Τετάρτη, 27 Ιουνίου 2012

Α. Λεόντιεφ: Δραστηριότητα και συνείδηση*

Α. Λεόντιεφ: Δραστηριότητα και συνείδηση*FREE photo hosting by Fih.gr
Ο Αλέξης Λεόντιεφ [1903-1979], καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Μόσχας, αφιέρωσε 55 χρόνια της ζωής του στην ψυχολογική έρευνα και για 45 χρόνια ήταν ο αρχηγός του πιο σημαντικού και του πιο γόνιμου ψυχολογικού ρεύματος της Σοβιετικής Ένωσης. Στις αρχές της δεκαετίας του 70 δημοσίευσε, στην επιθεώρηση "Questions de Philosophie", σειρά άρθρων αφιερωμένων στα θεωρητικά και μεθοδολογικά προβλήματα της ψυχολογίας. Από τα άρθρα αυτά απαρτίστηκε η παρούσα εργασία που πρωτοκυκλοφόρησε το 1974 στη Σοβιετική Ένωση. Είναι το τελευταίο βιβλίο του Λεόντιεφ κι αποτελεί ένα είδος επιστημονικής διαθήκης. Αυτό το βιβλίο του Λεόντιεφ είναι ένα θεωρητικό και μεθοδολογικό δοκίμιο, που εκθέτει με μορφή εξαιρετικά σύντομη και πυκνή την ψυχολογική θεωρία της δραστηριότητας και τις απόψεις του συγγραφέα για τη συνείδηση και την προσωπικότητα. Το εισαγωγικό κεφάλαιο «Δραστηριότητα και συνείδηση» υπάρχει στην αγγλική έκδοση του βιβλίου του Α. Λεόντιεφ «Δραστηριότητα –Συνείδηση - Προσωπικότητα» και δεν υπάρχει στην ελληνική έκδοση του βιβλίου. *Πρωτοδημοσιεύτηκε στο «Φιλοσοφία στην ΕΣΣΔ, Προβλήματα διαλεκτικού υλισμού», 1977, απ΄ τους Προοδευτικούς Εκδότες. Τη μετάφραση έκανε ειδικά για το Πολιτικό Καφενείο το μέλος της ΣΟ, Γιώργος Παπανικολάου.
Α. Λεόντιεφ
Δραστηριότητα, Συνείδηση, Προσωπικότητα: Διαβάστε το
Α. Λεόντιεφ: Δραστηριότητα και Συνείδηση – Διαβάστε το

Εξετάζοντας αυτό το πρόβλημα, το πρώτο σημείο που πρέπει να μελετήσουμε είναι το ζήτημα της σημασίας της κατηγορίας της δραστηριότητας σε κάθε εξήγηση του πως προσδιορίζεται η ανθρώπινη συνείδηση.
Υπάρχουν 2 προσεγγίσεις σ αυτό το κύριο ζήτημα.
Η μια απ αυτές ορίζει σαν προϋπόθεση την άμεση εξάρτηση του φαινομένου της συνείδησης απ τις διάφορες επιδράσεις που ασκούνται πάνω στα ευαίσθητα συστήματα του ανθρώπου. Αυτή η προσέγγιση εκφράστηκε με κλασική καθαρότητα στην ψυχοφυσική και την φυσιολογία των αισθητήριων οργάνων του 19ου αιώνα.
Το κύριο καθήκον της έρευνας εκείνο τον καιρό ήταν ν αποδείξουν την ποσοτική εξάρτηση των αισθημάτων, θεωρούμενα σαν στοιχεία της συνείδησης, απ τις φυσικές παραμέτρους του ερεθίσματος που επιδρά στα αισθητήρια όργανα. Αυτές οι έρευνες βασίζονταν έτσι στο πρότυπο «ερέθισμα-αντίδραση».
Τα όρια αυτής της προσέγγισης βρίσκονταν στο γεγονός ότι υπέθετε απ τη μια, πράγματα και αντικείμενα και απ την άλλη ένα παθητικό υποκείμενο που επηρεάζονταν απ αυτά. Με άλλα λόγια, αυτή η προσέγγιση αγνοεί το σημαντικό στοιχείο των πραγματικών σχέσεων του υποκειμένου με τον αντικειμενικό κόσμο. Αγνοεί τη δραστηριότητά του. Μια τέτοια αφαίρεση είναι φυσικά επιτρεπτή, αλλά μόνο μέσα στα όρια ενός πειράματος που σκοπεύει ν ανακαλύψει κάποιες ιδιότητες των στοιχειακών δομών και λειτουργιών που συνεισφέρουν στην κατανόηση κάποιων πνευματικών διαδικασιών. Τη στιγμή ωστόσο που κάποιος ξεπερνά αυτά τα όρια, κατανοεί την ακαταλληλότητα αυτής της προσέγγισης και ήταν αυτό που ανάγκασε τους πρώϊμους ψυχολόγους να εξηγήσουν τα ψυχολογικά συμβάντα στη βάση ειδικών δυνάμεων, όπως της ενεργού ενόρασης, του εσωτερικού σκοπού ή της θέλησης κλπ, δηλαδή, να προσφύγουν στην ενεργή φύση του υποκειμένου, αλλά μόνο σ ένα ιδεαλιστικά μεταφρασμένο μυστικιστικό τύπο.
Έχουν γίνει πολλές προσπάθειες να ξεπεραστούν οι θεωρητικές δυσκολίες που δημιουργήθηκαν απ την προϋπόθεση της αμεσότητας, που βρίσκεται στη βάση της προσέγγισης που μόλις μνημονεύσαμε. Για παράδειγμα, τονίζεται ότι τα αποτελέσματα των εξωτερικών επιδράσεων προσδιορίζονται όχι άμεσα απ τις ίδιες τις επιδράσεις, αλλά εξαρτιώνται απ τη διάθλασή τους απ το υποκείμενο. Με άλλα λόγια, η προσοχή συγκεντρώνεται στο γεγονός ότι ενεργούν εξωτερικές αιτίες δια μέσου των εσωτερικών συνθηκών. Αλλά αυτή η ιδέα μπορεί να ερμηνευτεί με διάφορους τρόπους, σε εξάρτηση με το τι εννοούμε σαν εσωτερικές συνθήκες. Εάν θεωρηθεί ότι αυτές σημαίνουν μια αλλαγή στην εσωτερική κατάσταση του υποκειμένου, η ιδέα δεν μας προσφέρει τίποτε ουσιαστικά καινούργιο. Κάθε αντικείμενο μπορεί ν αλλάξει τις καταστάσεις του και έτσι να εκδηλώσει τον εαυτό του με διαφορετικούς τρόπους στην αλληλεπίδρασή του με άλλα αντικείμενα. Οι πατημασιές φαίνονται στο μαλακό έδαφος, αλλά όχι στο σκληρό.
Ένα πεινασμένο ζώο αντιδρά στην τροφή διαφορετικά από ένα που είναι καλά χορτασμένο. Η αντίδραση του εγγράμματου προσώπου σ ένα γράμμα, είναι διαφορετική από εκείνη ενός αγράμματου. Είναι άλλο ζήτημα αν με το «εσωτερικές συνθήκες» εννοούμε τα ειδικά χαρακτηριστικά των διαδικασιών που είναι ενεργές στο υποκείμενο. Αλλά τότε το κύριο ζήτημα είναι, τι είναι αυτές οι διαδικασίες που διαμεσολαβούν τις επιδράσεις του αντικειμενικού κόσμου που αντανακλάται στο ανθρώπινο μυαλό.
Η βασική απάντηση σ αυτή την ερώτηση βρίσκεται στην κατανόηση ότι αυτές οι διαδικασίες είναι εκείνες που υλοποιούν την πραγματική ζωή ενός προσώπου στον αντικειμενικό κόσμο απ τον οποίο περιβάλλεται, την κοινωνική του ύπαρξη σε όλο της τον πλούτο και την ποικιλία των τύπων της. Με άλλες λέξεις, αυτές οι διαδικασίες είναι η δραστηριότητά του.
Αυτή η υπόθεση απαιτεί τον επιπλέον προσδιορισμό ότι με τη δραστηριότητα εννοούμε όχι τη δυναμική των νεύρων, τις φυσιολογικές διαδικασίες που πραγματοποιούν αυτή τη δραστηριότητα. Πρέπει να γίνει μια διάκριση μεταξύ της δυναμικής και της δομής των πνευματικών διαδικασιών και της γλώσσας που τα περιγράφει, απ τη μια και της δυναμικής και της δομής της δραστηριότητας του υποκειμένου και της γλώσσας που τα περιγράφει, απ την άλλη.
Έτσι στην ενασχόληση με το πρόβλημα του πως προσδιορίζεται η συνείδηση, ερχόμαστε αντιμέτωποι με την ακόλουθη διαζευκτική λύση, είτε ν αποδεχθούμε την άποψη που υποδηλώνεται στο «αξίωμα της αμεσότητας», δηλαδή αρχίζω απ το πρότυπο «αντικείμενο-υποκείμενο» (ή το πρότυπο «ερέθισμα-απόκριση», που είναι το ίδιο πράγμα), ή ν αρχίσουμε από ένα πρότυπο που περιλαμβάνει έναν τρίτο συνδετικό κρίκο –τη δραστηριότητα του υποκειμένου (και συνεπώς τα μέσα και τον τρόπο εμφάνισης), έναν κρίκο που διαμεσολαβεί τις διασυνδέσεις τους, δηλαδή σαν να λέμε, ν αρχίσουμε απ το πρότυπο «υποκείμενο-δραστηριότητα-αντικείμενο».
Στην πιο γενική μορφή αυτή η εναλλακτική πρόταση μπορεί να παρουσιαστεί όπως παρακάτω. Είτε παίρνουμε τη θέση ότι η συνείδηση είναι άμεσα προσδιορισμένη απ τα περιβάλλοντα πράγματα και φαινόμενα, είτε προϋποθέτουμε ότι η συνείδηση προσδιορίζεται απ την ύπαρξη, το οποίο με τις λέξεις του Μαρξ δεν είναι τίποτε άλλο, απ την διαδικασία της πραγματικής ζωής των ανθρώπων.
Αλλά τι είναι η πραγματική ή αληθινή ζωή των ανθρώπων; Η ύπαρξη, η ζωή του κάθε ατόμου συνίσταται απ το μερικό σύνολο ή ακριβέστερα, από ένα σύστημα, μια ιεραρχία διαδοχικών δραστηριοτήτων. Είναι στη δραστηριότητα, που η μετάβαση ή η «μετάφραση» του ανακλώμενου αντικειμένου στην υποκειμενική εικόνα, στο ιδεώδες, λαμβάνει χώρα. Την ίδια στιγμή, είναι επίσης στη δραστηριότητα που η μετάβαση επιτυγχάνεται απ το ιδεώδες στα αντικειμενικά αποτελέσματα της δραστηριότητας, στα προϊόντα της, στο υλικό. Θεωρούμενη απ αυτή τη γωνία, η δραστηριότητα είναι μια διαδικασία ενδομεταφορών, μεταξύ αντίθετων πόλων, του υποκειμένου και του αντικειμένου.
Η δραστηριότητα είναι μια μη προσθετική μονάδα, της σωματικής υλικής ζωής του υλικού υποκειμένου. Με μια στενότερη έννοια, δηλαδή στο ψυχολογικό επίπεδο, αυτή είναι μια μονάδα της ζωής, διαμεσολαβούμενη από πνευματική αντανάκλαση, από μια εικόνα που η πραγματική της λειτουργία είναι να προσανατολίσει το υποκείμενο στον αντικειμενικό κόσμο.
Ωστόσο, ανεξάρτητα απ τις συνθήκες και τους τύπους στους οποίους διεξάγεται η δραστηριότητα του ανθρώπου, ανεξάρτητα απ το τι δομές απαιτεί, δεν μπορεί να θεωρηθεί σαν κάτι που εξάγεται απ τις κοινωνικές σχέσεις, απ τη ζωή της κοινωνίας. Παρόλη την ποικιλομορφία της, όλα τα ειδικά της χαρακτηριστικά, η δραστηριότητα του ανθρώπου είναι ένα σύστημα που υπακούει στο σύστημα των σχέσεων της κοινωνίας. Έξω απ αυτές τις σχέσεις η ανθρώπινη δραστηριότητα δεν υπάρχει. Το πώς υπάρχει προσδιορίζεται απ τους τύπους και τα μέσα της υλικής και πνευματικής επικοινωνίας που δημιουργούνται απ την ανάπτυξη της παραγωγής και που δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν παρά στη δραστηριότητα των ιδιαίτερων ατόμων. Είναι εύλογο ότι η δραστηριότητα του κάθε ατόμου εξαρτάται απ τη θέση του στην κοινωνία, απ τις συνθήκες της ζωής του.
