Δευτέρα, 12 Ιανουαρίου 2009

Ζαν Μαλακέ: Ένας μεγάλος συγγραφέας

Ζαν Μαλακέ: Ένας μεγάλος συγγραφέας
(Άρθρο που συντάχτηκε στο Κογιοακάν στις 7 Αυγούστου 1939,και μεταφράστηκε από τα ρώσικα με την άδεια της Houghton Library για τον 21ο τόμο της γαλλικής έκδοσης των απάντων του Τρότσκι,όπως τα επιμελήθηκαν οι εκδόσεις του Ινστιτούτου Λεόν Τρότσκι στο Παρίσι (Institut Léon Trotsky-Paris) το 1986. Οι σημειώσεις έγιναν από τον γνωστό γάλλο ιστορικό, μελετητή και βιογράφο του Τρότσκι, Πιέρ Μπρουέ ( Pierre Broué 1926 - 2005).
Λεόν Τρότσκι (μετάφραση: Βασίλης Φράγκος)


http://www.politikokafeneio.com/neo/modules.php?name=News&file=article&sid=6184&mode=thread&order=0&thold=0

{Το ακόλουθο άρθρο γράφτηκε από τον Τρότσκι τον αύγουστο του 1939, αφού είχε διαβάσει τους "Ιαβανέζους" την πρώτη νουβέλλα του Ζαν Μαλακέ. Ο Τρότσκι αφού διάβασε το βιβλίο, επισήμανε το ταλέντο του Μαλακέ τον οποίο θεώρησε ως ένα νέο μεγάλο συγγραφέα. Το άρθρο εστάλη σε διάφορες αστικές εκδόσεις αλλά απορρίφθηκε. Όταν ο Μαλακέ βραβέυΘηκε για την νουβέλλα του με το Βραβείο "Goncourt", και έγινε έτσι διάσημος μην έχοντας πια ανάγκη από βοήθεια για την αναγνώρισή του, ο Τρότσκι ζήτησε από τον υπεύθυνο που διαχειριζόταν τα έργα του, να στείλει πίσω το άρθρο. Για πρώτη φορά αυτό δημοσιεύθηκε μετά το θάνατο του Τρότσκι στο αμερικανικό όργανο της 4ης Διεθνούς Fourth International, τον φεβρουάριο του 1941}


Είναι καλό που πάνω στη γή υπάρχει όχι μόνο η πολιτική, αλλά και η τέχνη. Είναι καλό που η τέχνη είναι ανεξάντλητη στις δυνατότητές της, όπως και η ίδια η ζωή. Κατά μια ορισμένη έννοια, η τέχνη είναι πιο πλούσια από τη ζωή, διότι μπορεί να μεγεθύνει ή να σμικρύνει, να ζωγραφίσει με ζωντανά χρώματα, ή αντίθετα, να περιοριστεί στο κάρβουνο, μπορεί να παρουσιάσει ένα και μόνο αντικείμενο από διαφορετικές πλευρές και να το φωτίσει με ποικκίλους τρόπους. Ο Ναπολέον(1) ήταν μοναδικός. Οι απεικονίσεις του στην τέχνη είναι πολλαπλές.
Το φρούριο Πέτρου και Πάυλου και οι άλλες τσαρικές φυλακές έφεραν το γαλλικό μυθιστόρημα τόσο κοντά μου, που στη συνέχεια, για πάνω από τρεις δεκαετίες, παρακολούθησα, λίγο ή πολύ, τις αξιοσημείωτες καινοτομίες της γαλλικής λογοτεχνίας. Ακόμα και στα χρόνια του εμφυλίου πολέμου, στο βαγόνι του στρατιωτικού μου τραίνου, διάβαζα ένα πρόσφατο γαλλικό μυθιστόρημα. Μετά την εξορία μου στην Κωνσταντινούπολή, μάζεψα μια μικρή βιβλιοθήκη σύγχρονων γαλλικών έργων, που κάηκε μαζί με όλα μου τα βιβλία τον Μάρτιο του 1931. Ωστόσο όλα αυτά τα τελευταία χρόνια, έστω κι αν δεν εξαφανίστηκε εντελώς, το ενδιαφέρον μου για το μυθιστόρημα εξασθένησε. Πάρα πολλά σημαντικά γεγονότα πέρασαν πάνω απ'τη γή μας, κατά ένα μέρος επίσης και πάνω απ'το κεφάλι μου. Η μυθιστορηματική φαντασία άρχισε να μου φαίνεται άνοστη, σχεδόν χυδαία. Διάβασα με ενδιαφέρον του πρώτους τόμους της εποποιήας του Jules Romains(2). Οι τελευταίοι, που ήταν αφιερωμένοι στον πόλεμο, μου φάνηκαν ένα αδέξιο ρεπορτάζ. Ο πόλεμος, είναι προφανές οτι γενικά δεν βρίσκει θέση μέσα στην τέχνη. Τις περισσότερες φορές, η ζωγραφική των μαχών είναι απλώς ανόητη. Όμως αυτό δεν είναι η μόνη πτυχή του προβλήματος. Όπως μια κουζίνα με πάρα πολλά καρυκέυματα χαλάει τη γεύση, έτσι και μια σωρεία από ιστορικές καταστροφές εξαναμίζει το ενδιαφέρον για για τη λογοτεχνία. Ωστόσο, αυτές τις μέρες είχα μια καινούργια ευκαιρία να επαναλάβω: Είναι καλό που υπάρχει η τέχνη πάνω στη γη.
