Τρίτη, 2 Δεκεμβρίου 2008

ΑΛΤΟΥΣΕΡ :«ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΈΝΑ ΥΛΙΣΤΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ»

Ο ΑΛΤΟΥΣΕΡ ΤΟ ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΟ ΚΑΙ ΟΙ «ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΈΝΑ ΥΛΙΣΤΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ»
Ο πολυσυζητημένος Γάλλος φιλόσοφος Αλτουσέρ, έντονα επηρεασμένος από τα σύγχρονα νεωτεριστικά ρεύματα της νεοθετικιστικής επιστημολογίας, προώθησε «άμεσα και έμμεσα ορισμένα προβλήματα διαμέσου ενός ανανεωτικού μαρξισμού με προθέσεις οπωσδήποτε και αναμφισβήτητα ρηξικέλευθες. Ο φίλος μου Γιώργος Διζικιρίκης που έφυγε πρόσφατα από τη ζωή, έγραψε το άρθρο που δημοσιεύω, σαν μία μικρή προσφορά στη μνήμη του.
ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΛΟΥΙ ΑΛΤΟΥΣΕΡ ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΙΖΙΚΙΡΙΚΗΣ ΣΕ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΕΡΤ
ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΙΖΙΚΙΡΙΚΗΣ (ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ, αρ. τευχ. 26, Δεκέμβρης 1985)

ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ

Εφυγε ένας διανοούμενος του σινεμά

(Στο VIDEO ο ΑΡΗΣ ΣΚΙΑΔΟΠΟΥΛΟΣ συζητά με τον ΓΙΩΡΓΟ ΔΙΖΙΚΙΡΙΚΗ για τις σπουδές του, τη ΣΧΟΛΗ ΚΑΛΩΝ ΤΕΧΝΩΝ και την ζωγραφική. Παράλληλα, παρακολουθούμε διάφορους πίνακες ζωγραφικής του ΓΙΩΡΓΟΥ ΔΙΖΙΚΙΡΙΚΗ. Μιλά για τις επιρροές που δέχτηκε και για τις σπουδές σκηνοθεσίας στην Ιταλία. Έγινε θεωρητικός κινηματογράφου και πιστεύει πως οι επιλογές που έκανε είναι και θέμα συγκυριών).
{Ο Γιώργος Διζικιρίκης σκηνοθέτης και συγγραφέας έφυγε σε ηλικία 87 ετών.
Γεννήθηκε στη Γένοβα και σπούδασε στη Ρώμη σκηνοθεσία στο «Centro Sperimentale di Cinematografia» και σκηνογραφία στην Αρχιτεκτονική Σχολή. Πήρε όμως ακόμα πτυχίο Κοινωνιολογίας και Φιλοσοφίας από το Πανεπιστήμιο Κοινωνικών Σπουδών «Pro Deo» και Ζωγραφικής από την Καλών Τεχνών. Η φιλμογραφία του περιλαμβάνει ταινίες όπως «Αγνές ψυχές» (1959), «Για σένα την αγάπη μου» (1960), «Ο θάνατος του παλληκαριού» (1961), «Βαβυλωνία» (1970), αλλά και τα ντοκιμαντέρ «Πήλιο, μνήμες και παραδόσεις», «Ελληνες λαϊκοί ζωγράφοι», «Αναπόληση Βαλαωρίτη». Είχε εργαστεί και σε τηλεοπτικές εκπομπές αλλά και ως ραδιοσκηνοθέτης σε ποκίλες εκπομπές. Είχε όμως αναπτύξει και έντονη συγγραφική δραστηριότητα. Έγραψε τα «Τέχνη και τεχνική στον κινηματογράφο», «Η σύγχρονη σκέψη, η απάτη της λογοτεχνίας και ο βαθμός μηδέν της γραφής», «Για τη γλώσσα και την επιστήμη της λογοτεχνίας» και το θεατρικό «Στο πέρασμα του καλόγερου (ο σκυλόσοφος)». Επίσης, ζωγραφικά του έργα έχουν εκτεθεί σε ατομικές και ομαδικές εκθέσεις.}
Εργάστηκε ως σκηνοθέτης από το 1958.
Διακρίθηκε στα έργα: Βαβυλωνία (ειδικό Βραβείο Φεστιβάλ Θεσ/νίκης, 1970). Έλληνες λαϊκοί ζωγράφοι, (Ιο βραβείο ντοκυμ. Φεστ. Θεσ/νίκης, 1975). Πήλιο (βραβείο Tarbes, Γαλλία). Απολογία Ιερομόναχου Ζωσιμά Αποστόλη, 1750-1822 (βραβείο Ελληνικής Τηλεόρασης, 1992). Το 1988 τελείωσε τη σειρά: Βυζαντινοί Λόγιοι και καλλιτέχνες στην Αναγέννηση, 1988. Έχει γυρίσει πολλά δοκιμιακά ντοκυμαντέρ (Η ζωή, ο έρωτας, και ο θάνατος στο δημοτικό τραγούδι) και άλλα έργα μεγάλου μήκους.
Έγραψε τα πιο κάτω βιβλία (δοκίμια και μελέτες):
• Η σύγχρονη σκέψη, η απάτη της λογοτεχνίας και ο «βαθμός μηδέν της γραφής», εκδόσεις Γραμμή, 1973.
• Για τη γλώσσα και την επιστήμη της λογοτεχνίας, Λιβάνης, 1977.
• Η αισθητική της ρωμιοσύνης, Φιλιππότης, 1983.
• Ο νεοελληνικός διαφωτισμός και το Ευρωπαϊκό πνεύμα, 1750-1821, Φιλιππότης, 1984.
• Σε αναζήτηση της καινούργιας γλώσσας. Το οδοιπορικό της τέχνης προς το τέλος του αιώνα. Φιλιππότης 1990.
• Η τέχνη και οι Έλληνες, Φιλιππότης, 1992.
Μεταξύ των ταινιών του περιλαμβάνονται: «Αγνές Ψυχές» (1959), «Ο θάνατος του παλικαριού» (1961), «Η παγίδα»» (1963), «Οι καθώς πρέπει» (1964), «Βαβυλωνία» (1970, Ειδικό Βραβείο 11ου Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης). Γύρισε πολλά ντοκιμαντέρ: «Ολυμπος, το βουνό των θεών», «Ο ζωγράφος Λάζαρης, ο πρώτος Ελληνας ιμπρεσιονιστής», «Ελληνες λαϊκοί ζωγράφοι» (1ο Βραβείο παμψηφεί του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης 1974) κ.ά. Σκηνοθέτησε έργα για την τηλεόραση («Η τύχη της Μαρούλας» κ.ά.). Έγραψε βιβλία για τον κινηματογράφο (μεταξύ των οποίων το θαυμάσιο και πολύτιμο “Λεξικό των αισθητικών και τεχνικών όρων του κινηματογράφου”, εκδόσεις Αιγόκερως 1985), τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και το θεατρικό «Στο πέρασμα του καλόγερου (ο σκυλόσοφος)» και εργάστηκε σαν ραδιοσκηνοθέτης. Εργα ζωγραφικής του παρουσιάστηκαν σε ατομικές και ομαδικές εκθέσεις.
Η ΕΕΣ προγραμματίζει αφιέρωμα στη μνήμη του, με προβολή των ταινιών, έκθεση των βιβλίων του και ζωγραφικής του, για να γνωρίσουν οι νεότεροι το έργο «ενός πρωτοπόρου πνευματικού ανθρώπου».
Έγραψε άρθρα στα περιοδικά: Διαβάζω, Τομές, Πολιτιστική, Ουτοπία, Φιλμ κ. ά.