Αυτό πρέπει να μνημονευτεί λόγω των επίμονων προσπαθειών των θετικιστών ν αντιπαραθέσουν το άτομο στην κοινωνία. Η άποψή τους είναι ότι η κοινωνία παρέχει μόνο, ένα εξωτερικό περιβάλλον, στο οποίο ο άνθρωπος πρέπει να προσαρμοστεί για να επιβιώσει, ακριβώς όπως το ζώο πρέπει να προσαρμοστεί στο φυσικό του περιβάλλον. Η δραστηριότητα των ανθρώπων σχηματίζεται απ την επιτυχία ή αποτυχία της προσαρμογής του, ακόμη κι αν αυτό μπορεί να γίνει έμμεσα (για παράδειγμα, μέσω της στάσης που κρατά προς αυτό η σχετική ομάδα). Αλλά το κύριο ζήτημα αγνοείται, ότι στην κοινωνία ο άνθρωπος βρίσκει όχι μόνο τις εξωτερικές συνθήκες στις οποίες πρέπει να προσαρμόσει τη δραστηριότητά του, αλλά επίσης ότι αυτές οι κοινωνικές συνθήκες φέρουν μέσα τους τα κίνητρα και τους σκοπούς της δραστηριότητάς του, τους τρόπους και τα μέσα της πραγματοποίησής τους, με μια λέξη, ότι η κοινωνία παράγει την ανθρώπινη δραστηριότητα. Αυτό δεν σημαίνει φυσικά ότι η δραστηριότητα του ατόμου απλά αντιγράφει και προσωποποιεί τις σχέσεις της κοινωνίας και της πολιτιστικής κληρονομιάς της. Υπάρχουν κάποιες πολύ σύνθετες διασυνδέσεις που καθορίζουν κάθε επιμέρους αναγωγή του ενός στο άλλο.
Το βασικό συστατικό στοιχείο της δραστηριότητας είναι ότι έχει ένα αντικείμενο. Ουσιαστικά η έννοια της δραστηριότητας (κάνω) υποδηλώνει την έννοια του αντικειμένου της δραστηριότητας. Η έκφραση «δραστηριότητα άνευ αντικειμένου» δεν έχει νόημα καθόλου. Η δραστηριότητα μπορεί να εμφανίζεται ότι είναι άνευ αντικειμένου, αλλά η επίσημη διερεύνηση της δραστηριότητας απαιτεί απαραίτητα την ανακάλυψη του αντικειμένου της. Επιπλέον, το αντικείμενο της δραστηριότητας εμφανίζεται σε 2 τύπους: πρώτον στην ανεξάρτητή του ύπαρξη, εμπνέοντας τη δραστηριότητα του υποκειμένου και δεύτερον, σαν η πνευματική εικόνα του αντικειμένου, σαν το προϊόν του «εντοπισμού» απ το υποκείμενο των ιδιοτήτων του, που υλοποιείται απ τη δραστηριότητα του υποκειμένου και δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί αλλιώς.
Η κυκλική φύση των διαδικασιών που επηρεάζει την αλληλεπίδραση του οργανισμού με το περιβάλλον, έχει γενικά αναγνωριστεί. Αλλά το κύριο ζήτημα δεν είναι αυτή η κυκλική δομή σαν τέτοια, αλλά το γεγονός ότι η πνευματική αντανάκλαση του αντικειμενικού κόσμου δεν παράγεται άμεσα απ τις ίδιες τις εξωτερικές επιδράσεις, αλλά απ τις διαδικασίες μέσω των οποίων το υποκείμενο έρχεται σε πρακτική επαφή με τον αντικειμενικό κόσμο και οι οποίες επομένως απαραίτητα υπακούουν στις ανεξάρτητές του ιδιότητες, συνδέσεις και σχέσεις. Αυτό σημαίνει ότι ο κεντρομόλος παράγοντας ο οποίος ελέγχει τις διαδικασίες της δραστηριότητας, είναι πρωταρχικά το ίδιο το αντικείμενο και μόνο δευτερευόντως η εικόνα του, σαν το υποκειμενικό προϊόν της δραστηριότητας, το οποίο καταγράφει, σταθεροποιεί και μεταφέρει στην ίδια το αντικειμενικό περιεχόμενο της δραστηριότητας.
Ο γενικά αρχικός και θεμελιώδης τύπος της ανθρώπινης δραστηριότητας είναι η εξωτερική δραστηριότητα, η πρακτική δραστηριότητα. Αυτή η προϋπόθεση έχει σημαντικές επιπτώσεις, ιδιαίτερα όπως η ψυχολογία παραδοσιακά έχει πάντοτε μελετήσει τη δραστηριότητα της σκέψης και τη φαντασία, πράξεις της μνήμης κ.ο.κ., αφού μόνο αυτή η εσωτερική δραστηριότητα θεωρήθηκε ψυχολογική. Η ψυχολογία επομένως αγνόησε τη μελέτη της πρακτικής, αισθητής δραστηριότητας. Και ακόμη και αν η εξωτερική δραστηριότητα συμμετέχει σε κάποια έκταση στην παραδοσιακή ψυχολογία, αυτή το έκανε μόνο σαν μια έκφραση της εσωτερικής δραστηριότητας, της δραστηριότητας της συνείδησης.
Τι ακριβώς έχουμε στο μυαλό μας όταν μιλάμε για τη δραστηριότητα; Ας θεωρήσουμε την απλούστερη διαδικασία, τη διαδικασία της παρατήρησης της ευκαμψίας ενός αντικειμένου. Αυτό είναι μια υψηλού επιπέδου ή εξωτερικού κινήτρου διαδικασία, η οποία μπορεί να σκοπεύει στην εκτέλεση ενός πρακτικού καθήκοντος, για παράδειγμα, την παραμόρφωση του αντικειμένου. Η εικόνα που αναδύεται στην πορεία αυτής της διαδικασίας, είναι φυσικά μια πνευματική εικόνα και είναι επομένως αναμφίβολα κατάλληλη για ψυχολογική μελέτη. Αλλά για να κατανοήσω τη φύση αυτής της εικόνας, πρέπει να μελετήσω τη διαδικασία που τη δημιουργεί και στη δοσμένη περίπτωση αυτό είναι μια εξωτερική και πρακτική διαδικασία. Μου αρέσει ή όχι, είμαι υποχρεωμένος να συμπεριλάβω αυτή τη διαδικασία σαν τμήμα του αντικειμένου της ψυχολογικής μου διερεύνησης.
Φυσικά, η καθαρή απόδειξη της ανάγκης της ψυχολογικής διερεύνησης στη σφαίρα της εξωτερικής αντικειμενικής δραστηριότητας, δεν λύνει το πρόβλημα, διότι μπορεί να υποτεθεί ότι αν και η εξωτερική αντικειμενική δραστηριότητα έρχεται μέσα στην περιοχή της ψυχολογικής διερεύνησης, αυτή η δραστηριότητα παίζει έναν δευτερεύοντα ρόλο, αφού κατευθύνεται απ την εσωτερική ψυχολογική διαδικασία που κείται πέραν αυτής και ότι γι αυτό τον λόγο η ψυχολογική διερεύνηση πράγματι δεν βοηθά στη διερεύνηση αυτής της δραστηριότητας.
Αυτό είναι ένα σημείο που πρέπει να εκτιμηθεί, αλλά μόνο αν κάποιος υποθέσει ότι η εξωτερική δραστηριότητα μονόπλευρα εξαρτάται απ την εικόνα που την ελέγχει και η οποία μπορεί ή όχι να ενισχυθεί απ το αποτέλεσμα αυτής της δραστηριότητας. Αλλά αυτό δεν είναι έτσι. Η δραστηριότητα έχει ν αντιμετωπίσει αντικείμενα που ανθίστανται στον άνθρωπο, που την εκτρέπουν, την αλλάζουν και την εμπλουτίζουν. Με άλλα λόγια, είναι η εξωτερική δραστηριότητα που ξεκλειδώνει τον κύκλο των εσωτερικών πνευματικών διαδικασιών, που τον ανοίγει προς τον αντικειμενικό κόσμο.
Εύκολα θα εκτιμηθεί ότι η πραγματικότητα με την οποία ασχολείται ο ψυχολόγος είναι ουσιωδώς πλουσιότερη και πιο σύνθετη απ τη γυμνή περιγραφή του τρόπου που αναδύεται η εικόνα απ την επαφή με το αντικείμενο που έχουμε μόλις περιγράψει. Αλλά ανεξάρτητα απ το πόσο απομακρυσμένη μπορεί να είναι η ψυχολογική πραγματικότητα, απ αυτό το αδρό πρότυπο, ανεξάρτητα απ το πόσο προφανείς μπορεί να είναι οι μεταμορφώσεις της δραστηριότητας, η δραστηριότητα κάτω απ όλες τις περιστάσεις παραμένει ο υλοποιητής της ζωής κάθε δοσμένου ατόμου.
Η παλιά ψυχολογία ασχολούνταν μόνο με τις εσωτερικές διαδικασίες, με τη δραστηριότητα της συνείδησης. Επιπλέον, για ένα μεγάλο διάστημα αγνοούνταν το ζήτημα της προέλευσης αυτών των δραστηριοτήτων, δηλαδή της πραγματικής τους φύσης. Σήμερα η προϋπόθεση ότι οι εσωτερικές διαδικασίες της σκέψης παράγονται απ τις εξωτερικές, έχει γίνει σχεδόν καθολικά αποδεκτή. Κατ αρχάς, για παράδειγμα, οι εσωτερικές πνευματικές διαδικασίες παίρνουν τη μορφή των εξωτερικών διαδικασιών που αφορούν εξωτερικά αντικείμενα. Και καθώς αυτά γίνονται εσωτερικές διαδικασίες, αυτές οι εξωτερικές διαδικασίες δεν αλλάζουν απλά τη μορφή τους, αλλά υφίστανται έναν κάποιο μετασχηματισμό, γινόμενες πιο γενικές, συμπυκνωμένες κ.ο.κ.
Όλα αυτά είναι φυσικά αλήθεια, αλλά πρέπει να τονιστεί ότι η εσωτερική δραστηριότητα είναι αυθεντική δραστηριότητα, που διατηρεί τη γενική δομή της ανθρώπινης δραστηριότητας, ανεξάρτητα απ τη μορφή που παίρνει μέρος. Απ τη στιγμή που θ αναγνωρίσουμε την κοινή δομή της εξωτερικής πρακτικής δραστηριότητας και της εσωτερικής πνευματικής δραστηριότητας, μπορούμε να κατανοήσουμε την ανταλλαγή στοιχείων που σταθερά λαμβάνουν χώρα μεταξύ τους, μπορούμε να κατανοήσουμε ότι ορισμένες πνευματικές πράξεις μπορεί να γίνουν τμήμα της δομής άμεσης, πρακτικής, υλικής δραστηριότητας και αντίστροφα, εξωτερικού κινήτρου λειτουργίες μπορεί να υπηρετούν την απόδοση της πνευματικής ενέργειας στη δομή καθαρά γνωστικής δραστηριότητας. Στη σημερινή εποχή, όταν η ενσωμάτωση και η αλληλοδιείσδυση αυτών των μορφών της ανθρώπινης δραστηριότητας λαμβάνει χώρα μπροστά στα μάτια μας, όταν η ιστορική αντίθεση μεταξύ αυτών έχει σταθερά και αυξητικά εξαλειφθεί, η σημασία της προϋπόθεσης είναι αυταπόδεικτη.
Μέχρι τώρα έχουμε συζητήσει για τη δραστηριότητα με το γενικό, περιληπτικό νόημα αυτής της έννοιας. Στην πραγματικότητα ωστόσο, έχουμε ν αντιμετωπίσουμε συγκεκριμένες, ειδικές δραστηριότητες, κάθε μια απ τις οποίες ικανοποιεί μια ορισμένη ανάγκη του υποκειμένου, κατευθύνεται προς το αντικείμενο αυτής της ανάγκης, εξαφανίζεται σαν αποτέλεσμα της ικανοποίησής του και αναπαράγεται ίσως σε διαφορετικές συνθήκες και σε σχέση με ένα αλλαγμένο αντικείμενο.
Το κύριο ζήτημα που διακρίνει μια δραστηριότητα από μια άλλη, βρίσκεται στη διαφορά μεταξύ των αντικειμένων τους. είναι το αντικείμενο της δραστηριότητας που την προικίζει μ έναν ορισμένο προσανατολισμό. Στην ορολογία που έχω χρησιμοποιήσει, το αντικείμενο της δραστηριότητας είναι το κίνητρό της. Φυσιολογικά, αυτό μπορεί να είναι είτε υλικό, είτε ιδανικό. Μπορεί να δίνεται στην αντίληψη ή μπορεί να υπάρχει μόνο στη φαντασία, στο μυαλό.
Έτσι διαφορετικές δραστηριότητες διακρίνονται απ τα κίνητρά τους. η έννοια της δραστηριότητας είναι δεμένη αναγκαστικά με την έννοια του κινήτρου. Δεν υπάρχει κανένα τέτοιο πράγμα, όπως δραστηριότητα χωρίς κίνητρο. «Χωρίς κίνητρο» δραστηριότητα δεν είναι δραστηριότητα που δεν έχει κίνητρο, αλλά δραστηριότητα με ένα υποκειμενικά και αντικειμενικά κρυμμένο κίνητρο.