Ένας συγγραφέας που δεν γνώριζα, ο Ζαν Μαλακέ, μου έστειλε το βιβλίο του, το οποίο φέρει έναν αινιγματικό τίτλο: Οι Ιαβανέζοι. Το μυθιστόρημα είναι αφιερωμένο στον Αντρέ Ζιντ(3), κάτι που μου επέστησε λίγο την προσοχή. Ο Ζιντ απέχει πολύ από 'μας, όπως και η εποχή στην οποία ανταποκρίνονταν οι αργές και ένετες αναζητήσεις του. Μάλιστα τα πρόσφατα έργα του διαβάζονται-αν και με ενδιαφέρον-περισσότερο σαν ανθρώπινα ντοκουμέντα μιας εποχής που έχει περάσει οριστικά. Όμως, από τις πρώτες σελίδες μου φάνηκε οτι ο Μαλακέ δεν υπόκειταν καθόλου στην επιρροή του Ζιντ. Ο συγγραφές είναι ανεξάρτητος σε όλους τους τομείς, και αυτό είναι που αποτελεί τη δύναμή του, δύναμη πολύτιμη στην εποχή μας, που η λογοτεχνική εξάρτηση σε όλες της τις μορφές έχει γίνει κανόνας. Το όνομα Μαλακέ δεν μου θύμιζε τίποτα, παρά μόνο ίσως έναν δρόμο του Παρισιού(4). Οι Ιαβανέζοι είναι το πρώτο μυθιστόρημα του συγγραφέα, και άλλοι τίτλοι το ακολουθούν, αλλά πρόκειται για έργα "σε προετοιμασία". Ωστόσο, όταν διαβάζεις αυτό το πρώτο έργο μια σκέψη επιβάλλεται αμέσως: Πρέπει να συγκρατήσω το όνομα Μαλακέ.
Ο συγγραφές είναι νέος και αγαπά με πάθος τη ζωή. Όμως, ξέρει ήδη να βάζει ανάμεσα στον ίδιο και τη ζωή την αναγκαία καλλιτεχνική απόσταση για να μην πνιγεί μέσα στον ίδιο του τον υποκειμενισμό. Το να αγαπά κανείς τη ζωή με την προσποιητή αγάπη του ντιλετάντη-υπάρχουν ντιλετάντες της ζωής, όπως υπάρχουν και ντιλετάντες της τέχνης-δεν έχει και μεγάλη αξία.Το να αγαπά κανείς τη ζωή με τα μάτια ανοιχτά, χωρίς να σωπαίνει στην κριτική της, χωρίς αυταπάτες, χωρίς να την ωραιοποιεί, να την αγαπάει έτσι όπως είναι, γι 'άυτό που υπάρχει σε αυτήν, και ακόμα περισσότερο γι'αυτό αυτό που μπορεί να γίνει η ζωή, αυτό είναι κατα κάποιο τρόπο ένα κατόρθωμα. Το να δίνει κανείς μια καλλιτεχνική έκφραση σε αυτή την αγάπη της ζωής, ακόμα κι όταν περιγράφει το πιο χαμηλό κοινωνικό στρώμα-είναι μια μεγάλη καλλιτεχνική αξία.
Στη νότια Γαλλία, διακόσιοι άνθρωποι έβγαζαν μολύβι και ασήμι από ένα παλιό ορυχείο, ο ιδιοκτήτης του, ένας Άγγλος, δεν θέλει να ξοδέψει τίποτα για να ανανεώσει τον εξοπλισμό του. Στην περιοχή υπάρχει ένας ορισμένος αριθμός ξένων διωγμένων απ'τη χώρα τους, χωρίς βίζα, χωρίς χαρτιά, που η αστυνομία δεν βλέπει με καλό μάτι. Δεν είναι καθόλου απαιτητικοί όσον αφορά το κατάλυμα και τις συνθήκες ασφαλείας και είναι έτοιμοι να δουλέψουν για οποιονδήποτε μισθό. Το ορυχείο με τον πληθυσμό του από παρίες αποτελεί έναν μικρό κλειστό κόσμο, σαν το νησί με το οποίο συνδέεται το όνομα Ιάβα, το οποίο έχει επιλεχθεί με μεγάλη ακρίβεια γιατί, με τη λέξη ιαβανέζος, οι Γάλλοι εννοούν ότι είναι ακατανόητο και εξωτικό.
Σχεδόν όλες οι εθνικότητες της Ευρώπης, και όχι μόνο της Ευρώπης, αντιπροσωπεύονται στην "Ιάβα". Λευκορώσσοι, Πολωνοί, Ισπανοί, Ιταλοί, Έλληνες, Τσέχοι, Σλοβάκοι, Γερμανοί, Αυστριακοί, Άραβες, ένας Αρμένιος, ένας Ιαπωνέζος, ένας Μαύρος, ένας Ουκρανο-εβραίος, ένας Φινλανδός... Μεταξύ όλων αυτών των μετοίκων δεν υπάρχει παρά μόνο ένας Γάλλος, ένας αξιολύπητος δυστυχής που κραδαίνει τη σημαία της Τρίτης Δημοκρατίας. Στην παράγκα που στηρίζεται στον τοίχο ενός εργοστασίου που έχει καεί προ πολλού, ζουν τρεις δεκάδες εργένηδες, οι οποίοι βρίζουν σε μια γλώσσα που σχεδόν στον καθένα είναι και διαφορετική. Στις άλλες παράγκες, οι γυναίκες, που προέρχονται απ'όλες τις γωνιές της γης αυξάνουν ακόμα περισσότερο το γλωσσικό μπέρδεμα.
