Κυριακή, 3 Ιουνίου 2012

Πέντε σημεία για το Ολοκαύτωμα

Πέντε σημεία για το Ολοκαύτωμα
FREE photo hosting by Fih.grΜε το φασισμό να ανεβαίνει ξανά, το ζήτημα του Ολοκαυτώματος αποκτά μια διαρκώς αυξανόμενη σημασία. Ένας αριθμός από νεο-φασίστες και αντιδραστικούς προσπαθούν να συσκοτίσουν τα γεγονότα και τα προβλήματά του. Αυτές οι τάσεις κυμαίνονται από τις πρωτόγονες προσπάθειες να αρνηθούν τελείως το Ολοκαύτωμα ως ένα ιστορικό γεγονός (η περίπτωση του ιστορικού ρεβιζιονισμού) και να επαναφέρουν το ναζιστικό αντισημιτισμό σε μια κάπως ανακαινισμένη μορφή, ως τις πιο εκλεπτυσμένες απόπειρες να υποτιμηθούν οι διαστάσεις του, όπως το έχει κάνει ο David Irving, και ακόμα να βρεθούν ορισμένες μερικές δικαιολογίες γι’ αυτό στις δήθεν κακές ιδιότητες των Εβραίων και να δημιουργηθούν αμφιβολίες αν ήταν μια σκόπιμη πράξη των ναζί ηγετών, ή οδηγήθηκαν σε αυτό από κάποιες άγνωστες παρανοήσεις. Τα κίνητρα αυτών των προσπαθειών είναι απολύτως σαφή. Αρνούμενοι ή υποβαθμίζοντας το Ολοκαύτωμα, οι νεο-φασίστες προσπαθούν να νομιμοποιήσουν τον εαυτό τους.
Χρήστος Κεφαλής (Συνεργάτης του Πολιτικού Καφενείου)


1. Το υπονοούμενό τους είναι ότι, αφού οι ναζί δεν ήταν τελικά τόσο κακοί, και αυτοί, στην περίπτωση που αποκτήσουν την εξουσία, δεν θα είναι επίσης πολύ κακοί.
 
Η επιμονή τους στο θέμα είναι κατανοητή. Το Ολοκαύτωμα είναι επικίνδυνο για τους φασίστες ως η ακραία και πιο σαφής εκδήλωση όχι μόνο της βαρβαρότητας, αλλά και της μηδαμινότητας του φασισμού. Το να κάνουν τους άλλους να συνηθίσουν τη βαρβαρότητα συνδέεται έτσι στις ιστορικές πλαστογραφίες τους με την προσπάθεια να αποκρύψουν την αλήθεια για τον εαυτό τους.
 
2. Η αντιμετώπιση αυτών των προσπαθειών προϋποθέτει μια επιστημονική και αντικειμενική προσέγγιση του Ολοκαυτώματος. Μια έγκυρη αφετηρία διατυπώθηκε εδώ από τον Raul Hilberg στην κλασική μελέτη του, «Η Καταστροφή των Εβραίων της Ευρώπης». Δηλώνει εν συντομία ότι το Ολοκαύτωμα ήταν το έργο του Χίτλερ και της ναζιστικής γραφειοκρατίας, το βασικό κίνητρο όντας η δήμευση της εβραϊκής περιουσίας. Παρέχοντας εκτενή τεκμηρίωση, ο Hilberg έδειξε ότι το Ολοκαύτωμα ήταν ένα εσκεμμένο και συνειδητό έργο τόσο των ναζί ηγετών όσο και της ναζιστικής γραφειοκρατίας, αφήνοντας ανοικτό το ζήτημα ποιος είχε τον πρωταγωνιστικό ρόλο.
Ο Hilberg, εβραϊκής καταγωγής ο ίδιος, είχε το θάρρος να αντιμετωπίσει μια σειρά από «ενοχλητικά» ερωτήματα σχετικά με το Ολοκαύτωμα. Επεσήμανε, για παράδειγμα, το γεγονός ότι η εβραϊκή αντίσταση, αν και υπαρκτή, ήταν μάλλον ασθενική σε σχέση με την εμπλεκόμενη καταστροφή. Αυτό τον έκανε αντιδημοφιλή με τις επίσημες απόψεις, ειδικά τις προωθούμενες από τις ισραηλινές κυβερνήσεις, διεθνείς οργανισμούς και ακαδημαϊκούς εκδοτικούς οίκους, οι οποίοι επιδιώκουν συχνά να δώσουν μια εξιδανικευμένη εικόνα του Ολοκαυτώματος. Ωστόσο, η σοβαρή έρευνα δεν μπορεί να αποτύχει να αντιμετωπίσει αυτό και άλλα παρόμοια θέματα.
Ένα πρόβλημα με τον Hilberg είναι ότι, ενώ ήταν εκτενής στην τεκμηρίωση των θέσεων του, ήταν αρκετά πυκνός στη διατύπωσή τους. Έτσι, δεν ανέπτυξε το κύριο επιχείρημά του προς μια σειρά σημαντικών πλευρικών κατευθύνσεων.
 
