον κανονικό τόπο του, το εργατικό κίνημα (αυτό ασφαλώς μόνο στις καπιταλιστικές χώρες), ενώ από την άλλη η ερμηνεία του εκφυλίστηκε σε μια φορμαλιστική σχηματοποίηση, σχολαστικά δογματική ενώ ήταν πρακτικιστική στο περιεχόμενό της, στον Στάλιν και τους οπαδούς του… Μόνο τα τελευταία χρόνια φαίνεται να έχει φτάσει ο καιρός να συνδεθούμε ξανά με τις μεγάλες φιλοσοφικές παραδόσεις του Μαρξ»5.
Ταυτόχρονα, ο Λούκατς υπέδειξε τις κριτικές, προωθητικές κατηγορίες της χεγκελιανής διαλεκτικής, όπως η έννοια της μεσολάβησης –της συσχέτισης των αντιθέτων μέσα από ενδιάμεσες στιγμές στη διαλεκτική διαδικασία– που παρέλαβε και αξιοποίησε στο έργο της υλιστικής αντιστροφής ο μαρξισμός. Προχώρησε εδώ αναλύοντας τη μεθοδολογική αντίθεση ανάμεσα στην αστική και την προλεταριακή ταξική συνείδηση, μια αντίθεση που απορρέει τελικά από τη θέση των δυο τάξεων στη διαδικασία παραγωγής. Η αστική συνείδηση στις τρέχουσες μορφές της τείνει να προσκολλάται στην αμεσότητα, οικοδομώντας μια επιδερμική στατική κοσμοαντίληψη όπου το άμεσο δεδομένο εκλαμβάνεται ως πάγιο, αυθύπαρκτο και αναλλοίωτο. Η προλεταριακή συνείδηση, αντίθετα, τείνει να ξεπεράσει την αμεσότητα, υψούμενη σε μια εκτίμηση των μεσολαβήσεων, των σχέσεων του αντικειμένου στις οποίες θεμελιώνεται η ύπαρξη και η κίνησή του, και η παράληψη της σχετικής προβληματικής του Χέγκελ από τον Μαρξ αντικατοπτρίζει σε γνωσιοθεωρητικό επίπεδο αυτό το γεγονός.
Ήδη στο Ιστορία και Ταξική Συνείδηση ο Λούκατς σημειώνει σχετικά: «Για την αστική τάξη, η μέθοδος προκύπτει άμεσα από την κοινωνική ύπαρξή της και αυτό σημαίνει ότι η απλή αμεσότητα προσκολλάται στην ύπαρξή της, συνιστώντας τον εξωτερικό φραγμό, τον οποίο δεν μπορεί να διασχίσει. Σε αντιπαράθεση με αυτό, το προλεταριάτο τίθεται εξαρχής αντιμέτωπο με την ανάγκη να υπερπηδήσει αυτό το φραγμό, να τον ξεπεράσει εσωτερικά υιοθετώντας τη δική του άποψη… Η απόσταση ανάμεσα σε αυτές τις δυο θεωρητικές θέσεις είναι μια έκφραση των διαφορών ανάμεσα στην κοινωνική ύπαρξη των δυο τάξεων»6.
Ο Λούκατς ανήγαγε αυτό το κεντρικό γνώρισμα της αστικής συνείδησης στην ίδια την θέση του αστικού ατόμου μέσα στον καπιταλισμό. Ο ακραίος καταμερισμός της εργασίας και η φετιχιστική αποσύνδεση των «συντελεστών της παραγωγής» στην επιφάνεια των καπιταλιστικών οικονομικών διαδικασιών, έχει ως συνέπεια η θέση του κάθε συντελεστή (κεφάλαιο, εργασία, γαιοκτησία), και προπαντός η δική του θέση, να φαίνεται στον καπιταλιστή, και το θεωρησιακό, αφηρημένο διανοητή που γενικεύει την άποψή του, είτε ως αυθύπαρκτη και αδιαμεσολάβητη, είτε ως μεσολαβούμενη από σχέσεις αμετάβλητες στο χρόνο και συνεπώς στερούμενων έτσι το δυναμικό χαρακτήρα τους ως σχέσεων και υποβιβαζόμενων στην κατάσταση μιας απαράλλακτης αντικειμενικότητας. Στην πιο απλή εκδοχή, αυτό παίρνει τη μορφή της ψευδαίσθησης για την αιωνιότητα του καπιταλισμού, με το επιχείρημα της άμεσης ύπαρξής του, αγνοώντας την ιστορικότητά του ως τρόπου παραγωγής.
Από την άλλη, η μεσολάβηση είναι κεντρική στην προλεταριακή ταξική οπτική, καθώς αποτυπώνει και οριοθετεί την ικανότητα του προλεταριάτου να υψωθεί στην εξέλιξη ως όλο, να τη συλλάβει και να τη χειριστεί πρακτικά στη συγκεκριμένη διαφοροποίησή της. Η τάση του Χέγκελ να αρνηθεί την αμεσότητα και να αποδώσει στη μεσολάβηση μια κεντρική θέση στο σύστημα κατηγοριών της διαλεκτικής είναι έτσι προωθητική, στο βαθμό που φανερώνει μια άρνηση της στατικής θεώρησης και συνοψίζει την αναγνώριση της ιστορικότητας όλων των μορφών και της ανωτερότητας αυτής της ιστορικότητας, του γίγνεσθαι και των τάσεων της εξέλιξης, απέναντι στο απλό γεγονός της ύπαρξης. Για τον Χέγκελ αυθεντικά αληθινό είναι ό,τι ενσωματώνεται στην εξέλιξη, και είναι σε αυτό το σημείο, το ανώτερο που μπορεί να φταστεί από την αστική συνείδηση, που παραλαμβάνει τη σκυτάλη ο μαρξισμός. Όπως το θέτει πάλι ο Λούκατς, στην πιο ώριμη επεξεργασία των ίδιων θεμάτων στο τελευταίο του έργο:
«Η μεσολάβηση είναι η πιο κατηγορική σύνοψη όλων των δυνάμεων, διαδικασιών, κλπ., που καθορίζουν αντικειμενικά τον ερχομό στην ύπαρξη, τη λειτουργία και τη γεγονοτικότητα ενός σύνθετου όλου. Έτσι δεν μπορεί να υπάρχει ούτε στη φύση ούτε στην κοινωνία οποιοδήποτε αντικείμενο που να μην είναι με αυτή την έννοια –και είναι επίσης η έννοια που ο Χέγκελ έχει κατά νου– ένα μεσολαβημένο αντικείμενο, ένα προϊόν μεσολαβήσεων»7.
Είναι αλήθεια ότι φέρνοντας στο προσκήνιο αυτά τα στοιχεία της διαλεκτικής ο Λούκατς δεν πρόσφερε κάτι εντελώς νέο.
Ο ίδιος ο Μαρξ, όπως τόνισε και ανέδειξε ο Λούκατς, αναφέρεται συνεχώς στο μεσολαβημένο χαρακτήρα των αντιφάσεων του καπιταλισμού. Σε μια κρίσιμη πολεμική του στον Τζέιμς Μιλ στις Θεωρίες για την Υπεραξία, σημειώνει την τάση της αστικής πολιτικής οικονομίας, ιδιαίτερα στη φάση της παρακμής της, να λύνει φραστικά τις καπιταλιστικές αντιφάσεις παρουσιάζοντας μια επινοημένη άμεση ταυτότητα των αντιθετικών όψεων (π.χ., αγορά-πώληση, κ.λπ.). Αντί για «την ανακάλυψη των συνδετικών κρίκων», ο Μιλ «όταν η οικονομική σχέση –και επομένως και οι κατηγορίες που την εκφράζουν– περιέχει αντιφάσεις, αντίθετα και συνεπώς την ενότητα των αντιθέτων, τονίζει την άποψη της ενότητας των αντιφάσεων και αρνείται τις αντιφάσεις. Μετατρέπει την ενότητα των αντιθέτων στην άμεση ταυτότητα των αντιθέτων»8. Όλο το επιστημονικό εγχείρημα του Μαρξ αντίθετα ήταν να δείξει πώς οι καπιταλιστικές μεσολαβήσεις είναι σημαδεμένες από τον ανταγωνιστικό χαρακτήρα της ίδιας της σχέσης κεφαλαίου-εργασίας και επομένως αναπαράγουν αυτό τον ανταγωνισμό σε όλα τα πεδία, παρέχοντας μόνο μια προσωρινή, μερική εναρμόνισή του για όσο ο καπιταλισμός ανταποκρίνεται στην ιστορική του αποστολή της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων.
Ο Λένιν επίσης είχε υπογραμμίσει στη συζήτηση για τα συνδικάτα το 1920 τη σημασία του υπολογισμού των έμμεσων σχέσεων του αντικειμένου και της αναφοράς στην ολότητα αυτών των σχέσεων, όπως παρουσιάζονται στην εξέλιξη μιας ιδεολογικής διαμάχης. Υποδείκνυε το χαρακτήρα της εξέλιξης ως μιας αλυσίδας από αλληλένδετους κρίκους και την πρακτική διάσταση της διαλεκτικής, μαρξιστικής ανάλυσης, ως οδηγού στο να πιάνουμε κάθε φορά τον κρίσιμο κρίκο της αλυσίδας για να την τραβάμε ολόκληρη εμπρός. Σε αυτή τη συνάφεια κριτικάρισε την πλατφόρμα του Τρότσκι για την ακαμψία της, την αποτυχία να υπολογίσει τις έμμεσες σχέσεις (η πλατφόρμα του Τρότσκι ισοδυναμούσε με μια υποδήλωση της αμεσότητας, «το ποτήρι είναι ένα όργανο για να πίνουμε», παρακάμπτοντας το γεγονός ότι «το δοσμένο ποτήρι αποδείχτηκε χωρίς πάτο», δηλαδή την καθυστέρηση και καταστροφή της ΕΣΣΔ στον εμφύλιο), και την πλαδαρή, χωρίς κατεύθυνση ευκαμψία του Μπουχάριν, ο οποίος συνάθροιζε απλά αυθαίρετα τις όψεις του αντικειμένου, πέφτοντας στον εκλεκτικισμό (τα συνδικάτα είναι μηχανισμός διεύθυνσης και σχολείο του κομμουνισμού, αντί για σχολείο διεύθυνσης, όπως μπορούσε μόνο να είναι στη δοσμένη συγκυρία, με το δοσμένο πολιτιστικό επίπεδο των μαζών)9.
Ωστόσο, ο Λούκατς, συνδέοντας τα παραπάνω θέματα με τη μετάβαση από τον Χέγκελ στον Μαρξ και αναδεικνύοντάς τα ως τα κεντρικά θέματά της πρόσφερε μια θεμελιώδη υπηρεσία. Όχι μόνο εντόπισε έτσι τα πραγματικά διαλεκτικά θέματα γύρω από τα οποία περιστρεφόταν και περιστρέφεται ποικιλότροπα έκτοτε η φιλοσοφική διαπάλη ανάμεσα στον μαρξισμό και την αστική ιδεολογία, θέματα τα οποία οι απολογητές και οι εκχυδαϊστές του μαρξισμού συσκοτίζουν με τις προσποιητές επιθέσεις τους στη «μεταφυσική», αλλά ανέδειξε παραπέρα, με τρόπο διαρκώς εμβαθυνόμενο στο ώριμο έργο του, μια σειρά ακόμη καίριες συνδέσεις της μαρξιστικής και της χεγκελιανής διαλεκτικής. Αυτό αφορά πρώτιστα την παρουσίαση της αλυσίδας των αντανακλαστικών καθορισμών, ως μιας πορείας από την ενότητα στη διαφορά, τη διάκριση, την αντίθεση και την αντίφαση. Βέβαια, ενώ στον Χέγκελ αυτή η διαδοχή έχει ένα περιεχόμενο κυρίως λογικό, με το μαρξισμό αναγνωρίζεται ως η διαδοχή των στιγμών της πραγματικής διαλεκτικής διαδικασίας: με τον τρόπο αυτό προχωρά, π.χ., η ανάπτυξη των εμβρυακών αντιφάσεων του καπιταλισμού στην παρουσίαση του Κεφαλαίου.
Ο Λούκατς θεμελίωσε επίσης, κυρίως στο Ο Νεαρός Χέγκελ, τη συστηματική μαρξιστική μελέτη του έργου του Χέγκελ και της σύνολης εξέλιξης του γερμανικού ιδεαλισμού. Τεκμηρίωσε τη θέση ότι ο Χέγκελ υπεράσπιζε όλες τις αστικές προόδους της εποχής του, παρότι από ένα σημείο και μετά απέρριπτε την επανάσταση ως μέσο επίτευξης αυτών των προόδων, και ότι ο ιστορισμός του αυτός εκφραζόταν σε μια πλατιά κατανόηση των προβλημάτων της οικονομίας, των κοινωνικών επιστημών και της φιλοσοφίας, την ευρύτερη δυνατή από την αστική άποψη. Ταυτόχρονα, σε έργα όπως Η Καταστροφή του Λογικού, ο Λούκατς κριτικάρισε την ανορθολογική αποσύνθεση και εξαλλαγή της αστικής φιλοσοφίας, από τον Κίρκεγκαρντ και τον Σοπενάουερ ως τον Νίτσε, ως μια συνεχή προώθηση στο προσκήνιο της αμεσότητας του αστικού ατόμου και συστηματικό ξεκαθάρισμα των σχεσιακών, διαλεκτικών στοιχείων. Ιδιαίτερα σημαντική είναι εδώ η κριτική του της απολογητικής προσπάθειας να εξωραϊστεί αυτή η εξαλλαγή με μια μυθολογική ψευδο-διαλεκτική της αστικής εξέλιξης: στην πραγματικότητα, αυτό που παρουσιαζόταν ως «διαλεκτική» ήταν ακριβώς η απαλλαγή από τη σχεσιακότητα και η αυξανόμενη κενότητα του αστικού ατόμου, εξυψωνόμενου έτσι σε μέτρο όλης της ύπαρξης10. Ο Λούκατς έδειξε ακόμη πώς οι θετικιστικές, επιφανειακές κατευθύνσεις που κυριάρχησαν στην αστική ιδεολογία, βρήκαν την αντανάκλασή τους στο εσωτερικό του μαρξισμού, ιδιαίτερα στο σταλινικό δογματισμό. Σε αυτή τη συνάφεια περιέλαβε τα στατικά, αμετακίνητα σταλινικά δόγματα στην κατηγορία των «άκριτων αστικών αντανακλάσεων της… εξέλιξης… Στη σταλινική μέθοδο έπρεπε να διακοπεί κάθε ενδιάμεσο, η θεωρία και η πράξη έπρεπε να έρθουν σε άμεση σχέση μεταξύ τους»11.
Οι επεξεργασίες του Λούκατς, όπως και η γενικότερη γραμμή έρευνας του Χέγκελ που προχωρά από τον Πλεχάνοφ και τον Γκράμσι, έχουν κριτικαριστεί ως μια «ανθρωπιστική» και «χεγκελιανή» [δηλαδή ιδεαλιστική] ερμηνεία του μαρξισμού, που αγνοεί το ζήτημα της φύσης, συχνά δε συνδέθηκαν με την παράδοση μικροαστικών ρευμάτων όπως η Σχολή της Φρανκφούρτης, ορισμένοι εκπρόσωποι της Σχολής της Πράξης, υπαρξιστές, κ.λπ. Μια παρόμοια σύνδεση όμως χάνει το στόχο, όχι μόνο για το λόγο ότι οι βασικές έννοιες του Λούκατς όπως η ολότητα αποτελούσαν ανάθεμα για πολλά από τα μνημονευόμενα ρεύματα, αλλά και γιατί παρακάμπτει εντελώς το ζήτημα της μεθόδου.
Στην ώριμη περίοδό του ο Λούκατς διόλου δεν αρνούνταν τη φυσική διαλεκτική. Στην Οντολογία του Κοινωνικού Είναι αναφέρεται ρητά στην οντολογία ως «θεωρία της αντικειμενικής διαλεκτικής στην πραγματικότητα». Και στη συζήτηση με τους μαθητές του Κόφλερ, Χολτζ και Άμπεντροτ, θέτει ως προγραμματικό καθήκον «να δούμε κατά πόσο είναι ήδη ξεπερασμένες οι αντιλήψεις του χυδαίου υλισμού ή οι τεχνικές αντιλήψεις του νεο-θετικισμού για τη φύση και κατά πόσο θα ’ταν δυνατό να καταλήξουμε σε μια ιστορικο-γενετική αντίληψη για την ανόργανη φύση. Στην τελευταία περίπτωση η άποψη του Μαρξ, σύμφωνα με την οποία δεν υπάρχει παρά μια και μοναδική επιστήμη, η Ιστορία, το πεδίο της οποίας εκτείνεται από την αστρονομία μέχρι την κοινωνιολογία, θα αποδειχτεί μια βασική κατάσταση του είναι»12.