Ο νεοελληνικός διαφωτισμός και το ευρωπαϊκό πνεύμα 1750-1821 : αισθητική και ιδεολογία των λογίων της Τουρκοκρατίας / Γιώργος Διζικιρίκης από: Διζικιρίκης , Γιώργος ( 1921- ) κατάσταση: Στο ραφιταξ. αριθμός: 938.482 ΔΙΖ

Η σύγχρονη σκέψη η "απάτη" της λογοτεχνίας και ο βαθμός μηδέν της γραφής : δοκίμια : λογοτεχνία, εικαστικές τέχνες, κινηματογράφος / Γιώργου Διζικιρίκη από: Διζικιρίκης , Γιώργος ( 1921- ) κατάσταση: Στο ραφιταξ. αριθμός: 111.85 ΔΙΖ

Λεξικό αισθητικών και τεχνικών όρων του κινηματογράφου : θεωρία, αισθητική, δομισμός, σενάριο, ντεκουπάζ ... / Γιώργος Διζικιρίκης από: Διζικιρίκης , Γιώργος ( 1921- ) κατάσταση: Στο ραφιταξ. αριθμός: Π 791.4303 ΔΙΖ

Για τη γλώσσα και την επιστήμη της λογοτεχνίας : δοκίμιο / Γιώργος Διζικιρίκης από: Διζικιρίκης , Γιώργος ( 1921- ) κατάσταση: Στο ραφιταξ. αριθμός: 149.96 ΔΙΖ

Η αισθητική της Ρωμιοσύνης : το δημοτικό τραγούδι κάτω από το φως της πάλης των συγχρόνων ιδεών / Γιώργος Διζικιρίκης από: Διζικιρίκης , Γιώργος ( 1921- ) κατάσταση: Στο ραφιταξ. αριθμός: 888.86 ΔΙΖ

Η τέχνη και οι Έλληνες : η αισθητική σκέψη των αρχαίων Ελλήνων ... / Γιώργος Διζικιρίκης από: Διζικιρίκης , Γιώργος ( 1921- ) κατάσταση: Στο ραφιταξ. αριθμός: 938.1 ΔΙΖ