3. Μια σημαντική τέτοια κατεύθυνση είναι το ερώτημα, «Πώς στάθηκαν ικανοί οι ναζί να οργανώσουν αυτή την τεράστια μηχανή εξόντωσης, η οποία περιλάμβανε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους που δεν ήταν μέρος του ναζιστικού κόμματος και του κρατικού μηχανισμού;»
Αυτό το ζήτημα το κακομεταχειρίστηκε ο Goldhagen στο βιβλίο του «Οι Πρόθυμοι Εκτελεστές του Χίτλερ. Οι συνηθισμένοι Γερμανοί στο Ολοκαύτωμα», ένα βιβλίο που δηλώνει ότι η συντριπτική πλειοψηφία του προσωπικού των στρατοπέδων συγκέντρωσης και του ευρύτερου πληθυσμού της Γερμανίας που ενεπλάκηκε άμεσα ή έμμεσα, έκαναν αυτό που έκαναν πρόθυμα, γιατί οι περισσότεροι Γερμανοί ήταν διακαείς αντισημίτες. Η θέση αυτή μειώνει σαφώς την ευθύνη των ναζί ηγετών, με την κατανομή της ενοχής εξίσου σε όλους όσοι έλαβαν μέρος, και επίσης βοηθά στην απόκρυψη των κοινωνικών αιτίων του Ολοκαυτώματος, αποδίδοντάς το κυρίως σε ορισμένα είδη λαϊκής νοοτροπίας.
 
Επιπλέον, είναι σε αντίθεση με τα γεγονότα. Στα απομνημονεύματά της από το Ravensbrück, η Margarete Neumann αφηγείται πώς οι αφελείς και φτωχές νεαρές επαρχιώτισσες από την περιοχή αυτή προσλαμβάνονταν μαζικά στα στρατόπεδα με την υπόσχεση για καλό φαγητό και μισθό, όχι με οποιαδήποτε αντισημιτικά συνθήματα. Αναφέρει επίσης ότι αγνοούσαν την κατάσταση που θα βρουν εκεί και ότι περίπου οι μισές από αυτές, όταν έβλεπαν τι τρομακτικά πράγματα συνέβαιναν, ήθελαν να εγκαταλείψουν την εργασία τους. Δεν τολμούσαν όμως να αντιμετωπίσουν τη ναζιστική διοίκηση και, όπως αναφέρει η ίδια, οι περισσότερες (αλλά όχι όλες) αφού παρέμεναν για κάποιο χρονικό διάστημα, βαθμιαία αποκτηνώνονταν. Αυτό αναιρεί τη θέση του Goldhagen, γιατί είναι ένα πράγμα είναι να είσαι αποκτηνωμένος από την αρχή, και ένα άλλο να αποκτηνώνεσαι κάτω ορισμένες συνθήκες.
 