Τα βασικά «συστατικά» των ξεχωριστών ανθρώπινων δραστηριοτήτων είναι οι ενέργειες που πραγματοποιούν. Εμείς θεωρούμε τη ενέργεια σαν τη διαδικασία που αντιστοιχεί στην έννοια του αποτελέσματος που πρέπει να επιτευχθεί, δηλαδή τη διαδικασία που υπακούει σ έναν συνειδητό σκοπό. Ακριβώς όπως η έννοια του κινήτρου είναι σχετική με την έννοια της δραστηριότητας, έτσι και η έννοια του σκοπού είναι σχετική με εκείνη της ενέργειας.
Ιστορικά, η εμφάνιση στη δραστηριότητα των σε σκοπό κατευθυνόμενων διαδικασιών ενέργειας, ήταν το αποτέλεσμα της ανάδυσης μιας κοινωνία βασισμένης στην εργασία. Η δραστηριότητα των ανθρώπων που εργάζονται μαζί διεγείρεται απ το προϊόν τους, το οποίο κατ αρχήν άμεσα αντιστοιχεί στις ανάγκες όλων των συμμετεχόντων. Αλλά η απλούστερη τεχνική διαίρεση της εργασίας που αναδύεται σ αυτή τη διαδικασία αναγκαστικά οδηγεί στην ανάδυση των ενδιάμεσων, επιμέρους αποτελεσμάτων, που επιτυγχάνονται με την ατομική συμμετοχή στη συλλογική εργασιακή δραστηριότητα, αλλά η οποία στους ίδιους δεν μπορεί να ικανοποιήσει την ανάγκη του κάθε συμμετέχοντα. Αυτή η ανάγκη ικανοποιείται όχι απ τα «ενδιάμεσα» αποτελέσματα, αλλά απ το μοίρασμα του προϊόντος της συνολικής δραστηριότητας που καθένας λαμβάνει χάρη στις σχέσεις μεταξύ των συμμετεχόντων που αναδύονται στη διαδικασία της εργασίας, δηλαδή τις κοινωνικές σχέσεις.
Εύκολα θα γίνει κατανοητό ότι αυτό το «ενδιάμεσο» αποτέλεσμα που σχηματίζει το πρότυπο των εργασιακών διαδικασιών του ανθρώπου, πρέπει να προσδιοριστεί απ αυτόν υποκειμενικά επίσης, στη μορφή μιας ιδέας. Αυτό είναι στην πραγματικότητα η θέση του σκοπού, που προσδιορίζει τη μέθοδο και τον χαρακτήρα της δραστηριότητας του ατόμου.
Ο προσδιορισμός αυτών των σκοπών και ο σχηματισμός των δραστηριοτήτων των σχεδιασμένων να τους πετύχουν, οδηγεί σ ένα είδος διαχωρισμού των λειτουργιών που προηγούμενα ήταν ενωμένες στο κίνητρό τους. Ας υποθέσουμε ότι η δραστηριότητα ενός προσώπου διεγείρεται απ την τροφή. Αυτή είναι το κίνητρό του. Ωστόσο, για να ικανοποιήσει την ανάγκη για τροφή, πρέπει να εκτελέσει ενέργειες που δεν κατευθύνονται άμεσα στην επίτευξη τροφής. Για παράδειγμα, ένας απ τους σκοπούς του μπορεί να είναι η κατασκευή παγίδας. Είτε ο ίδιος θα χρησιμοποιήσει αργότερα την παγίδα που έφτιαξε ή θα την δώσει σε άλλους συμμετέχοντες στο κυνήγι και θα λάβει τμήμα της κοινής λείας. Σε κάθε περίπτωση το κίνητρό του και ο σκοπός δεν συμπίπτουν άμεσα, εκτός από ειδικές περιπτώσεις.
Ο διαχωρισμός των ενεργειών των κατευθυνόμενων σε σκοπό σαν συστατικά της ανθρώπινης δραστηριότητας, φυσιολογικά εγείρουν το ζήτημα των εσωτερικών τους σχέσεων. Όπως έχουμε ήδη πει, η δραστηριότητα δεν είναι μια προσθετική διαδικασία. Επομένως οι ενέργειες δεν είναι ξεχωριστά πράγματα που περιλαμβάνονται στη δραστηριότητα. Η ανθρώπινη δραστηριότητα υπάρχει σαν ενέργεια ή σαν μια αλυσίδα ενεργειών. Εάν είμασταν σε πνευματική απόσπαση απ τη δραστηριότητα, οι ενέργειες που την πραγματοποιούν, δεν θάφηναν τίποτε από δραστηριότητα. Αυτό μπορεί να εκφραστεί και με άλλο τρόπο. Όταν εμείς μελετάμε το ξεδίπλωμα μιας ειδικής διαδικασίας- εξωτερικής ή εσωτερικής- απ την άποψη του κινήτρου, εμφανίζεται σαν ανθρώπινη δραστηριότητα, αλλά όταν τη μελετάμε σαν μια σκοπούμενη διαδικασία, εμφανίζεται σαν μια ενέργεια ή ένα σύστημα, μια αλυσίδα ενεργειών.
Την ίδια στιγμή δραστηριότητα και ενέργεια είναι και οι δύο αληθινές και επιπλέον, μη συμπίπτουσες πραγματικότητες, διότι η μια και η ίδια ενέργεια μπορεί να πραγματοποιεί διάφορες δραστηριότητες, μπορεί να περνά από τη μια δραστηριότητα στην άλλη, αποκαλύπτοντας έτσι τη σχετική της ανεξαρτησία. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η δοσμένη ενέργεια μπορεί να έχει τελείως διαφορετικά κίνητρα, δηλαδή μπορεί να πραγματοποιεί τελείως διαφορετικές δραστηριότητες. Και το ένα και το ίδιο κίνητρο μπορεί να παράγει διάφορους σκοπούς και επομένως διάφορες ενέργειες.
Έτσι στη γενική ροή της δραστηριότητας που σχηματίζει την ανθρώπινη ζωή στις υψηλότερες εκδηλώσεις της (εκείνες που διαμεσολαβούνται απ την πνευματική αντανάκλαση), η ανάλυση πρώτα προσδιορίζει ξεχωριστές δραστηριότητες, σύμφωνα με το κριτήριο της διαφοράς στα κίνητρά τους. έπειτα προσδιορίζονται οι διαδικασίες ενέργειας, που υπακούουν σε συνειδητούς σκοπούς και τελικά οι λειτουργίες που άμεσα εξαρτιούνται απ τις συνθήκες για την επιδίωξη ενός ειδικού σκοπού.
Αυτές οι «μονάδες» της ανθρώπινης δραστηριότητας, σχηματίζουν τη μακροδομή της. Η ανάλυση με την οποία προσδιορίζονται, δεν είναι μια διαδικασία αποσυναρμολόγησης ζωντανής δραστηριότητας σε ξεχωριστά στοιχεία, αλλά αποκάλυψης των σχέσεων που χαρακτηρίζουν αυτή τη δραστηριότητα. Μια τέτοια ανάλυση συστημάτων ταυτόχρονα αποκλείει κάθε πιθανότητα μιας διακλάδωσης της πραγματικότητας που μελετάται, αφού αυτή πραγματεύεται όχι διαφορετικές διαδικασίες, αλλά μάλλον διαφορετικά επίπεδα αφαίρεσης. Επομένως μπορεί να είναι αδύνατον με την πρώτη ματιά για παράδειγμα να κρίνουμε εάν διαπραγματευόμαστε σε μια δοσμένη περίπτωση, με ενέργεια ή με λειτουργία. Επιπλέον, η δραστηριότητα είναι ένα υψηλά δυναμικό σύστημα, που χαρακτηρίζεται από σταθερά συμβαίνοντες μετασχηματισμούς. Η δραστηριότητα μπορεί να χάσει το κίνητρο που την προκάλεσε και σ αυτή την περίπτωση αυτή μετατρέπεται σε μια ενέργεια που πραγματοποιεί πιθανόν μια τελείως διαφορετική σχέση στον κόσμο, μια διαφορετική δραστηριότητα, αντίστροφα, μια ενέργεια μπορεί ν αποκτήσει μια ανεξάρτητη δύναμη κινήτρου και να γίνει ένα ειδικό είδος δραστηριότητας και τελικά, μια ενέργεια μπορεί να μετασχηματιστεί σ ένα μέσο για την επίτευξη ενός σκοπού ικανού να πραγματοποιήσει διαφορετικές ενέργειες.
Το αδιαφιλονίκητο γεγονός παραμένει ότι η δραστηριότητα του ανθρώπου ρυθμίζεται από πνευματικές εικόνες πραγματικότητας. Ο,τιδήποτε στον αντικειμενικό κόσμο που παρουσιάζει τον εαυτό του στον άνθρωπο σαν τα κίνητρα, τους σκοπούς και τις συνθήκες της δραστηριότητάς του, πρέπει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να προσληφθεί, να κατανοηθεί, να διατηρηθεί και ν αναπαραχθεί απ τη μνήμη του. Αυτό επίσης εφαρμόζεται στις διαδικασίες της δραστηριότητάς του και στον ίδιο, στις στάσεις του και στα ατομικά χαρακτηριστικά.
Έτσι εξ αυτού έπεται ότι η συνείδηση του ανθρώπου στην αμεσότητά της είναι η εικόνα του κόσμου που ξεδιπλώνει τον εαυτό της σ αυτόν, μια εικόνα στην οποία περιλαμβάνονται αυτός ο ίδιος, οι ενέργειές του και οι καταστάσεις του.
Για τον αμύητο η ύπαρξη αυτής της υποκειμενικής εικόνας δεν εγείρει φυσικά οποιοδήποτε θεωρητικό πρόβλημα. Αυτός έρχεται αντιμέτωπος με τον κόσμο, όχι με τον κόσμο και μια εικόνα του κόσμου. Αυτός ο αυθόρμητος ρεαλισμός, περιέχει ένα πραγματικό, αν όχι αφελές, στοιχείο αλήθειας. Είναι διαφορετικό ζήτημα, όταν εξισώνουμε την πνευματική αντανάκλαση με τη συνείδηση. Δεν υπάρχει τίποτε περισσότερο από μια ψευδαίσθηση της ενδοσκόπησής μας. Αυτή η ψευδαίσθηση πηγάζει απ τη φαινομενικά απεριόριστη περιοχή της συνείδησης. Όταν αναρωτιόμαστε αν έχουμε επίγνωση του ενός ή του άλλου φαινομένου, θέτουμε στον εαυτό μας το καθήκον ν αποκτήσουμε επίγνωση αυτού και φυσικά στην πράξη άμεσα εκπληρώνουμε αυτό το καθήκον. Ήταν αναγκαίο να επινοήσουμε μια ειδική τεχνική της χρήσης του ταχιστοσκοπίου, για να διαχωρίσουμε πειραματικά το πεδίο της αντίληψης απ το πεδίο της συνείδησης.
Απ την άλλη, ορισμένα καλά εγνωσμένα γεγονότα που μπορούν εύκολα ν αναπαραχθούν σε εργαστηριακές συνθήκες, μας λένε ότι ο άνθρωπος είναι ικανός για σύνθετες προσαρμοστικές διαδικασίες σε σχέση με αντικείμενα του περιβάλλοντος, χωρίς να έχει σε όλες συνείδηση των εικόνων τους. Αυτός ξεπερνά εμπόδια και ακόμη χειρίζεται πράγματα, χωρίς καν να τα «βλέπει» όλα αυτά.
Είναι διαφορετικό ζήτημα αν πρέπει να κάνει ή ν αλλάξει ένα πράγμα σύμφωνα μ ένα πρότυπο ή μια αναπαράσταση, που απεικονίζει κάποιο αντικειμενικό περιεχόμενο. Όταν σχηματίζω, ας πούμε, ένα πεντάγωνο από σύρμα ή το σχεδιάζω, πρέπει αναγκαστικά να συγκρίνω την έννοια που έχω γι αυτό με τις αντικειμενικές συνθήκες, με τα στάδια της πραγματοποίησής του στο προϊόν. Πρέπει εσωτερικά να μετρήσω το ένα έναντι του άλλου. Τέτοιες μετρήσεις ή εξαρτήματα απαιτούν η έννοιά μου να εμφανιστεί σε μένα σαν να ήταν στο ίδιο επίπεδο με τον αντικειμενικό κόσμο και ακόμη, να μην συγχωνεύεται μ αυτόν. Αυτό είναι ιδιαίτερα φανερό σε περιπτώσεις που ασχολούμαστε με προβλήματα που πρέπει να λυθούν εκτελώντας πρωταρχικά «στο μυαλό μας» την αμοιβαία χωρική μετατόπιση των εικόνων των αντικειμένων που πρέπει να συσχετιστούν. Τέτοιο είναι για παράδειγμα το είδος του προβλήματος που απαιτεί την περιστροφή μιας εικόνας εγγεγραμμένης μέσα σε μια άλλη εικόνα.