Η ώριμη θέση του Λούκατς δεν εμπεριέχει έτσι καμιά άρνηση του υλισμού, ούτε της διαλεκτικής στη φύση. Πρόκειται μάλλον για μια υποδήλωση του γεγονότος ότι ο υλισμός, αν πρόκειται να είναι διαλεκτικός, θα πρέπει να είναι πολύ περισσότερο από μια απλή διαβεβαίωση ότι η ύλη υπάρχει αντικειμενικά και είναι η πηγή των αισθήσεων. Θα πρέπει να περιλαμβάνει μια αναπαράσταση της κίνησης της ύλης σε όλες τις εκφάνσεις της και της διαδικασίας της γνώσης, που να καταδεικνύει την αυθυπαρξία της φυσικής κίνησης και τη γνωσιμότητά της. Μια τέτοια αναπαράσταση όμως δεν μπορεί να πραγματωθεί παρά σε αναφορά και σε συνάφεια με το καλύτερο που έχει δώσει ο διαλεκτικός στοχασμός στο παρελθόν, εμπεριέχοντας αναγκαία την αναφορά στον Χέγκελ. Η θέση του Λούκατς συμπίπτει εδώ με τη θεώρηση του Λένιν, όταν καλούσε τους μαρξιστές να γίνουν υλιστές φίλοι της χεγκελιανής διαλεκτικής, παρέχοντας μάλιστα μια διαρκή αιτιολόγησή της.
6. Μακριά από το να αποτελεί μια παρέκκλιση από το μαρξισμό ή μια αυθαίρετη ή έστω αμφιλεγόμενη ερμηνεία του μαρξισμού, η μελέτη του Χέγκελ από τους Πλεχάνοφ, Γκράμσι και Λούκατς αντιπροσωπεύει το καλύτερο που έχει δώσει ο μαρξισμός σε αυτό το κομβικό πεδίο και τη βάση για την παραπέρα συνολική του προώθηση. Η ισχύς και η ευρετική αξία της συνίσταται στην ικανότητα προσανατολισμού που μας δίνει μέσα στο σύνθετο πλέγμα θεωρητικών προβλημάτων της εποχής μας, καθώς και αξιολόγησης των διαφόρων ιδεολογικών ρευμάτων και αντιπαράθεσης ιδιαίτερα στις ποικίλες αστικές παραχαράξεις του μαρξισμού.
Είναι διαφωτιστικό ότι τα κύρια αναθεωρητικά ρεύματα, που αποσύνθεσαν εσωτερικά τον μαρξισμό κατά τις τελευταίες δεκαετίες, προχώρησαν ακριβώς μέσα από τη διαστρέβλωση των παραπάνω διαλεκτικών προβλημάτων και την απόρριψη των συγκεκριμένων προόδων που επιτέλεσε η μαρξιστική σκέψη στη διασάφησή τους. Αυτή η εξέλιξη συνδέεται με τη μετατόπιση του κέντρου βάρους της φιλοσοφικής διαπάλης μετά το θάνατο του Λένιν. Ενώ στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα κυριαρχούσε η διαμάχη ανάμεσα στον υλισμό και τον ιδεαλισμό, στη συνέχεια η αντιπαράθεση μετατοπίστηκε βαθμιαία στη διαμάχη ανάμεσα στον ανορθολογισμό και τη διαλεκτική. Αυτή η δεύτερη διαμάχη δεν ήταν ξένη προς την πρώτη, αντιπροσωπεύοντας στην πραγματικότητα την πιο πλατιά και γενική έκφρασή της. Η διαμάχη ανάμεσα στον υλισμό και τον ιδεαλισμό επεκτάθηκε έτσι από τη διακήρυξη μιας κεντρικής φιλοσοφικής γραμμής και θέσης, στα πεδία της θεωρίας της γνώσης, της επιστημολογίας, της λογικής, των ειδικών επιστημών, όπου δοκιμαζόταν μέσα από τη διαρκή αύξηση των εμπειρικών γνώσεων, αν είναι δυνατός ένας συνεπής, δηλαδή διαλεκτικός, υλισμός. Ταυτόχρονα, με τον ερχομό των διαλεκτικών προβλημάτων στο προσκήνιο, ο Χέγκελ μετατράπηκε αντικειμενικά σε ένα σύμμαχο του μαρξισμού και η ικανότητα των μαρξιστών να προωθούν τη διαλεκτική του κληρονομιά έγινε κομβική για την παραπέρα ιδεολογική διαπάλη.
Στις συνθήκες αυτές, η στρατηγική της αντιδραστικής αστικής ιδεολογίας ήταν η διαστρέβλωση και συκοφαντική απόρριψη της διαλεκτικής μεθόδου, ώστε να εμποδιστεί η ανάπτυξη και εφαρμογή του στα διάφορα πεδία και να εμφανιστεί ότι αποδείχτηκε ανεπαρκής, επιβεβαιώνοντας τις επιδερμικές παρουσιάσεις των ίδιων πεδίων από τα αστικά ρεύματα. Αυτή η στρατηγική προωθήθηκε κεντρικά από τους κύριους αστούς στοχαστές της περιόδου (Πόπερ, Χάγιεκ, Καστοριάδης, Χάιντεγκερ, κ.ά.) κατά κανόνα συνδυάζοντας την επίθεση στον Μαρξ με μια επίθεση στον Χέγκελ και αξιοποιώντας τα λάθη της ιδεαλιστικής διαλεκτικής για να συσκοτιστεί η πρόοδος από τον Χέγκελ στον Μαρξ. Ωστόσο, η προαγωγή της στο εσωτερικό του μαρξισμού έγινε από δεύτερης και τρίτης σειράς διανοούμενους, που επανέλαβαν ουσιαστικά τις αιτιάσεις και τις παραχαράξεις της αστικής απολογητικής στο όνομα του Μαρξ. Όπως ήδη ειπώθηκε, η διαδικασία προχώρησε με δυο τρόπους: από τη μια η εξάλειψη των δεσμών ανάμεσα στον Μαρξ και τον Χέγκελ, ώστε να παραμεριστεί η διαλεκτική από τον μαρξισμό· από την άλλη, η εξομοίωση της μαρξιστικής διαλεκτικής με τη χεγκελιανή, διαγράφοντας έτσι από το οπτικό πεδίο και συσκοτίζοντας το νέο και το ιδιαίτερο που φέρνει ο μαρξισμός.
Ο πιο κλασικός εκπρόσωπος της πρώτης τάσης, που ήταν και η πιο διαδεδομένη, υπήρξε ο Αλτουσέρ. Η διασύνδεσή του με την παλιά μαχιστική πολεμική στον υλισμό φάνηκε στο έργο του Ο Λένιν και η Φιλοσοφία. Ο Αλτουσέρ όχι μόνο ανακήρυξε εκεί τη φιλοσοφία μια διαδικασία χωρίς αντικείμενο, χαρακτηρίζοντας μάταιη τη διαμάχη χιλιετιών ανάμεσα στον υλισμό και τον ιδεαλισμό (στο πνεύμα των οικείων μαχιστικών αξιώσεων για τον «παρωχημένο» χαρακτήρα αυτής της αντίθεσης και το ξεπέρασμά της από μια τρίτη δήθεν φιλοσοφική άποψη), αλλά και ανακήρυξε επίσης την ιστορία μια διαδικασία χωρίς υποκείμενο, και επομένως στερούμενη κατεύθυνσης και προοπτικής.
Για τον Αλτουσέρ, ωστόσο, αυτά ήταν μόνο η αφετηρία για μια συνολική θετικιστική διαστροφή του μαρξισμού, με το συστηματικό εξοβελισμό κάθε στοιχείου διαλεκτικής. Προχώρησε σε αυτή την κατεύθυνση πρώτα παραμερίζοντας όλες τις παρμένες από τον Χέγκελ έννοιες του Μαρξ, όπως η αποξένωση. Παραποιώντας την αλήθεια, ο Αλτουσέρ εμφάνισε πως επρόκειτο για νεανικά παραστρατήματα και πειραματισμούς, που εκλείπουν από το ώριμο μαρξικό έργο, κάνοντάς το αυτό ένα μέσο για να ξεφορτωθεί και όλη την παραπέρα επεξεργασία της διαλεκτικής από τον Μαρξ. Αυτό τον οδήγησε παραπέρα σε μια κατατεμαχισμένη, θετικιστική θεώρηση της πραγματικότητας ως αποτελούμενης από έναν αριθμό ανεξάρτητων μεταξύ τους πεδίων –οικονομία, πολιτική, δίκαιο, τέχνη, κοκ– το καθένα από τα οποία έχει τη δική του «ιστορία». Ο Αλτουσέρ το επένδυσε αυτό εννοείται με μια ψευδο-ριζοσπαστική ορολογία, εμφανίζοντας ότι καταπολεμούσε το μυστικισμό και τις παρωχημένες ιδεολογίες που κρατούσαν τους ανθρώπους δέσμιους στην παντοδυναμία των κυρίαρχων καταπιεστικών μηχανισμών από μια γνήσια ταξική και επιστημονική μαρξιστική θέση. Στην πραγματικότητα όμως η πολεμική του στρεφόταν πρώτα και κύρια ενάντια στον μαρξισμό: αυτό που έκανε ήταν να συμπεριλάβει τις βάσεις του μαρξισμού στην κατηγορία των μεταφυσικών, αντιεπιστημονικών ιδεολογιών, ολοκληρώνοντας έτσι σε ένα ανώτερο επίπεδο το πρόγραμμα των νέων χεγκελιανών. Τελικά, ο ίδιος ο Αλτουσέρ παραδέχτηκε στα τελευταία γραπτά του την πλήρη ρήξη του με τη διαλεκτική και τη μαρξιστική παράδοση, προφασιζόμενος έναν «υλισμό» που είχε τις ρίζες του στον Χάιντεγκερ, και ομολογώντας ότι οι διαπιστώσεις αστών ιδεολόγων, όπως ο Ρεϊμόν Αρόν, ότι ο μαρξισμός του ήταν επινοημένος, ήταν κατά βάση σωστές13.
Η κατεύθυνση της πολεμικής του Αλτουσέρ πρώτα και κύρια ενάντια στις κομβικές κατηγορίες της χεγκελιανής διαλεκτικής που είχε αναδείξει η παράδοση των Λούκατς-Γκράμσι, από την άποψη της οπτικής της αμεσότητας, γίνεται έκδηλη στην απόδοσή του στον Μαρξ της αξίωσης για μια «εμπειρία μιας άμεσης απευθείας ανακάλυψης της πραγματικότητας», μέσω της οποίας οδηγείται «στην πραγματικότητα των αντικειμένων, τα οποία κατέλαβε ο Χέγκελ για να τους επιβάλει το νόημα της δικής του ιδεολογίας». Ο Αλτουσέρ το συνδύασε αυτό με τη διαβεβαίωση ότι η χεγκελιανή έννοια του ξεπεράσματος –της διαλεκτικής, αλματικής μετάβασης από μια βαθμίδα σε μια άλλη ποιοτικά ανώτερη, με διατήρηση του θετικού της προηγούμενης– «δεν έχει πια κανένα νόημα»14. Το νόημα των δυο προτάσεων, με απλά λόγια, ήταν μια επιβεβαίωση της αιωνιότητας του καπιταλισμού και της αδυναμίας υπέρβασής του από την εργατική τάξη: αν η γνώση περιορίζεται να διαπιστώνει μόνο αυτό που δίνεται άμεσα και κάθε τι που πηγαίνει παραπέρα είναι ιδεολογία, τότε το άμεσο δεδομένο, η ύπαρξη του καπιταλισμού, είναι αιώνιο και αμετακίνητο, και κάθε σκέψη για ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος είναι αυθαίρετη ματαιοπονία. Ο Αλτουσέρ, απέρριψε ρητά σε αυτή τη συνάφεια όλο το έργο του Λούκατς, εκφράζοντας από την άλλη την αναγνώρισή του στον Στάλιν, ότι ήταν ένας «διεισδυτικός μαρξιστής φιλόσοφος», επειδή «διέγραψε την άρνηση της άρνησης» –μια χεγκελιανή υποδήλωση του γεγονότος ότι η διαλεκτική εξέλιξη δεν περιορίζεται στην καταστροφή του παλιού, αλλά, προσπερνώντας αυτή τη στιγμή, θεμελιώνει θετικά το νέο– «από τους νόμους της διαλεκτικής»15.
Η αναφορά του Αλτουσέρ στον «υλισμό» του Μαρξ και του Χάιντεγκερ, με τις κεντρικές «κατηγορίες του κενού… του περιθωρίου, της έλλειψης κέντρου»16, κοκ., που του αποδίδει, αποκάλυψε το μυστικό των ψευδο-ταξικών του αναφορών ως φύλλου συκής στην άκριτη αποδοχή της αστικής ατομικότητας. Το νόημα αυτού του «υλισμού» ήταν ότι το αστικό άτομο, που ο Χάιντεγκερ παίρνει σαν αδιαμφισβήτητη αφετηρία, στην απομόνωσή του από τη ζωή και την εξέλιξη, είναι το αληθινά αυθύπαρκτο και αντικειμενικό. Ωστόσο, αυτό το άτομο μέσα στη φαινομενική ανεξαρτησία του, είναι δεμένο από χίλιες μεριές με τον καπιταλισμό, και η προσπάθειά του να διατηρήσει αμετάβλητη την παρασιτική ύπαρξή του, δένει από κάθε άποψη με την προσπάθεια των κυρίαρχων τάξεων να διατηρήσουν ανέπαφο το σύστημά τους. Η διαφορά είναι ότι ενώ ο Χάιντεγκερ εμφανίζει το φαντασιακά ανεξάρτητο αστικό άτομο ως αντίδοτο στον μαρξισμό, ο Αλτουσέρ έφτασε να διακηρύξει ότι τα αστικά γνωρίσματά του αποτελούν την πεμπτουσία του μαρξισμού και ότι η δράση αυτού του ατόμου για τη διαιώνιση του καπιταλιστικού συστήματος είναι η κατεξοχήν επαναστατική δράση. Η αληθινή αξίωση του Αλτουσέρ ήταν λοιπόν εδώ ότι η υποκατάσταση της διαλεκτικής με τις τρέχουσες αστικές έννοιες είναι η αυθεντικά επιστημονική και ταξική προλεταριακή άποψη.
Οι επιθέσεις του Αλτουσέρ στον Χέγκελ επαναλήφθηκαν από μια σειρά θετικιστές καθηγητές, όπως οι Μπαλιμπάρ, Ντε Λα Βόλπε, Κολέτι, στην Αγγλία με πιο καθαρή ακόμη μορφή από τον «αναλυτικό μαρξισμό», κ.ά. Βρήκαν μια αντανάκλαση στην επιστημολογία στο έργο των Ε. Μπιτσάκη και Ντ. Μπομ, που παραμέρισαν τις διαλεκτικές βάσεις της κβαντικής θεωρίας αποκαθιστώντας την τεχνική θετικιστική αντίληψη της φύσης, σε άμεση συνάφεια με τις επιθέσεις του Πόπερ στη διαλεκτική. Αργότερα, προωθήθηκαν ακόμη παραπέρα από τους Τοσέλ, Πρέβε, Μπαντιού, κ.ά. Οι τελευταίοι διακήρυξαν οριστικά ως μια αναντίρρητη αλήθεια ότι η εργατική τάξη είναι μόνο ικανή να αγωνίζεται στα πλαίσια της καπιταλιστικής κοινωνίας αλλά ανίκανη να θεμελιώσει μια νέα, ανώτερη αρχή παραγωγής και κοινωνική οργάνωση και ότι ο κομμουνισμός μπορεί να διασωθεί ως ιδέα αλλά δεν θα γίνει ποτέ ιστορία.
Ο αλτουσεριανός καθηγητισμός δεν ήταν μόνος στην αντι-ιστορική και αντιδιαλεκτική, θετικιστική παραχάραξη του μαρξισμού. Η σταλινική διαστροφή του σοσιαλισμού αντιπροσώπευε κατά βάθος την ίδια αρχή.
Στο σταλινισμό συνυφαίνονται κυρίως άρρηκτα, σαν οι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος, η απέχθεια προς τη διαλεκτική και η παραίτηση από την επανάσταση, γνωρίσματα αποτυπωμένα αντικειμενικά στην ιστορική του πρακτική και υποκειμενικά, με τον πιο κλασικό τρόπο, στην προσωπικότητα του ίδιου του Στάλιν. Τα σταλινικά δόγματα του αυτοματισμού της εξέλιξης, οι αυταρχικές άκαμπτες λογικές, τυποποιημένες στη χειραγωγητική αντίληψη για ένα «καθαρό» κίνημα, που πρέπει να μπαίνει εξαρχής κάτω από την γραφειοκρατική ηγεσία, δεν ήταν παρά η άλλη όψη του γραφειοκρατικού υποκειμενισμού, της ημιμάθειας και της ανικανότητας να εκτιμηθούν και να προωθηθούν οι πραγματικές τάσεις της εξέλιξης, καταλήγοντας παρόμοια σε ένα αντίστοιχο μηδενιστικό και καταστροφικό πνεύμα. Φυσικά, ο σταλινισμός περιέβαλε επίσης τα μικροαστικά, γραφειοκρατικά περιεχόμενά του με άφθονες αξιώσεις ταξικότητας και κομμουνιστικής αδιαλλαξίας.