Ένας άλλος τρόπος για να κακομεταχειριστεί κανείς το ίδιο ζήτημα έχει προσφερθεί από τον Götz Aly, ο οποίος, στο βασικό έργο του «Οι Ευεργετούμενοι του Χίτλερ: Αρπαγή, Φυλετικός Πόλεμος και το Ναζιστικό Κράτος Πρόνοιας», απέδωσε τη συγκατάθεση του γερμανικού λαού στο ναζισμό, στην προθυμία τους να λάβουν μέρος στη λεηλασία των ξένων χωρών. Ο Aly έχει παράσχει κάποιο ενδιαφέρον υλικό, δείχνοντας πώς λειτούργησε η ναζιστική μηχανή και ότι η λεηλασία των Εβραίων ήταν μέρος της, αλλά η κυρίως θέση του είναι σε μεγάλο βαθμό μονόπλευρη και προκατειλημμένη. Υπάρχει μια ποικιλία ανθρώπινων κινήτρων, και η ανάγκη, ως ένα από τα πιο βασικά, έχει το δυναμικό να τυφλώνει σχεδόν οποιοδήποτε πρόσωπο για ερωτήματα όπως: «Από πού προέρχεται το φαγητό μου;» Η τύφλωση και η προθυμία δεν είναι το ίδιο, η μια όντας παθητική και η άλλη ενεργητική. Η προθυμία ήταν η ψυχολογική κατάσταση κυρίως των οργανωτών του Ολοκαυτώματος.
Ο Aly, εξάλλου, μετέτρεψε τη θέση του σε ένα επιχείρημα ενάντια στο κράτος πρόνοιας. Είπε ότι το ναζιστικό κράτος ήταν πατερναλιστικό όπως το σύγχρονο, το οποίο τελευταίο θα πρέπει να πάψει να είναι, προκειμένου να αποφευχθεί ο φασισμός. Αυτό φαίνεται να υποδηλώνει ότι ο καλύτερος τρόπος για να αποφευχθεί ένας νέος φασισμός είναι να επαναληφθούν οι πολιτικές λιτότητας που άνοιξαν το δρόμο στο φασισμό στην Δημοκρατία της Βαϊμάρης και του δίνουν δύναμη και πάλι σήμερα.
 
4. Ο Norman Finkelstein, ο ίδιος γιος Εβραίων επιζώντων του Ολοκαυτώματος και μαθητής του Hilberg, έχει προσφέρει κατά τις τελευταίες δεκαετίες ορισμένες βασικές συμβολές στην επανεξέταση και το βαθύτερο στοχασμό για το Ολοκαύτωμα.
 
Ο Finkelstein έκανε μια πολύτιμη πολεμική ενάντια στις διαστρεβλώσεις του Goldhagen όσον αφορά τα αίτια του Ολοκαυτώματος. Κατά τη διάρκεια αυτής της πολεμικής, επανέφερε τις συνδέσεις μεταξύ του ναζισμού και του ιμπεριαλισμού, και μεταξύ των ιμπεριαλιστικών θηριωδιών στους αποικιακούς πολέμους και στη σύγχρονη εποχή από τη μία πλευρά, και τη ναζιστική θηριωδία από την άλλη.
 
Ο Finkelstein δίκαια αρνήθηκε ότι το Ολοκαύτωμα είναι κάτι μοναδικό, με την έννοια του ριζικά αντίθετου και ασύμβατου με την υπόλοιπη ανθρώπινη ιστορία και του σχεδόν ακατανόητου. Στο πλαίσιο αυτό, επέκρινε ορθά τους φιλελεύθερους ερευνητές του Ολοκαυτώματος, όπως η Lipstadt, όχι για την πολεμική τους ενάντια σε αρνητές του Ολοκαυτώματος, όπως ο Irving, αλλά για το ρηχό χαρακτήρα αυτής της πολεμικής.
 