Δεκάδες Ιαβανέζοι περνούν από μπροστά μας, πάνω στον καθένα μένει μια αντανάκλαση της χαμένης πατρίδας του, καθένας κατέχει μια πιστική προσωπικότητα και στέκεται από μόνος του χωρίς τη βοήθεια του συγγραφέα, τουλάχιστον χωρίς την ορατή του βοήθεια. Ο Αυστριακός Καρλ Μύλλερ, που έχει τη νοσταλγία της Βιέννης και κλίνει ρήματα στα αγγλικά, ο Χανς, γιος του γερμανού αντιναύαρχου Ούλριχ φον Τάουπφεν, πρώην αξιωματικός του ναυτικού που συμμετείχε στην εξέγερση των Ναυτών στο Κίελ, ο Αρμένιος Αλμπουντιζιάν, ο οποίος, για πρώτη φορά στην "Ιάβα" χόρτασε φαί και μέθυσε κιόλας, ο Ρώσος αγρονόμος Μπέλσκυ του οποίου η γυναίκα δεν έχει εντελώς τα λογικά της και του οποίου η κόρη είναι τρελή, ο παλιός ανθρακωρύχος Ποντσόνι, που έχασε του γιούς τους σε ορυχείο στην Ιταλία και που κουβεντιάζει αξίσου ευχάριστα με τον τοίχο, με τον διπλανό του στη δουλειά και με μια πέτρα στο δρόμο, ο "Δόκτωρ Μάγκνους" που εγκατέλειψε τις πανεπιστημιακές σπουδές του στην Ουκρανία μια μέρα πριν τις τελειώσει, για να μην ζήσει όπως οι άλλοι, ο Μαύρος αμερικανός Ηίλλαρυ Χοτζ, ο οποίος, κάθε κυριακή, καθαρίζει τα λουστραρισμένα μποτίνια του, ανάμνηση του περελθόντος, χωρίς να τα φοράει ποτέ, ο πρώην Ρώσος έμπορος Μπουτώφ, ο οποίος προσποιήται τον πρώην στρατηγό, προκειμένου να προσελκύσει πελάτες στο μελλοντικό του εστιατόριο. Ωστόσο ο Μπουτώφ πεθαίνει πριν την αρχή του μυθιστορήματος: Μένει η χήρα του η οποία λέει την ωραία περιπέτεια.
Επιζώντες διαλυμένων οικογενειών, αναζητητές περιπετειών, ευκαιριακοί συμμετέχοντες σε επαναστάσεις ή αντεπαναστάσεις, συντρίμια εθνικών κινημάτων ή εθνικών καταστροφών, εξόριστοι κάθε είδους, ονειροπόλοι και κλέφτες, δειλοί και μισο-ήρωες, ξεριζωμένοι, παιδιά θαύματα της εποχής μας, τέτοιος είναι ο πληθυσμός της "Ιάβας", "επιπλέοντος νησιού, δεμένου στην ουρά του διαβόλου". "Ούτε μια τετραγωνική παλάμη πάνω σ'όλη την επιφάνεια της γης, λέει ο Χανς φον Τάουπφεν, για να βάλεις το λεπτό σου ποδαράκι, εκτός της οποίας να είσαι ελεύθερος, αρκεί μόνο να είναι πέρα από το σύνορο, πέρα από όλα τα σύνορα". Ο υπαξιωματικός της χωροφυλακής, Καρμπονί, λάτρης των καλών τσιγάρων και των φίνων κρασιών, κάνει τα στραβά μάτια για τους κατοίκους του νησιού. Προσωρινά βρίσκονται πραγματικά "πέρα από όλα τα σύνορα". Όμως αυτό δεν τους εμποδίζει να ζουν με το δικό τους τρόπο. Οι άνδρες κοιμούνται πάνω σε σάκους με άχυρα, συχνά χωρίς να βγάλουν τα ρούχα τους, καπνίζουν πολύ και πίνουν φοβερά, τρέφονται με ψωμί και τυρί, προκειμένου να εξοικονομίσουν περισσότερα για το κρασί, πλένονται σπάνια, και σκορπίζουν γύρω τους μια πνικτική μυρωδιά ιδρώτα, καπνού και αλκοόλ.
Δεν υπάρχει κεντρικό πρόσωπο στο μυθιστόρημα, ούτε ενιαία πλοκή. Κατά μία ορισμένη έννοια, ο βασικός ήρωας είναι ο ίδιος ο συγγραφέας, όμως δεν εμφανίζεται. Η διήγηση καλύπτει μια περίοδο μερικών μηνών και, όπως η ίδια η ζωή, αποτελείται από επεισόδια.Παρά τον εξωτισμό του θέματος, το βιβλίο απέχει πολύ από κάθε φολκλόρ, όπως και απ'την εθνογραφία και την κοινωνιολογία. Είναι ένα μυθιστόρημα με την πραγματική σημασία του όρου, ένα κομμάτι ζωής που έγινε τέχνη. Θα πίστευε κανείς οτι ο συγγραφέας διάλεξε επίτηδες ένα απομονωμένο "νησί" για να παρουσιάσει πιο συγκεκριμένα τους χαρακτήρες και τα ανθρώπινα πάθη, που δεν παίζουν έναν λιγότερο σημαντικό ρόλο εδώ απ'ότι σε οποιοδήποτε άλλο στρώμα της κοινωνίας. Οι άνθρωποι αγαπούν, μισούν, κλαίνε, θυμούνται, τρίζουν τα δόντια. Εδώ η γέννηση ενός παιδιού στη οικογένεια του Πολωνού Βάρσκι, η επίσημη βάφτισή του, αλλού, ο θάνατος, η απελπισία των γυναικών, η ταφή, υπάρχει τέλος και ο έρωτας της πόρνης για τον δόκτωρα Μάγκνους ο οποίος μέχρι τώρα δεν είχε γνωρίσει γυναίκες. Αυτό το λεπτό επεισόδιο αγγίζει το μελόδραμα, όμως ο συγγραφέας αποτραβιέται έντιμα από τη δοκιμασία που έχει επιβάλει ο ίδιος στον εαυτό του.