Ιστορικά, η ανάγκη για μια τέτοια «παρουσίαση» της πνευματικής εικόνας στο υποκείμενο εγείρεται μόνο κατά τη μετάβαση απ την προσαρμοστική δραστηριότητα των ζώων στην παραγωγική, εργασιακή δραστηριότητα που είναι χαρακτηριστική στον άνθρωπο. Το προϊόν προς το οποίο η δραστηριότητα τώρα κατευθύνεται, δεν υπάρχει ακόμη πραγματικά. Έτσι αυτός μπορεί να ρυθμίσει τη δραστηριότητα μόνο αν αυτή παρουσιάζεται στο υποκείμενο με τέτοια μορφή που τον καθιστά ικανό να τη συγκρίνει με το αρχικό υλικό (αντικείμενο εργασίας) και με τους ενδιάμεσους μετασχηματισμούς. Επί πλέον δε, η πνευματική εικόνα του προϊόντος, σαν σκοπός, πρέπει να υπάρχει για το υποκείμενο με τέτοιο τρόπο, που να μπορεί να δρα με αυτή την εικόνα – να τη μετατρέπει σύμφωνα με τις υπάρχουσες συνθήκες. Τέτοιες εικόνες είναι συνειδητές εικόνες, συνειδητές έννοιες ή με άλλες λέξεις, τα φαινόμενα της συνείδησης.
Αυτή καθ αυτή η ανάγκη για την ανάδυση φαινομένων της συνείδησης στο κεφάλι ενός ανθρώπου, δεν μας λέει τίποτε για την διαδικασία με την οποία αναδύονται. Αυτό ωστόσο μας δίνει έναν καθαρό στόχο για τη μελέτη αυτής της διαδικασίας από εμάς. Το θέμα είναι ότι με όρους του παραδοσιακού διαδικού προτύπου «αντικείμενο-υποκείμενο», η ύπαρξη της συνείδησης στο υποκείμενο γίνεται δεκτή χωρίς οποιεσδήποτε εξηγήσεις, εκτός αν λάβουμε υπόψη τις ερμηνείες που υποθέτουν την ύπαρξη στα κεφάλια μας κάποιου είδους παρατηρητή που ατενίζει τις εικόνες που υφαίνονται απ τις εγκεφαλικές διαδικασίες.
Η μέθοδος της επιστημονικής ανάλυσης της παραγωγής και λειτουργίας της ανθρώπινης συνείδησης –κοινωνικής και ατομικής- ανακαλύφθηκε απ τον Μαρξ. Το αποτέλεσμα ήταν ότι η μελέτη της συνείδησης μετακίνησε τον στόχο της απ την υποκειμενικότητα του ατόμου στα κοινωνικά συστήματα της δραστηριότητας.
Είναι αυταπόδεικτο, ότι η εξήγηση της φύσης της συνείδησης, βρίσκεται στα χαρακτηριστικά στοιχεία της ανθρώπινης δραστηριότητας, που δημιουργούν την ανάγκη γι αυτή –στον αντικειμενικό, τον παραγωγικό χαρακτήρα της δραστηριότητας. Η εργασιακή δραστηριότητα αποτυπώνεται, αποθανατίζεται, στο προϊόν της. Λαμβάνει χώρα, με τα λόγια του Μαρξ, μια μετάβαση της δραστηριότητας σε μια στατική ιδιότητα. Αυτή η μετάβαση είναι η διαδικασία της υλικής ενσωμάτωσης του αντικειμενικού περιεχομένου της δραστηριότητας, η οποία τώρα παρουσιάζει τον εαυτό της στο υποκείμενο, δηλαδή αναδύεται μπροστά του στη μορφή μιας εικόνας του αντικειμένου που παρατηρήθηκε.
Με άλλες λέξεις, μια πρόχειρη προσέγγιση της παραγωγής της συνείδησης μπορεί να περιγραφεί ως εξής: η αναπαράσταση που ελέγχει τη δραστηριότητα, όταν ενσωματωθεί σ ένα αντικείμενο, αποκτά τη δευτερεύουσά της, «αντικειμενοποιημένη» ύπαρξη, που μπορεί αισθητικά να παρατηρηθεί. Σαν αποτέλεσμα, το υποκείμενο, βλέπει τη δική του αναπαράσταση στον εξωτερικό κόσμο. Όταν αυτή έχει έτσι διπλασιαστεί, κατανοείται συνειδητά. Αυτό το πρότυπο ωστόσο, δεν είναι έγκυρο. Μας φέρνει πίσω, στην προηγούμενη υποκειμενικά εμπειρική, αισθησιακά ιδεαλιστική άποψη, που τονίζει πάνω απ όλα το γεγονός ότι αυτή η ιδιαίτερη μετάβαση υποδηλώνεται στη συνείδηση, στις προθέσεις, τα πνευματικά σχέδια, τα πρότυπα ή «μοντέλα» του υποκειμένου που έχει κάποιες αναπαραστάσεις, δηλαδή, πνευματικά φαινόμενα αντικειμενοποιημένα στη δραστηριότητα και τα προϊόντα της. Η ίδια η δραστηριότητα του υποκειμένου, ελέγχεται απ τη συνείδηση και ενεργεί σε σχέση με τα περιεχόμενά της και εκτελεί σε σχέση με τα περιεχόμενά της μόνο μια λειτουργία μεταφοράς και τη λειτουργία της «ενίσχυσης ή μη ενίσχυσής» τους.
Αλλά το κύριο ζήτημα δεν είναι να επισημάνουμε τον ενεργό, ελεγκτικό ρόλο της συνείδησης. Το κύριο πρόβλημα βρίσκεται στην κατανόηση της συνείδησης σαν ένα υποκειμενικό προϊόν, σαν μια εκδήλωση σε διαφορετική μορφή των ουσιαστικά κοινωνικών σχέσεων που υλοποιούνται απ τη δραστηριότητα του ανθρώπου στον αντικειμενικό κόσμο. Η δραστηριότητα δεν είναι με κανένα τρόπο απλώς ο εκφραστής και το όχημα της πνευματικής εικόνας που αντικειμενοποιήθηκε στο προϊόν της. Το προϊόν καταγράφει, διαιωνίζει, όχι την εικόνα, αλλά τη δραστηριότητα, το αντικειμενικό περιεχόμενο που αυτή αντικειμενικά φέρει μέσα της.
Οι μεταβάσεις υποκείμενο-δραστηριότητα-αντικείμενο σχηματίζουν ένα είδος κυκλικής κίνησης, έτσι μπορεί να φαίνεται ασήμαντο ποια απ τα στοιχεία του ή στιγμές λαμβάνονται σαν τα αρχικά. Αλλά αυτή δεν είναι με κανένα τρόπο μια κίνηση σ έναν κλειστό κύκλο. Ο κύκλος ανοίγει και ανοίγει ειδικά στην ίδια την αισθητική πρακτική δραστηριότητα. Εισερχόμενη σε άμεση επαφή με την αντικειμενική πραγματικότητα και υποτασσόμενη σ αυτή, η δραστηριότητα τροποποιείται και εμπλουτίζεται και είναι σ αυτή την εμπλουτισμένη μορφή που αποκρυσταλλώνεται στο προϊόν. Η υλοποιημένη δραστηριότητα είναι πλουσιώτερη, αληθινότερη απ τη συνείδηση που την προβλέπει. Επιπλέον, για τη συνείδηση του υποκειμένου, οι συνεισφορές που έγιναν απ τη δραστηριότητά του, παραμένουν κρυφές. Έτσι προκύπτει ότι η συνείδηση μπορεί να εμφανίζεται ότι είναι η βάση της δραστηριότητας.
Ας το θέσουμε μ έναν διαφορετικό τρόπο. Η αντανάκλαση των προϊόντων της αντικειμενικής δραστηριότητας που υλοποιεί τις συνδέσεις και σχέσεις μεταξύ κοινωνικών ατόμων, εμφανίζεται σ αυτά σαν να είναι φαινόμενα της συνείδησής τους, αλλά στην πραγματικότητα, πέρα απ αυτά τα φαινόμενα βρίσκονται οι προαναφερθείσες αντικειμενικές συνδέσεις και σχέσεις, όχι σε μια καθαρή και φανερή μορφή, αλλά σε μια αντιφάσκουσα μορφή, κρυμμένη απ το υποκείμενο. Την ίδια στιγμή, τα φαινόμενα της συνείδησης συνιστούν ένα πραγματικό στοιχείο στην κίνηση της δραστηριότητας. Αυτό είναι που τα κάνει ουσιώδη, δηλαδή, η συνειδητή εικόνα εκτελεί τη λειτουργία του ιδανικού μέτρου, που είναι υλοποιημένο στη δραστηριότητα.
Αυτή η προσέγγιση στη συνείδηση δημιουργεί μια ριζική διαφορά προς τον τρόπο με τον οποίο τίθεται το πρόβλημα της συσχέτισης της υποκειμενικής εικόνας και του εξωτερικού αντικειμένου. Αυτή απαλλάσσεται απ το μυστικισμό αυτού του προβλήματος, το οποίο δημιουργεί το αξίωμα της αμεσότητας. Εάν κάποιος αρχίσει απ την προϋπόθεση ότι οι εξωτερικές επιδράσεις άμεσα, ευθέως προκαλούν μέσα μας, στο μυαλό μας, μια υποκειμενική εικόνα, κάποιος αμέσως βρίσκεται αντιμέτωπος με την ερώτηση του πως γίνεται αυτή η εικόνα να φαίνεται να υπάρχει εκτός μας, εκτός της υποκειμενικότητάς μας, στις συντεταγμένες του εξωτερικού κόσμου.
Με τους όρους του αξιώματος της αμεσότητας, αυτή η ερώτηση μπορεί ν απαντηθεί μόνο υποθέτοντας μια διαδικασία δευτερεύουσας ας πούμε προβολής της πνευματικής εικόνας στον εξωτερικό κόσμο. Η θεωρητική αδυναμία μιας τέτοιας υπόθεσης είναι προφανής. Πέρα απ το ότι είναι καθαρά σε αντίφαση με τα γεγονότα που πιστοποιούν ότι η πνευματική εικόνα είναι απ την αρχή «σχετική» προς μια πραγματικότητα που είναι εξωτερική προς το μυαλό του υποκειμένου και ότι δεν προεκτείνεται στον εξωτερικό κόσμο, αλλά μάλλον εξάγεται, αποσπάται απ αυτόν. Φυσικά, όταν μιλώ για «απόσπαση», αυτό δεν είναι παρά μια μεταφορά. Αυτό ωστόσο εκφράζει μια πραγματική διαδικασία, που μπορεί να διερευνηθεί επιστημονικά, τη διαδικασία της αφομοίωσης απ το υποκείμενο του αντικειμενικού κόσμου στην ιδανική του μορφή, τη μορφή της συνειδητής του αντανάκλασης.
Αυτή η διαδικασία αρχικά αναφύεται στο σύστημα των αντικειμενικών σχέσεων στο οποίο λαμβάνει χώρα η μεταμόρφωση του αντικειμενικού περιεχομένου της δραστηριότητας στο προϊόν της. Αλλά για να πραγματοποιηθεί αυτή η διαδικασία, δεν είναι αρκετό το προϊόν της δραστηριότητας που έχει απορροφήσει αυτή τη δραστηριότητα, να παρουσιάσει τον εαυτό του στο υποκείμενο σαν τις υλικές του ιδιότητες. Πρέπει να γίνει μια μεταμόρφωση που θα επιτρέψει σ αυτό ν αναδυθεί σαν κάτι για το οποίο το υποκείμενο είναι ενήμερο, δηλαδή, σε μια ιδανική μορφή. Αυτή η μεταμόρφωση επηρεάζεται μέσω της γλώσσας, που είναι το προϊόν και το μέσο επικοινωνίας των ανθρώπων που παίρνουν μέρος στην παραγωγή. Η γλώσσα μεταφέρει στα νοήματά της (τις έννοιες) ένα κάποιο αντικειμενικό περιεχόμενο, αλλά ένα περιεχόμενο τελείως απελευθερωμένο απ την υλικότητά του.
Έτσι η ατομική συνείδηση σαν μια ειδική ανθρώπινη μορφή της υποκειμενικής αντανάκλασης της αντικειμενικής πραγματικότητας, μπορεί να κατανοηθεί μόνο σαν το προϊόν εκείνων των σχέσεων και των μεσολαβήσεων που προκύπτουν στην πορεία της σύστασης και ανάπτυξης της κοινωνίας. Εκτός του συστήματος αυτών των σχέσεων (και εκτός της κοινωνικής συνείδησης), η ύπαρξη της ατομικής νοημοσύνης, η ψυχή, στη μορφή της συνείδησης, είναι αδύνατη, ιδιαίτερα καθώς ακόμα και η μελέτη των φαινομένων της συνείδησης με όρους ανθρώπινης δραστηριότητας μας επιτρέπει να τα κατανοήσουμε μόνο υπό τον όρο ότι η ίδια η δραστηριότητα του ανθρώπου αντιμετωπίζεται σαν μια διαδικασία που περιλαμβάνεται στο σύστημα των σχέσεων, μια διαδικασία όπου διαπιστώνει την κοινωνική του ύπαρξη, που είναι το μέσο της ύπαρξής του, επίσης σαν ένα φυσικό, υλικό πλάσμα.