Στο έργο του «Η Βιομηχανία του Ολοκαυτώματος: Σκέψεις για την Εκμετάλλευση του Εβραϊκού Μαρτυρίου», ο Finkelstein τάχθηκε κατά αυτού που αποκάλεσε η χρήση του Ολοκαυτώματος ως «ιδεολογικού όπλου». Επεσήμανε το γεγονός ότι το κράτος του Ισραήλ εκμεταλλεύεται σήμερα το Ολοκαύτωμα για να δικαιολογήσει τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, το μιλιταρισμό και την σφαγή των Παλαιστινίων και να θέσει τον εαυτό του πέρα από την κριτική ως ένα αιώνιο «κράτος θύμα», το οποίο ενεργεί με αυτόν τον τρόπο για λόγους αυτοάμυνας. Σχολίασε ότι ένα μεγάλο μέρος της φιλολογίας του Ολοκαυτώματος που χρηματοδοτείται από το Ισραήλ και εβραϊκούς κύκλους στις ΗΠΑ έχει στρεβλωθεί από τέτοιους απολογητικούς στόχους.
Ωστόσο, ο Finkelstein οδήγησε αυτή την κριτική σε μια υπερβολή, αγνοώντας το γεγονός ότι πολλοί άνθρωποι που συμμετέχουν στην έρευνα του Ολοκαυτώματος, ακόμη και αυτή που κατευθύνεται από το Ισραήλ, είναι ειλικρινείς ανθρωπιστές. Επιπλέον, έφτασε στο σημείο να αρνηθεί εντελώς ότι πράγματι υπάρχει κάτι ιδιαίτερο και μοναδικό στο Ολοκαύτωμα, και ότι αυτό το στοιχείο πρέπει επίσης να γίνει κατανοητό και να μελετηθεί.
 
5. Το μοναδικό στοιχείο του Ολοκαυτώματος δεν είναι τόσο η μέθοδος και η μαζική κλίμακα: ο πρώτος και ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος παρήγαγαν ένα μεγαλύτερο αριθμό θυμάτων με ένα διόλου λιγότερο μεθοδικό τρόπο. Δεν είναι καν ο τρομακτικός τρόπος με τον οποίο πραγματοποιήθηκε η δολοφονία: οι ατομικές βόμβες της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι δεν ήταν λιγότερο τρομακτικές. Η μοναδικότητα του Ολοκαυτώματος έγκειται κυρίως στην επιθυμία και την απόλαυση να σκοτώνεις, το να γίνεται ο φόνος όχι ένα μέσο (για να κερδηθεί ένας πόλεμος, κλπ.), αλλά κυρίως αυτοσκοπός. Ακόμα κι αν αυτό το είδος φαινομένου δεν είναι άγνωστο στην ανθρώπινη ιστορία, ο ναζιστικός τρόμος είναι μοναδικός για τη εξάσκησή του σε μαζική κλίμακα και χωρίς καν την επίφαση μιας «αντικειμενικής» (θείας) αιτιολόγησης, όπως αυτές που διακήρυσσε η Ιερά Εξέταση.
 
Για να το καταλάβουμε αυτό, θα πρέπει να διερευνήσουμε την ψυχολογία του ναζισμού. Αν και ορισμένα σημαντικά βήματα έχουν γίνει προς αυτή την κατεύθυνση από στοχαστές όπως οι Έριχ Φρομ, Βίλχελμ Ράιχ, κλπ, αυτό είναι ένα πρόβλημα που παραμένει να επιλυθεί.
Το κρίσιμο ερώτημα που τίθεται εδώ είναι: γιατί οι ναζί επέλεξαν τον Εβραίο ως εχθρό τους και όχι κάποια άλλη εθνικότητα, π.χ. τον Άγγλο, το Γάλλο, κλπ.; Εκτός από ότι οι Εβραίοι ήταν ένας πιο ευάλωτος και εύκολος στόχος, αυτό έχει να κάνει με ένα κοινό χαρακτηριστικό που μοιράζονταν οι Ναζί με τους Εβραίους, αν και σε μια αντίστροφη, αντεστραμμένη μορφή, δηλαδή τον ξεριζωμό τους.
 
Σε όλη τη διάρκεια του 18ου και 19ου αιώνα, οι Εβραίοι ήταν βασικά αποκλεισμένοι από την πολιτική και κοινωνική ζωή των χωρών που ζούσαν. Τους είχαν αρνηθεί οποιαδήποτε πραγματική συμμετοχή στη διακυβέρνηση και τη δημόσια διοίκηση και οποιαδήποτε θετική πραγμάτωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους, αφήνοντάς μια διέξοδο στις δυνατότητες οικονομικής επιχειρηματικότητας που πρόσφερε η αστική, καπιταλιστική ανάπτυξη. Και επιπλέον, από τις αρχές του 19ου αιώνα, ήταν συχνά τα θύματα πογκρόμ (στη Ρωσία, την Πολωνία, τη Γερμανία, κ.λπ.) και των διώξεων (η υπόθεση Ντρέιφους).
 