Μέσα απ'τη διήγηση, κυλά και η ιστορία δύο Αράβων, πρωτοξάδερφων, του Ελαχασίν μπεν Χαλιφά και του Νταούντ Χαλιμά. Παραβαίνοντας μια φορά τη βδομάδα το νόμο του Μωάμεθ, πίνουν κρασί την κυριακή, όμως με μέτρο, τρία λίτρα, για να μην διακινδυνεύσουν την συγκέντρωση των πέντε χιλιάδων φράγκων που θα τους επιτρέψουν να επιστρέψουν στα σπίτια τους, στο διαμέρισμα της Κονσταντίν. Δεν είναι πραγματικοί ιαβανέζοι, είναι προσωρινά εκεί. Όμως να που ο Ελαχασίν σκοτώνεται μέσα στο ορυχείο κατά τη διάρκεια μιας κατολίσθησης. Και η ιστορία των προσπαθειών του Νταούντ για να πάρει τα χρήματά του από το ταμιευτήριο μένει για πάντα χαραγμένη στη μνήμη. Ο Άραβας περιμένει ώρες, ρωτάει, επλίζει, περιμένει ξανά υπομονετικά.Τελικά, του κατάσχουν το βιβλιάριό του, γιατί είναι στο όνομα του Ελαχασίν, του μόνου απ'τους δύο που ήξρερε να υπογράφει με το όνομά του. Αυτή η τραγωδία σε μικρογραφία εξιστορείται με τέλειο τρόπο.
Η μαντάμ Μισέλ, η ιδιοκτήτρια του μπαρ, πλουτίζει λίγο λίγο στην πλάτη αυτών των ανθρώπων, όμως δεν τους αγαπάει και τους περιφρονεί. Όχι μόνο επειδή δεν καταλαβαίνει τις θορυβώδεις συζητήσεις τους, αλλά και επειδή είναι πολύ γεναιόδωροι στα μπουρμπουάρ, επειδή εξαφανίζονται κανείς δεν ξέρει που: Άνθρωποι άδειοι που δεν αξίζουν την εμπιστοσύνη. Μαζί με την κατανάλωση ποτών, ο οίκος ανοχής, κατέχει, προφανώς μια μεγάλη θέση στη ζωή της Ιάβα. Ο Μαλακέ τους περιγράφει με λεπτομέρειες, χωρίς οίκτο και ταυτόχρονα με εξαιρετικά ανθρώπινο τρόπο.
Οι Ιαβανέζοι βλέπουν τον κόσμο απ'τα κάτω: Ριγμένοι στον μπάτο της κοινωνίας, είναι αναγκασμένοι να ξαπλώσουν ανάσκελα στο βάθος του ορυχείου, για να να κόψουν ή να σκάψουν την πέτρα πάνω απ'τα κεφάλια τους. Αυτή είναι μια ιδιαίτερη προοπτική. Ο Μαλακέ γνωρίζει καλά τους νόμους της και ξέρει να τους χρησιμοποιήσει. Η δουλειά στο ορυχείο αναφέρεται με οικονομία, χωρίς περιττές λεπτομέρειες, όμως με μια εξαιρετική δύναμη. Ένας καλλιτέχνης, απλός παρατηρητής, δεν γράφει ποτέ έτσι, ακόμα κι αν έχει κατέβει δέκα φορές στις σήραγγες για να αναζητήσει εκεί τις τεχνικές λεπτομέρειες που στον Ζυλ Ρομαίν, για παραδειγμα αρέσει τόσο πολύ να αραδιάζει. Μόνο ένας πρώην εργάτης ορυχείου, που έχει αναδειχθεί σε μεγάλο καλλιτέχνη μπορεί να γράφει έτσι.
Αν και διαθέτει μια κοινωνική διάσταση, το μυθιστόρημα δεν έχει σε καμία περίπτωση έναν μεροληπτικό χαρακτήρα. Δεν θέλει να αποδείξει τίποτα, δεν κάνει προπαγάνδα για τίποτα, σε αντίθεση με τόσα έργα της εποχής μας, τα οποία, σε έναν υπερβολικά μεγάλο αριθμό, υπόκεινται σε διαταγές, ακόμα και μέσα στον τομέα της τέχνης. Το μυθιστόρημα του Μαλακέ είναι "μονάχα" ένα καλλιτεχνικό έργο. Και την ίδια στιγμή, αισθανόμαστε σε κάθε βήμα τους σπασμούς της εποχής μας, της πιο επιβλητικής και της πιο τερατώδους, της πιο κρίσιμης και της πιο δεσποτικής, που γνωρισε ποτέ μέχρι τώρα η ανθρώπινη ιστορία. Η ένωση ενός απρόσβλητου προσωπικού λυρισμού και μιας βίαιης επικής ποίησης, κι αυτή ακόμα της εποχής της, αποτελεί, ίσως το βασικό χάρισμα αυτού του έργου.
Το κεθεστώς παρανομίας κράτησε χρόνια. Στις δύσκολες στιγμές, ο άγγλος διευθυντής, πάντα μεθυσμένος, και στον οποίο λείπει το ένα μάτι και το ένα χέρι, δωροδώκησε με κρασί και τσιγάρα τον ενωμοτάρχη της χωροφυλακής. Οι Ιαβανέζοι συνέχησαν να δουλεύουν χωρίς χαρτιά, στις επικίνδυνες γαλαρίες των ορυχείων, μεθούσαν στης μαντάμ Μισέλ, και κρύβονταν σε κάθε κίνδυνο πίσω απ'τα δέντρα όταν συναντούσαν τους χωροφύλακες. Όμως όλα έχουν ένα τέλος.