Σε αναζήτηση της καινούργιας γλώσσας : το οδοιπορικό της τέχνης προς το τέλος του αιώνα : δοκίμιο αισθητικής : Ιδεολογία του μεταπολεμικού νεοελληνικού πολιτιστικού χώρου, στην περιοχή της λογοτεχνίας, των εικαστικών τεχνών, της μουσικής κ.ά., μέσα από τον απόηχο των συγχρόνων ευρωπαϊκών ρευμάτων : Φαινομενολογία, σχολή της Φρανκφούρτης, θεωρία για το ασυνείδητο, στρουκτουραλισμός, υπαρξισμός, νεομαρξισμός, μοντέρνο-μεταμοντέρνο / Γιώργος Διζικιρίκης από: Διζικιρίκης , Γιώργος ( 1921- ) κατάσταση: Στο ραφιταξ. αριθμός: 701 ΔΙΖ

1. Πιο συγκεκριμένα: προσπάθησε να συνδέσει το μαρξισμό με τις εντελώς σύγχρονες επιστημολογικές θεωρίες και με ρεύματα, όπως ο στρουκτουραλισμός της μοντέρνας γλωσσολογίας, η θεωρία για το ασυνείδητο, τα μεθοδολογικά προβλήματα που σχετίζονται με τα ζητήματα της υποθετικοπαραγωγικής μεθοδολογίας deduction με θέματα «επιστημονικής ρήξης» κατά το πρότυπο του επιστημολόγου Μπασελάρ- με ζητήματα κριτικής που συνδέονται με το θέμα της σχέσης Χέγκελ- Μάρξ, όπως και με θέματα σύγχρονης γνωσιολογίας.
Ανάμεσα σ’ αυτά τα περισπούδαστα και περίπλοκα, πρέπει να προσθέσουμε και ορισμένες απόψεις του για την αισθητική και την τέχνη και πιο συγκεκριμένα για τα ζητήματα που έθεσε στις σημειώσεις του «για το υλιστικό θέατρο», που αποτελούν –όπως είπαμε- ουσιαστικά προτάσεις για μια νεωτεριστική μαρξιστική αισθητική. Από δική μου πλευρά, εκτός από κάποιες αναγκαίες για το θέμα μου γενικότερες αναφορές στο θεωρητικό έργο και τη συλλογιστική του Αλτουσέρ, θα περιοριστώ κυρίως στο χώρο που μου είναι περισσότερο οικείος, δηλαδή στα θέματα της αισθητικής και της τέχνης. Το ενδιαφέρον του Αλτουσέρ για τα θέματα αυτά, αν και περιστασιακό και πάρεργο, αποτελεί μιαν αξιοσημείωτη προσπάθεια συγχρονισμού και ανανέωσης. Κι όπως ήταν φυσικό προκάλεσε μεγάλο ενθουσιασμό ανάμεσα στους καλλιτεχνικούς κύκλους. Αλλά οι ιδέες του οπωσδήποτε προκάλεσαν επίσης και πολύ μεγάλες αντιρρήσεις. Ταυτόχρονα όμως έδωσαν και την ευκαιρία για μια γόνιμη κριτική έρευνα, πράγμα που ισοδυναμεί με εγκώμιο. Το μέγα πάθος του Αλτουσέρ να προσδώσει στο μαρξισμό τις διαστάσεις μιας σύγχρονης επιστημολογίας, δείχνει από μιαν άποψη το μέγεθος της φιλοδοξίας του, αλλά και την ύπατη σημασία της θεώρησής του. Είναι ο λόγος για τον οποίο αξίζει τον κόπο να μελετηθούν με προσοχή οι απόψεις του. Σε μια εποχή όπως αυτή των ημερών μας, όπου ενα πολύ μεγάλο μέρος των μαρξολόγων διανοουμένων της Δύσης, διακηρύττει με τόση έμφαση ότι «ο μαρξισμός βρίσκεται σε κρίση», ή ακόμη, ότι «ο μαρξισμός έχει πεθάνει» [είναι η συχνή επωδός από τον καιρό ακόμη που ζούσε ο Μάρξ] ο Αλτουσέρ αντίθετα διακηρύσσει ότι: «Ο Μάρξ θεμελιώνει μια νέα επιστήμη, δηλαδή επεξεργάζεται ένα σύστημα νέων επιστημονικών εννοιών, εκεί όπου άλλοτε δε βασίλευε παρά η συναρμογή ιδεολογικών εννοιών».