Σε αυτή τη συνάφεια, ο Αλτουσέρ δεν είχε άδικο να διακρίνει στη σταλινική στειρότητα ένα στοιχείο συγγενές προς τη δική του αντίληψη, όταν αναγόρευε τον Στάλιν σε κορυφαίο μαρξιστή. Στην πραγματικότητα, ήταν ακριβώς η επικράτηση του σταλινισμού, με την κατάπνιξη των αυθεντικών μαρξιστικών παραδόσεων και ρευμάτων στην ΕΣΣΔ, τη συκοφάντηση των πρωταγωνιστών του Οκτώβρη, κλπ., που έκανε δυνατή την εμφάνιση και ευδοκίμηση του καθηγητισμού. Αλλά αυτό παρέπεμπε, βέβαια, όχι μόνο σε μια ιστορική συνέχεια, αλλά και σε μια βαθύτερη ταυτότητα προσέγγισης.
Στην πράξη, αυτό που έκαναν ο σταλινισμός και ο καθηγητισμός ήταν να μεταμορφώσουν την αστική οπτική της αμεσότητας, για την οποία «ο καπιταλισμός είναι το άμεσο δεδομένο», σε μια ψευδο-επαναστατική φόρμουλα σύμφωνα με την οποία «η επανάσταση είναι το άμεσο δεδομένο». Η επανάσταση, ωστόσο, δεν είναι το άμεσο αλλά το μακροχρόνιο δεδομένο και μπορεί να υπηρετηθεί μόνο με μια διαστοχασμένη οπτική που ακολουθεί τη σύνθετη διαδικασία ανάπτυξης σε όλες τις περιπλοκές, ιδιομορφίες και διαφοροποιήσεις της• όχι με τις σχολαστικές κατασκευές και τα έτοιμα σχήματα των δήθεν. Τέτοιες κατασκευές, όπως το έδειξε η ίδια η πράξη, είναι εντελώς ακατάλληλες για τον απελευθερωτικό αγώνα του προλεταριάτου, αναπαράγοντας απλά τους αστικούς τρόπους σκέψης και αρνούμενες στη βάση τους όλα τα μαρξιστικά-ταξικά περιεχόμενα που προφασίζονται. Μοιραία κατέληξαν στην οικεία σταλινική (και καθηγητική) υποκριτική αξίωση της εκ των προτέρων ορθότητας, της ταύτισης με την υπόθεση του προλεταριάτου όχι με κάποια θεμελιωμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης, των καθηκόντων της, κ.λπ., αλλά ως ταυτολογική διαβεβαίωση η οποία πρέπει να γίνει δεκτή τελικά λόγω της «σύμφυτης» ανωτερότητας των φορέων της.
Και οι δυο τάσεις εξέφραζαν βαθύτερα τη μικροαστική περιφρόνηση της εξέλιξης, στο σταλινισμό με εργατίστικη, πρακτική και στον καθηγητισμό με διανοουμενίστικη, θεωρητική μορφή. Προφασιζόμενες το προλεταριάτο, προήγαγαν εντελώς αντιπρολεταριακές ιδέες, κατάλληλες μόνο για την αυτομεγάλυνση των δήθεν και την παρατεινόμενη υποδούλωση της εργασίας στο κεφάλαιο. Έδωσαν γένεση σε νέες Ιερές Εξετάσεις των τσαρλατάνων και των φανατικών, που στέκονταν παράμερα και διακήρυσσαν την ανωτερότητά τους λοιδορώντας την εξέλιξη, συχνά προσεγγίζοντας την ανορθολογική, φασιστική πρακτική και ιδεολογία.
Η άλλη κατεύθυνση της εξομοίωσης του Μαρξ με τον Χέγκελ είχε για την ώρα μικρότερη απήχηση στο εσωτερικό του μαρξισμού, χαρακτηρίζοντας κυρίως τα μικροαστικά ριζοσπαστικά ρεύματα. Ξεκινώντας από τον Λασάλ, που επιχείρησε να μετατρέψει τον ορθόδοξο χεγκελιανισμό σε βάση για το εργατικό κίνημα, αλλά κατάφερε μόνο να παράγει ένα δογματισμό των σιδερένιων νόμων της ιστορίας με κάποια ψήγματα διαλεκτικής, αυτή η τάση περνά στη Σχολή της Φρανκφούρτης (ιδίως τον Μαρκούζε) και συνεχίζεται σε διάφορα ρεύματα στις παρυφές του εργατικού κινήματος (με επιφανές παράδειγμα τον CLR James στις ΗΠΑ κ.ά.).
Σε αντίθεση με τη στειρότητα του θετικισμού, αυτή η τάση έδωσε μερικά αποτελέσματα: αρκεί να θυμίσουμε εδώ την πειστική υπεράσπιση του Χέγκελ από τον Μαρκούζε απέναντι στη αναγόρευσή του σε πρόδρομο του φασισμού και την κριτική του στο δογματικό σταλινικό «μαρξισμό». Είχε ακόμη μια έμμεση επιρροή στο έργο ορισμένων μαρξιστών που προώθησαν τη διαλεκτική έρευνα σε επιμέρους πεδία (Κόσικ, Βρανίτσκι, Λουσιέν Σεβ, η γιουγκοσλάβικη «Σχολή της Πράξης», κ.λπ.). Μια σειρά προοδευτικές αστικές αναλύσεις του Χέγκελ και της διάλυσης του χεγκελιανισμού, στο στιλ των Χουκ, ΜακΛέλαν, κ.λπ., στη δεκαετία του 1940 και αργότερα είχαν επίσης ένα παρόμοιο υπόβαθρο. Ωστόσο, η κατεύθυνση αυτή απαρνήθηκε κατά κανόνα τα πιο προωθητικά στοιχεία του Χέγκελ που παρέλαβε ο Μαρξ, ιδιαίτερα επιμένοντας στην άποψη της καθαρής αρνητικότητας ως θεμέλιο του επαναστατικού προτάγματος και υποχωρώντας με τον τρόπο αυτό στις απόψεις των νέων χεγκελιανών και, παραπέρα, του ανορθολογισμού. Σε καιρούς κρίσης μια παρόμοια θεώρηση μπορεί να γίνει επικίνδυνη, καθώς παράγει μόνο μια νεφελώδη κινητικότητα, τείνει δε να μεταμορφώνει σε δύναμη την αδυναμία επεξεργασίας και την έλλειψη ενός θεμελιωμένου επαναστατικού προσανατολισμού. Από την άλλη, θα ήταν λάθος να αγνοηθεί η δυνατότητα να προέλθουν από εκεί, ξεπερνώντας το στοιχείο της υποκειμενιστικής ασάφειας, ορισμένοι αξιόλογοι μαρξιστές: η περίπτωση του Λούκατς μετά το Ιστορία και Ταξική Συνείδηση είναι ένα κλασικό παράδειγμα.
7. Ο Χέγκελ αναπτύσσει τη διαλεκτική ως μέθοδο, όχι όμως άμεσα και ως κοσμοθεωρία. Αυτό συμβαίνει επειδή η διαλεκτική κίνηση στη φύση αποδεικνύεται παράγωγη: εμφυσείται σε αυτή από την κίνηση, ή την αλλοτρίωση, της Απόλυτης Ιδέας. Ο Χέγκελ επιμένει χαρακτηριστικά στη Λογική του ότι η κίνηση των αντιφάσεων μέσα στη φύση δεν θεμελιώνεται στην ίδια και επομένως έχει, όπως και η φύση, εξωφυσική προέλευση:
«Ο κόσμος… ποτέ και πουθενά δεν είναι χωρίς την αντίφαση, αλλά, αφού δεν μπορεί να την υποστηρίξει, υπόκειται στη γέννηση και την εξαφάνιση»17.
Το λάθος του Χέγκελ εδώ έγκειται στην έλλειψη κατανόησης ότι αυτό που είναι η αιτία εξαφάνισης των ατομικών αντικειμένων, η αδυναμία να εναρμονιστούν εντός τους αιώνια οι αντιφάσεις, είναι ταυτόχρονα η βάση της ικανότητας της φύσης να διατηρείται και να αναπαράγεται ως όλο· ότι η μερική εναρμόνιση των αντιφάσεων στα πεπερασμένα αντικείμενα είναι ταυτόχρονα η καθολική εναρμόνισή τους από την άποψη της φύσης συνολικά. Ωστόσο, από τη στιγμή που θα διαπραχτεί αυτό το λάθος γίνεται αναπόφευκτη η παραδοχή ότι κάτι εξωτερικό, κάτι πέρα και πάνω από τη φύση, είναι αναγκαίο ώστε να αναπαράγει και να εναρμονίσει τις αντιφάσεις της. Το ότι ο Χέγκελ, όπως και γενικά ο κλασικός ιδεαλισμός, φτάνει στο τέλος να υπονομεύει αυτή τη θέση του, αναγνωρίζοντας, όπως λέει ο Μαρξ στα Χειρόγραφα του 1844, ότι «η αφηρημένη σκέψη καθεαυτή δεν είναι τίποτα… ότι μόνο η φύση είναι κάτι»18, φανερώνει εδώ μόνο μια ισχυρή τάση προς τη διαλεκτική κοσμοθεώρηση και τίποτα παραπάνω.
Ο μαρξισμός αντίθετα, ακόμη και αν εκληφθεί αρχικά ως μέθοδος, γίνεται αναπόφευκτα κοσμοθεωρία ακριβώς γιατί αναγνωρίζει την ενότητα ανάμεσα στο εργαλείο της γνώσης, τη μέθοδο, και σε αυτό που πρόκειται να γνωστεί, τη φύση σε όλα τα επίπεδά της, συμπεριλαμβανόμενων της κοινωνίας και του πνεύματος ως ιδιότυπα μέρη της. Αν η μέθοδος της γνώσης είναι διαλεκτική, όπως το έδειξε πειστικά ο Χέγκελ, αυτό δε μπορεί παρά να συμβαίνει επειδή το ίδιο το αντικείμενο είναι διαλεκτικό. Σε αυτή τη θεώρηση δεν υπάρχει χώρος για τίποτε άλλο εκτός από τη φύση και την ανθρώπινη νόηση, για τίποτε εξωτερικό και υπερβατικό. Ωστόσο, η μετάβαση από τη μέθοδο της γνώσης στην κοσμοθεωρία είναι και αυτή μια σύνθετη διαδικασία: η αποφασιστική μεσολάβηση εδώ είναι η οικοδόμηση της διαλεκτικής λογικής.
Η μαρξιστική μελέτη του Χέγκελ, στο πρόσωπο των Πλεχάνοφ, Γκράμσι και Λούκατς (εν μέρει και άλλων μαρξιστών θεωρητικών όπως ο Ιλιένκοφ, ο Μπουχάριν, κ.ά.) αποσαφήνισε κατ’ αρχήν την έννοια της υλιστικής αντιστροφής από τον Χέγκελ στον Μαρξ, δείχνοντας ποιες κατηγορίες του Χέγκελ έχουν ένα κατ’ εξοχήν υλιστικό περιεχόμενο, και μπαίνουν στο μαρξισμό όσο αφορά την καθοδήγηση της πράξης και της διαδικασίας της γνώσης. Ανύψωσε τη μέθοδο, στο πρόσωπο του Λούκατς, στο επίπεδο μιας γενικής κατανόησης των κατηγοριών ως αφαιρετικών αναπαραστάσεων και στιγμών της κίνησης του αντικειμένου. Ωστόσο, σε αυτό το σημείο η μαρξιστική σκέψη σταμάτησε: δεν προχώρησε σε μια κατάδειξη της διαδοχής και εξαγωγής αυτών των στιγμών στη συγκεκριμένη κίνηση του αντικειμένου, που συμπίπτει ουσιαστικά με την επεξεργασία της διαλεκτικής λογικής.
Το αποφασιστικό πρόβλημα εδώ αφορά το σημείο εκκίνησης της διαλεκτικής δια- πραγμάτευσης, που δεν μπορεί να είναι άλλο από τη διαλεκτική αντίφαση. Η μεσολάβηση είναι μια κομβική κατηγορία, επαρκής για να συλληφθεί το νόημα της υλιστικής αντιστροφής, αλλά όχι και για να οικοδομηθεί θετικά η υλιστική διαλεκτική. Πραγματικά, η μεσολάβηση πρέπει να συλληφθεί η ίδια ως ένα αποτέλεσμα της υλικής αντίφασης, της ικανότητάς της να δημιουργεί μέσω της διαφοροποίησης προσδιοριστικές, αυτό-αναπαραγόμενες σχέσεις μέσα στις διαδικασίες, χωρίς τις οποίες οι διαδικασίες θα έχαναν τη συνοχή τους (οι τελευταίες σχέσεις όντας ακριβώς οι μεσολαβήσεις). Το ιδεαλιστικό λάθος του Χέγκελ έγκειται άλλωστε στο ότι μυστικοποιεί τη μεσολάβηση σε ένα τρίτο στοιχείο, που αν και κοινό έδαφος μεταξύ των αντιθέτων, εισάγεται εξωτερικά, από τη διαλεκτική της έννοιας, αντί να προκύπτει από την ίδια την πραγμα- τική ανάπτυξη (όπως, π.χ., στην παρουσίαση του Κεφαλαίου, το χρήμα μεσολαβεί την ανταλλαγή εμπορευμάτων, ακριβώς επειδή το ίδιο είναι ένα ιδιόμορφο εμπόρευμα). Σε μια τέτοια παρουσίαση, η ιστορικότητα της ίδιας της μεσολάβησης και ο καθορισμένος κύκλος ζωής της χάνονται επίσης από την όραση. Για να αποφευχθεί όμως αυτό το λάθος, πρέπει να ακολουθηθεί όλη η διαδρομή από την απλή μορφή και τις στοιχειακές αντιφάσεις της στις πλέον ανεπτυγμένες και διαφοροποιημένες, κάτι που με τη σειρά του απαιτεί τη σε βάθος επεξεργασία της κατηγορίας της αντίφασης ως βάσης για τη διαλεκτική έρευνα κάθε πεδίου.
Η συνεπής υλιστική παρουσίαση της διαλεκτικής μπορεί να βασιστεί μόνο σε μια ακριβή επιστημονική γνώση του ευρύτερου δυνατού πεδίου, δηλαδή της ίδιας της φύσης ως όλο, γνώση ανεπαρκή όχι μόνο όταν έγραφε ο Χέγκελ, αλλά και οι μαρξιστές σχολιαστές του ως τον Λούκατς. Αν λοιπόν η αποσαφήνιση της έννοιας της υλιστικής αντιστροφής του Χέγκελ δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί σε μια αποσαφήνιση της έννοιας της διαλεκτικής αντίφασης και μια θετική παρουσίαση της υλιστικής διαλεκτικής, είναι κυρίως γιατί έλειπαν στον παρελθόν οι όροι αυτής της ολοκλήρωσης.
8. Η αντιδραστική αστική ιδεολογία, στο πρόσωπο των κύριων εκπροσώπων της στα πρόσφατα χρόνια, του Πόπερ, του Καστοριάδη και του Χάιντεγκερ, επιχείρησε επίμονα να ανασκευάσει και να διαψεύσει το μαρξισμό, εκμεταλλευόμενη τα κενά, τις ελλείψεις και τις διαστροφές στην ανάπτυξή του. Πέρα από την απολογητική δικαίωση της υφιστάμενης τάξης, στο επίκεντρο βρέθηκε η παραχάραξη των προβλημάτων της διαλεκτικής.
Ο Πόπερ επανέλαβε, οδηγώντας τα στο άτοπο, τα οικεία επιχειρήματα της τυπικής λογικής, ότι η διαλεκτική αντιφατικότητα είναι αδιανόητη, καθώς έρχεται σε σύγκρουση με την αρχή της ταυτότητας, «κάθε πράγμα είναι ίδιο με τον εαυτό του». Με τον τρόπο αυτό, ωστόσο, δεν έκανε άλλο από το να γενικεύσει τη στατικότητα της αστικής παρακμιακής ύπαρξης, καταλήγοντας στη θεωρία σε έναν νεκρό πλατωνικό ιδεαλισμό και απλώνοντας στην πράξη ένα προπέτασμα καπνού για την ανερχόμενη νεοφιλελεύθερη αντίδραση, στο όνομα της πάλης ενάντια στον «ολοκληρωτισμό» του Χέγκελ και του Μαρξ. Για το λόγο αυτό, επανέλαβε επίσης όλες τις παλιές, φτηνές απολογίες για την καπιταλισμό, τον οποίο εξύψωσε στο βασικό έργο του στο στάτους της «ανοικτής κοινωνίας». Η εστίαση του συγκεκριμένου έργου στην κοινή επίθεση στον Χέγκελ και τον Μαρξ, και ακόμη στον Πλάτωνα, ως τους κατ’ εξοχήν διαλεκτικούς στοχαστές στην ιστορία της ανθρώπινης σκέψης, αποτύπωσε τον κεντρικό προσανατολισμό της σύγχρονης απολογητικής αστικής φιλοσοφίας19.