Ο μηχανικός Καρλ, γιος ενός βιεννέζου φούρναρη, εγκατέλειψε χωρίς άδεια τη δουλειά του στην αποθήκη, κάνει περίπατο στον ήλιο πάνω στην άμμο της ακτής, ακούει τον θόρυβο των κυμάτων, απευθύνει το λόγο στα δέντρα που συναντάει. Στην κωμόπολη που βρίσκεται κοντά στο εργοστάσιο εργάζονται Γάλλοι. Έχουν τα σπιτάκια τους, με νερό και ηλεκτρικό, τις κότες τους, τα κουνέλια τους, τα κηπευτικά τους. Ο Καρλ, όπως και η πλειοψηφία των Ιαβανέζων, κοιτάζει αυτόν τον καθιστικό κόσμο χωρίς ζήλεια, περισσότερο με μια δόση περιφρόνησης. "Έχασαν την αίσθση του χώρου, όμως απέκτησαν την αίσθηση της ιδιοκτησίας". Ο Καρλ σκίζει τον αέρα με ένα κλαδί που μάζεψε από κάτω, θέλει να τραγουδήσει, όμως καθώς δεν έχει φωνή, σφυρίζει.
Εκείνη τη στιγμή προκλήθηκε μια κατολίσθηση στο ορυχείο, δυο άντρες σκοτώθηκαν: Ο Ρώσος Μαλινώφ, που είχε υποτίθεται ανακαταλάβει το Νίζνι-Νόβγκοροντ από τους μπολσεβίκους, και ο Άραβας Ελαχασίν μπεν Χαλιφά. Ο ευγενής Γιάκοβλεφ, πρώην πρώτος μαθητής του Ωδείου της Μόσχας, κλέβει τη γρια ρωσίδα Σοφία Φεντόροβνα, χήρα ενός φανταστικού στρατηγού, μάγισσα που είχε μαζέψει μερικές χιλιάδες φράγκα. Ο Καρλ κοιτάει κατα τύχη μέσα απ'το ανοιχτό παράθυρο και ο Γιακοβλεφ του δίνει ένα χτύπημα με ένα κούτσυορο στο κεφάλι. Έτσι πέφτει η καταστροφή πάνω στην Ιάβα, μια σειρά από καταστροφές. Η ανεξέλεγχτη απελπισία της γριάς είναι κάτι το αποτρόπαιο: Γυρίζει την πλάτη στον κόσμο, απαντά με βρισιές στις ερωτήσεις του χωροφύλακα, μένει στο πάτωμα χωρίς να φάει, χωρίς να κοιμηθεί, μια μέρα, δυο, τρεις, σέρνεται μες στις ίδιες της τις ακαθαρσίες και μές στο βουητό απ'τις μύγες.
Η κλοπή προκαλεί μια σημείωση στην εφημερίδα. Που είναι οι προξενικές αρχές; Γιατί δεν επαγρυπνούν; Ο χωροφύλακας Καρμπονί δέχεται μια εγκύκλιο για την αναγκαιότητα να ελέγχξει αυτστηρά τους ξένους. Τα λικέρ και τα τσιγάρα του Τζων Κέρριγκαν δεν έχουν αυτή τη φορά κανένα αποτέλεσμα. "Είμαστε στη Γαλλία, κύριε Διευθυντά, και οφείλουμε να συμορφωνόμαστε με τους γαλλικούς νόμους." Ο διευθυντής αναγκάζεται να στείλει τηλεγράφημα στο Λονδίνο. Η απάντηση είναι: Κλείστε το ορυχείο. Η ύπαρξη της Ιάβα σταματάει. Οι Ιαβανέζοι διασκορπίζονται, για να κρυφτούν σε άλλες χαραμάδες.
Ο επιτηδευμένος τόνος είναι ξένος στον Μαλακέ,δεν αποφεύγει ούτε τις έντονες λέξεις, ούτε τις σκληρές σκηνές. Η σημερινή λογοτεχνία, ιδιαίτερα η γαλλική λογοτεχνία, επιτρέπει στον εαυτό της γενικά, ασυγκρίτως, πολύ περισσότερα απ'άυτά που επέτρεπε στον εαυτό του ο παλιός νατουραλισμός της εποχής του Ζολά(5), που καταδικάστηκε από τους ριγκοριστές (άκαμπτους). Θα ήταν κωμικός διανοουμενισμός να φιλοσοφήσει κανείς πάνω στο θέμα: Είναι καλό, είναι κακό; Η ζωή έγινε πιο γυμνή, πιο ανελέητη, ιδιαίτερα από τον παγκόσμιο πόλεμο και μετά, ο οποίος δεν κατέστρεψε μόνο πάρα πολλούς καθεδρικούς ναούς, αλλά και πάρα πολλές συμβάσεις, δεν απομένει πια στη λογοτεχνία παρά να λογαριαστεί με τη ζωή. Όμως τι διαφορά μεταξύ του Μαλακέ και ενός άλλου γάλλου συγγραφέα, που έγινε διάσημος εδώ και κάποια χρόνια με ένα βιβλίο εξαιρετικής ωμότητας! Μιλώ για τον Σελίν(6). Κανένας πριν απ'άυτόν δεν είχε μιλήσει για τις ανάγκες και τις λειτουργίες του άθλιου ανθρώπινου σώματος με μια τέτοια φυσιολογική επιμονή. Όμως το χέρι του Σελίν καθοδηγήται από μια πικρόχολη κακία, που στοχεύει να μειώσει τον άνθρωπο. Ο καλλιτέχτης, γιατρός στο επάγγελμα, θέλει, φαίνεται, να μας υποδείξει οτι το ανθρώπινο πλάσμα, υποχρεωμένο καθώς είναι να εκπληρώνει τόσο ευτελείς λειτουργίες, δεν διαφέρει σε τίποτα από τον σκύλο ή απ'τον γάιδαρο, παρά μόνο από μια πολύ πιο μεγάλη πονηριά και ένα πολύ πιο μεγάλο πνέυμα εκδίκησης. Αυτή η μισαλλόδοξη στάση απέναντι στη ζωή, έκοψε τα φτερά της τέχνης του Σελίν: Δεν προχώρησε περισότερο απ'το πρώτο βιβλίο. Περίπου τον ίδιο καιρό με τον Σελίν και ένας άλλος σκεπτικός έγινε γρήγορα διάσημος, ο Μαλρώ(7), που αναζητούσε δικαιολογίες για τον πεσσιμισμό του όχι προς τα κάτω, προς στη φυσιολογία, αλλά προς τα πάνω,προς τις εκδηλώσεις του ανθρώπινου ηρωισμού. Ο Μαλρώ έδωσε ένα ή δύο σημαντικά βιβλία. Όμως του λείπει ένας εσωτερικός μοχλός, προσπαθεί με έναν οργανικό τρόπο να στηριχθεί σε μια εξωτερική δύναμη, σε μια καθιερωμένη αρχή. Η απουσία δημιουργικής ανεξαρτησίας χύνει μέσα στα τελευταία έργα του το δηλητήριο της ανειλικρίνειας και τα καθιστά μάταια.