Αυτή η αντίφαση μεταξύ της οικονομικής και πολιτικής θέσης των Εβραίων είχε επισημανθεί και συζητηθεί στη διάρκεια των διαμαχών ανάμεσα στους αριστερούς χεγκελιανούς στη δεκαετία του 1840. Ο Μπρούνο Μπάουερ ιδίως ήταν της γνώμης ότι η αντίφαση θα μπορούσε να λυθεί μόνο αν οι Εβραίοι συναινούσαν να εγκαταλείψουν την εθνική και θρησκευτική ιδιαιτερότητα τους. Ο Μαρξ αντιπαρατέθηκε σωστά σε αυτό, στο έργο του «Το Εβραϊκό Ζήτημα», ως μια αντιδραστική, ψευδο-ριζοσπαστική και αυταρχική άποψη. Επεσήμανε το γεγονός ότι αυτό που πραγματικά χρειάζονταν οι Εβραίοι ήταν να εγκαταλείψουν την πολιτική απομόνωση τους, συμμετέχοντας στην ανάπτυξη του δημοκρατικού κινήματος.
 
Αυτό όντως συνέβηκε σε κάποιο βαθμό: πολλά εβραϊκά στοιχεία έλαβαν ενεργά μέρος στους επαναστατικούς αγώνες της εποχής και έδωσαν ένα μεγάλο ποσοστό από τους ηγέτες του νέου σοσιαλιστικού κινήματος. Αλλά απέτυχε να εκπληρωθεί όσον αφορά την πλειοψηφία των Εβραίων, και αυτό δεν ήταν τυχαίο. Το δημοκρατικό-σοσιαλιστικό κίνημα της εποχής ήταν σχετικά αδύναμο, ώστε δεν προσέφερε ακόμα μια πραγματική προοπτική για επιτυχή αλλαγή και οι Εβραίοι ήταν επίσης περισσότερο ή λιγότερο μια σχετικά μικρή μειονότητα στις χώρες όπου ζούσαν. Η αντίφαση διαιωνίστηκε έτσι όχι ως αποτέλεσμα κάποιας εγγενούς εβραϊκής δειλίας και αδυναμίας, αλλά επειδή οι συνθήκες για την επίλυσή της ήταν σε μεγάλο βαθμό ανύπαρκτες.
 
Οι υποστηρικτές του ναζιστικού κινήματος, ειδικά οι πιο συνειδητοί, ήταν επίσης κοινωνικά αποκλεισμένοι. Ήταν περιθωριοποιημένα μικροαστικά στοιχεία, που έβρισκαν τον εαυτό τους σε μια απομόνωση και σύγκρουση με την υπόλοιπη κοινωνία, ή τουλάχιστον με την κατεστημένη κοινωνική τάξη. Αλλά επίσης διακρίνονταν από την κοινοτοπία, το συντηρητισμό και τη δουλικότητά τους προς την κοινωνική τάξη που τους καταδίκαζε σε μια μειονεκτική θέση. Ήταν, όπως σωστά τους αποκαλούσε ο Τρότσκι, «συμμορίες της ανθρώπινης σκόνης».
 
Αυτά τα περιθωριοποιημένα μικροαστικά στοιχεία είχαν επιπλέον αποκτήσει μαζική ύπαρξη σε μια διαφορετική χρονική στιγμή, όταν η κρίση του καπιταλισμού ωρίμαζε και η Οκτωβριανή Επανάσταση έδωσε μια πρώτη απόδειξη για την δυνατότητα της ριζικής αλλαγής. Ωστόσο, αυτή η αλλαγή ήταν δύσκολη και οι ναζί απέδειξαν τον κομφορμισμό και την αντιδραστική πραγματική φύση τους, επιλέγοντας τον εύκολο δρόμο, να συνδέσουν τη μοίρα τους με τις πιο κτηνώδεις δυνάμεις του συστήματος που υποτίθεται ότι καταδίκαζαν και να γίνουν ο φορέας και η φωνή τους.
 