Ο Καστοριάδης επιχείρησε να προσδώσει κινητικότητα στη στατική προσέγγιση του Πόπερ, αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να την κάνει πιο αποφασιστικά αντιδραστική. Η κινητικότητά του είναι μια κινητικότητα των μερών στοχευμένη στο να διατηρηθεί η στατικότητα του όλου, κάτω από την επίφαση του αιτήματος της «αυτονομίας». Στο βασικό του έργο, Η Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας, διακήρυξε ανοικτά πως «ένα επαναστατικό ξεπέρασμα της εγελιανής διαλεκτικής απαιτεί όχι να την ξαναστήσουμε στα πόδια της αλλά να της κόψουμε το κεφάλι». Κατά τον Καστοριάδη είναι αδιανόητο ακόμη και να γίνεται λόγος για διαλεκτική, αφού «στη σύγχρονη λογική η αλήθεια λέγεται ταυτολογία… Η “διαλεκτική” δεν είναι παρά μια παραλλαγή της ταυτιστικής λογικής»20. Ένα τέτοιο «επαναστατικό» ξεπέρασμα μετά βίας ήταν κάτι παραπάνω από μεταβάπτιση σε «επαναστατικό» αυτού που έλεγαν οι Πόπερ και που οι Αλτουσέρ μεταβάπτισαν κατόπιν, προχωρώντας ένα βήμα πιο πέρα, σε «κομμουνιστικό». Η κατάληξη αυτής της επίθεσης μέσω του Χέγκελ στον Μαρξ ήταν η εκ νέου επένδυση της αστικής γύμνιας με μια νιτσεϊκή μυθολογία, από τους θεωρητικούς της «αποδόμησης» τύπου Ντελέζ, Ντεριντά, κ.ά., που προετοίμασαν την άνοδο του λεπενισμού. Με τον τρόπο αυτό, π.χ., ο Ντελέζ αντέστρεψε συστηματικά τη χεγκελιανή ανάλυση της διαλεκτικής κυρίου-δούλου, με την ελιτιστική αντίληψη της γενεαλογίας.
Αυτές οι προσπάθειες της αστικής ιδεολογίας απέτυχαν πλήρως, όπως ομολόγησε ο πιο πλατύς εκπρόσωπός της τα πρόσφατα χρόνια, ο Χάιντεγκερ, ο οποίος επιχείρησε πιο συστηματικά να προσδώσει ένα στοιχείο θετικότητας στον αστικό ατομικισμό, πέρα από την αντι-μαρξιστική του διάσταση. Αν και απέτυχε, ο Χάιντεγκερ μπόρεσε να εκφράσει τη στιγμή της λογικής μέσα στο παράλογο: όπως ο Ρέντφιλντ όταν συναντιέται στο τρελοκομείο με την Μίνα, την ενσάρκωση της εξέλιξης, προέβηκε σε μερικές ρεαλιστικές και πολύτιμες παραδοχές:
«Ό,τι ο Μαρξ, αφορμώμενος από τον Χέγκελ, αναγνώρισε με ένα ουσιαστικό και σημαντικό τρόπο ως την αποξένωση του ανθρώπου, έχει τις ρίζες του στο γεγονός ότι ο σύγχρονος άνθρωπος δεν έχει πατρίδα… Επειδή ο Μαρξ, βιώνοντας την αποξένωση, εισέρχεται σε μια ουσιώδη διάσταση της ιστορίας, γι’ αυτό η μαρξική αντίληψη της ιστορίας είναι ανώτερη από κάθε άλλη φιλοσοφία της ιστορίας. Επειδή όμως ούτε ο Χούσερλ, ούτε ο Σαρτρ, από όσο έχω δει ως τώρα, αντιλαμβάνονται την ουσιαστικότητα του ιστορικού στοιχείου μέσα στο Είναι, γι’ αυτό ούτε η φαινομενολογία, ούτε ο υπαρξισμός εισέρχονται σε κείνη τη διάσταση, όπου είναι δυνατός ένας δημιουργικός διάλογος με τον μαρξισμό. Βέβαια, για ένα τέτοιο διάλογο είναι εξίσου αναγκαίο να απαλλαγούμε από τις αφελείς αντιλήψεις για τον υλισμό και από τα φτηνά επιχειρήματα, με τα οποία θέλουμε να τον ανασκευάσουμε. Η ουσία του υλισμού δεν έγκειται στον ισχυρισμό ότι όλα είναι απλώς ύλη, παρά μάλλον σε ένα μεταφυσικό καθορισμό, σύμφωνα με τον οποίο κάθε ον εμφανίζεται ως το υλικό της εργασίας. Ο Χέγκελ προετοιμάζει στη Φαινομενολογία του Πνεύματος το έδαφος για τη σύλληψη της νεότερης-μεταφυσικής ουσίας της εργασίας ως αυτοεγκαθιδρυόμενης διαδικασίας της απεριόριστης παραγωγής, δηλαδή αντικειμενοποίησης του πραγματικού από τον άνθρωπο που νοείται ως υποκειμενικότητα»21.
Με αυτά τα λόγια ο Χάιντεγκερ ομολόγησε τη χρεοκοπία της αστικής ιδεολογίας. Ομολόγησε την αποτυχία της να ανασκευάσει ή να πλήξει ουσιαστικά τον αυθεντικό μαρξιστικό υλισμό, όπως θεμελιώθηκε στην κριτική αφομοίωση και συζήτηση του Χέγκελ από τον Μαρξ και παρουσιάστηκε φιλοσοφικά από τους διαλεκτικούς συνεχιστές του Μαρξ ως τον Λούκατς, και τον περιορισμό της στη δημιουργία σύγχυσης ή την ανασκευή το πολύ ορισμένων χυδαίων εκδοχών του υλισμού, που έχουν την καταγωγή τους σε προηγούμενα στάδια της αστικής φιλοσοφίας.
Στην αστική ιδεολογία των ημερών μας δεν έμεινε πια άλλο από το να αναμασά με ολοένα και πιο εξεζητημένες μορφές τα ίδια ιδεολογήματα και τις σοφιστείες, τη διάψευση των οποίων ομολόγησε ο Χάιντεγκερ. Ωστόσο, η χρεοκοπία της θα παραμένει μόνο εν δυνάμει, για όσο η μαρξιστική επεξεργασία της διαλεκτικής δεν προωθείται παραπέρα. Η μαρξιστική σκέψη επείγει λοιπόν να στραφεί σε μια συστηματική μελέτη της διαλεκτικής του Χέγκελ, στο πνεύμα των σχολίων στα Φιλοσοφικά Τετράδια του Λένιν. Οι βάσεις αυτής της μελέτης έχουν ήδη τεθεί από τον Λούκατς σε έργα του όπως Ο Νεαρός Χέγκελ και ιδίως στα κεφάλαια για τον Χέγκελ και τον Μαρξ στην Οντολογία του Κοινωνικού Είναι. Προκαταρκτικός όρος της, ωστόσο, πέρα από την αφομοίωση αυτού που έχει ήδη δώσει ο μαρξισμός, είναι η απαλλαγή από τις αστικές συκοφαντίες και παραχαράξεις, που υποβιβάζοντας απατηλά τον Χέγκελ στο επίπεδο ενός «τσαρλατάνου», κ.λπ., είχαν ως στόχο να συκοφαντήσουν και τον Μαρξ. Πέρα από την παρουσίαση του Χέγκελ ως απολογητή του πρωσικού κράτους ή θιασώτη της γυμνής δύναμης (το είδος της οποίας αφθονεί στον Πόπερ), σε αυτή την κατηγορία εντάσσεται η στοχευμένη ειδικά ενάντια στη διαλεκτική παρουσίασή του ως «μυστικιστή».
Ο Μαρξ μιλούσε ασφαλώς για τη «μυστικοποίηση της διαλεκτικής από τον Χέγκελ», εντοπίζοντάς τη στην επιμονή του να εμφανίζει τις διαλεκτικές διαδικασίες ως υλοποιήσεις της Απόλυτης Ιδέας. Αν όμως παραμερίσει κανείς αυτό το μυστικιστικό στοιχείο και τις συνέπειές του, αυτό που απομένει είναι οι πραγματικές διαδικασίες και ο αυθεντικός ανθρώπινος τρόπος γνώσης της πραγματικότητας. Από αυτή την άποψη, η βάση κάθε μυστικισμού δεν θα βρεθεί στον Χέγκελ αλλά στον Καντ, τον οποίο εκθειάζουν οι Πόπερ ως αντίδοτο στον Χέγκελ και τον Μαρξ. Ακριβώς ο καντιανός απόλυτος χωρισμός ανάμεσα στα «μη γνώσιμα» πράγματα καθεαυτά και τα φαινόμενα και το άνοιγμα του δρόμου στην πίστη και στην αποκάλυψη σε σχέση με όσα έχουν εκ των προτέρων ανακηρυχτεί απρόσιτα στη γνώση, οδηγεί στον μυστικισμό, στην αποδοχή κάθε αυθαίρετης άποψης για τη φύση των πραγμάτων ή τουλάχιστον σε μια αξιοθρήνητη αδυναμία διάκρισης ανάμεσα σε βάσιμες και μη βάσιμες απόψεις.
Ο Καντ και ο Χέγκελ γειτνίαζαν χρονικά, έτσι που η μεταξύ τους σχέση, η διαφορά στον τρόπο τοποθέτησής τους των ζητημάτων της γνώσης, κ.λπ. ήταν εμφανής στους συγχρόνους τους, αν μη τι άλλο από τις κριτικές του ίδιου του Χέγκελ στον Καντ. Δεν την αγνοούσαν ούτε οι πρώτοι εκχυδαϊστές και πολέμιοι του υλισμού, που προωθούσαν την αναβίωση του Καντ. Ορισμένοι από αυτούς, όπως ο Λάνγκε, στην προσπάθεια να φανούν αμερόληπτοι, αναγκάζονταν να δώσουν μια ακριβή διατύπωσή της, έστω και με τη συμπάθειά τους στραμμένη πλήρως στον Καντ. Ο Γιόζεφ Ντίτζγκεν, ο εργάτης φιλόσοφος με την εργατική καταγωγή του οποίου συνδέονται οι πολλές ισχυρές αλλά και ορισμένες αδύναμες πλευρές της σκέψης του, είχε επισημάνει και αναφερθεί σε αυτές παραδοχές:
«“Το μεγάλο μειονέκτημα του Χέγκελ σε σύγκριση με τον Καντ –λέει ο Λάνγκε–βρίσκεται στο ότι αυτός έχασε εντελώς τη σκέψη για ένα πιο γενικό, από ό,τι ο ανθρώπινος τρόπος γνώσης των πραγμάτων”. Ώστε, ο Λάνγκε λυπάται γιατί ο Χέγκελ δεν σπεκουλάριζε για την υπεράνθρωπη γνώση, αλλά εμείς σ’ αυτό θα απαντήσουμε ως εξής: το αντιδραστικό σύνθημα “πίσω στον Καντ!” που αντηχεί τώρα απ’ όλες τις μεριές, πηγάζει από την τερατώδη τάση να στρέψουν την επιστήμη προς τα πίσω και να υποτάξουν την ανθρώπινη γνώση σε ένα “πιο γενικό τρόπο γνώσης”. Σε αυτή την τάση είναι φανερή η επιθυμία να απαρνηθούν ξανά την κυριαρχία που κατάκτησε ήδη ο άνθρωπος πάνω στη φύση και να βγάλουν από την αποθήκη την κορώνα και το σκήπτρο, για το παλιό σκιά- χτρο, για να ξαναγυρίσει η πρόληψη. Η φιλοσοφική επιδίωξη του καιρού μας βρίσκε- ται στη συνειδητή ή στην ασυνείδητη αντίδραση ενάντια στην ελευθερία του λαού, που αναπτύσσεται πολύ φανερά»22.
Οι ισχυρισμοί των απολογητών για τον «μυστικισμό» του Χέγκελ αποτελούν, λοιπόν, μια αντιστροφή της πραγματικότητας. Η υποχώρηση σε αυτούς οδηγεί μοιραία σε συνθηκολόγηση στη φιλοσοφική αντίδραση των ημερών μας, οι σκοποί της οποίας ελάχιστα διαφέρουν από τον καιρό του Ντίτζγκεν, απλά προσφέρονται στο πρόσωπο των Πόπερ με πιο απατηλά περιτυλίγματα, παραποιώντας ακόμη πιο απροκάλυπτα τις πραγματικές σχέσεις. Ότι ο Πόπερ ο ίδιος έγινε ο αναγνωρισμένος «πατέρας» του θατσερισμού αρκεί από μόνο του για να δείξει πόσο αξίζουν τα περιτυλίγματα αυτά.
Ο Χέγκελ μπορεί να υπεράσπιζε την αστική τάξη πραγμάτων της εποχής του, αλλά την υπεράσπιζε με όρους, στο βαθμό που ήταν αναγκαία για τον πολιτισμό και προωθούσε την εξέλιξη. Γι’ αυτό –με την ίδια έννοια που ο Μαρξ αναφερόταν συχνά στη θεώρηση του Ρικάρντο23– η άποψή του ήταν υπέρ του καπιταλισμού μόνο για όσο εξακολουθούσε να παραμένει προοδευτικός και παύει να είναι υπέρ του από τη στιγμή που δεν εκπληρώνει πλέον ένα προοδευτικό ρόλο. Οι απολογητές αντίθετα υπερασπίζουν τον καπιταλισμό άνευ όρων και γι’ αυτό όσα απολογητικά και μυστικιστικά στοιχεία ανακαλύπτουν δήθεν στον Χέγκελ στρέφονται πολύ περισσότερο ενάντια στους ίδιους, αφού σε αυτούς ακριβώς αυτά τα στοιχεία κυριαρχούν και γίνονται απόλυτα.
Απορρίπτοντας τις συκοφαντίες των Πόπερ, οι μαρξιστές πρέπει να ανασκευάσουν παραπέρα τα πιο «σοβαρά» επιχειρήματά τους ενάντια στη διαλεκτική, τα οποία σε μια προσεκτική εξέταση αποδεικνύονται αδιάλειπτα μια αναπαραγωγή της οπτικής της αμεσότητας.
Οι επιθέσεις των απολογητών εστιάστηκαν εδώ στη χρήση των επιστημονικών αφαιρέσεων, ως εργαλείου για την αναπαράσταση της κίνησης του αντικειμένου, που διακρίνει τη μαρξιστική όσο και τη χεγκελιανή διαλεκτική. Βέβαια στον Χέγκελ η αφαιρετική κίνηση των εννοιών αναφέρεται κυρίως στη διαδικασία της νόησης, ενώ ο Μαρξ τη συγκεκριμενοποιεί για να αναπαράγει την κίνηση της οικονομικής βάσης. Η κοινή διαλεκτική αφετηρία τους όμως είναι ότι το κάθε τι ορίζεται αυθεντικά όχι με αναφορά στον εαυτό, αλλά με αναφορά στο αντίθετό του, και εναντίον της στρέφεται κυρίως ο θετικισμός.
Σε αυτή την κατηγορία σκέψης ανήκει, π.χ., το οικείο επιχείρημα για το «διπλασιασμό των εννοιών» που εμπεριέχει η μαρξιστική ανάλυση του καπιταλισμού στο Κεφάλαιο, ένα επιχείρημα προβλημένο κατά κόρο από τον Πόπερ, τον πρόδρομό του Πλένγκε24, κ.ά. Η αστική απολογητική αξιώνει κατά βάθος έτσι ότι έννοιες όπως «κεφάλαιο», «εργασία», κ.λπ., μπορεί να χρησιμοποιούνται μόνο τεχνικά και περιγραφικά, χωρίς να γίνεται η παραμικρή αναφορά στις συσχετίσεις μέσα στην καπιταλιστική διαδικασία παραγωγής. Αυτό το τελευταίο, η επιστημονική ερμηνεία της εκμετάλλευσης από τον Μαρξ, αποκηρύσσεται σαν αναδιπλασιασμός, περιττή πολυλογία, κοκ.
Η κρυφή αξίωση που υπάρχει εδώ είναι ακριβώς ότι το κάθε τι είναι ατομικό: ο καπιταλιστής είναι τέτοιος αφ’ εαυτός και όχι μέσω της σχέσης του με τον εργάτη, ο εργάτης είναι επίσης εργάτης καθεαυτός, κοκ. Ο Πόπερ το εκφράζει ρητά βεβαιώνοντας πως «ό,τι υπάρχει είναι τα ξεχωριστά άτομα» και πως «έννοιες όπως ανθρωπότητα… αποτελούν αφαιρέσεις, που κάποτε μπορεί να γίνουν πολύ επικίνδυνες»25. Σε μια τέτοια θεώρηση, η σχεσιακότητα απορρίπτεται υποκριτικά ως αναδιπλασιασμός και το μόνο που μπορεί να πει κανείς είναι πως το κάθε τι υπάρχει.