Ο βασικός στόχος του Αλτουσέρ είναι όπως είπανε να δώσει στο μαρξισμό τις δυνατότητες να ανταπεξέλθει τόσο ενάντια στον σύγχρονο αγγλοσαξωνικό νεοθετικισμό, όσο και ενάντια στον σταλινισμό [αν και στον Στάλιν, κατά αναπάντεχο τρόπο, ο Αλτουσέρ αναγνωρίζει οξυνούστατες φιλοσοφικές αρετές γιατί διαβλέπει σ’ αυτόν μια θέση αντιχεγκελιανή, αφού αυτός απορρίπτει και αγνοεί τη χεγκελιανή κατηγορία που είναι γνωστή ως «άρνηση της άρνησης»). Αν σ’ αυτά προσθέσουμε και την απροσδόκητη και επίμαχη θέση του Αλτουσέρ να συνδέσει το νεωτερικό μαρξισμό του με την a priori θεωρία της γνώσης εμπνευσμένη από τον Σπινόζα και την μεταφροϋδική ψυχανάλυση και τη θεωρία για το ασυνείδητο, τότε οι απόψεις του αποκτούν εύρος και θεωρητικές (αλλά και δραματικές) προεκτάσεις σ’ ένα μεγάλο (αν και αμφιλεγόμενο) φάσμα γνώσεων.
Κατά τη γνώμη μου, η αναμφισβήτητη πρωτοτυπία και πολυπραγμοσύνη του Αλτουσέρ, όπως και η επιμέρους επισήμανση ορισμένων αξιοσημείωτων θεμάτων (όχι για τα πορίσματά τους, όσο για τα γόνιμα κεντρίσματα που προκαλούν) δεν αποτρέπουν τη διάβρωση των προτάσεών του από τον λανθάνοντα ιδεαλισμό και φορμαλισμό της νεοθετικιστικής ιδεολογίας. Προπαντός η ταυτόχρονη χρήση μιας μεταφροϋδικής ψυχανάλυσης – που φθάνει συχνά σε μεσσιανικές και κρυπτικές κορυφώσεις με αυτό που ονομάζει «κριτική των αυταπατών της συνείδησης» μαζί με άλλες εκλεκτικιστικές τάσεις: σημάδια από τον στρουκτουραλισμό του Λεβί Στρως, την επιστημολογία του Μπασελάρ, νιτσεϊκές και Χαϊντερικές επιδράσεις ή προσεγγίσεις στον Φουκώ – δίνουν στο έργο του απροσδόκητες καταλήξεις που τελικά όμως δεν τον απαλλάσσουν από την αποτυχία του σκοπού του. Θα προσπαθήσω στα επόμενα να τεκμηριώσω τις αμφιβολίες μου, τουλάχιστον στην περιοχή της τέχνης.