Εκεί έγκειται η ουσιαστική διαφορά μεταξύ του Εβραίου και του ναζί παρία. Ο πρώτος γίνεται περιθωριακός μέσω μιας αντικειμενικής αδυναμίας να επιτευχθεί η προοδευτική αλλαγή, αν και δεν είναι υποκειμενικά αντίπαλος της αλλαγής σε γενικές γραμμές. Ο δεύτερος γίνεται και διαιωνίζει τη θέση του ως παρία μέσω της συνειδητής αντίθεσης στην προοδευτική αλλαγή, όταν αυτό το είδος της αλλαγής έχει καταστεί πλέον δυνατό.
 
Υπό αυτό το πρίσμα, η επιλογή του Εβραίου ως εχθρού ήταν πολύ περισσότερο για τους ναζί από τη δημιουργία απλά ενός κατάλληλου αποδιοπομπαίου τράγου και το σφετερισμό του εβραϊκού πλούτου. Ήταν ο τρόπος για να μεταθέσουν τα δικά τους πάθη, τα εγκλήματα και τη χυδαιότητά τους στους άλλους – μια νοοτροπία υπονοούμενη σε κάθε δημιουργία αποδιοπομπαίων τράγων, αλλά κατεστημένη σαφώς ρητή στη ναζιστική στάση απέναντι στους Εβραίους.
 
Ο αιώνιος, ιδανικός Εβραίος των ναζί ήταν ένα απάνθρωπο, δειλό, εγωιστικό, φιλάργυρο, ύπουλο, μνησίκακο, κατώτερο και κτηνώδες πλάσμα. Αρκεί κανείς να αφαιρέσει την εβραϊκή σφραγίδα από αυτόν και τα δήθεν εθνικά χαρακτηριστικά που τη συνοδεύουν, να του βάλει ένα ή δύο αγκυλωτούς σταυρούς στο πρόσωπο, και θα έχει τον πολύ πραγματικό ναζί. Με την απόδοση στον Εβραίο των δικών τους ιδιοτήτων, οι ναζί ήταν έτσι σε θέση να τις ξορκίζουν και να δημιουργούν για τον εαυτό τους μια λεκτική επίφαση ανθρωπινότητας, χωρίς την οποία δεν μπορούν να κάνουν ακόμη και οι χειρότεροι φανατικοί. Είναι το ίδιο πράγμα που συνέβη με όλους τους φανατικούς στην ιστορία: η Ιερά Εξέταση και τα θύματά της, παρουσιαζόμενα ως η ενσάρκωση της επουράνιας κόλασης από εκείνους που δημιουργούσαν την κόλαση πάνω στη γη· οι σταλινικοί και οι τροτσκιστές και μπουχαρινικοί αντίπαλοί τους, που κατηγορούνταν ως ναζί πράκτορες από εκείνους που αναπαρήγαγαν οι ίδιοι τις ναζιστικές πρακτικές. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των ναζί ήταν ο αδίστακτος τρόπος με τον οποίο επιτελούσαν το έργο τους, αρνούμενοι στο θύμα τους οποιαδήποτε ανθρώπινη αξίωση εξαρχής και εγκαθιδρύοντας τη δική τους «φυσική» υπεροχή, με τη χρήση της φυλετικής «θεωρίας».
 
Ωστόσο, εκείνοι που διεκδικούν την ανωτερότητα «εκ φύσης», είναι εκείνοι που είναι στην πραγματικότητα ασήμαντοι και δεν έχουν έμπρακτα τίποτα θετικό να επιδείξουν. Το Ολοκαύτωμα και η απεικόνιση του Εβραίου από τους ναζί είναι συνεπώς η πιο σημαντική, ακλόνητη απόδειξη της συνολικής κενότητας του ναζισμού, της έλλειψης οποιουδήποτε επαναστατικού και νεωτεριστικού περιεχομένου σε αυτόν, με την αξίωση του οποίου παραπλανούσε και παραπλανά τους ανθρώπους, και της υποκείμενής του στειρότητας και νέκρωσης.
 
*Ο Χρήστος Κεφαλής είναι χημικός, μέλος της ΣΕ της Μαρξιστικής Σκέψης