Ότι οι παραπάνω θέσεις δεν εκφράζουν τίποτε άλλο από ταξική προκατάληψη καταδεικνύεται από το ότι ο Πόπερ –όπως αφηγείται στην αυτοβιογραφία του– έφτασε στη σωτήρια συνειδητοποίησή τους μετά από μια νεανική εμπειρία του σε μια διαδήλωση όπου η αστυνομία είχε σκοτώσει μερικούς διαδηλωτές, αφού πρώτα είχε χρηματίσει «μαρξιστής»· ότι ο ίδιος δεν τις πιστεύει φαίνεται μεταξύ άλλων από το ότι κράτησε για τον εαυτό του το δικαίωμα να τιτλοφορήσει το έργο του «Η Ανοικτή Κοινωνία και οι Εχθροί της» (αντί του «Τα ανοιχτά άτομα...», ως θα όφειλε). Η δυσκολία –και η άσκηση για τη μαρξιστική σκέψη– έγκειται εδώ στο ότι ενώ η γελοιότητα του πράγματος είναι εμφανής όταν η λέξη «ανθρωπότητα» χαρακτηρίζεται επικίνδυνη, όταν το πράγμα επενδύεται με μια παραπλανητική ορολογία, «αναδιπλασιασμός των εννοιών», «ουσιολογι-σμός», κοκ., δημιουργείται η εντύπωση πως πρόκειται για κάτι βαθυστόχαστο.
Η αστική απολογητική, μένοντας πιστή στον απόλυτο τρόπο σκέψης που ο Χέγκελ είχε υπονομεύσει, κινήθηκε σε ένα μεταφυσικό δίπολο: είτε ο απόλυτος διαχωρισμός των αντιθέτων, είτε η απόλυτη συνταύτισή τους. Δεδομένου ότι ο απόλυτος διαχωρισμός λαμβανόταν αδιάλειπτα ως σημείο εκκίνησης από τους απολογητές (με την επίκληση του νόμου της ταυτότητας) η συνταύτιση των αντιθέτων ακολουθούσε ως επόμενο, αυτό-αναιρετικό βήμα, αναπόφευκτο όταν οι απολογητές σκόνταφταν πάνω στις πραγματικές σχέσεις. Με τον τρόπο αυτό όμως η απολογητική όχι μόνο έπεφτε η ίδια στις λογικές αντιφάσεις που καταλόγιζε στους αντιπάλους της, αλλά επίσης δημιουργούσε φανταστικές ουσίες που έπαιζαν ρόλο στηριγμάτων στις σχολαστικές κατασκευές της. Ο «ουσιολογισμός», που καταγγέλλουν προσποιητά οι Πόπερ στον Χέγκελ, δεν είναι παρά η δική τους συνέχιση της ιδεαλιστικής αυθαιρεσίας, η προσπάθειά τους να εμφανίσουν ότι η νόηση εισάγει τις διασυνδέσεις που οι ίδιοι έχουν προηγούμενα αρνηθεί ανάμεσα στα πράγματα, διασυνδέσεις μάλιστα παραμορφωμένες και φανταστικές, που δεν κάνουν άλλο από το να μεταθέτουν στην ύπαρξη τα γνωρίσματα της παρακμιακής αστικής συνείδησης και να παρουσιάζουν ως «ουσίες» τις παρωχημένες σχέσεις που τείνουν να ξεπεραστούν.
Η κριτική των αστικών συκοφαντιών και παραχαράξεων του Χέγκελ δεν μπορεί, βέβαια, παρά να έχει προκαταρκτικό χαρακτήρα σε σχέση με την καθαυτό διαλεκτική επεξεργασία. Είναι όμως αναγκαία, γιατί όλη η εξειδικευμένη φιλοσοφική φιλολογία, παράλληλα με επιμέρους ενοράσεις, βρίθει από παρανοήσεις αυτού του είδους, έτσι που χωρίς οριοθέτησή απέναντί τους, καμιά εποικοδομητική μαρξιστική προσέγγιση της χεγκελιανής κληρονομιάς δεν είναι δυνατή. Μια σειρά μαρξιστές και φυσικοί επιστήμονες κατρακύλησαν στο θετικισμό ακριβώς επειδή παρασύρθηκαν από τις θετικιστικές παραχαράξεις της διαλεκτικής.
9. Βασικό καθήκον στην παραπέρα θετική ανάπτυξη της διαλεκτικής, όπως είχε προσδιορίσει ο Λένιν στα σχόλιά του για τον Χέγκελ, αποτελεί «η μελέτη της αντίφασης μέσα στη ίδια την ουσία των αντικειμένων»26. Αυτή η μελέτη περιλαμβάνει τον υλιστικό σχολιασμό των σχετικών διατυπώσεων του Χέγκελ και των κλασικών του μαρξισμού, στο φως της ανάπτυξης των φυσικών επιστημών στον 20ό αιώνα, που προσφέρει άφθονο εμπειρικό υλικό για την αντιφατικότητα των φυσικών οντοτήτων και διαδικασιών στο κοσμικό επίπεδο.
Η αντίφαση για τον Χέγκελ είναι καθολική και πραγματική: αντιφατική είναι η κίνηση, αντιφατικά είναι τα φαινόμενα αλλά και τα ίδια τα πράγματα. Στην έννοια της αντίφασης καθρεφτίζεται το γεγονός ότι τα αντίθετα δεν είναι μόνο εξωτερικά αλλά και εσωτερικά: περιέχουν και μετατρέπονται το ένα στο άλλο. Το έτερο του πράγμα- τος περιέχεται στον εαυτό του, το κάθε τι περιέχει κάτι από κάθε τι άλλο. Το λάθος της τυπικής λογικής, συμπυκνωμένο στην αρχή της ταυτότητας Α=Α, είναι ότι παραβλέπει αυτή την εσωτερική συνύπαρξη, υποθέτοντας τα αντίθετα ως μόνο αλληλοαποκλειόμενα. Σε αυτή τη θεώρηση, τα αντίθετα και γενικά κάθε ον πρέπει να είναι καθαρά, και δεν μπορεί να μπαίνει κανένα θέμα αμοιβαίας μετατροπής τους, αφού εκ των προτέρων γίνεται δεκτό ότι δεν έχουν τίποτα κοινό. Ωστόσο, η ίδια η κίνηση γίνεται τότε ανεξήγητη, αφού τα αντικείμενα θα έπρεπε να παραμένουν εσαεί στην αδιατάρακτη ταυτότητά τους. Η αντίφαση είναι η ενότητα των αντιθέτων μέσα στο κάθε τι, και αυτή η ενότητα και η διακύμανση είναι η πηγή γενικά της κίνησης και ειδικά των αλματικών μετατροπών.
Ο μαρξισμός παρέλαβε αυτούσιες αυτές τις ιδέες του Χέγκελ, διευκρινίζοντάς τις παραπέρα σε ορισμένα ουσιώδη σημεία. Μια κρίσιμη προσθήκη, διακριτική για την υλιστική διαλεκτική, έγινε από τον Λένιν, με την πρόταση ότι η αντίθεση είναι γενικά πιο ισχυρή από την ενότητα: «Η ενότητα (η σύμπτωση, ταυτότητα, συνισταμένη) των αντιθέσεων είναι συμβατική, προσωρινή, παροδική σχετική. Η πάλη των αλληλοαποκλειόμενων αντιθέσεων είναι απόλυτη, όπως απόλυτη είναι η ανάπτυξη, η κίνηση»27.
Αυτή η πρόταση αιτιολογεί μεταξύ άλλων τη σχετική αλήθεια της τυπικής λογικής: τα αντίθετα μπορεί να θεωρηθούν καθαρά σε ορισμένα όρια, αν αγνοηθούν τα στοιχεία ενότητας, επειδή γενικά είναι ασθενέστερα και σε μια ορισμένη συνάφεια μπορεί να μην είναι σημαντικά. Από την υπεροχή της αντίθεσης απέναντι στην ενότητα απορρέουν μια σειρά ζωτικά γνωρίσματα της υλιστικής διαλεκτικής (εν μέρει επεξεργασμένα και από τον Χέγκελ): η έννοια της διαδικασίας, ως ενότητας σχετικά διακριτών στιγμών ή σταδίων, η ανάπτυξη μέσα από αντιφάσεις, η αυξανόμενη εσωτερική διαφοροποίηση και συνθετότητα κάθε όλου. Βέβαια, αν η ενότητα ήταν γενικά πιο ισχυρή, η κίνηση βαθμιαία θα κατέπαυε και θα προέκυπτε μια διαρκής ισορροπία, στην οποία περίπτωση θα οδηγούμασταν μοιραία σε μια ιδεαλιστική εκδοχή της διαλεκτικής, με την αναγκαία αποδοχή της «πρώτης ώθησης» από το Θεό.
Η υπεροχή της αντίθεσης εκδηλώνεται, κατά τον Λένιν, στο «χωρισμό του ενιαίου στα αντιθετικά του μέρη». Ωστόσο, πάντα ορισμένα στοιχεία ενότητας διατηρούνται, και η γνώση εστιάζει στην ανακάλυψή τους: «Όρος της γνώσης όλων των προτσές του κόσμου στην “αυτοκίνησή” τους, στην αυθόρμητη ανάπτυξή τους, στην έντονη ζωή τους, είναι η γνώση τους σαν ενότητας αντιθέσεων»28. Αυτή η έμφαση της γνωστικής διαδικασίας στην αναγνώριση της ενότητας δικαιολογείται από το ότι τα στοιχεία ενότητας είναι ζωτικά, γιατί σε αυτά αντανακλάται το σύνολο του αντικειμένου, η ίδια η κίνηση όντας ουσιαστικά η διαφοροποίησή τους, η διαρκής αναπαραγωγή της σχετικής ενότητας με διαφοροποιημένο τρόπο.
Η επανάσταση των φυσικών επιστημών στον 20ό αιώνα πρόσφερε πλούσια υποστήριξη στις διαλεκτικές ιδέες. Η κβαντική θεωρία κατέδειξε την αντιφατικότητα στα θεμέλια του μικρόκοσμου. Αποδείχτηκε ότι οι βασικές αντίθετες οντότητες του κβαντικού επιπέδου, το σωμάτιο και το κύμα, εμπεριέχουν η μια την άλλη. Όλα τα σωματίδια, όπως το ηλεκτρόνιο, έχουν κυματικές ιδιότητες, ενώ κάθε ακτινοβολία έχει σωματιδιακές ιδιότητες, τις οποίες μπορεί να εκδηλώνουν ανάλογα με τις συνθήκες. Ένα πλήθος φαινομένων του μικρόκοσμου, όπως η διέλευση των σωματιδίων και του φωτός από μια διπλή σχισμή, εξηγούνται ικανοποιητικά μόνο με την παραδοχή της συνύπαρξης των αντιθετικών, σωματιδιακών και κυματικών όψεων σε κάθε οντότητα. Ταυτόχρονα, φαινόμενα όπως τα κβαντικά άλματα αντανακλούν το δυναμικό, ασυνεχή χαρακτήρα των μεταπτώσεων στο μικροκοσμικό επίπεδο, που οδηγούν σε ποιοτικές μεταβολές.
Στην παρουσίαση της αντίθεσης ανάμεσα στο σωμάτιο και το κύμα, ο Χάιζενμπεργκ, θεμελιωτής της κβαντικής φυσικής μαζί με τον Μπορ, χρησιμοποιεί την τυπική μαρξιστική-χεγκελιανή εικόνα των αντιθέτων ως ταυτόχρονα αλληλοαποκλειόμενων και αλληλένδετων. Στην ειδική κβαντομηχανική ορολογία, αυτό εκφράστηκε με τις έννοιες του σωματιδιακο-κυματικού δυϊσμού και της συμπληρωματικότητας.
«Ο Μπορ», παρατηρεί σχετικά ο Χάιζενμπεργκ, «συνέστησε τη χρήση και των δυο εικόνων, που τις χαρακτήρισε “συμπληρωματικές” μεταξύ τους. Οι δυο αυτές εικόνες αποκλείουν φυσικά αμοιβαία η μια την άλλη, γιατί ένα συγκεκριμένο πράγμα δεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα σωματίδιο (δηλ. ύλη, περιορισμένη σε ένα πολύ μικρό όγκο) και κύμα (δηλ. ένα πεδίο, εκτεινόμενο σε ένα πολύ μεγάλο χώρο). Αλλά οι δυο εικόνες αλληλοσυμπληρώνονται, αν παίξει κανείς με τις δυο εικόνες, πηγαίνοντας από τη μια στην άλλη και ξανά πίσω, τότε παίρνει στο τέλος τη σωστή εντύπωση για το παράξενο είδος πραγματικότητας, που κρύβεται πίσω από τα ατομικά μας πειράματα»29.
Αυτό οδήγησε τον Χάιζενμπεργκ σε μια εικόνα του κόσμου που δίνει έμφαση στις διαδικασίες παρά στα αντικείμενα, στο “γίγνεσθαι” παρά στο “είναι”, στο πνεύμα των σχετικών διακηρύξεων του Χέγκελ, του Ένγκελς και του Λούκατς:
«Είναι πάντα η ίδια ύλη, οι ίδιοι διάφοροι χημικοί συνδυασμοί, που μπορούν να ανήκουν σε οποιοδήποτε αντικείμενο, σε ορυκτά όσο και σε ζώα ή φυτά. Ακόμη κι οι δυνάμεις, που επενεργούν ανάμεσα στα διάφορα μέρη της ύλης, δεν διαφέρουν κατά βάση στα διάφορα αντικείμενα. Αυτό που πραγματικά μπορεί να διακρίνει κανείς είναι το είδος των συνδυασμών, που για ορισμένα φαινόμενα είναι ιδιαίτερα σημαντικό… Ο κόσμος φαίνεται μ’ αυτόν τον τρόπο σαν ένας πολύπλοκος ιστός από φαινόμενα, στα οποία πολύ διαφορετικοί συνδυασμοί εναλλάσσονται, διασταυρώνονται και συνεπιδρούν και καθορίζουν με αυτό τον τρόπο τη δομή ολόκληρου του ιστού»30.
Από την άλλη μεριά, η κοσμολογία της Μεγάλης Έκρηξης και η ενοποίηση των φυσικών δυνάμεων στις ενοποιημένες θεωρίες, έδωσαν συγκεκριμένο νόημα και στην έννοια της φυσικής ιστορίας. Όπως προέκυψε, η κίνηση της φύσης ως όλο συνιστά μια διαλεκτική διαδικασία, που προχωρά από την αρχική ενότητα των δυο βασικών δυνάμεων, της ηλεκτρονικής και της βαρύτητας, στις πρώτες στιγμές της έκρηξης, στη ρήξη της συμμετρίας, την ανάπτυξη των αντιθέσεων και διαφοροποιήσεων των φυσικών επιπέδων και την αποκατάσταση μιας ανώτερης ενότητας. Η στιγμή της ρήξης της συμμετρίας αντιστοιχεί στο λενινιστικό «χωρισμό του ενιαίου στα αντιθετικά του μέρη» και η διατήρηση ενός στοιχείου ενότητας των αντιθέτων αντανακλάται στο ότι η συμμετρία δεν καταστρέφεται πλήρως αλλά παραμένει σαν «σπασμένη» ή «κρυμμένη συμμετρία».
Η ταύτιση της φυσικής εξέλιξης με το διαλεκτικό σχήμα αναγνωρίζεται από κορυφαίους φυσικούς επιστήμονες όπως ο Μίτσιο Κάκου, που μιλώντας για την υποκείμενή της αρχή της ρήξης της συμμετρίας επισημαίνει:
«Αυτή είναι η ουσία της διαλεκτικής. Σύμφωνα με αυτή τη φιλοσοφία, όλα τα αντικείμενα (οι άνθρωποι, τα αέρια, το ίδιο το Σύμπαν) περνούν από μια σειρά σταδίων. Κάθε στάδιο χαρακτηρίζεται από μια σύγκρουση ανάμεσα σε δυο αντιτιθέμενες δυνάμεις. Η φύση αυτής της σύγκρουσης καθορίζει στην πραγματικότητα τη φύση του σταδίου. Όταν η σύγκρουση επιλύεται, το αντικείμενο πηγαίνει σε ένα ανώτερο στάδιο, αποκαλούμενο η σύνθεση, όπου ξεκινά μια νέα αντίφαση, και η διαδικασία ξεκινά πάλι σε ένα ανώτερο επίπεδο. Οι φιλόσοφοι το αποκαλούν αυτό μετάβαση από την ποσότητα στην ποιότητα. Μικρές ποσοτικές αλλαγές τελικά συσσωρεύονται ώσπου υπάρχει μια ποιοτική ρήξη με το παρελθόν. Αυτή η θεωρία εφαρμόζεται στις κοινωνίες επίσης. Οι εντάσεις σε μια κοινωνία μπορεί να αυξηθούν δραματικά, όπως έκαναν στη Γαλλία στα τέλη του 18ου αιώνα. Οι αγρότες αντιμετώπιζαν την πείνα, αυθόρμητες εξεγέρσεις για τροφή λάβαιναν χώρα, και η αριστοκρατία υποχώρησε πίσω από τα κάστρα της. Όταν οι εντάσεις έφτασαν στο σημείο ρήξης, μια μετάβαση φάσης συνέβηκε από το ποσοτικό στο ποιοτικό: Οι αγρότες πήραν τα όπλα, κατέλαβαν το Παρίσι και εκπόρθησαν τη Βαστίλη»31.