Ο Μαλακέ δεν φοβάται αυτό που είναι ευτελές και αγοραίο στη φύση μας, διότι, παρ'όλα αυτά, ο άνθρωπος είναι ικανός για δημιουργία, ορμή, ηρωισμό,-τίποτα το στείρο δεν υπάρχει εδώ. Όπως όλοι οι πραγματικοί αισιόδοξοι, ο Μαλακέ αγαπάει τον άνθρωπο για τις δυνατότητες που υπάρχουν σ'αυτόν. Ο Γκόρκι έχει πει άλλοτε: "Ο άνθρωπος, αυτό ηχεί περήφανα!". Ο Μαλακέ δεν θα μπορούσε να δεχτεί πιο διδακτικά λόγια. Όμως ακριβώς μια παρόμοια στάση προς τον άνθρωπο περνάει μέσα απ'το μυθιστόρημά του. Το ταλέντο του Μαλακέ έχει δυο σίγουρους συμμάχους: Την αισιοδοξία και την ανεξαρτησία.
Μόλις πριν λίγο αναφέραμε το όνομα του Γκόρκι, ενός άλλου βάρδου των ξυπόλλητων. Ο παραλληλισμός επιβάλλεται από μόνος του. Θυμάμαι πολύ καλά το σοκ που προκάλεσε στο κοινό, το πρώτο μεγάλο διήγημα του Γκόρκι Τσελκάς (1895). Ένας νέος περιπλανώμενος προερχόμενος απ'τα κατακάθια της κοινωνίας έκανε σαν κύριος την εμφάνισή του στην αρένα της λογοτεχνίας. Στο μετέπειτα έργο του, ο Γκόρκι δεν ξεπέρασε στην πραγματικότητα το επίπεδο του πρώτου του διηγήματος. Ο Μαλακέ δεν προκαλεί λιγότερη εντύπωση με τη σιγουριά της πρώτης του εκδήλωσης. Είναι αδύνατο να πει κανείς γι'αυτόν: Είναι γεμάτος ελπίδες. Είναι ένας καλλιτέχνης πεπειραμένος. Στις σχολές της αρχαιότητας, περνούσαν τους νεόφυτους από βάναυσες δοκιμασίες, χτυπήματα, προσβολές, κοροϊδίες, για να τους σκληραγωγήσουν μέσα σε ένα σύντομο χρονικό διάστημα. Αυτή τη σκληραγώγηση έδωσε η ζωή στον Μαλακέ και πριν απ'αυτόν και στον Γκόρκι. Τους ταρακούνησε απ΄τη μια πλευρά κι απ'την 'αλλη, τους πέταξε καταγής, τους χτύπησε από πίσω κι από μπρος, και, μετά από μια τέτοια μεταχείρηση, τους έριξε στην αρένα των συγγραφέων σαν ολοκληρωμένους μαιτρ.
Όμως την ίδια στιγμή, τί τεράστια διαφορά μεταξύ των εποχών τους, μεταξύ των ηρώων τους, μεταξύ των λογοτεχνικών τους μέσων.