2. Μια «σκέψη χωρίς σκεπτόμενους»: μια νέα ανθρωπολογία χωρίς τον άνθρωπο
Φυσικά, στα πλαίσια ενός σύντομου άρθρου για την αλτουσεριανή «υλιστική θεωρία» του θεάτρου (της Τέχνης), είμαι υποχρεωμένος να κάνω μόνο μερικές, ελάχιστες νύξεις για τη γενικότερη φιλοσοφικοεπιστημολογική συλλογιστική του Γάλλου φιλόσοφου. Για να κατανοήσουμε την αλτουσεριανή σκέψη, πρέπει, λοιπόν, να την εντάξουμε στον ειδικό πνευματικό χώρο μέσα στον οποίο γεννήθηκε. Πρόκειται για ένα σύγχρονο ρεύμα που διαδέχτηκε τον σαρτρικό υπαρξισμό, όχι όμως μέσα από θέσεις μιας καινούργιας φιλοσοφίας, αλλά περισσότερο μέσα από ρεύματα επιστημολογικά με έντονες τάσεις νεοθετικιστικές, με μια ανανεωτική αντίληψη των επιστημών του ανθρώπου και με ιδιαίτερη έμφαση στη δομική (στρουκτουραλιστική) γλωσσολογία (αυτή που ξεκίνησε από τον Σωσύρ), στην εθνολογία, στην ψυχανάλυση, αλλά και σε γενικότερες εκλεκτικιστικές ιρασιοναλιστικές φιλοσοφικές τάσεις. Αυτό το καινούργιο επιστημολογικό ρεύμα παρουσιάζεται – με την παρακμή του υπαρξισμού κυρίως στη Γαλλία – γύρω στα 1950 και φθάνει γρήγορα – όπως λένε – να συρρικνώνεται στις μέρες μας. (σ. Παν. Βήχου. το άρθρο γράφτηκε το 1985) Αλλά αυτό δε σημαίνει ότι και εξέλειπε. Οι διανοούμενοι που περισσότερο ακούστηκαν στον καιρό μας, αλλά και που μερικοί εξακολουθούν πάντα να επηρεάζουν την σύγχρονη σκέψη, είναι:
- Σωσύρ και οι επίγονοι της στρουκτουραλιστικής γλωσσολογίας, οι σημειολόγοι (Μπαρτ, Σολέρ, Κρίστεβα κ. ά.), αλλά και ο Τσόμσκι, εισηγητής της μετασχηματιστικής γενετικής γλωσσολογίας,
- Ο Μαρκούζε, με τον «μονοδιάστατο άνθρωπο».
- Ο Φουκώ με τον «επικείμενο θάνατο του ανθρώπου»,
- Ο Λακάν, με την «ασυνείδητη τάξη του συμβόλου» που κυριαρχεί πάνω στον άνθρωπο.
- Ο Αλτουσέρ, (σ. Π. Β. ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΛΟΥΙ ΑΛΤΟΥΣΕΡ ) με τη συρρίκνωση ως την αναίρεση του ανθρώπου, αφού «μόνο οι μάζες είναι αυτές που κάνουν την ιστορία».
Όλοι τους διαφεντεύουν μια καινούργια ανθρωπολογία που έγινε, πια κοινός τόπος και που το βασικό της ανάκρουσμα – παρ’ όλες τις επί μέρους παραλλαγές και τις πολλές διαφοροποιήσεις – είναι κυρίως η υποτίμηση ή και η αγνόηση της κοινωνίας και της ιστορίας και σχεδόν στο σύνολό τους η συρρίκνωση ή ο εκμηδενισμός του ανθρώπου. «Ο άνθρωπος δεν υπάρχει» (Φουκώ). Στη θέση του μπαίνει: είτε η γλώσσα είτε το «σύστημα», είτε η «αιώνια δομή», έννοιες όλες «απρόσωπες», «ανεξάρτητες», «μη ιστορικές», «αιτία του εαυτού τους», «οντότητες μιας συμβολικής τάξης» (Λακάν) κάτι όμοιο σαν τις άφθαρτες, υπερουράνιες και αίδιες πλατωνικές ιδέες.
Στις μέρες μας βέβαια η μελέτη των δομών – σ’ όλες τις περιοχές του επιστητού – είναι ασφαλώς πρωταρχικό αίτημα της σύγχρονης επιστήμης. Αυτό όμως δεν έχει σχέση με την υπονόμευση ή τη διαγραφή του ανθρώπου όπως υποστηρίζουν επίμονα ορισμένες σύγχρονες θεωρίες, σημασιοδοτώντας έτσι μια δομή (έννοια αμφιλεγόμενη ως τις μέρες μας) με την μεσσιανική αντίληψη ενός «υπονοούμενου» σε συμβολικό πάντα επίπεδο, μέσα από μια «γραφή» που αποκορυφώνεται σε μια αποθεωτική και παραληρηματική πύκνωση, έτσι όπως την καταγράφει ένας πιστός εκλαϊκευτής, ο Aukzias: «Ο δομισμός είναι μια σκέψη χωρίς σκεπτόμενους». Και συμπληρώνει: «Είναι η σκέψη των δομών έτσι όπως αυτές φανερώνονται κατά κάποιο τρόπο αφ’ εαυτού τους, μέσα από τις ανθρώπινες επιστήμες». (σ. Π. Β. J. Marie Aujias, “Clefs le structuralisme”, “Seghers”, 1975, σελ. 7). Δεν υπάρχει λοιπόν η ανθρώπινη σκέψη, αλλά μόνο η σκέψη των δομών.