Ταυτόχρονα, η επιστήμη βεβαιώνει ότι η διαδικασία προχωρά σε όλες τις φάσεις αυθόρμητα: μέσα από την κίνηση των αντιφάσεων η ύλη αυτο-οργανώνεται χωρίς καμιά εξωτερική παρέμβαση. Αυτό οδήγησε κορυφαίους σύγχρονους φυσικούς, όπως οι Χόκινγκ, Γουάινμπεργκ, Γκελ Μαν, Φέινμαν και άλλοι, σε ανοιχτά υλιστικά και αθεϊστικά συμπεράσματα.
Σύμφωνα με την κλασική διατύπωση του Χόκινγκ: «Είναι περιττή η επίκληση ενός Θεού. Μπορεί κανείς να πει: “Οι οριακέ . συνθήκες του Σύμπαντος είναι ότι το Σύμπαν δεν έχει όρια”. Το Σύμπαν περιέχει τον εαυτό του και δεν επηρεάζεται από οτιδήποτε άλλο έξω από αυτό. Δεν δημιουργείται ούτε καταστρέφεται: ΥΠΑΡΧΕΙ»32.
Η επιστήμη καταρρίπτει έτσι τον ισχυρισμό του Χέγκελ –τη μόνη νοητή ανασκευή της υλιστικής διαλεκτικής, εφόσον θα μπορούσε να τεκμηριωθεί– ότι η φύση δεν είναι ικανή να υποστηρίξει τις αντιφάσεις της.
Ταυτόχρονα, η ανάπτυξη των πιο πρόσφατων επιστημονικών θεωριών ανακινεί και επιβεβαιώνει τα ζητήματα της διαλεκτικής μεθόδου της γνώσης που ανακίνησε ο μαρξισμός. Ιδιαίτερα χτυπητή είναι εδώ η αναλογία ανάμεσα στη μεθοδολογία της κβαντικής ηλεκτροδυναμικής, της πιο σύγχρονης εκδοχής της κβαντικής θεωρίας που επεξεργάστηκε ο Φέινμαν, και τη μεθοδολογία του μαρξισμού. Η κβαντική ηλεκτροδυναμική ξεκινά από τα στοιχειώδη συμβάντα του μικρόκοσμου: μετακίνηση του ηλεκτρονίου, μετακίνηση του φωτονίου και σύζευξη ηλεκτρονίου-φωτονίου (τα δυο πρώτα αντιπροσωπεύοντας ποσοτικές αλλαγές, ενώ το τρίτο όντας η στιγμή ενότητας των αντιθέτων). Μέσω αυτών οδηγείται σε διακρίσεις ανάμεσα στα πραγματικά σωμάτια και τα ιδανικά αντίστοιχα των σωματίων, υπολογίζοντας τα μεγέθη των τελευταίων και χρησιμοποιώντας τα για να επιλύει προβλήματα με πραγματικά σωμάτια33. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, ο Μαρξ ξεκινά στο Κεφάλαιο από το στοιχειώδες συμβάν του καπιταλιστικού μικρόκοσμου, την ανταλλαγή εμπορευμάτων, για να επεξεργαστεί αντίστοιχα δίπολα εννοιών, όπως αφηρημένη/συγκεκριμένη εργασία, αξιοποιώντας τα στην ανάλυση της εξέλιξης του καπιταλισμού. Η επιστήμη συντρίβει έτσι τη ρηχή θετικιστική κριτική του μαρξισμού, για το αχρείαστο των επιστημονικών αφαιρέσεων και γενικεύσεων.
Οι πιο πρόσφατες αναπτύξεις, όπως οι θεωρίες των χορδών και η κβαντική βαρύτητα βρόχων, θέτουν μια σειρά σύνθετα ζητήματα σχετικά με τη σχέση του χώρου και του χρόνου προς την ύλη και της φύσης του κοσμικού όλου, σε συμπαντικό όσο και μικροκοσμικό επίπεδο. Η κύρια τάση τους, όπως διαγράφεται από τα ως τώρα δεδομένα, αφορά την αναγνώριση της αμετακίνητης αντιφατικότητας του όλου, η οποία εδώ παρουσιάζεται ως μια ενότητα του συνεχούς και τους ασυνεχούς, μέσα στην οποία το ασυνεχές έχει πρωταρχικό ρόλο. Έτσι, ενώ στη θεωρία της σχετικότητας ο χωροχρόνος αναγνωριζόταν ως συνεχής, ένα κοσμικό υπόβαθρο της ύλης που δεν έχει άμεση σχέση με αυτή, αν και επηρεάζεται από την παρουσία της, στην κβαντική βαρύτητα βρόχων γίνεται δεκτό ότι ο χωροχρόνος κβαντώνεται στην πιο μικροσκοπική κλίμακα και καθιερώνεται μια άρρηκτη συνύφανση με την ύλη. Από την άλλη μεριά, η ενότητα και αλληλομετατροπή του χώρου και του χρόνου γίνεται έκδηλη στην κοσμολογία της μεγάλης έκρηξης, μεταξύ άλλων στο γεγονός ότι στο εσωτερικό μιας μαύρης τρύπας οι διαστάσεις του χώρου και του χρόνου αντιστρέφονται.
Η τεράστια ποικιλία των διαλεκτικών προβλημάτων που ανακινεί η σύγχρονη φυσική καθιστά επίκαιρη την οικεία ρήση του Λένιν για την ανάγκη γνωριμίας των φυσιοδιφών με τις διαλεκτικές παραδόσεις του Χέγκελ, ώστε να εξάγουν με συνέπεια τις φιλοσοφικές γενικεύσεις της επιστήμης τους. Ο Χέγκελ είναι ίσως πιο ζωτικός εδώ από τον Μαρξ, ακριβώς γιατί οι νόμοι της διαλεκτικής παρουσιάζονται σε αυτόν, έστω και μυστικοποιημένα, με μια γενικευμένη μορφή, και όχι εξειδικευμένα στην ανθρώπινη κοινωνία, όπως στο Κεφάλαιο. Η πρόοδος που επιτέλεσαν οι μεγάλοι φυσικοί, οι περισσότεροι πηγαίοι διαλεκτικοί, στην εξαγωγή των πορισμάτων της επιστήμης, όντας σημαντική, δεν αρκεί από μόνη της για την ολοκλήρωση της επιστημονικής κοσμοθεώρησης. Όσο είναι λοιπόν αλήθεια ότι η εξαγωγή των γενικεύσεων προϋποθέτει ειδική γνώση των επιστημονικών θεωριών, που σήμερα έχουν καταστεί εξαιρετικά περίπλοκες και μαθηματικοποιημένες, άλλο τόσο αληθεύει ότι η διαλεκτική φιλοσοφική παιδεία είναι αναγκαία στην κατανόηση των θεμελίων τους. Οι μαρξιστές καλούνται να παίξουν ένα ιδιαίτερο ρόλο εδώ, δίνοντας μια ώθηση στις πηγαίες διαλεκτικές τάσεις των μεγάλων φυσικών.
10. Η μελέτη της αντίφασης πρέπει να περιλαμβάνει, ως μια κομβική στιγμή αυτογνωσίας, τη μελέτη και κατανόηση της ίδιας της εξέλιξης του μαρξισμού ως μιας ενιαίας, αντιφατικής διαδικασίας. Αυτό απαιτεί την υιοθέτηση μιας συνθετικής οπτικής, η οποία γίνεται δυνατή μόνο στα σχετικά προχωρημένα στάδια της εξέλιξης κάθε πεδίου, του μαρξισμού συμπεριλαμβανόμενου.
Στην προοδευτική αστική φιλοσοφία, το συνθετικό στάδιο ξεκινά με τον Φίχτε και κορυφώνεται στον Χέγκελ. Ο Φίχτε, στον οποίο χρωστάμε τον ορισμό της σύνθεσης, «η συνθετική διαδικασία συνίσταται στην ανακάλυψη στα αντίθετα της άποψης στην οποία είναι όμοια»34, είχε μια αρκετά επαρκή κατανόηση των προγενέστερων συστημάτων σκέψης του Καντ, του Λάιμπνιτς και του Σπινόζα, με τα οποία συναρτούνταν ποικιλότροπα το δικό του σύστημα. Με τον Χέγκελ, η συνθετική προσέγγιση επεκτείνεται στο σύνολο της προοδευτικής ανθρώπινης σκέψης, ξεκινώντας από την αρχαία ελληνική φιλοσοφία και φτάνοντας ως τους συγχρόνους του, Καντ και Φίχτε, τους προδρόμους τους, βρετανούς εμπειριστές και γάλλους υλιστές, κοκ. Ασφαλώς, ο Χέγκελ ερμηνεύει συχνά μονόπλευρα και διαστρεβλώνει λόγω του ιδεαλισμού του το νόημα προγενέστερων φιλοσοφιών, ιδιαίτερα των υλιστικών. Ωστόσο, είναι σαφές ότι τις κατανοεί ως αναγκαίες στιγμές της εξέλιξης και παρουσιάζει το περιεχόμενο των διαφόρων ρευμάτων όχι με το μονόπλευρο, συχνά μεγαλοποιημένο τρόπο που το συνέλαβαν οι δημιουργοί τους, αλλά με βάση την πραγματική αλήθεια τους που ενσωματώνεται στο όλο, τη θέση τους ως διαλεκτικά ξεπερασμένων στιγμών της εξέλιξης. Με τον τρόπο αυτό πραγματεύεται στο Πίστη και Γνώση ακόμη και τους πολύ κοντινούς του στοχαστές του υποκειμενικού ιδεαλισμού (Καντ, Γιάκομπι και Φίχτε), τους οποίους αξιώνει να ξεπερνά από μια αντικειμενική, αν και ακόμη ιδεαλιστική, άποψη35.
Στην εξέλιξη της μαρξιστικής σκέψης, αντίθετα, αυτή η συνθετική προσέγγιση δεν έγινε ως τώρα δυνατή. Αν εξαιρέσουμε τους θεμελιωτές του μαρξισμού, τον Μαρξ και τον Ένγκελς, ανάμεσα στους οποίους υπήρχε μια ισχυρή αν και όχι πάντα άμεσα ορατή, αλληλεπίδραση, και τον Λένιν, ο οποίος ήταν κατά κανόνα ικανός να εκτιμά και να αναδεικνύει τα σωστά στοιχεία κάθε αυθεντικά μαρξιστικής τάσης, οι περισσότεροι μαρξιστές όχι σπάνια επιδόθηκαν σε διαμάχες στις οποίες η οξύτητα περίσσευε ενώ απουσίαζε μια ακριβής κατανόηση της πραγματικής άποψης του αντιπάλου. Δεν μιλάμε εδώ μόνο για περιπτώσεις όταν ένας μαρξιστής έπαιρνε ένα ριζικά λαθεμένο δρόμο ή περνούσε ανοιχτά στην αστική όχθη, όπου η πολεμική επιβαλλόταν από τα πράγματα (αν και εκεί επίσης οδήγησε συχνά σε μια συνολική απόρριψη, δυσχεραίνοντας έτσι και την κατανόηση των αδυναμιών που παρήγαγαν τα λάθη – αρκεί να αναφέρουμε εδώ τη στάση των περισσότερων μαρξιστών απέναντι στον Κάουτσκι, του οποίου το προγενέστερο θεωρητικό έργο πρακτικά αγνοήθηκε μετά το πέρασμά του στο σοβινισμό το 1914). Πέρα από αυτές, υπήρξε ένας μεγάλος αριθμός από διαμάχες ανάμεσα σε μαρξιστές όπου κάθε πλευρά υπεράσπιζε πεισματικά το στοιχείο της και δεν ήταν ικανή να εκτιμήσει το στοιχείο αλήθειας της άλλης, ένα τυπικό παράδειγμα όντας η πάλη ανάμεσα στον Τρότσκι, τον Μπουχάριν και τον Ζινόβιεφ μετά το θάνατο του Λένιν. Τέτοιες διαμάχες έδειχναν μια ανεπαρκή κατανόηση των όρων για να διεξαχθεί νικηφόρα ο αγώνας ενάντια σε έναν αντίπαλο όπως η παγκόσμια αστική τάξη, φέρνοντας στο μυαλό την αποστροφή του Φίχτε για το μυστικό εγωισμό των καλών, που αντί να πολεμήσουν από κοινού το κακό μάχονται μεταξύ τους για να θριαμβεύσει η ιδιαίτερη άποψη του καθενός τους36. Είναι χαρακτηριστικό της έλλειψης μιας συνολικής προσέγγισης (που επιδεινώθηκε τα μέγιστα από τη σταλινική διαστροφή) και των υπερβολικών αξιώσεων από την άλλη, ότι η πρώτη αξιόλογη ιστορία του μαρξισμού γράφτηκε στη δεκαετία του 1960 από τον γιουγκοσλάβο μαρξιστή Πρέντραγκ Βρανίτσκι και ότι αυτή επίσης έκανε όλη την εξέλιξη να καταλήγει στο γιουγκοσλαβικό μαρξισμό.
Η συνθετική προσέγγιση δεν ήταν δυνατή όσο δεν είχαν αναπτυχθεί τα επιμέρους στοιχεία του μαρξισμού σε διάφορα πεδία, και η απαίτηση αποσαφήνισής τους δικαιολογούσε και έκανε αναπόφευκτες, παρά τις υπερβολές, για μια μεγάλη περίοδο ορισμένες διαμάχες. Ωστόσο, η αποσπασματική, αναλυτική περίοδος, κορυφωμένη στο έργο του Λούκατς, ολοκληρώθηκε στη δεκαετία του ’70, δίνοντας ό,τι είχε να δώσει. Με το γεγονός αυτό συνδέεται η τωρινή στασιμότητα του μαρξισμού, η οποία, σε ένα βαθύτερο επίπεδο, δεν αντανακλά μια διάψευση, αλλά τη δυσκολία του περάσματος από το αναλυτικό στο συνθετικό στάδιο.
Το είδος της δυσκολίας που εμπεριέχεται εδώ θα γίνει έκδηλο με μια αναφορά στον προσανατολισμό του έργου του Λούκατς, το οποίο συνιστά στην ουσία του μια υπεράσπιση του μαρξισμού. Οπωσδήποτε ο Λούκατς, με τη βαθιά φιλοσοφική του γνώση και την απαράμιλλη διανοητική του σοβαρότητα, είχε την ικανότητα να διακρίνει τις διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στις αστικές-αντιδραστικές απόψεις (από τις οποίες είχε επηρεαστεί για ένα διάστημα) και τις μαρξιστικές και προοδευτικές τάσεις, υποστηρίζοντας κάθε τι δυνάμει εντασσόμενο στις τελευταίες. Σε αυτή τη συνάφεια, δεν ξεχώρισε μόνο, αλλά προώθησε και ανέπτυξε ό,τι ήταν ουσιαστικό στο μαρξισμό, καλύπτοντας ολόκληρες περιοχές όπως η λογοτεχνία, τις οποίες δεν είχε προηγούμενα επισκοπήσει επαρκώς η μαρξιστική σκέψη. Ωστόσο, σε όλο αυτό παρέμεινε ένα στοιχείο στατικότητας και μια καθυστέρηση σε σχέση με την εξέλιξη, ορατά στο γεγονός ότι η διαπραγμάτευση εστίαζε στις εξελίξεις του 19ου αιώνα, είτε πρόκειται για την εξέλιξη της αστικής φιλοσοφίας, είτε για το ρεαλισμό και το νατουραλισμό στην τέχνη. Άψογα επαρκής σε αυτά τα πεδία, ο Λούκατς υπολειπόταν όταν περνούσε στο παρόν, γιατί του έλειπε μια ισχυρή αίσθηση του νεωτερισμού και του δυναμισμού της εξέλιξης, παρότι, βέβαια, οι συμβολές του αναφορικά με τον προσανατολισμό μέσα στο νέο δεν ήταν ευκαταφρόνητες (βλ. τις κριτικές του στο σταλινισμό και τη σύνοψη των ιδεολογικών προοπτικών στην έξοχη συζήτηση με τους μαθητές του το 1966). Η τωρινή κατάσταση του πολιτισμού, ωστόσο, απαιτεί να βρίσκεται κανείς εμπρός από την εξέλιξη, διακρίνοντας τις ουσιώδεις τάσεις στα υπό ανάπτυξη γεγονότα και αυτό με τη σειρά του προϋποθέτει και καλεί σε μια ανακαίνιση του ίδιου του μαρξισμού.
Η παραπέρα πρόοδος του μαρξισμού εξαρτάται έτσι και συνδέεται αποφασιστικά με το πέρασμα στο συνθετικό στάδιο, όπου τα ανοικτά ζητήματα του παρελθόντος και τα μελλοντικά καθήκοντα θα τίθενται αποφασιστικά σε συνάφεια με το όλο της εξέλιξης, της οποίας κατανοείται η ουσία σε κάθε ειδικό πεδίο. Μια παρόμοια προσέγγιση δεν μπορεί παρά να βασίζεται στην αρχή ότι η αλήθεια των κατώτερων σταδίων μπορεί να συλληφθεί μόνο από την άποψη του ανώτερου.