Φυσικά, οι παραπάνω μνημονευόμενες συνθήκες και σχέσεις όταν δημιουργούν την ανθρώπινη συνείδηση, τη χαρακτηρίζουν μόνο στα πρώϊμα στάδια. Συνεπώς, καθώς η υλική παραγωγή και η επικοινωνία αναπτύσσονται, η συνείδηση του ανθρώπου ελευθερώνεται απ την άμεση σύνδεση με την άμεση πρακτική εργασιακή τους δραστηριότητα, συγχρόνως και με την απομόνωση και επομένως διαχωρισμό της πνευματικής παραγωγής και με την εργαλειοποίηση της γλώσσας. Η περιοχή όσων έχουν δημιουργηθεί σταθερά διευρύνεται, έτσι ώστε η ανθρώπινη συνείδηση να γίνεται η καθολική, αν και όχι μοναδική, μορφή της πνευματικής αντανάκλασης. Στην πορεία αυτής της διαδικασίας, αυτή υφίσταται κάποιες ριζικές αλλαγές.
Για ν αρχίσουμε, η συνείδηση υπάρχει μόνο στη μορφή της πνευματικής εικόνας, που αποκαλύπτει τον περιβάλλοντα κόσμο στο υποκείμενο. Η δραστηριότητα, απ την άλλη, παραμένει ακόμα πρακτική, εξωτερική. Σ ένα επόμενο στάδιο και η δραστηριότητα επίσης γίνεται αντικείμενο της συνείδησης. Ο άνθρωπος γίνεται ενήμερος των ενεργειών των άλλων ανθρώπων και μέσω αυτών, των δικών του ενεργειών. Μπορούν τώρα να επικοινωνήσουν με χειρονομίες ή προφορική γλώσσα. Αυτή είναι η προϋπόθεση για τη γένεση των εσωτερικών ενεργειών και λειτουργιών που λαμβάνουν χώρα στο μυαλό, στο «επίπεδο της συνείδησης». Η εικόνα-συνείδηση γίνεται επίσης δραστηριότητα-συνείδηση. Είναι σ αυτή την πληρότητα, που η συνείδηση αρχίζει να φαίνεται ότι χειραφετείται απ την εξωτερική πρακτική αισθητή δραστηριότητα και επιπλέον φαίνεται να την ελέγχει.
Μια άλλη θεμελιώδη αλλαγή που υφίσταται η συνείδηση στην πορεία της ιστορικής ανάπτυξης, συνίσταται στην καταστροφή της αρχικής συνοχής της συνείδησης της εργασιακής συλλογικότητας και εκείνης των ξεχωριστών μελών της. Αυτό συμβαίνει διότι η περιοχή της συνείδησης διευρύνεται, προσλαμβάνοντας φαινόμενα που ανήκουν στη σφαίρα των ατομικών σχέσεων, συνιστώντας κάτι το ειδικό στη ζωή καθενός από αυτούς. Επιπλέον, η ταξική διαίρεση της κοινωνίας, θέτει τους ανθρώπους σε άνισες, ανταγωνιστικές σχέσεις προς τα μέσα της παραγωγής και το κοινωνικό προϊόν. Έτσι η συνείδησή τους δοκιμάζει την επίδραση αυτής της ανισότητας, αυτό τον ανταγωνισμό. Την ίδια στιγμή αναπτύσσονται ιδεολογικές αντιλήψεις και εισέρχονται στην διαδικασία με την οποία τα ξεχωριστά άτομα γίνονται γνώστες των σχέσεων της πραγματικής ζωής τους.
Αναδύεται έτσι μια πολύπλοκη εικόνα των εσωτερικών σχέσεων, εξυφάνσεων και ενδομεταφορών που δημιουργήθηκαν απ την ανάπτυξη των εσωτερικών αντιφάσεων, που σε αφηρημένη μορφή αποκαλύπτονται στην ανάλυση των απλούστερων σχέσεων που χαρακτηρίζουν το σύστημα της ανθρώπινης δραστηριότητας. Με την πρώτη ματιά η εμβύθιση της έρευνας σ αυτή την πολύπλοκη εικόνα, φαίνεται να την εκτρέπει απ το καθήκον της ειδικής ψυχολογικής μελέτης της συνείδησης και να την οδηγεί στην αντικατάσταση της ψυχολογίας απ την κοινωνιολογία. Αλλά δεν είναι καθόλου αυτή η περίπτωση. Αντίθετα, τα ψυχολογικά χαρακτηριστικά της ατομικής συνείδησης, μπορούν να κατανοηθούν μόνο μέσω των συνδέσεών τους με τις κοινωνικές σχέσεις στις οποίες εμπλέκονται τα άτομα.
Στα φαινόμενα της συνείδησης ανακαλύπτουμε, πριν απ όλα, το αισθητικό τους υφάδι. Είναι αυτό το υφάδι που σχηματίζει την αισθητή σύνθεση της ιδιαίτερης εικόνας της πραγματικότητας – πραγματικά αντιληπτή ή αναδυόμενη στη μνήμη, αναφερόμενη στο μέλλον ή ίσως μόνο φανταστική. Αυτές οι εικόνες ίσως πρέπει να διακριθούν απ την έγκλισή τους, τον αισθητό τόνο τους, τον βαθμό της διαύγειας, ότι είναι λιγότερο ή περισσότερο επίμονες κ.ο.κ.
Η ειδική λειτουργία των αισθητών εικόνων της συνείδησης είναι ότι αυτές προσθέτουν ρεαλισμό στη συνειδητή εικόνα του κόσμου που αποκαλύφθηκε στο υποκείμενο. Με άλλα λόγια, είναι χάρη στο αισθητό περιεχόμενο της συνείδησης, που ο κόσμος βλέπεται απ το υποκείμενο σαν υπάρχων όχι στη συνείδησή του, αλλά έξω απ τη συνείδησή του, σαν το αντικειμενικό «πεδίο» και αντικείμενο της δραστηριότητάς του. Αυτός ο ισχυρισμός μπορεί να εμφανιστεί παράδοξος, διότι η μελέτη των αισθητών φαινομένων έχει από απομνημόνευτων χρόνων προχωρήσει πέρα από θέσεις που οδηγούν αντίθετα, στην ιδέα της «καθαρής τους υποκειμενικότητας», της «ιερογλυφικής τους φύσης». Κατά συνέπεια, το αισθητό περιεχόμενο των εικόνων δεν βλέπεται σαν κάτι που επηρεάζει «την άμεση σύνδεση μεταξύ της συνείδησης και του εξωτερικού κόσμου», αλλά μάλλον σαν ένας φραγμός μεταξύ τους.
Στη μετα-Χέλμχολτζ περίοδο, η πειραματική μελέτη των διαδικασιών της αντίληψης είχε αναπάντεχες επιτυχίες. Η ψυχολογία της αντίληψης κατακλύζεται τώρα με γεγονότα και ξεχωριστές υποθέσεις. Αλλά το εκπληκτικό είναι ότι σε πείσμα αυτών των επιτυχιών, η θεωρητική θέση του Χέλμχολτζ έχει παραμείνει αδιάσειστη. Ομολογουμένως, στις περισσότερες ψυχολογικές μελέτες, είναι παρούσα αφανώς, στο πίσω πλάνο, σαν να λέμε. Μόνο λίγοι ψυχολόγοι τη συζητούν σοβαρά και ανοιχτά, όπως ο Ρίτσαρντ Γκρέγκορι, για παράδειγμα, ο συγγραφέας του ό,τι είναι προφανώς πιο αφομοιωτικό των σύγχρονων βιβλίων στην οπτική αντίληψη1.
1 R.L. Gregory, Το έξυπνο μάτι, Λονδίνο 1970.
Η δύναμη της θέσης του Χέλμχολτζ βρίσκεται στο γεγονός ότι, στη μελέτη της φυσιολογίας της όρασης, αυτός κατανοούσε το ανέφικτο της συναγωγής των εικόνων των αντικειμένων άμεσα απ τις αισθήσεις, του προσδιορισμού αυτών με τα πρότυπα που σκιαγραφούν οι ακτίνες του φωτός στον αμφιβληστροειδή του ματιού. Απ την άποψη της εννοιολογικής δομής της φυσικής επιστήμης εκείνο τον καιρό, η λύση του προβλήματος που προτάθηκε απ τον Χέλμχολτζ, η πρότασή του ότι η λειτουργία των οργάνων των αισθήσεων αναγκαστικά συμπληρώνεται απ τη λειτουργία του μυαλού, που χτίζει απ τις αισθητές νύξεις τις υποθέσεις του («συμπεράσματα») για την αντικειμενική πραγματικότητα, είναι η μόνη δυνατή.
Το θέμα είναι ότι οι αντικειμενικές εικόνες της συνείδησης θεωρήθηκαν σαν πνευματικά φαινόμενα εξαρτώμενα από άλλα φαινόμενα για την εξωτερική τους αιτία. Με άλλες λέξεις, η ανάλυση προχώρησε στο επίπεδο της διπλής αφαίρεσης, η οποία εκφράστηκε, απ τη μια, στον αποκλεισμό των αισθητών διαδικασιών απ το σύστημα της δραστηριότητας το υποκειμένου και απ την άλλη, στον αποκλεισμό των αισθητών εικόνων απ το σύστημα της ανθρώπινης συνείδησης. Η ιδέα του αντικειμένου της επιστημονικής επίγνωσης σαν ένα σύστημα, δεν αναπτύχθηκε κατάλληλα.
Σε αντίθεση με αυτή την προσέγγιση, που παρατηρεί τα φαινόμενα σε απομόνωση το ένα από το άλλο, η ανάλυση του συστήματος της συνείδησης απαιτεί τα «διαπλαστικά στοιχεία» της συνείδησης να μελετούνται στις εσωτερικές τους σχέσεις που δημιουργούνται απ την ανάπτυξη των μορφών σύνδεσης που το υποκείμενο έχει με την πραγματικότητα και επομένως, πρωταρχικά απ την άποψη της λειτουργίας που το καθένα απ αυτά εκπληρώνει στις διαδικασίες παρουσίασης μιας εικόνας του κόσμου στο υποκείμενο. Τα αισθητά-στοιχεία που ενσωματώνονται στο σύστημα της συνείδησης δεν αποκαλύπτουν άμεσα τη λειτουργία τους. υποκειμενικά αυτή η λειτουργία εκφράζεται μόνο έμμεσα, σε μια μη διαφοροποιημένη «αίσθηση της πραγματικότητας». Ωστόσο, αυτή άμεσα αποκαλύπτεται μόλις υπάρχει η οποιαδήποτε παρέμβαση ή παραμόρφωση στην αντίληψη των εξωτερικών επιδράσεων.
Η προφανής φύση των πνευματικών αισθητών εικόνων βρίσκεται στην αντικειμενικότητά τους, στο γεγονός ότι δημιουργούνται σε διαδικασίες δραστηριότητας που σχηματίζουν την πρακτική σύνδεση μεταξύ του υποκειμένου και του εξωτερικού αντικειμενικού κόσμου. Ανεξάρτητα από το πόσο σύνθετες γίνονται αυτές οι σχέσεις και οι μορφές της δραστηριότητας που τις πραγματοποιούν, οι αισθητές εικόνες διατηρούν την αρχική τους αντικειμενική αναφορά.
Φυσικά, όταν συγκρίνουμε με τον τεράστιο πλούτο των γνωστικών αποτελεσμάτων της ανεπτυγμένης ανθρώπινης δραστηριότητας τις συνεισφορές που έγιναν σ αυτή άμεσα απ τις αντιλήψεις των αισθήσεών μας, την αισθαντικότητά μας, το πρώτο πράγμα που μας χτυπάει στο μάτι, είναι το πόσο περιορισμένες είναι αυτές, πόσο σχεδόν μηδαμινές. Επιπλέον δε, ανακαλύπτουμε ότι οι αισθητές αντιλήψεις σταθερά αντιφάσκουν με την πνευματική μας όραση. Αυτό δίνει αφορμή για ν αναπτυχθεί η ιδέα ότι οι αισθητές αντιλήψεις παρέχουν μόνο την ώθηση που θέτει σε κίνηση τις γνωστικές ικανότητές μας και ότι οι εικόνες των αντικειμένων δημιουργούνται από εσωτερικές λειτουργίες σκέψης, ασυνείδητες ή συνειδητές. Με άλλες λέξεις, εμείς δεν αντιλαμβανόμαστε τον αντικειμενικό κόσμο εάν δεν τον συλλάβουμε (με τη σκέψη) πρώτα. Αλλά πως θα μπορούσαμε να συλλάβουμε με τη σκέψη αυτό τον κόσμο εάν αυτός πρώτ απ όλα δεν αποκαλύψει τον εαυτό του σε μας, στην αισθησιακά δοσμένη αντικειμενικότητά του;
Οι αισθητές εικόνες είναι μια γενική μορφή της πνευματικής αντανάκλασης που δημιουργείται απ την αντικειμενική δραστηριότητα του υποκειμένου. Αλλά στον άνθρωπο οι αισθητές εικόνες αποκτούν μια νέα ποιότητα, συγκεκριμένα, το νόημά τους ή τη σημασία. Οι σημασίες είναι έτσι τα πιο σημαντικά «διαπλαστικά στοιχεία» της ανθρώπινης συνείδησης.