Οι ξυπόλλητοι του Γκόρκι, δεν είναι το κατακάθι της παλιάς κουλτούρας των πόλεων, αλλά οι αγρότες του χθες, που δεν απορρόφησε ακόμα η νέα βιομηχανική πόλη. Περιπλανώμενοι της άνοιξης του καπιταλισμού, φέρουν το αποτύπωμα της πατριαρχικής ζωή και ένα είδος αφέλειας. Η Ρωσία ακόμα νέα πολιτικά εγκυμονούσε εκείνες τις μέρες την πρώτη της επανάσταση. Η λογοτεχνία ζούσε ανήσυχες προσμονές και υπερβολικούς ενθουσιασμούς. Οι ξυπόλλητοι του Γκόρκι είναι χρωματισμένοι με έναν προ-επαναστατικό ρωμαντισμό. Μισός αιώνας στη Ρωσία δεν πέρασε για το τίποτα. Η Ρωσία και η Ευρώπη γνώρισαν μια σειρά πολιτικών αναταράξεων και τον πιο τρομερό απ' όλους τους πολέμους. Μεγάλα γεγονότα έφεραν μαζί τους μια τεράστια εμπειρία, την εμπειρία γενικά των ηττών και των απογητεύσεων. Οι ξυπόλλητοι του Μαλακέ είναι το προϊόν ενός ώριμου πολιτισμού. Κοιτάζουν τον κόσμο με μάτια λιγότερο έκπληκτα και πιο έμπειρα. Δεν ανήκουν σε ένα έθνος, είναι κοσμοπολίτες. Οι ξυπόλλητοι του Γκόρκι περιπλανήθηκαν από τη Βαλτική ως τη Μαύρη θάλασσα ή μέχρι τη Σαχαλίνη. Οι Ιαβανέζοι δεν γνωρίζουν τα σύνορα των Κρατών, όπως βρίσκονται στο σπίτι τους έτσι βρίσκονται και ξένοι στα ορυχεία του Αλγεριού, στα δάση του Καναδά ή στις φυτείες καφέ στη Βραζιλία. Ο λυρισμός του Γκόρκι είναι τραγουδιστός, σχεδόν συναισθηματικός, συχνά στομφώδης. Όχι λιγότερο έντονος στο βάθος του, ο λυρισμός του Μαλακέ είναι πολύ πιο συγκρατημένος στη μορφή του: Η ειρωνία τον πειθαρχεί.
Η γαλλική λογοτεχνία, συντηρητική και απόλυτη όπως και όλη η γαλλική κουλτούρα, αφομοιώνει αργά τις νέες λέξεις και ενώ η ίδια δημιούργησε πολλές τέτοιες για ολόκληρο τον κόσμο, παραμένει αρκετά κλειστή στις ξένες επιρροές. Βέβαια, από τον πόλεμο και μετά, ένα ρεύμα κοσμοπολιτισμού εισχώρησε στη γαλλική ζωή. Οι Γάλλοι άρχισαν να τεξιδεύουν περισσότερο και να μαθαίνουν καλύτερα τη γεωγραφία και τις ξένες γλώσσες. Ο Μωρουά (8) εισήγαγε στη λογοτεχνία τη στυλιζαρισμένη φιγούρα του Άγγλου και ο Πωλ Μωράν(9)τα νάιτ-κλαμπ όλων των μερών του κόσμου. Ωστόσο αυτός ο κοσμοπολιτισμός κρατάει το ανεξίτηλο στίγμα του τουρισμού. Με τον Μαλακέ, είναι εντελώς διαφορετικός. Δεν είναι τουρισμός. Αυτός ο κοσμοπολιτισμός μετακινήθηκε από τη μια χώρα στην άλλη συνήθως με ένα μέσο που δεν εγκρίνεται ούτε από τις εταιρείες σιδηροδρόμων ούτε από την αστυνομία. Κοιμήθηκε κάτω απ'όλα τα γεογραφικά μήκη, δούλεψε όπου μπόρεσε, υπέστη διώξεις, γνώρισε την πείνα και δέχτηκε, απ'τον πλανήτη μας, μια μάζα εντυπώσεων και την ίδια στιγμή εμποτίστηκε από την ατμόσφαιρα των ορυχείων, των φυτειών και των φθηνών ποτών, στα οποία οι διεθνείς παρίες ξοδεύουν ασυλόγιστα τον χαμηλό μισθό τους.
Ο Μαλακέ είναι ένας αυθεντικός γάλλος συγγραφέας, κατέχει την γαλλική τεχνική του μυθιστορήματος, την πιο υψηλή του κόσμου, για να μην μιλήσουμε για την τελειότητα της γλώσσας. Όμως δεν είναι Γάλλος. Το υποψιάστηκα διαβάζοντας το μυθιστόρημα. Όχι οτι ο τόνος της διήγησης αποκάλυπτε τον ξένο, τον εξωτερικό παρατηρητή, κάθε άλλο: Στις σελίδες του βιβλίου όπου εμφανίζονται Γάλλοι, πρόκειται για αυθεντικούς Γάλλους. Όμως, στον τρόπο με τον οποίο ο συγγραφέας προσεγγίζει όχι μόνο τη Γαλλία, αλλά γενικά τη ζωή, αισθανόμαστε τον "Ιαβανέζο", που μπόρεσε να ανυψωθεί πάνω απ'την Ιάβα. Αυτή η δύναμη δεν έχει δωθεί στους Γάλλους. Παρ'όλα τα τινάγματα του τελευταίου τετάρτου του αιώνα, είναι πολύ δεμένοι με τον τρόπο υπαρξής τους, πολύ σταθεροί στις συνήθειές τους, στις παραδόσεις τους, για να δουν τον κόσμο με τα μάτια ενός περιπλανώμενου. Ο συγγραφέας μου απάντησε, όταν τον ρώτησα γι'αυτό σε ένα γράμμα(10) οτι ήταν πολωνικής καταγωγής. Θα έπρεπε να το είχα καταλάβει. Το εισαγωγικό κεφάλαιο του μυθιστορήματος είναι επικεντρωμένο στην προσωπικότητα ενός νεαρού Πολωνού, σχεδόν παιδιού, με μεταξένια μαλλιά και μάτια γαλανά διψασμένα για εντυπώσεις, το στομάχι του είναι συσπασμένο απ'την πείνα και έχει την κακή συνήθεια να σκουπίζει τη μύξα του με τα δάχτυλα. Είναι ο Μάνιεκ Μπρύλα. Άφησε τη Βαρσοβία κάτω απ'το πάτωμα του βαγκόν-ρεστωράν, ονειρευόμενος το Τιμπουκτού. Κι αν δεν είναι ο Μαλακέ, είναι ο αδερφός του στο αίμα και στο πνέυμα. Ο Μάνιεκ πέρασε περισσότερα από δέκα χρόνια σε περιπλανήσεις, έμαθε πολλά, έγινε άντρας, όμως δεν έχασε την ψυχική του δροσιά, αντιθέτως, η δίψα του να ζήσει, ακατάσβεστη, αυξήθηκε μέσα του, και κατηγορηματική απόδειξη γι'αυτό αποτελεί το πρώτο του βιβλίο. Να αναμένουμε το δεύτερο. Το διαβατήριο του Μαλακέ μπορεί σήμερα να μην έχει ακόμα διευθετηθεί εντελώς. Όμως η λογοτεχνία του έχει ήδη αποδώσει όλα τα δικαιώματα της ιθαγένειας.