Η ανάπτυξη του μαρξισμού ως όλο, ανεξάρτητα από αστοχίες και προσωρινές οπισθοδρομήσεις, είναι μια νομοτελής διαδικασία. Η ουσία της έγκειται στη βαθμιαία επέκταση της νέας θεώρησης από την οικονομία στα πεδία της φύσης, της κουλτούρας και της νόησης. Ο Μαρξ θεμελίωσε τον οικονομικό υλισμό και έδωσε επίσης μερικές λαμπρές εφαρμογές του στην ιστορία και την ταξική πάλη. Ο Ένγκελς προέβηκε σε μια πρώτη διατύπωση του διαλεκτικού υλισμού στη φύση, με αδύναμες ρίζες όμως στο πρόβλημα της ιστορίας. Με τον Λένιν η έμφαση μετατοπίζεται από την οικονομία στην πολιτική, ως αποκρυστάλλωση της ταξικής πάλης, καθώς ωριμάζουν οι συνθήκες για τη σοσιαλιστική επανάσταση. Η κατεύθυνση διατηρείται από τον Τρότσκι, με μια εστίαση όμως στην ιστορική-πολεμική διάσταση και μια οπισθοχώρηση από την άποψη της οικονομικής θεμελίωσης, ενώ οι Γκράμσι, Μπουχάριν και Λούκατς στρέφονται στα πεδία της κουλτούρας και της φιλοσοφίας, σε συνάφεια με την επεξεργασία της διαλεκτικής μεθόδου. Άλλοι επιφανείς μαρξιστές στα τέλη του 19ου και στον 20ό αιώνα (Κάουτσκι, Χίλφερντινγκ, Πλεχάνοφ, Λούξεμπουργκ, Λουνατσάρσκι, Ιλιένκοφ, κ.ά.) συμπληρώνουν ορισμένες ουσιώδεις όψεις, χωρίς όμως να θεμελιώνουν ή ενσαρκώνουν μια στιγμή σε έναν εντελώς νέο προσανατολισμό.
Κρίσιμη για την κατανόηση της τωρινής στιγμής είναι η περίοδος μετά το θάνατο του Λένιν. Στην περίοδο αυτή η μαρξιστική σκέψη αποδεικνύεται ανεπαρκής στο να επιλύσει τα προβλήματα του περάσματος από την κατάκτηση της εξουσίας στη σοσιαλιστική αναδιαμόρφωση της κοινωνίας και της γενικευμένης αντίδρασης της αστικής τάξης στο πρώτο ρήγμα που άνοιξε στο σύστημά της η Οκτωβριανή Επανάσταση. Κύριες φυσιογνωμίες και πρωταγωνιστές της, το έργο των οποίων διατηρεί διαρκή αξία, είναι ο Τρότσκι, ο Γκράμσι και ο Λούκατς. Παρμένοι από κοινού ορίζουν έναν κύκλο του μαρξισμού, που οδηγεί στην αφετηρία του τωρινού συνθετικού σταδίου. Σε αυτό τον κύκλο, ο Τρότσκι εκπληρώνει μια πορεία από το συγκεκριμένο στο αφηρημένο, ο Γκράμσι ενσαρκώνει την αφηρημένη στιγμή και ο Λούκατς την αντίστροφη πορεία από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο.
Το σημείο εκκίνησης του Τρότσκι ήταν η δημοσιολογία για την τρέχουσα πολιτική, σε αναλογία με τους αριστερούς μενσεβίκους της Ρωσίας. Όπως δείχνει η έξοχη σύγκρισή του του Λένιν με τον Μάρτοφ στις φιλοσοφικές του σημειώσεις37, σύντομα αντιλήφθηκε την ανάγκη αναφοράς στις πλατιές ιστορικές τάσεις. Η θεώρηση του όλου παρέμεινε, ωστόσο, στον Τρότσκι σε κάποιο βαθμό γενική και αδιαφοροποίητη (π.χ., η αδυναμία του να υπολογίσει επαρκώς το ρόλο του κοινοβουλευτισμού στη Δύση και τη σημασία της απόλυτης κυριαρχίας του αγροτικού στοιχείου στην Ανατολή), και αυτό το στοιχείο ακαμψίας είχε ως συνέπεια να μη δώσει τη μάχη ενάντια στο σταλινισμό με επαρκή τρόπο, που θα πρόσφερε πρακτικές πιθανότητες επιτυχίας. Από την άλλη μεριά, ο Μπουχάριν, ο οποίος διακρινόταν από ευλυγισία, είχε ένα μόνιμο πρόβλημα στο να διαμορφώνει μια σταθερή κεντρική θέση, το αποτέλεσμα όντας οι ουσιώδεις συμβολές του να αποτελούν ένα συμπλήρωμα του Τρότσκι38.
Ο Γκράμσι συνεχίζει την, ελλιπή ακόμη στον Τρότσκι, πορεία από το συγκεκριμένο στο αφηρημένο, οδηγώντας την ως την αφηρημένη στιγμή, μια αποφασιστική στιγμή αυτογνωσίας του κινήματος. Οι πυκνές αναλύσεις του στο Παρελθόν και Παρόν ανιχνεύουν τα βαθύτερα αίτια της ήττας του κινήματος στις αποφασιστικές μάχες του Μεσοπολέμου με τον ανερχόμενο φασισμό, εντοπίζοντάς τα στον υποκειμενισμό, την ελαιογραφική αντίληψη της ιστορίας και τις ξένες μικροαστικές επιδράσεις στο κίνημα39. Απ’ αυτή την αφετηρία, ο Γκράμσι γενικεύει τη λενινιστική αντίληψη της ηγεμονίας, επεκτείνοντάς τη στα πεδία της ιδεολογίας, της μόρφωσης και της κουλτούρας.
Η κριτική του Γκράμσι είναι σε μέγιστο βαθμό αφηρημένη, στο βαθμό που δεν θέτει ρητά το ζήτημα του σταλινισμού. Οι διαπιστώσεις του παραμένουν γενικές, έχοντας μια αναφορικότητα για όλα τα αποσυνθετικά ρεύματα της περιόδου, παρότι εκ των υστέρων ιδωμένες παραπέμπουν πρώτα και κύρια στο σταλινισμό. Αυτή η γενικότητα είναι η δυνατή αλλά και η αδύνατη πλευρά τους, καθώς η αληθινή αυτογνωσία, παρακινεί το πέρασμα στην πράξη, σε μια ορθή επαναστατικά θεμελιωμένη πράξη, δεν είναι όμως ακόμη η ίδια αυτό το πέρασμα. Ο Γκράμσι συνοψίζει τους υποκειμενικούς αλλά όχι και τους αντικειμενικούς όρους του περάσματος στην πράξη, το δεύτερο σκέλος απαιτώντας μια πρόσθετη αποσαφήνιση.
Με τον Λούκατς ξεκινά μια αντίστροφη πορεία από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο, με τη συστηματική επεξεργασία της διαλεκτικής μεθόδου και την εφαρμογή της σε συγκεκριμένα προβλήματα. Ωστόσο, η έμφαση στον Λούκατς παραμένει κύρια στην επεξεργασία, που έπρεπε ασφαλώς σε κάποιο βαθμό να προηγηθεί, παρά στην εφαρμογή. Με αυτή την έννοια, το έργο του προετοιμάζει τους όρους για την τωρινή, συγκεκριμένη βαθμίδα, μια βαθμίδα όχι πια αδιαφοροποίητα αλλά συνθετικά συγκεκριμένη, με ενσωματωμένο το σύνολο των προηγούμενων στιγμών από την έναρξη του κύκλου που σηματοδοτεί ο Τρότσκι. Η ουσία αυτής της βαθμίδας θα συνίσταται, όσο αφορά το θεωρητικό πεδίο, στην αποσαφήνιση και τον εμπλουτισμό της διαλεκτικής μέσω της συνάντησης με την επανάσταση στις φυσικές επιστήμες, όσο αφορά δε το πρακτικό στη διαλεκτική προσέγγιση των εξελίξεων στο τέλος του 20ού αιώνα, ιδιαίτερα της διάλυσης της ΕΣΣΔ, παράλληλα με την κατανόηση της σύγχρονης επίθεσης του κεφαλαίου (από την άποψη της ιδεολογικής της προπαρασκευής και της προγραμματικής-πολιτικής αντιπαράθεσης σε αυτή) και την ενσωμάτωση της οικολογικής διάστασης.
Η πορεία από τον Τρότσκι στον Γκράμσι και τον Λούκατς δεν αποτελεί μια σειρά χωριστών στιγμών, αλλά μια διαδοχή στιγμών συνδεόμενων από ένα κοινό νήμα ως το κύριο ρεύμα της μεταλενινικής μαρξιστικής σκέψης. Αυτό το κοινό νήμα δεν είναι άλλο από την αναγνώριση της συνθετότητας της εξέλιξης στα καπιταλιστικά κέντρα και της συνακόλουθης ανάγκης για αναζήτηση ενδιάμεσων σταθμών και στόχων, ώστε να απεμπλακεί η πάλη του προλεταριάτου από δυσκολίες και εμπόδια που είναι ικανή να υψώνει στις προκαταρκτικές φάσεις η αστική τάξη. Οι Τρότσκι και Γκράμσι επεξεργάζονται την προβληματική πρώτα και κύρια στο πολιτικό επίπεδο, ενώ στον Λούκατς βρίσκει την πιο γενικευμένη, φιλοσοφική της έκφραση με τον τονισμό της έννοιας της μεσολάβησης.
Ο Γκράμσι ιδιαίτερα είχε μια πολύ οξυμένη αίσθηση του γεγονότος ότι οι μακραίωνες παραδόσεις του αστικού κοινοβουλευτισμού στα καπιταλιστικά κέντρα, δεν θα επέτρεπαν την πραγματοποίηση του σοσιαλιστικού προγράμματος με την πιο καθαρή, άμεσή του μορφή, όπως κατ’ εξαίρεση έγινε τον Οκτώβρη, και ότι συνθήματα όπως η δικτατορία του προλεταριάτου δεν θα ήταν εξίσου αποτελεσματικά στη Δύση. Σημειώνοντας σε αυτή τη συνάφεια τη σημασία των μεταβατικών αιτημάτων όπως το αντικοινοβούλιο, η εργατική κυβέρνηση, κ.λπ., στον αγώνα του Ιταλικού ΚΚ ενάντια στο φασισμό, έδωσε στις Θέσεις της Λυών την πιο περιεκτική εκτίμησή τους:
«Οι ενδιάμεσες λύσεις δεν μπορούν να προβλεφθούν όλες, γιατί πρέπει σε κάθε περίπτωση να προσαρμοστούν στην πραγματικότητα. Αλλά πρέπει να είναι τέτοιες ώστε να μπορούν να αποτελέσουν μια γέφυρα προς τα συνθήματα του κόμματος· και πρέπει να είναι πάντα εμφανές στις μάζες ότι αν πραγματοποιούνταν αυτό θα οδηγούσε σε μια επιτάχυνση της επαναστατικής διαδικασίας και στο ξεκίνημα μεγαλύτερων μαχών. Η παρουσίαση και η μάχη για τέτοιες ενδιάμεσες λύσεις είναι η ιδιαίτερη μορφή πάλης που πρέπει να χρησιμοποιηθεί ενάντια στα αυτοαποκαλούμενα δημοκρατικά κόμματα –που είναι στην πραγματικότητα ένα από τα ισχυρότερα στηρίγματα της ασταθούς καπιταλιστικής κυριαρχίας…– όταν αυτά τα αυτοαποκαλούμενα δημοκρατικά κόμματα συνδέονται με ευμεγέθη και αποφασιστικά στρώματα του εργατικού πληθυσμού… και όταν επίκειται ένας σοβαρός αντιδραστικός κίνδυνος (τακτική που υιοθετήθηκε από τους Μπολσεβίκους προς τον Κερένσκι κατά τη διάρκεια του πραξικοπήματος του Κορνίλοφ)»40.
Ωθούμενος από παρόμοιους υπολογισμούς, ο Τρότσκι επεξεργάστηκε το 1938 το Μεταβατικό Πρόγραμμα, τονίζοντας την ανάγκη να βρεθεί μια γέφυρα ανάμεσα στα άμεσα αιτήματα της καθημερινής πάλης του προλεταριάτου και τον επαναστατικό σκοπό, που είχε διαχωρίσει μεταφυσικά η σοσιαλδημοκρατία και, αργότερα, ο σταλινισμός. «Αυτή η γέφυρα», έλεγε ο Τρότσκι, «θα πρέπει να περιλαμβάνει ένα σύστημα μεταβατικών αιτημάτων, που απορρέουν από τις τωρινές συνθήκες και από την τωρινή συνείδηση πλατιών στρωμάτων της εργατικής τάξης και οδηγούν απαράλλακτα σε ένα τελικό συμπέρασμα: την κατάληψη της εξουσίας από το προλεταριάτο»41. Αυτές ακριβώς τις τάσεις, που οδηγούν στο μέλλον, γενίκευσε ο Λούκατς με τη φιλοσοφική του προβληματική, προσφέροντας έτσι ένα εργαλείο για τη διόρθωση ελλείψεων και κενών στις αρχικές θεωρήσεις των Γκράμσι και Τρότσκι, αλλά και τη θετική κατανόηση των μεταβατικών αιτημάτων, που δεν είναι κάτι ενδιάμεσο ανάμεσα στην μεταρρύθμιση και την επανάσταση, αλλά ακριβώς το πρώτο αποφασιστικό βήμα και το πέρασμα στην πραγματοποίηση της επανάστασης.
Η ζωτικότητα και η επικαιρότητα των παραπάνω παραδόσεων είναι παραπάνω από εμφανής στην παρούσα φάση, όταν κυοφορούνται κάθε λογής αντιδραστικοί κίνδυνοι και οι «ενδιάμεσες λύσεις», όπως είναι τυπικά στη χώρα μας η παύση πληρωμών, πρέπει να τεθούν στο κέντρο της επαναστατικής στρατηγικής. Η ρήξη του σταλινισμού και του νεοσταλινισμού με την επαναστατική παράδοση γίνεται πιο έκδηλη ακριβώς εδώ, όταν απορρίπτει τη μεταβατική θεώρηση, προβάλλοντας το «καθαρό» πρόταγμα της «λαϊκής εξουσίας και οικονομίας».
Σε μια ευρύτερη θεώρηση, η εξέλιξη του μαρξισμού παρουσιάζει όχι λίγες αναλογίες και με εκείνη της αστικής ιδεολογίας – αν και τα διαφορετικά περιεχόμενα θα πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη. Η άποψη του Τρότσκι (και η φιλοσοφική αποτύπωσή της στο έργο του Ιλιένκοφ) συμπίπτει με την άποψη του Σπινόζα στην κοινή έμφασή τους στο όλο, που όμως δεν νοείται ακόμη στην άπειρη ποικιλομορφία του. Η σχέση ανάμεσα στον Γκράμσι και τον Λούκατς αναπαράγει το πέρασμα από τον Λάιμπνιτς στον Καντ: και στις δυο περιπτώσεις, ένας συστηματοποιημένος, αυστηρός στοχασμός διαδέχεται μια πιο ανάλαφρη και πηγαία αρχική θεώρηση42. Ο Λούκατς ιδιαίτερα, με την ευρύτητα του έργου του, αλλά και τον αναλυτικό του χαρακτήρα, τα προωθητικά στοιχεία αλλά και τους δισταγμούς και τις αντινομίες του, μπορεί να χαρακτηριστεί ο Καντ του μαρξισμού. Θεμελιώνει μια φιλοσοφική κίνηση στο εσωτερικό του μαρξισμού αντίστοιχη με εκείνη της κλασικής γερμανικής φιλοσοφίας, την οποία έργο της μαρξιστικής σκέψης είναι να προωθήσει παραπέρα, στις επόμενες στιγμές της43.
Μια μεγάλη ιδεολογική κίνηση δεν συντελείται μονομιάς, περνώντας συνήθως από στάδια. Αυτό συνέβηκε στην περίπτωση της κλασικής γερμανικής φιλοσοφίας, όπου ο Καντ, ο Φίχτε και ο Χέγκελ, εκπροσωπούν αντίστοιχα τις στιγμές της αφετηρίας, της μετάβασης και της ολοκλήρωσης. Ο μαρξισμός δεν μπορεί να αποτελεί εξαίρεση σε αυτό τον κανόνα. Ωστόσο, υπάρχει μια ουσιώδης διαφορά. Η εξέλιξη της αστικής φιλο- σοφίας, ακόμη στις κορυφαίες στιγμές της, λόγω της στατικότητας του αστικού νου χαρακτηριζόταν από ασάφειες, αστοχίες και σοβαρά πισωγυρίσματα. Ο Καντ μπορεί να έθεσε τα θεμέλια του διαλεκτικού στοχασμού, όμως ο περιορισμός της γνώσης στα επιφαινόμενα (η αδύναμη πλευρά της φιλοσοφίας του από την οποία πιάστηκαν οι απολογητές) έθεσε ένα μη αναγκαίο, αν και αναπόφευκτο από την άποψη του αστικού νου, εμπόδιο στην παραπέρα πρόοδο. Ο γιακοβίνικος δημοκρατισμός του Φίχτε και η επιστημονική ιδιοφυία του Καντ, που προκατέλαβε φιλοσοφικά στο τελευταίο έργο του τις βάσεις της θεωρίας της σχετικότητας44, χάνονται κατά πολύ στο έργο του Χέγκελ. Ο μαρξισμός αντίθετα, εμπεριέχει τη δυνατότητα μιας πολύ πιο σταθερής προόδου, όπου θα ενσωματώνεται και θα διατηρείται κάθε τι σημαντικό από την προγενέστερη παράδοση. Αν αυτή η δυνατότητα δεν εκπληρώθηκε πλήρως ως τώρα, τότε εδώ ακριβώς εμφανίζεται το πρακτικό «Ιδού η Ρόδος».