Το βασικό χαρακτηριστικό στις σύγχρονες ιρασιοναλιστικές θεωρίες των επιστημών του ανθρώπου – τουλάχιστο στις πιο πολλές απ’ αυτές – είναι, μια αντίληψη μηδενιστικής συρρίκνωσης του ουμανισμού. Ο Αλτουσέρ το δηλώνει: η ιστορία είναι μια «διαδικασία χωρίς υποκείμενο» (σ. Π. Β. Απάντηση στον Τζων Λιούις. Λ. Αλτουσέρ. «Κριτική στο έργο του Λουί Αλτουσέρ. Τζων Λιούις» «Θεμέλιο», 1977, σελ. 36) (χωρίς τον άνθρωπο). Η άποψη είναι βέβαια αντιμαρξιστική: ο Μαρξ, αντίθετα προς τον Αλτουσέρ, δεν απορρίπτει τη βαθύτατα συνειδητή συμμετοχή, δηλαδή την «ενεργητική πλευρά του ανθρώπου», όπως γράφει κατά λέξη (στην πρώτη θέση για τον Φόυρμπαχ). Για τους δυο κλασικούς, η ιστορία «δείχνει ότι οι περιστάσεις κάνουν τους ανθρώπους τόσο όσο και οι άνθρωποι κάνουν τις περιστάσεις» {«Γερμανική ιδεολογία»}.
Για τον Αλτουσέρ αντίθετα, ο άνθρωπος «με τη μορφή υποκειμένου σπονδυλομένου γύρω από το εγώ» ή τη «συνείδηση», δεν υπάρχει. (σ. Π. Β. Λ. Αλτουσέρ: «Θέσεις», μετ. Ξ. Γιαταγάνα, «Θεμέλιο», 1977, σελ. 36). Τελικά δεν είναι οι άνθρωποι που κάνουν την ιστορία. Εκείνο που υπάρχει είναι μόνο το σύστημα. Στην πραγματικότητα όπως είδαμε «οι μάζες δημιουργούν την ιστορία». (σ. Π. Β. Το ίδιο, σελ. 48). Ο όρος «μάζες» στην αλτουσεριανή εκδοχή προκάλεσε πολλές ενστάσεις: τι είναι «οι μάζες» αν όχι οι άνθρωποι; Κι αν ακόμη πούμε ότι οι μάζες «δημιουργούν» την ιστορία (πράγμα αμφιλεγόμενο αν σκεφθούμε ότι οι μάζες συχνά διαβρώνονται από την κυρίαρχη ιδεολογία), αυτό είναι και πάλι ως ένα όριο σωστό. Την ιστορία δεν την κάνουν μόνο και αποκλειστικά οι μάζες, αλλά και οι προσωπικότητες (π. χ. Ο Λένιν στην Οκτωβριανή επανάσταση), ακόμη και οι επικεφαλής των μαζών, αλλά και οι κυρίαρχες τάξεις.
3. Ουμανισμός και μαρξισμός
Ο Αλτουσέρ δίνει ιδιαίτερη έμφαση σ’ αυτήν την σκέψη «χωρίς σκεπτόμενους¨. Είναι εντούτοις φανερό ότι ως μαρξιστής, έπρεπε να ‘χει ισχυρά αντερείσματα για τον αντιουμανισμό του, αφού όπως είναι γνωστό ο κλασικός μαρξισμός χαρακτηρίζεται ως ουμανισμός (Γκράμσι). Γράφει ο Αλτουσέρ: «…όταν ξεκινάμε από τον άνθρωπο, δεν είναι δυνατό να αποφύγουμε τον ιδεαλιστικό πειρασμό για την παντοδυναμία της ελευθερίας και της δημιουργικής εργασίας, δηλαδή δεν κάνουμε τίποτε άλλο από το να υφιστάμεθα, εν πλήρει “ελευθερία”, την παντοδυναμία της κυρίαρχης αστικής ιδεολογίας, που έχει σαν λειτουργία να αποκρύπτει και να επιβάλλει, με απατηλό πρόσχημα της ελεύθερης δύναμης του ανθρώπου, μια άλλη δύναμη, που και πραγματική είναι και ισχυρή, τη δύναμη του καπιταλισμού». (σ. Π. Β. Λ. Αλτουσέρ: Υποστήριξη της Αμιένης, από το βιβλίο «Θέσεις», «Θεμέλιο», 1977, σελ. 164).
Χωρίς άλλο δεν είναι άγνωστος και πραγματικά υπάρχει ένας τέτοιος παπαδίστικος και ιδεαλιστικός «φενακισμένος ουμανισμός» που ανά τους αιώνες δίδασκε – και διδάσκει – την απατηλή ιδεολογία ότι ο άνθρωπος είναι «κέντρο και αφαλός του κόσμου» και ταυτόχρονα «καθ’ ομοίωσιν του Θεού». Ο Αλτουσέρ ορθά καταφέρεται ενάντια σ’ αυτή τη θεολογική αντίληψη του ανθρώπου. Αλλά εντούτοις είναι απαραίτητο να αποφύγουμε και τη σύγχυση που ελλοχεύει. Διότι το να αποκρούει κανείς ότι ο άνθρωπος είναι τάχα αποκλειστικά σαν το γύφτο του Μονό, πεταμένος και καταδικασμένος «στο περιθώριο του σύμπαντος» (θλιβερό μορμολύκειο που προκύπτει τάχα μόνο μέσα από απρόσωπες σχέσεις των δομών, ανήμπορος για πάντα ν’ αλλάξει την τύχη του πάνω στη γη) πρέπει αυτό να σημαίνει άραγε, ότι αναγκαστικά είναι: ιδεαλιστής, μεταφυσικός, βολονταριστής, θεοκρατικός υπαρξιστής, απατεώνας με «απατηλό πρόσχημα της ελεύθερης δύναμης του ανθρώπου», στην ουσία μεσάζων ή θύμα της «κυρίαρχης αστικής ιδεολογίας»; Είναι χωρίς άλλο επισφαλής η πειστικότητα μιας τέτοιας θέσης.
4. Η θεσπιτική ικανότητα της επιστήμης