Όπως ξέρουμε, ένα τραύμα ακόμη και στα κύρια αισθητήρια συστήματα –την όραση και την ακοή – δεν καταστρέφει την συνείδηση. Ακόμη και κωφά, μουγκά και τυφλά παιδιά που έχουν αποκτήσει επαρκή γνώση των ειδικά ανθρώπινων λειτουργιών της αντικειμενικής δραστηριότητας και της γλώσσας (η οποία μπορεί ν αποκτηθεί μόνο με ειδική εκπαίδευση, φυσικά), αποκτούν μια κανονική συνείδηση που διαφέρει από τη συνείδηση των ανθρώπων που μπορούν να δουν και ν ακούσουν μόνο στην αισθητή τους υφή, που είναι εξαιρετικά φτωχή. Είναι ένα διαφορετικό ζήτημα όταν για κάποιο λόγο αυτή η «ανθρωποποίηση» της δραστηριότητας και η επαφή δεν συμβαίνει. Σ αυτή την περίπτωση, παρά το γεγονός ότι η αισθητικοκινητική σφαίρα μπορεί να είναι τελείως άθικτη, η συνείδηση δεν αναφύεται.
Έτσι, τα νοήματα διαθλούν τον κόσμο στη συνείδηση του ανθρώπου. Το όχημα του νοήματος είναι η γλώσσα, αλλά η γλώσσα δεν είναι ο δημιουργός του νοήματος. Κρυμμένοι πίσω από γλωσσικά νοήματα (σημασίες) είναι κοινωνικά διαμορφωμένοι τρόποι ενέργειας (λειτουργίες), στην πορεία των οποίων οι άνθρωποι αλλάζουν και αντιλαμβάνονται την αντικειμενική πραγματικότητα. Με άλλες λέξεις, τα νοήματα είναι οι γλωσσικά μεταλλαγμένες και υλοποιημένες μορφές της ύπαρξης του αντικειμενικού κόσμου, οι ιδιότητές του, οι συνδέσεις και οι σχέσεις που αποκαλύπτονται με τη συλλογική κοινωνική πρακτική. Έτσι τα νοήματα τα ίδια, δηλαδή, σε αφαίρεση από τη λειτουργία τους στην ατομική συνείδηση, είναι τόσο μόνο «ψυχολογικά», όσο και η κοινωνικά αναγνωρισμένη πραγματικότητα που βρίσκεται πίσω από αυτά.
Τα νοήματα μελετούνται – στη γλωσσολογία, στη σημειωτική και στη λογική. Την ίδια στιγμή, σαν ένα από τα «διαπλαστικά στοιχεία» της ατομικής συνείδησης, εισέρχονται στην περιοχή των προβλημάτων της φιλοσοφίας. Η κύρια δυσκολία του φιλοσοφικού προβλήματος του νοήματος βρίσκεται στο γεγονός ότι αναπαράγει όλες τις αντιφάσεις που εμπλέκονται στο ευρύτερο πρόβλημα της συσχέτισης μεταξύ του λογικού και του ψυχολογικού στη σκέψη, μεταξύ της λογικής και της ψυχολογίας των εννοιών.
Μια λύση σ αυτό το πρόβλημα που προσφέρθηκε απ την υποκειμενική-εμπειρική ψυχολογία, είναι ότι οι έννοιες (ή τα ρηματικά νοήματα) είναι ένα ψυχολογικό προϊόν, το προϊόν της σχέσης και γενίκευσης των αισθήσεων στη συνείδηση των ξεχωριστών υποκειμένων, τα αποτελέσματα των οποίων συνάπτονται στις λέξεις. Αυτή η άποψη, όπως ξέρουμε, έχει εκφραστεί όχι μόνο στην ψυχολογία, αλλά επίσης σε ιδέες που ανάγουν τη λογική σε ψυχολογία.
Μια άλλη εναλλακτική λύση είναι ν αναγνωρίσουμε ότι οι έννοιες και οι λειτουργίες με έννοιες ελέγχονται από αντικειμενικούς λογικούς νόμους, που αφορούν την ψυχολογία μόνο ως προς τις εκτροπές απ αυτούς τους νόμους που παρατηρούνται στην πρωτόγονη σκέψη, σε συνθήκες παθολογίας ή μεγάλου συναισθηματικού στρες και ότι είναι καθήκον της ψυχολογίας να μελετήσει την οντογενετική ανάπτυξη των εννοιών και της σκέψης. Πράγματι η μελέτη αυτής της διαδικασίας κυριαρχεί στην ψυχολογία της σκέψης. Αρκεί να υπενθυμίσουμε τις εργασίες του Πιαζέ, του Βιγκότσκι και τις αναρίθμητες σοβιετικές και ξένες μελέτες της ψυχολογίας της διδασκαλίας.
Μελέτες για το πώς τα παιδιά σχηματίζουν έννοιες και λογικές λειτουργίες, έχουν καίρια συνεισφορά σ αυτό το πεδίο. Έχει αποδειχθεί ότι ο σχηματισμός των εννοιών στο μυαλό του παιδιού δεν ακολουθεί το πρότυπο του σχηματισμού των αισθητών γενικών εικόνων. Τέτοιες έννοιες είναι το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας αφομοίωσης «έτοιμων» ιστορικά διαμορφωμένων νοημάτων και αυτή η διαδικασία λαμβάνει χώρα στη δραστηριότητα του παιδιού κατά τη διάρκεια της σχέσης του με τους ανθρώπους γύρω του. Μαθαίνοντας να εκτελεί κάποιες ενέργειες, το παιδί τιθασεύει τις αντίστοιχες λειτουργίες, που ουσιαστικά σε μια συμπιεσμένη ιδεώδη μορφή, αναπαρασταίνονται στο νόημα.
Είναι λογικό ότι αρχικά η διαδικασία αφομοίωσης των εννοιών συμβαίνει στην εξωτερική δραστηριότητα του παιδιού με τα υλικά αντικείμενα και στην πρακτική σχέση στην οποία αυτό υπεισέρχεται. Στα πιο πρώϊμα στάδια, το παιδί αφομοιώνει κάποια ειδικά, άμεσα αποδιδόμενα αντικειμενικά νοήματα. Συνεπώς αυτό επίσης τιθασεύει κάποιες λογικές λειτουργίες, αλλά επίσης στην εξωτερικευμένη τους μορφή – αλλιώς αυτές δεν μπορούν να είναι μεταδόσιμες. Όσο αυτές είναι εσωτερικευμένες, σχηματίζουν αφηρημένα νοήματα ή έννοιες και η κίνησή τους συνιστά εσωτερική πνευματική δραστηριότητα, δραστηριότητα «στο επίπεδο της συνείδησης».
Η συνείδηση σαν μια μορφή πνευματικής αντανάκλασης, ωστόσο, δεν μπορεί να συρρικνωθεί στη λειτουργία εξωτερικών αφομοιωμένων νοημάτων, τα οποία έπειτα αναπτύσσονται και ελέγχουν την εσωτερική και εξωτερική δραστηριότητα του υποκειμένου. Τα νοήματα και οι λειτουργίες που περικλείνονται σ αυτά, δεν σχηματίζουν τα ίδια, δηλαδή, στην απόσπασή τους απ τις εσωτερικές σχέσεις του συστήματος της δραστηριότητας και της συνείδησης, οποιοδήποτε τμήμα του αντικειμένου της ψυχολογίας. Αυτά το κάνουν αυτό όταν εξετάζονται μέσα σ αυτές τις σχέσεις, στη δυναμική του συστήματός τους.
Αυτό προκύπτει απ την ειδική φύση των πνευματικών φαινομένων. Όπως έχουμε πει, η πνευματική αντανάκλαση συμβαίνει χάρη στη διακλάδωση των ζωτικών διαδικασιών του υποκειμένου, στις διαδικασίες που πραγματοποιούν τις άμεσες βιοτικές του σχέσεις και τις «σημαντικές» διαδικασίες που τις διαμεσολαβούν. Η ανάπτυξη των εσωτερικών σχέσεων που δημιουργήθηκαν απ αυτή τη διαίρεση, εκφράζεται στην ανάπτυξη της δομής της δραστηριότητας και σ αυτή τη βάση, επίσης στην ανάπτυξη των μορφών της πνευματικής αντανάκλασης. Συνεπώς, στο ανθρώπινο επίπεδο, αυτές οι μορφές είναι τόσο τροποποιημένες, που καθώς εδραιώνονται στη γλώσσα (ή τις γλώσσες), αποκτούν μια ημιανεξάρτητη ύπαρξη, σαν αντικειμενικά ιδανικά φαινόμενα.
Επιπλέον, σταθερά αναπαράγονται απ τα φαινόμενα που λαμβάνουν χώρα στα κεφάλια των ξεχωριστών ατόμων και είναι αυτό που συνιστά τον εσωτερικό «μηχανισμό» της μετάδοσής τους από γενιά σε γενιά και μια συνθήκη του εμπλουτισμού τους μέσω των ατομικών συνεισφορών.
Σ αυτό το σημείο φτάσαμε στο πρόβλημα που είναι πάντα ένα εμπόδιο στην ανάλυση της συνείδησης. Αυτό είναι το πρόβλημα της ειδικής φύσης της λειτουργίας της γνώσης, των εννοιών, των εννοιακών μοντέλων κλπ. στο σύστημα των κοινωνικών σχέσεων, στην κοινωνική συνείδηση, απ τη μια και απ την άλλη, στη δραστηριότητα του ατόμου που πραγματοποιεί τις κοινωνικές του σχέσεις, στην ατομική συνείδηση.
Αυτό το πρόβλημα αναπόφευκτα αντιμετωπίζει κάθε ανάλυση που αναγνωρίζει τα όρια της ιδέας ότι τα νοήματα στην ατομική συνείδηση είναι μόνο περισσότερο ή λιγότερο πλήρεις προβολές των «υπερατομικών» νοημάτων που υπάρχουν σε μια δοσμένη κοινωνία. Το πρόβλημα με κανένα τρόπο δεν λύνεται με αναφορές στο γεγονός ότι τα νοήματα διαθλώνται απ τα ειδικά χαρακτηριστικά του ατόμου, την προηγούμενη εμπειρία του, τη μοναδική φύση των προσωπικών του ιδιοτήτων, την ιδιοσυγκρασία του κ.ο.κ.
Αυτό το πρόβλημα πηγάζει απ την πραγματική διαδικότητα της ύπαρξης των νοημάτων για το υποκείμενο. Αυτή η διαδικότητα βρίσκεται στο γεγονός ότι τα νοήματα παρουσιάζουν τον εαυτό τους στο υποκείμενο και στην ανεξάρτητή τους ύπαρξη, σαν αντικείμενα της συνείδησής του και την ίδια στιγμή σαν τα μέσα και ο «μηχανισμός» της ικανότητας κατανόησης, δηλαδή, όταν λειτουργούν μέσα σε διαδικασίες που παρουσιάζουν την αντικειμενική πραγματικότητα στο υποκείμενο. Σ αυτή τη λειτουργία τα νοήματα εισέρχονται αναγκαστικά σε εσωτερικές σχέσεις που τα συνδέουν με άλλα «διαμορφωτικά στοιχεία» της ατομικής συνείδησης. Είναι μόνο σ αυτές τις εσωτερικές συστημικές σχέσεις που αυτά αποκτούν ψυχολογικά χαρακτηριστικά.
Ας το θέσουμε μ έναν διαφορετικό τόπο. Όταν τα προϊόντα της κοινωνικοιστορικής πρακτικής, εξειδανικευμένα στα νοήματα, γίνονται τμήμα της πνευματικής αντανάκλασης του κόσμου απ το ξεχωριστό υποκείμενο, αποκτούν νέες συστημικές ιδιότητες. Η κύρια δυσκολία εδώ είναι ότι αυτά τα νοήματα κατευθύνουν μια διπλή ζωή. Παράγονται απ την κοινωνία και έχουν την ιστορία τους στην ανάπτυξη της γλώσσας, στην ιστορία της ανάπτυξης των μορφών της κοινωνικής συνείδησης. Εκφράζουν την κίνηση της επιστήμης και τα μέσα της κατάκτησής της και επίσης τις ιδεολογικές αντιλήψεις της κοινωνίας –θρησκευτικές, φιλοσοφικές και πολιτικές. Σ αυτή την αντικειμενική ύπαρξή τους, τα νοήματα υπακούουν στους κοινωνικοϊστορικούς νόμους και την ίδια στιγμή στην εσωτερική λογική της ανάπτυξής τους.
Ωστόσο, παρά τον ανεξάντλητο πλούτο, όλη την ποικιλομορφία αυτής της ζωής των νοημάτων (μ αυτό καταγίνονται όλες οι επιστήμες), παραμένει κρυφή μέσα σ αυτά μια άλλη ζωή και ένα άλλο είδος κίνησης – η λειτουργία τους στις διαδικασίες της δραστηριότητας και της συνείδησης των ξεχωριστών ατόμων, ακόμη κι αν αυτά μπορούν να υπάρχουν μόνο μέσω αυτών των διαδικασιών. Σ αυτή τη ζωή τους τα νοήματα εξατομικεύονται και «υποκειμενικοποιούνται» μόνο με την έννοια ότι η κίνησή τους στο σύστημα των κοινωνικών σχέσεων δεν περιορίζεται άμεσα σ αυτές. Αυτά εισέρχονται σ ένα άλλο σύστημα σχέσεων, σε μια άλλη κίνηση. Αλλά το αξιοσημείωτο γεγονός είναι ότι κάνοντάς το αυτό, δεν χάνουν την κοινωνικοϊστορική τους φύση, την αντικειμενικότητά τους.