Μπροστά στο μαρξισμό μπαίνουν τεράστια ιδεολογικά καθήκοντα, συσσωρευμένα από την έκρηξη της γνώσης στον 20ό αιώνα και τη δική του σχετική στασιμότητα των τελευταίων δεκαετιών. Βέβαια, θα ήταν λάθος να εκληφθεί αυτή η περίοδος σαν ολοκληρωτικά στείρα: στην πραγματικότητα υπήρχαν αξιόλογοι μαρξιστές, εντασσόμενοι κατά κανόνα στην τροτσκιστική (Μαντέλ, Ντόιτσερ, Νόβακ), γκραμσιανή (Πουλαντζάς) ή λουκατσιανή παράδοση (Ερνστ Φίσερ, Ψυχοπαίδης) και ορισμένοι ανεξάρτητοι ερευνητές σε διάφορα πεδία (Κόντγουελ, Σέγιερς, μερικοί σοβιετικοί μαρξιστές, ο Τζ. Μπ. Φόστερ στην οικολογία, κ.ά.). Αν και το έργο τους ήταν περισσότερο μια αποσαφήνιση και εκμοντερνισμός της παράδοσης, έχει απείρως μεγαλύτερη αξία από τις απατηλές κενολογίες που παρήγαγε το ίδιο διάστημα η αστική απολογητική.
Η διάσημη ρήση του Σαρτρ, «Ο μαρξισμός σταμάτησε»45, ειπωμένη με μεγάλη υπερβολή για όλη την περίοδο μετά το θάνατο του Λένιν με αφορμή το σταλινισμό, είναι έτσι ανακριβής ακόμη και για τις πρόσφατες δεκαετίες. Η αλήθεια όμως παραμένει ότι τα τελευταία 20 χρόνια ο μαρξισμός περιήλθε σε κρίση και ότι, μετά το θάνατο του Λούκατς, δεν εμφανίστηκε κανένας μαρξιστής αντίστοιχης εμβέλειας. Η επεξεργασία της μεγάλης επανάστασης στις φυσικές επιστήμες του 20ού αιώνα δεν έχει γίνει ακόμη, ούτε έχει γραφτεί το αντίστοιχο με το Κεφάλαιο έργο στον τομέα του εποικοδομήματος, που θα ήταν η Αστική Ιδεολογία. Η μαρξιστική σκέψη καθυστερεί ακόμη και στην ανάλυση των πρόσφατων εξελίξεων, όπως η εμπειρία του υπαρκτού σοσιαλισμού και η τωρινή παγκόσμια καπιταλιστική κρίση, αν και στο τελευταίο ειδικά πεδίο τα πράγματα είναι καλύτερα. Η παραπέρα πρόοδος δυσχεραίνεται, βέβαια, εμφανώς από το γεγονός ότι πρέπει να προχωρήσει πάνω σε εχθρικό έδαφος, σε συνθήκες όπου κυριαρχεί η αστική ιδεολογία, αλλά αυτό υπήρχε και σε προηγούμενες εποχές, χωρίς να εμποδίζει την εμφάνιση αρκετών σημαντικών μαρξιστών ταυτόχρονα, επαρκών στα τότε καθήκοντα. Μια σύγκριση ανάμεσα στο τωρινό κενό και την εποχή που ο μαρξισμός αντιπροσωπευόταν από τους Λένιν, Τρότσκι, Μπουχάριν, Λούξεμπουργκ, Γκράμσι, αρκεί για να καταδείξει αυτό το σημείο.
Στην πραγματικότητα, η φύση των τωρινών θεωρητικών καθηκόντων είναι τέτοια ώστε η επίλυσή τους θα γίνει πλήρως εφικτή μόνο στην περίοδο της οικοδόμησης ενός παγκόσμιου σοσιαλισμού και της αρχής του περάσματος στην κομμουνιστική κοινωνία. Αυτή θα είναι μια εποχή ολοκλήρωσης και θα δώσει τη θεωρητική όσο και την πρακτική νίκη στο μαρξισμό. Η εποχή μας, ωστόσο, δεν είναι μια εποχή ολοκλήρωσης αλλά μια εποχή μετάβασης, επιτρέποντας μόνο μια πιο στοιχειώδη, μερική αντιμετώπιση των ίδιων καθηκόντων.
Στη φάση της μετάβασης πρέπει να αναπτυχθούν οι επαναστατικές τάσεις που υπάρχουν ακόμη μόνο στοιχειακά, επιλέγοντας, προωθώντας και τεκμηριώνοντας τις αυθεντικές κατευθύνσεις της εξέλιξης απέναντι σε κάθε λογής αυθαίρετες και υποκειμενιστικές προσεγγίσεις και κατασκευές. Ο μαρξισμός αποδίδει ασφαλώς ενεργό ρόλο στην ανθρώπινη πρωτοβουλία στο έργο του μετασχηματισμού του κόσμου, ο οποίος θεμελιώνεται στο γεγονός ότι ενώ οι τάσεις που υπερασπίζουν το παρόν κοινωνικό σύστημα είναι ήδη ανεπτυγμένες, εκείνες που ωθούν προς την ανατροπή του κυοφορούνται και πρέπει να γεννηθούν. Όμως η γένεση του νέου δεν μπορεί να γίνει με αυθαίρετο τρόπο αν πρόκειται να φέρει στον κόσμο κάτι βιώσιμο και ζωντανό. Το μεγάλο, επίκαιρο μάθημα του Χέγκελ για τους μαρξιστές είναι εδώ ότι ενώ η κοινωνική ανατροπή αποτελεί έργο της επαναστατικής πράξης, οι κατευθύνσεις αυτής της πράξης υπαγορεύονται από την ίδια την πραγματικότητα. Είναι η πρόκληση να αποδείξουν ότι αν, όπως ρεαλιστικά αναγνώριζε ο Χέγκελ, «η φιλοσοφία φτάνει στη σκηνή πάντα πολύ αργά»46, η πράξη, βοηθημένη από τη διαλεκτική φιλοσοφία, μπορεί να φτάνει νωρίς και οπωσδήποτε έγκαιρα.
Σημειώσεις
1. Βλέπε ενδεικτικά τα δοκίμια του Πλεχάνοφ, «Για την 60ή επέτειο του θανάτου του Χέγκελ», στη Μαρξιστική Σκέψη, τόμ. 2, σελ. 315-37, «Από τον ιδεαλισμό στον υλισμό», στο παρόν, σελ. 250-293, τον «Πρόλογο στη Β΄ έκδοση του Ο Λουδοβίκος Φόιερμπαχ και το Τέλος της Κλασικής Γερμανικής Φιλοσοφίας του Ένγκελς», τα Θεμελιώδη Προβλήματα του Μαρξισμού, στον τόμο ΙΙΙ των Selected Philosophical Works του Πλεχάνοφ, Μόσχα 1976, σελ. 64-83 και 117-183 αντίστοιχα, κοκ.
2. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς, Η Γερμανική Ιδεολογία, στα Collected Works, τόμ. 5, Μόσχα 1976, σελ. 23.
3. Α. Γκράμσι, Ιστορικός Υλισμός, εκδ. Οδυσσέας, σελ. 140-41.
4. Στο ίδιο, σελ. 146, 142.
5. Γκ. Λούκατς, The Ontology of Social Being. 1. Hegel, Merlin 1978, σελ. 63-64, 61.
6. Γκ. Λούκατς, History and Class Consciousness, Merlin 1971, σελ. 164. 167.
7. Γκ. Λούκατς, The Ontology of Social Being. 1. Hegel, Merlin 1978, σελ. 89-90.
8. Κ. Μαρξ, Theories of Surplus Value, Μόσχα 1975, τόμ. ΙΙΙ, σελ. 87, 88.
9. Για την κριτική του Λένιν, βλέπε στα Άπαντα, εκδ. ΣΕ, τόμ. 42, σελ. 286-96.
10. Βλ. Γκ. Λούκατς, The Destruction of Reason, Λονδίνο 1980, κεφ. ΙΙΙ.
11. Γκ. Λούκατς, Μαρξισμός και Σταλινισμός, εκδ. Γράμματα, σελ. 191, 154.
12. Γκ. Λούκατς, The Ontology of Social Being. 1. Hegel, Merlin 1978, σελ. 78 και Προβλήματα Οντολογίας και Πολιτικής, εκδ. 70, σελ. 24.
13. Βλέπε, Λ. Αλτουσέρ, Για τον Μαρξ, εκδ. Γράμματα, Λ. Αλτουσέρ, Φιλοσοφικά, εκδ. Ο Πολίτης, και Λ. Αλτουσέρ, Reading Capital, LNB, 1970. Για έγκυρες μαρξιστικές κριτικές του Αλτουσέρ, βλέπε το άρθρο του Ά. Μπλούντεν στον παρόντα τόμο και τα κείμενα του Σ. Σέγιερς στη συλλογή, Σ. Σέγιερς-Ρ. Νόρμαν, Hegel, Marx and Dialectic, Σάσεξ 1980.
14. Λ. Αλτουσέρ, Για τον Μαρξ, εκδ. Γράμματα, σελ. 76.
15. Λ. Αλτουσέρ, Ο Λένιν και η Φιλοσοφία, εκδ. Ηριδανός, σελ. 83.
16. Λ. Αλτουσέρ, Φιλοσοφικά, σελ. 35.
17. Χέγκελ, The Science of Logic, George Allen and Unwin, Λονδίνο 1951, τόμ. 1, σελ. 253.
18. Κ. Μαρξ, Pariser Manuskripte 1844, στο Texte zur Methode und Praxis, Ράινμπεκ 1968, σελ. 125.
19. Βλ. Κ. Πόπερ, Τι Είναι η Διαλεκτική - Γνωσιοθεωρία χωρίς Γνωστικό Υποκείμενο, εκδ. Βάνιας και Κ. Πόπερ, Η Ανοικτή Κοινωνία και οι Εχθροί της, εκδ. Δωδώνη.
20. Κ. Καστοριάδης, Η Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας, εκδ. Ράππα, σελ. 82, 488, 476.
21. Μ. Χάιντεγκερ, Επιστολή για τον Ανθρωπισμό, εκδ. Ροές, σελ. 111, 113. Ο Χάιντεγκερ χρησιμοποιεί τη λέξη «Heim», που έπρεπε μάλλον να αποδοθεί ως «οίκος», αντί του «πατρίδα». Υποδηλώνει μια αναγνώριση του ξεριζώματος των ανθρώπων στον καπιταλισμό, και όχι μια αναφορά σε οποιαδήποτε εθνική αρχή.
22. Βλ. Γ. Ντίτζγκεν, «Μικρές φιλοσοφικές εργασίες», στα Άπαντα του Λένιν, εκδ. ΣΕ, τόμ. 29, σελ. 449.
23. Βλ. π.χ., τις παρατηρήσεις του Μαρξ στις Θεωρίες για την Υπεραξία: «Η αντίληψη του Ρικάρντο είναι, συνολικά, προς το συμφέρον της βιομηχανικής αστικής τάξης, μόνο επειδή και στο βαθμό που τα συμφέροντά της συμπίπτουν με εκείνα της παραγωγής ή της παραγωγικής ανάπτυξης της ανθρώπινης εργασίας» (Κ. Μαρξ, Theories of Surplus Value, Μόσχα 1975, τόμ. 2, σελ.118). Ουσιαστικά, αυτή είναι η άποψη του Χέγκελ, αν αντικαταστήσουμε την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, με την ευρύτερη έννοια της προόδου του ανθρώπινου πολιτισμού.
24. Βλ. τους ισχυρισμούς του Πόπερ για τον «δυισμό» του Μαρξ, στο Η Ανοιχτή Κοινωνία και η Εχθροί της, εκδ. Δωδώνη, τόμ. 2, σελ. 159, 262, κ.λπ. και τους ανάλογους ισχυρισμούς του Πλένγκε όπως παρατίθενται στα Άπαντα του Λένιν, εκδ. ΣΕ, τόμ. 29, σελ. 362.
25. «Η πολιτική αυτοβιογραφία του Καρλ Πόπερ», στο Χ. Μαρκούζε, Κ. Πόπερ, Ε. Φίσερ, Γκ. Λούκατς, Επανάσταση ή Μεταρρύθμιση, εκδ. Γλάρος, σελ. 15.
26. Βλ. τα σχόλια του Λένιν στο έργο του Χέγκελ Διαλέξεις για την Ιστορία της Φιλοσοφίας, στα Άπαντα, εκδ. ΣΕ, τόμ. 29, σελ. 227.
27. Λένιν, «Σχετικά με το ζήτημα της διαλεκτικής», στα Άπαντα, εκδ. ΣΕ, τόμ. 29, σελ. 317.
28. Στο ίδιο, σελ. 317.
29. Β. Χάιζενμπεργκ, Φυσική και Φιλοσοφία, εκδ. Κάλβος, σελ. 34-35.
30. Στο ίδιο, σελ. 102.
31. Μ. Κάκου, Hyperspace: A Scientific Odyssey Through Parallel Universes, Time Warps, and the 10th Dimension, Νέα Υόρκη 1994, σελ. 210.
32. Στ. Χόκινγκ, Το Χρονικό του Χρόνου, εκδ. Κάτοπτρο, σελ. 207.
33. Βλ. την παρουσίαση του Φέινμαν, στο Ρ. Φέινμαν, QED, εκδ. Κάτοπτρο, σελ. 123 κ.ε., 174, κ.ε.
34. Γ. Γκ. Φίχτε, The Science of Knowledge, Cambridge University Press, 1984, σελ. 111.
35. Βλ. Γκ. Χέγκελ, Faith and Knowledge, Άλμπανι 1977, ιδιαίτερα στο «Συμπέρασμα», σελ. 189 κ.ε.
36. Βλ. την παρουσίαση του Φίχτε στο Ο Προορισμός του Ανθρώπου, εκδ. Παπαζήση, σελ. 120-21. Πβλε και την κριτική του Χέγκελ στο Πίστη και Γνώση, ό.π., σελ. 179-180.
37. Βλ. το κείμενο του Τρότσκι “Λένιν και Μάρτωφ”, στο Κώστα Σκορδούλη, Φιλοσοφία και Επιστήμη στα Κείμενα του Λ. Τρότσκι, εκδ. Ίαμος, 1995, σελ. 79-81.
38. Το τελευταίο έργο του Μπουχάριν, Φιλοσοφικά Αραβουργήματα, είναι ζωτικό εδώ.
39. Βλ. Α. Γκράμσι, Παρελθόν και Παρόν, εκδ. Στοχαστής.
40. Α. Γκράμσι, Οι Θέσεις της Λυών, εκδ. Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, 2011, σελ. 59.
41. Λ. Τρότσκι, The Transitional Program, http://www.marxists.org .
42. Μια αρκετά καλή αίσθηση της διαδοχής των απόψεων στην αστική φιλοσοφία διέθετε ο Φόιερμπαχ. Βλ. τη μελέτη του για τον Λάιμπνιτς που παραθέτει ο Λένιν, στα Άπαντα, τόμ. 29, σελ. 67 κ.ε.
43. Για μια προγενέστερη πιο αναλυτική, αλλά και ελλιπή σε ορισμένες ουσιώδεις όψεις, διαπραγμάτευση των ίδιων προβλημάτων από τον γράφοντα, βλ. το άρθρο «Ο Λούκατς και η ανάπτυξη του μαρξισμού» Χρ. Κεφαλή-Γκ. Λούκατς, Δυο Μελέτες για τον Μαρξισμό, εκδ. Παρασκήνιο, 1996, σελ. 9-43.
44. Βλ. την ανάλυση του Opus Posthumum του Καντ, στο Χρ. Κεφαλή, «Ο Καντ και η σύγχρονη κοσμολογία», Ο Πολίτης, τεύχ. 149, Νοέμβριος 2006, σελ. 35-39.
45. Ζ. Π. Σαρτρ, Το Πρόβλημα της Μεθόδου, εκδ. Εξάντας, σελ. 69.
46. Πρόλογος του Χέγκελ στη Φιλοσοφία του Δικαίου, Hegel’s Philosophy of Right, Oxford University Press, Λονδίνο 1967, σελ. 12.
* Ο Χρήστος Κεφαλής είναι χημικός και συγγραφέας, μέλος της ΣΕ της Μαρξιστικής Σκέψης. Το παρόν κείμενο δημοσιεύθηκε στον τόμο 4 της Μαρξιστικής Σκέψης, σελ. 359-393.