Κατά τον Αλτουσέρ όπως είδαμε, ο μαρξισμός είναι επιστήμη. Και η επιστήμη δεν έχει ανάγκη ούτε από την ηθικολογία ούτε από τον ουμανισμό, που είναι η κυρίαρχη ιδεολογία της αστικής τάξης. Η άποψη έχει νεοθετικιστική καταγωγή και μαζί με τον Αλτουσέρ την προωθούν οι στρουκτουραλιστές του παρισινού περιοδικού “Tel Quel”. Ιδιαίτερα και ο Μονό υποστήριξε επίσης την αντίθεση επιστήμης και ηθικής, επιστήμης και ουμανισμού.
Καμιά εμφιβολία ότι από μια άποψη η επιστήμη είναι πάνω από συναισθηματισμούς, ανθρωπιστικές υμνολογίες και ευσεβείς πόθους. Είναι φανεροί λοιπόν οι λόγοι για τους οποίους ο Αλτουσέρ, θέλοντας να προσδώσει κύρος στο μαρξισμό τον χαρακτηρίζει ως επιστήμη. Αλλά ο μαρξισμός δεν είναι αποκλειστικά και μόνο, επιστήμη. Είναι μαζί και το βασικό πολιτικοοικονομικό όπλο της εργατικής τάξης. Γι’ αυτό και πρέπει να προλάβουμε μια επικίνδυνη σύγχυση νεοθετικιστικής καταγωγής που είναι ο απόλυτος διαχωρισμός – έτσι με το μαχαίρι – σαν να υπάρχει τάχα μια πρωταρχική αντίθεση ανάμεσα στην επιστήμη και τη συνείδηση, ανάμεσα στην επιστήμη και την ηθική, ανάμεσα στην επιστήμη και τον ουμανισμό, ανάμεσα στην επιστήμη και την ιδεολογία.
Ένας μεγάλος επιστήμονας, όπως ο Πωλ Λανζεβέν δεν έπαψε ποτέ να πιστεύει «στην ανθρώπινη αξία της επιστήμης». Γράφει: «Αν εφαρμόσουμε τις μεθόδους και το πνεύμα αυτής της επιστήμης σε όλες τις ανθρώπινες πλευρές της πραγματικότητας, και ειδικά στα ανθρώπινα προβλήματα, θα μπορέσουμε να αποτρέψουμε τους κινδύνους της ώρας αυτής και να σώσουμε το είδος μας, με μόνο το αίτημα ότι αντιπροσωπεύει μορφή ζωής άξια να διαφυλαχτεί». (σ. Π. Β. Paul Langevin, “La valeur de la science” (1934) στη συλλογή “La pensnee et l’ action”, σελ. 144 και 149-150 (“Ed. Sociales », 1950) Αναφέρεται από τον Μιλώ στο άρθρο «Μια ηθική της επιστήμης» (Από το βιβλίο «Ο Μονό και η διαλεκτική», Εκδ. «Ράππα», 1971, σελ. 20).
Χωρίς άλλο οι επιστήμες – παρά την αντίθετη άποψη του νεοθετικισμού – έχουν θεσπιστική λειτουργία. Γράφει ο φιλόσοφος Ζακ Μιλώ: «Με τα μέσα που οι επιστήμονες βάζουν στη διάθεση του ανθρώπου έδειχναν ήδη στον Λανζεβέν τους σκοπούς του ανθρώπου και του επέτρεπαν να διαγράφει τις δυναμικές γραμμές της ηθικής ανακάλυψης…». (σ. Π.Β. Ζακ Μιλώ, όπ. Π. σελ. 21). Η συλλογιστική του Αλτουσέρ αποτελεί ιδιότυπο και ξεχωριστό μαρξιστικό νεοθετικισμό. Αποτελεί όμως και μια σημαντική περιπλοκή: μηδενίζοντας ή ελαχιστοποιώντας ως το έπακρο την έννοια «άνθρωπος», έρχεται σε φανερή σύγκρουση με την ίδια την πραγματικότητα αλλά και με την κλασική θέση του μαρξισμού, από τον Μαρξ (των χειρογράφων) ως τον Λένιν και τον Γκράμσι, που θεωρούν ότι: ο μαρξισμός είναι ουμανισμός.
5. Μοντέλο (Pattern) παραγωγικό (deduction) και μοντέλο επαγωγικό (induction)
Οι Γάλλοι στρουκτουραλιστές θεωρητικοί της αφηγηματολογίας (narratologie) έδωσαν ιδιαίτερη έμφαση στην παραγωγική μέθοδο έρευνας (deduction) επηρεασμένοι άμεσα από το νεοθετικιστικό ρεύμα (ιδίως της σχολής της Βιέννης) που διέπει ορισμένους κύκλους της σύγχρονης νεοθετικιστικής επιστημολογίας. Ο ίδιος ο Μπαρτ εξηγεί τη μέθοδό του:
α) Ή θα ακολουθήσει κανείς τη μέθοδο των πειραματικών επιστημών, δηλαδή την επαγωγή (inductio) - αυτό που έκανε ο Αριστοτέλης για την τραγωδία – αρχίζοντας τη σπουδή «όλων των αφηγημάτων ενός είδους, μιας εποχής, μιας κοινωνίας για να περάσει κατόπιν στη σχεδίαση ενός γενικού μοντέλου» (προοπτική εντούτοις που ο ίδιος ο Μπαρτ τη χαρακτηρίζει ως ουτοπική),
β) Ή θα ακολουθήσει την παραγωγική μέθοδο (deductio), που σημαίνει ότι θα κατασκευάσει εκ των προτέρων (a priori) ένα υποθετικό μοντέλο και με βάση αυτό, θα προσπαθήσει να δημιουργήσει «ένα μοναδικό εργαλείο περιγραφής για να ανεύρει τον πλουραλισμό των αφηγήσεων, τον ιστορικό, γεωγραφικό, πολιτιστικό διαφορισμό τους». (σ. Π. Β. R. Barthes, “Introduction a l’ analyse structurale des recits”, “Communication”, 8 (1981) σελ. 8)