Μια άποψη της κίνησης των νοημάτων στη συνείδηση των ιδιαίτερων ατόμων βρίσκεται στην «επιστροφή» τους στην αισθητή αντικειμενικότητα του κόσμου που μνημονεύτηκε παραπάνω. Ενώ στην αφαιρετικότητά τους, στην «υπερατομικότητά» τους, τα νοήματα είναι αδιάφορα προς τις μορφές της αισθητικότητας στις οποίες ο κόσμος αποκαλύπτεται στο ξεχωριστό άτομο (θα πρέπει να ειπωθεί ότι τα ίδια τα νοήματα στερούνται αισθητικότητας), η λειτουργία τους στη συνειδητοποίηση απ το υποκείμενο των πραγματικών σχέσεων στη ζωή, αναγκαστικά προϋποθέτει την αναφορά τους σε αισθητές επιδράσεις. Φυσικά, η αισθητή αντικειμενική αναφορά που τα νοήματα έχουν στη συνείδηση του υποκειμένου, δεν χρειάζεται απαραίτητα να είναι άμεση. Αυτή μπορεί να συνειδητοποιηθεί μέσω των κάθε είδους πολύπλοκων αλυσίδων των πνευματικών λειτουργιών, που περιπτύσσονται σ αυτές, ιδιαίτερα όταν αυτά τα νοήματα αντανακλούν μια πραγματικότητα που εμφανίζεται μόνο με τις αμυδρές, πλάγιες μορφές της. Αλλά σε κανονικές περιπτώσεις αυτή η αναφορά πάντοτε υπάρχει και εξαφανίζεται μόνο στα προϊόντα της κίνησής τους, στις εξωτερικεύσεις τους.
Η άλλη πλευρά της κίνησης των νοημάτων στο σύστημα της ατομικής συνείδησης, βρίσκεται στην ειδική τους υποκειμενικότητα, η οποία εκφράζεται στη μεροληψία, τη ροπή που αποκτούν. Αυτή η πλευρά αποκαλύπτεται ωστόσο, μόνο με την ανάλυση των εσωτερικών σχέσεων που συνδέουν τα νοήματα με ένα άλλο «διαμορφωτικό στοιχείο» της συνείδησης – το προσωπικό νόημα.
Ας εξετάσουμε αυτό το ζήτημα λίγο περισσότερο προσεκτικά. Η εμπειρική ψυχολογία έχει περιγράψει την υποκειμενικότητα, τη μεροληψία της ανθρώπινης συνείδησης για αιώνες. Αυτό έχει παρατηρηθεί στην επιλεκτική προσοχή, στο συναισθηματικό χρωματισμό των ιδεών, στην εξάρτηση των γνωστικών διαδικασιών απ τις ανάγκες και τις κλίσεις. Ήταν ο Λάϊμπνιτς στον καιρό του που εξέφρασε αυτή την εξάρτηση στον πολύ γνωστό αφορισμό του για τις συνέπειες, ότι «εάν η γεωμετρία εναντιώνονταν στα πάθη μας και τα ενδιαφέροντά μας, όπως η ηθική, θ αμφισβητούσαμε τα επιχειρήματά της και θα παραβιάζαμε της αρχές της παρ όλες τις αποδείξεις του Ευκλείδη και του Αρχιμήδη…».
Η δυσκολία βρίσκεται στην ψυχολογική εξήγηση της μεροληψίας της νόησης. Τα φαινόμενα της συνείδησης φάνηκαν να έχουν έναν διαδικό προσδιορισμό – εξωτερικό και εσωτερικό. Ανάλογα ερμηνεύτηκαν σαν ν ανήκουν σε δυο διαφορετικές πνευματικές σφαίρες, τη σφαίρα των νοητικών διαδικασιών και τη σφαίρα των αναγκών, του συναισθήματος. Το πρόβλημα της συσχέτισης αυτών των δύο σφαιρών, είτε λύθηκε στο πνεύμα των ορθολογιστικών εννοιών ή των βαθιών ψυχολογικών διαδικασιών, ερμηνευόταν σταθερά απ την ανθρωπολογική άποψη, μια άποψη που υπέθετε την αλληλεπίδραση των ουσιαστικά ετερογενών παραγόντων ή δυνάμεων.
Ωστόσο, η αληθινή φύση της φαινομενικής διαδικότητας των φαινομένων της ατομικής συνείδησης δεν βρίσκεται στην υποταγή τους σ αυτούς τους ανεξάρτητους παράγοντες, αλλά στα ειδικά χαρακτηριστικά της εσωτερικής δομής της ίδιας της ανθρώπινης δραστηριότητας.
Όπως έχουμε ήδη πει, η συνείδηση οφείλει την προέλευσή της στον προσδιορισμό στην πορεία της εργασίας των ενεργειών, των οποίων τα νοητικά αποτελέσματα είναι αποσπασμένα απ τη ζωντανή ολότητα της ανθρώπινης δραστηριότητας και εξιδανικευμένα στη μορφή των γλωσσικών νοημάτων. Καθώς αυτά μεταδίδονται, γίνονται τμήμα της συνείδησης των ατόμων. Αυτό δεν τους αποστερεί τις αφηρημένες τους ιδιότητες, διότι συνεχίζουν να υπονοούν τα μέσα, τις υποκειμενικές συνθήκες και αποτελέσματα των ενεργειών, ανεξάρτητα του υποκειμενικού κινήτρου της δραστηριότητας των ανθρώπων στην οποία σχηματίζονται. Στα πρώϊμα στάδια, όταν οι άνθρωποι συμμετέχουν σε συλλογική εργασία, έχουν ακόμη κοινά κίνητρα, τα νοήματα σαν φαινόμενα της κοινωνικής συνείδησης και σαν φαινόμενα της ατομικής συνείδησης άμεσα αντιστοιχούν το ένα στο άλλο. Αλλά αυτή η σχέση δεν επιβιώνει στην παραπέρα ανάπτυξη. Αυτή αποσυντίθεται μαζί με την αποσύνθεση των αρχικών σχέσεων μεταξύ των ατόμων και των υλικών συνθηκών και μέσων της παραγωγής, μαζί με την εμφάνιση της κοινωνικής διαίρεσης της εργασίας και της ιδιωτικής περιουσίας3.
3. Κάρλ Μάρξ, Μια συνεισφορά στην κριτική της πολιτικής οικονομίας, 1859.
Το αποτέλεσμα είναι τα κοινωνικά διαμορφωμένα νοήματα ν αρχίσουν να ζουν ένα είδος διπλής ζωής στη συνείδηση των ατόμων. Μια ακόμη σχέση, μια άλλη κίνηση των νοημάτων στο σύστημα της ατομικής συνείδησης εμφανίζεται.
Αυτή η ειδική εσωτερική σχέση εκδηλώνεται στα πιο απλά ψυχολογικά γεγονότα. Για παράδειγμα, όλοι οι παλιοί μαθητές ξέρουν το νόημα ενός βαθμού εξέτασης και τις συνέπειες που έχει αυτός. Εν τούτοις ένας βαθμός μπορεί να εμφανίζεται στη συνείδηση κάθε ξεχωριστού μαθητή με ουσιαστικά διαφορετικούς τρόπους. Αυτός μπορεί για παράδειγμα να εμφανίζεται σαν ένα βήμα προς τα μπρος (ή σαν εμπόδιο) στην πορεία προς το επιλεγμένο επάγγελμα ή σαν ένα μέσο επιβεβαίωσης στα μάτια των ανθρώπων γύρω του ή ίσως με κάποιον άλλο τρόπο. Αυτό είναι που υποχρεώνει την ψυχολογία να διακρίνει μεταξύ του συνειδητού αντικειμενικού νοήματος και του νοήματός του για το υποκείμενο ή όπως εγώ προτιμώ να λέω, το «προσωπικό νόημα». Με άλλες λέξεις, ένας βαθμός εξέτασης μπορεί ν αποκτήσει διαφορετικά προσωπικά νοήματα στη συνείδηση των διαφόρων μαθητών.
Αν και αυτή η ερμηνεία της σχέσης μεταξύ των εννοιών του νοήματος και του προσωπικού νοήματος έχει συχνά εξηγηθεί, ακόμη συχνά παρερμηνεύεται. Φαίνεται επομένως αναγκαίο να επιστρέψουμε στην ανάλυση της έννοιας του προσωπικού νοήματος για άλλη μια φορά. Πρώτ απ όλα λίγες λέξεις για τις αντικειμενικές συνθήκες που οδηγούν στη διαφοροποίηση των νοημάτων και των προσωπικών νοημάτων στην ατομική συνείδηση. Στο πολύ γνωστό άρθρο του που κριτικάρει τον Άντολφ Βάγκνερ, ο Μαρξ παρατηρεί ότι τα αντικείμενα του εξωτερικού κόσμου (γνωστού στον άνθρωπο) αρχικά καθορίστηκαν σαν τα μέσα της ικανοποίησης των αναγκών του, δηλαδή, σαν να λέμε αυτά ήταν γι αυτόν «αγαθά». «…αυτοί προικίζουν ένα αντικείμενο με το χαρακτήρα της χρησιμότητας, σαν η χρησιμότητα να ήταν εγγενής στο ίδιο το αντικείμενο» γράφει ο Μαρξ4.
4. «Κεφάλαιο, Ι, MECW, τ. 35, σελ 46.
Αυτό τονίζει ένα πολύ σημαντικό χαρακτηριστικό της συνείδησης στα πρώϊμα στάδια της εξέλιξης, συγκεκριμένα το γεγονός ότι τα αντικείμενα αντανακλούνται στη γλώσσα και τη συνείδηση σαν τμήμα ενός μοναδικού συνόλου μαζί με τις ανθρώπινες ανάγκες, οι οποίες συγκεκριμενοποιούνται ή «εκφράζονται». Αυτή η ενότητα ωστόσο, μεταγενέστερα καταστρέφεται. Το αναπόφευκτο της καταστροφής της υποδηλώνεται στις αντικειμενικές αντιφάσεις της εμπορευματικής παραγωγής, η οποία παράγει μια αντίφαση μεταξύ της συγκεκριμένης και της αφηρημένης εργασίας και οδηγεί στην αποξένωση της ανθρώπινης δραστηριότητας.
Δεν θα προχωρήσουμε στα ειδικά χαρακτηριστικά που διακρίνουν τους διάφορους κοινωνικοοικονομικούς σχηματισμούς όσον αφορά αυτό. Για τη γενική θεωρία της ατομικής συνείδησης το κύριο ζήτημα είναι ότι η δραστηριότητα των ξεχωριστών ατόμων είναι πάντα «περιορισμένη» στις τρέχουσες μορφές της εκδήλωσης αυτών των αντικειμενικών αντίθετων (για παράδειγμα, συγκεκριμένη και αφηρημένη εργασία), που βρίσκουν την έμμεσή τους φαινομενική έκφραση στη συνείδηση των ατόμων, στην ειδική εσωτερική της κίνηση.
Ιστορικά η δραστηριότητα του ανθρώπου δεν αλλάζει τη γενική της δομή, τη «μακροδομή» της. Σε κάθε στάδιο της ιστορικής εξέλιξης πραγματοποιείται από συνειδητές ενέργειες, στις οποίες οι σκοποί γίνονται αντικειμενικά προϊόντα και πειθαρχούν τα κίνητρα με τα οποία υποκινήθηκαν. Εκείνο που αλλάζει ριζικά είναι ο χαρακτήρας των σχέσεων που συνδέουν τους σκοπούς και τα κίνητρα της δραστηριότητας.
Αυτές οι σχέσεις είναι ψυχολογικά αποφασιστικές. Το θέμα είναι ότι για το ίδιο το υποκείμενο η νοητικότητα και η επίτευξη των συγκεκριμένων σκοπών, η τιθάσευση απ αυτό κάποιων τρόπων και λειτουργιών ενέργειας είναι ένας τρόπος επιβεβαίωσης, καταξίωσης της ζωής του, ικανοποιώντας και αναπτύσσοντας τις υλικές και πνευματικές του ανάγκες, οι οποίες εκφράζονται και μετασχηματίζονται στα κίνητρα της δραστηριότητάς του. Δεν υπάρχει διαφορά αν το υποκείμενο έχει ή δεν έχει συνείδηση των κινήτρων του, είτε αυτά δηλώνουν την ύπαρξή τους στη μορφή του ενδιαφέροντος, της επιθυμίας ή του πάθους. Η λειτουργία τους, παρατηρούμενη απ την άποψη της συνείδησης, είναι να «εκτιμήσουν», σαν να λέμε, το ζωτικό νόημα για το υποκείμενο των αντικειμενικών περιστάσεων και τις ενέργειές του σ αυτές τις περιστάσεις, με άλλες λέξεις, να τις προικίσουν με προσωπικό νόημα, που δεν αντιστοιχεί άμεσα με το κατανοητό αντικειμενικό νόημα. Κάτω από ορισμένες συνθήκες η ασυμφωνία μεταξύ των προσωπικών νοημάτων και των αντικειμενικών νοημάτων στην ατομική συνείδηση, μπορεί να ισοδυναμεί με αποξένωση ή ακόμη με διαμετρική αντίθεση.