1. Πρόκειται ασφαλώς για τον αυτοκράτορα Ναπολέον τον 1ο (1769-1821).
2. Ο Ζυλ Λουί Φαριγκούλ(Jules Louis Farigoule) ο λεγόμενος Ζυλ Ρομαίν (Jules Romain 1885-1972), συγγραφέας του μεγάλου έργου “Οι καλοπροαίρετοι άνθρωποι”, είχε κάνει πολύ μεγάλη εντύπωση στον Τρότσκι, ο οποίος μάλιστα ήλπισε γι'αυτόν, στην περίοδο των Δικών της Μόσχας, να τον δει να παίζει το ρόλο που είχε παίξει ο Εμίλ Ζολά στην υπόθεση Ντρέυφους.
3. Ο Αντρέ Ζιντ (André Gide 1860-1951) πράγματι είχε βοηθήσει και ενθαρρύνει τον Μαλακέ τα χαρίσματα του οποίου είχε καταλάβει. Ο Τρότσκι είχε εναποθέσει πολλές ελπίδες στην πολιτική εξέλιξη του Ζιντ-πρώην συνοδοιπόρου του σταλινισμού- μετά το έργο του
Επιστροφή από την ΕΣΣΔ(Retour de l'U.R.S.S.), όμως απογοητευθηκε από την υποχωρητική στάση που ηθελημένα κράτησε ο συγγράφεας απέναντι στις Δίκες της Μόσχας.
4. Υπάρχει όντως δρόμος Μαλακέ στο Παρίσι.
5. Εμίλ Ζολά (Émile Zola 1804-1902) ήθελε να κάνει στα μυθιστορήματά του μια πιστή απεικόνηση του πραγματικού. Αυτός είναι που, από το 1866, συνέκρινε τη δουλειά του μυθιστοριογράφου με αυτή του νατουραλιστή ζωγράφου. Ο ρεαλισμός της περιγραφής ορισμένων καταστάσεων ή σκηνών προκάλεσε την αγανάκτηση όλων των “θρησκόληπτων” (« bigots ») της εποχής του.
6. Λουί Φυς Ντεστούς (Louis Fuch Destouches), γιατρός στο επάγγελμα, για τη λογοτεχνία ήταν ο Λουί Φερντινάν Σελίν (Louis Ferdinand Céline 1894-1961). Το βιβλίο του Ταξίδι στη άκρη της νύχτας (Voyage au bout de la nuit 1932), που ο Τρότσκι διάβασε το 1932, του είχε κάνει πολύ μεγάλη εντύπωση.
7. Αντρέ Μαλρώ (André Malraux 1901-1976) είχε τραβήξει την προσοχή του Τρότσκι με το βιβλίο του για την κινέζικη επανάσταση Οι κατακτητές (Les Conquérants), που εκδόθηκε το 1928, και στο οποίο ο Τρότσκι αφιέρωσε ένα άρθρο το 1931. Ο Μαλρώ είχε συνδράμει οικονομικά την La Vérité και είχε επισκευθεί τον Τρότσκι στο Ρογιάν (Royan) τον άυγουστο του 1933, την ίδια χρονιά που απέκτησε και το βραβείο “Goncourt” για το βιβλίο του La Condition humaine. To 1934 είχε πάρει το λόγο στη συγκέντρωση που έγινε στο Παρίσι ενάντια στην απέλαση του Τρότσκι από τη Γαλλία. Όμως απ'το 1936 και έπειτα είχε γίνει ένας πραγματικός “συνοδοιπόρος” , ο οποίος το 1937 δεν δίστασε να υποστηρίξει οτι οι Δίκες της Μόσχας ήταν για τον Τρότσκι μια “προσωπική υπόθεση”.
8. Εμίλ Ερζόγκ (Émile Herzog), ο λεγόμενος Αντρέ Μωρουά (André Maurois 1885-1967) είχε υπάρξει αξιωματικός διασύνδεσης με τον βρετανικό στρατό κατά τη διάρκεια του πολέμου και είχε γίνει ευρέως γνωστός στο πλατύ κοινό με την έκδοση το 1918 του βιβλίου του Οι σιωπές του συνταγματάρχη Μπράμπλ (Les silences du colonel Bramble). Αγνοούμε τι είχε διαβάσει ο Τρότσκι απ'αυτόν.
9. Πωλ Μωράν (Paul Morand 1888-1976), διπλωμάτης με σταδιοδρομία, μεγάλος περιηγητής, (globe-trotter όπως έλεγαν εκείνη την εποχή) περιέγραψε στα μυθιστορήματα και τις νουβέλλες του τον κοσμοπολίτικο κόσμο στον οποίο σύχναζε.
10. Πρόκειται για το γράμμα της 19ης ιουλίου του 1939.
Λεόν Τρότσκι - 1939
(σ. σ. Δείτε και αυτή τη σελίδα http://www.left-dis.nl/f/malacki.htm )