Δεν υπάρχει αμφιβολία πως μια ορισμένη σύγχρονη επιστημολογία (σ. Π. Β. Επιστημολογία είναι η κριτική σπουδή για την αξία και τη φύση της επιστημονικής γνώσης στην περιοχή της γνωσιολογίας. Για άλλους, η επιστημολογία αποτελεί φιλοσοφία της επιστήμης) είναι άμεσα επηρεασμένη από το νεοθετικισμό εκείνο που βασίζεται αποκλειστικά στην υποθετικο-παραγωγική μεθοδολογία. Αλλά η επιστήμη σήμερα σε αντίθεση με τον νεοθετικισμό ενώ κάνει μια ευρύτερη χρήση της υποθετικο-παραγωγικής μεθοδολογίας, δεν έπαψε ποτέ να χρησιμοποιεί τη βασική επιστημονική μέθοδο, δηλαδή να μελετά επίσης τα γεγονότα, να χρησιμοποιεί την εμπειρία, τα πειραματικά εργαστήρια, με άλλα λόγια, να μελετά την πραγματικότητα. Γράφει ένας σύγχρονος επιστήμονας – από τους πιο διακεκριμένους της εποχής μας, ο βιολόγος Πιερ Πωλ Γκρασσέ: «Να γυρεύουμε την εξήγηση των πάντων με μόνη τη δύναμη του λογικού χωρίς να επικαλούμαστε τα γεγονότα και την επιστημονική μέθοδο, είναι μια προσπάθεια αλαζονική και μάταιη, στην οποία εξακολουθούν να επιδίδονται αρκετοί φιλόσοφοι και όχι από τους πιο παρακατιανούς. Θορυβούν απλώς και φλυαρούν – γιατί δεν είναι δυνατό να υπάρξει φιλοσοφία τελείως ξεκομμένη από την επιστήμη, δηλαδή από την πραγματικότητα». (σ. Π. Β. Π. Π. Γκρασσέ: «Εσύ ο μικρούλης Θεός», μετ. Ν. Παπαδόπουλος, εκδ. «Ράππα», 1971, σελ. 23).
Αυτό σημαίνει ότι η νεοθετικιστική επιμονή στην αποκλειστική χρήση της a priori υποθετικο-παραγωγικής μεθοδολογίας είναι στην ουσία αντιεπιστημονική γιατί αγνοεί την εμπειρία. Καθώς παρατηρεί ο νομπελίστας φυσικός Μαξ Μπορν:
Θεωρίες που για αιώνες χαρακτηρίζονταν (κατά πλατωνικό τρόπο) υποδειγματικά μοντέλα υποθετικο-παραγωγικής κατασκευής – όπως ήταν η Ευκλίδεια Γεωμετρία – κατακτήθηκαν στη σφαίρα της εμπειρίας όταν κατασκευάστηκε νέα θεωρία με ανώτερο βαθμό αφαίρεσης, η γεωμετρία του Ρήμαν, και
δυο θεωρίες που υποστηρίζουν ότι οικοδομούνται σε a priori αρχές, μπορεί να είναι εντελώς διαφορετικές ή και αντιφατικές, όπως π. χ. οι κοσμολογίες του Έντιγκτον και Μιλν. (σ. Π. Β. M. Born, “Experiment and Theory”, “Doyer”, 1956, σελ. 4 και 44).
Η κλασική μαρξιστική γνωσιολογία είναι εξάλλου γνωστή: η γνώση, ξεκινά από την εμπειρία, από την πραγματικότητα. Αλλά δε σταματά μόνο σ’ αυτή. Η απλή εμπειρία, η καθημερινή πρακτική, όσο αναγκαία κι αν είναι, παραμένει – σύμφωνα με τον Λένιν – πάντοτε ανεπαρκής και ατελής, όταν δεν συνδεθεί με την επιστημονική μέθοδο. Στους νεοθετικιστές εντούτοις (και σ’ αυτούς που επηρεάζονται από το νεοθετικισμό), δημιουργείται το δίλημμα: πραγματικότητα ή υποθετικο-παραγωγική μεθοδολογία a priori; Είναι το δίλημμα που θέτει και τη σπουδή της λογοτεχνίας πιο πάνω, ο Μπαρτ.
Ο Αλτουσέρ στην ουσία προτείνει στις «σημειώσεις» του, την ίδια παραγωγική μέθοδο, ακολουθώντας το παράδειγμα των στρουκτουραλιστών σημειολόγων του “Tel Quel”. Είναι απαραίτητο εδώ να διευκρινίσω ότι το θέμα της μεθοδολογίας – θέμα ασφαλώς που έγινε αντικείμενο μεγάλων θεωρητικών συζητήσεων – δεν είναι καθόλου απλό, ή τόσο διαζευκτικό, όσο πιστεύει ο Μπαρτ και οι άλλοι θεωρητικοί της ανάλυσης (Μπρεμόν, Κρίστεβα, Λεβί-Στρως κ. ά,). Είναι ακόμη ανάγκη να σημειώσει κανείς ότι η περιφρόνηση του συγκεκριμένου πραγματικού και της σπουδής του, οδηγεί σ’ έναν απριορισμό με απροσδόκητα – και καμιά φορά ευτράπελα – αποτελέσματα. Ένας τέτοιος αυτάρεσκος αντιεμπειρισμός που προσπαθεί να κατασκευάσει μοντέλα λογικά που δεν προκύπτουν από το συγκεκριμένο λογοτεχνικό υλικό, είναι το γνωστό δοκίμιο του M. Butor που τελειώνει με την απίστευτη διαπίστωση ότι, ούτε λίγο, ούτε πολύ, σ’ αυτόν τον απριορισμό του, δεν υπάρχει θέση για τον Κάφκα!! ((σ. Π. Β. M. Butor, “Introduction a la literature fantastique”, “Ed. du Seuil”, σελ. 36, 37, 177).