Σε μια κοινωνία βασισμένη στην εμπορευματική παραγωγή, αυτή η αποξένωση αναγκαστικά θα αναφανεί. Επιπλέον, εμφανίζεται μεταξύ ανθρώπων και στα δύο άκρα της κοινωνικής κλίμακας. Ο μισθωτός εργαζόμενος, φυσικά είναι ενήμερος για το προϊόν που παράγει. Με άλλες λέξεις, είναι ενήμερος για το αντικειμενικό του νόημα, τουλάχιστον στην έκταση που απαιτείται γι αυτόν να μπορεί να εκτελεί τις εργασιακές του λειτουργίες μ έναν λογικό τρόπο. Αλλά αυτό δεν είναι το ίδιο με το προσωπικό νόημα της εργασίας του, που βρίσκεται στο μισθό του για τον οποίο εργάζεται. «Η εργασία των 12 ωρών απ την άλλη, δεν έχει νόημα γι αυτόν σαν ύφανση, γνέσιμο, σπορά κλπ, αλλά σαν απολαβές που τον φέρνουν στο τραπέζι, στο μπαρ, στο κρεβάτι»5.
5. Μαρξ, άγνωστη αναφορά.
Αυτή η αποξένωση επίσης εκδηλώνεται στον αντίθετο κοινωνικό πόλο. Για τον έμπορο στα μεταλλεύματα, ο Μαρξ παρατηρεί, τα μεταλλεύματα δεν έχουν το προσωπικό νόημα των μεταλλευμάτων.
Η κατάργηση των σχέσεων ιδιωτικής περιουσίας, καταργεί αυτή την αντίθεση μεταξύ νοήματος και προσωπικού νοήματος στη συνείδηση των ατόμων. Αλλά η αντίφαση μεταξύ τους παραμένει.
Η ανάγκη αυτής της αντίφασης υποδηλώνεται στη μακρά προϊστορία της ανθρώπινης συνείδησης, στην ύπαρξη μεταξύ των ζώων δύο τύπων αισθαντικότητας, που μεσολαβούν τη συμπεριφορά τους στο αντικειμενικό περιβάλλον. Όπως ξέρουμε η αντίληψη του ζώου περιορίζεται στις επιδράσεις που έχουν μια βασισμένη σε σήμα σύνδεση με την ικανοποίηση των αναγκών του, ακόμη κι αν αυτή η ικανοποίηση είναι μόνο επακόλουθη ή πιθανή6.
6. Αυτό το γεγονός επέτρεψε σε κάποιους γερμανούς συγγραφείς να κάνουν μια διάκριση μεταξύ του περιβάλλοντος, όπως αυτό που προσλαμβάνεται απ τα ζώα και του κόσμου που προσλαμβάνεται μόνο απ την ανθρώπινη συνείδηση.
Αλλά οι ανάγκες μπορούν να εκτελέσουν τη λειτουργία της πνευματικής ρύθμισης μόνο όταν ενεργούν σαν παρακινητικά αντικείμενα (περιλαμβανομένων των μέσων απόκτησης τέτοιων αντικειμένων ή προστασίας κάποιου απ αυτά). Με άλλα λόγια, στην αισθητικότητα των ζώων οι εξωτερικές ιδιότητες των αντικειμένων και η ικανότητά τους να ικανοποιούν κάποιες ανάγκες δεν διαχωρίζονται το ένα από το άλλο. Όπως ξέρουμε απ το διάσημο πείραμα του Παβλόφ, ένα σκυλί αποκρίνεται στην επίδραση του περιστασιακού τροφικού ερεθίσματος προσπαθώντας να το φτάσει και να το γλείψει7.
7. Δες Ι.P.Pavlov, Άπαντα, τ.3, βιβλίο Ι, Μόσχα 1951, σελ 151.
Αλλά το γεγονός ότι το ζώο είναι ανίκανο να διαχωρίσει την αντίληψη της εξωτερικής εμφάνισης του αντικειμένου απ τις ανάγκες που δοκιμάζει, με κανένα τρόπο δεν υποδηλώνει την πλήρη σύμπτωσή τους. αντίθετα, στην πορεία εξέλιξης οι συνδέσεις τους γίνονται αυξητικά ευέλικτες και εξαιρετικά σύνθετες. Μόνο ο διαχωρισμός τους παραμένει αδύνατος. Ένας τέτοιος διαχωρισμός λαμβάνει χώρα μόνο στο ανθρώπινο επίπεδο, όταν τα προφορικά νοήματα μπήγουν μια σφήνα μεταξύ των εσωτερικών συνδέσεων των δύο τύπων αισθητικότητας.
Έχω χρησιμοποιήσει τον όρο μπήγει μια σφήνα (αν και ίσως θα ήταν καλύτερα να πω «παρεμβάλλει») μόνο για να τονίσω το πρόβλημα. Στην πραγματικότητα, στην αντικειμενική τους ύπαρξη, δηλαδή σαν φαινόμενα της κοινωνικής συνείδησης, τα νοήματα διαθλούν τα αντικείμενα για το άτομο ανεξάρτητα απ τις σχέσεις τους με τη ζωή του, τις ανάγκες του και τα κίνητρα. Το καλαμάκι που ο πνιγμένος αρπάζει παραμένει στη συνείδησή του σαν ένα καλαμάκι ανεξάρτητα απ το γεγονός ότι αυτό το καλαμάκι έστω και μόνο σαν μια ψευδαίσθηση, αποκτά γι αυτόν αυτή τη στιγμή το προσωπικό νόημα ενός μέσου διάσωσης.
Στα πρώϊμα στάδια του σχηματισμού της συνείδησης, τα αντικειμενικά νοήματα συγχωνεύονται με το προσωπικό νόημα, αλλά υπάρχει ήδη μια υποκρυπτόμενη ασυμφωνία σ αυτή την ενότητα, η οποία αναπόφευκτα υποθέτει τη δική της ρητή μορφή. Είναι αυτό που κάνει αναγκαίο το να διακρίνουμε το προσωπικό νόημα στην ανάλυσή μας σαν ένα ακόμα «διαμορφωτικό στοιχείο» του συστήματος της ατομικής συνείδησης. Είναι αυτά τα προσωπικά νοήματα που δημιουργούν ό,τι ο Βιγκότσκι έχει αποκαλέσει το «κρυμμένο» επίπεδο της συνείδησης, το οποίο τόσο συχνά έχει ερμηνευτεί στην ψυχολογία όχι σαν ένα διαμορφωτικό στοιχείο στη δραστηριότητα του υποκειμένου, στην ανάπτυξη του κινήτρου του, αλλά σαν κάτι που είναι καθ υπόθεση μια άμεση έκφραση των εγγενών, ουσιαστικών δυνάμεων πρωταρχικά εντυπωμένων στην ίδια την ανθρώπινη φύση.
Στην ατομική συνείδηση, τα νοήματα αφομοιωμένα απ έξω ξεχωριστά, σαν να λέμε, και την ίδια στιγμή ενώνουν τους δύο τύπους της αισθητικότητας: τις αισθητικές εντυπώσεις της εξωτερικής πραγματικότητας, στην οποία η δραστηριότητα το υποκειμένου προχωρά και τις μορφές της αισθητικής εμπειρίας των κινήτρων της, την ικανοποίηση ή μη ικανοποίηση των αναγκών που βρίσκονται πίσω απ αυτά.
Σε αντίθεση με τα αντικειμενικά νοήματα, τα προσωπικά νοήματα, όπως ο αισθητικός ιστός της συνείδησης, δεν έχουν «υπερατομική», μη ψυχολογική ύπαρξη. Όπου η εξωτερική αισθητικότητα συσχετίζει δύο αντικειμενικά νοήματα με την πραγματικότητα του αντικειμενικού κόσμου στη συνείδηση του υποκειμένου, το προσωπικό νόημα τα συσχετίζει με την πραγματικότητα της δικής του ζωής σ αυτό τον κόσμο, με τα κίνητρά του. Είναι το προσωπικό νόημα που δίνει στην ανθρώπινη συνείδηση τη μεροληψία της.
Έχουμε ήδη μνημονεύσει το γεγονός ότι τα νοήματα είναι «ψυχολογημένα» στην ατομική συνείδηση όταν επιστρέφουν στην αισθητικά δοσμένη πραγματικότητα του κόσμου. Ένας ακόμη και επιπλέον αποφασιστικός παράγοντας που παράγει αντικειμενικά νοήματα σε μια ψυχολογική κατηγορία είναι το γεγονός ότι λειτουργώντας στο σύστημα της ατομικής συνείδησης αυτά πραγματοποιούν όχι τον εαυτό τους, αλλά την κίνηση του προσωπικού νοήματος, το οποίο δίνει υπόσταση του ίδιου σ αυτά, το προσωπικό νόημα που είναι η ύπαρξη για το ίδιο του συγκεκριμένου υποκειμένου.
Ψυχολογικά, δηλαδή, στο σύστημα της συνείδησης του υποκειμένου και όχι σαν το υποκείμενο-ύλη του ή προϊόν, τα νοήματα γενικά δεν υπάρχουν παρά μόνο στο βαθμό που πραγματοποιούν κάποια προσωπικά νοήματα, ακριβώς όπως οι ενέργειες του υποκειμένου και οι λειτουργίες δεν υπάρχουν παρά μόνο στο βαθμό που πραγματοποιούν κάποια δραστηριότητα του υποκειμένου που προκλήθηκε από ένα κίνητρο, μια ανάγκη. Η άλλη πλευρά του ζητήματος βρίσκεται στο γεγονός ότι το προσωπικό νόημα είναι πάντα το νόημα ενός ορισμένου πράγματος, ένα «καθαρό» χωρίς αντικειμενικότητα νόημα είναι απλώς τόσο χωρίς νόημα, όσο και η ύπαρξη χωρίς αντικειμενικότητα.
Η ενσάρκωση του προσωπικού νοήματος στ αντικειμενικά νοήματα, είναι μια προφανώς βαθειά, ψυχολογικά σημαντική και με κανένα τρόπο αυτόματη ή ακαριαία διαδικασία. Αυτή η διαδικασία κατανοείται στην πληρότητά της σε εργασίες της βιβλιογραφίας και στην πρακτική της ηθικής και πολιτικής εκπαίδευσης.
Είναι περισσότερο καθαρά αποδειγμένο στις συνθήκες της κλασικής κοινωνίας, στο πλαίσιο του ιδεολογικού αγώνα. Σ αυτό το πλαίσιο τα προσωπικά νοήματα αντανακλώντας τα κίνητρα που εκφράζονται απ τις πραγματικές ζωντανές σχέσεις ενός προσώπου, μπορεί ν αποτύχουν να βρουν αντικειμενικά νοήματα που να τους εκφράζουν πλήρως και τότε αυτά αρχίζουν να ζουν σε δανεικά ρούχα, σαν να λέμε. Φανταστείτε τη θεμελιώδη αντίφαση που προκαλεί αυτή η κατάσταση. Σε αντίθεση με την κοινωνία, το άτομο, δεν έχει ειδική γλώσσα, δική του, με νοήματα που να έχει διαμορφώσει ο ίδιος. Η ικανότητά του κατανόησης της πραγματικότητας λαμβάνει χώρα μόνο μέσω των «έτοιμων» νοημάτων που αφομοιώνει απ έξω – τη γνώση, τις έννοιες και απόψεις που λαμβάνει μέσω επαφών, στις διάφορες μορφές της ατομικής και μαζικής επικοινωνίας. Αυτό είναι που κάνει δυνατό να εισαχθούν στη συνείδησή του ή ακόμη να επιβληθούν σ αυτή τη συνείδηση διαστρεβλωμένες ή φανταστικές αντιλήψεις και ιδέες, περιλαμβανομένων εκείνων που δεν έχουν βάση στην πραγματική του πρακτική εμπειρία ζωής. Επειδή αυτές δεν έχουν κατάλληλη βάση, αποκαλύπτουν την αδυναμία τους στη συνείδησή του, αλλά την ίδια στιγμή, έχοντας γίνει στερεότυπα, αποκτούν την ικανότητα οποιουδήποτε στερεότυπου ν ανθίσταται, έτσι ώστε μόνο οι μεγάλες συγκρούσεις της ζωής να μπορούν να τις εξουδετερώσουν. Αλλά ακόμη και όταν έχουν εξουδετερωθεί, ο θρυμματισμός της συνείδησης, η ανεπάρκειά της, δεν αφαιρείται. Αυτή καθαυτή η καταστροφή των στερεότυπων προκαλεί μόνο έναν αφανισμό, που μπορεί να οδηγήσει σε ψυχολογική καταστροφή. Πρέπει επίσης να είναι ένας μετασχηματισμός των υποκειμενικών προσωπικών νοημάτων στη συνείδηση του ατόμου, σε άλλα αντικειμενικά νοήματα, που τα εκφράζουν κατάλληλα.
Μια πιο σχολαστική ανάλυση αυτού του μετασχηματισμού των προσωπικών νοημάτων σε κατάλληλα (ή περισσότερο κατάλληλα) αντικειμενικά νοήματα, δείχνει ότι αυτό συμβαίνει στο πλαίσιο του αγώνα για τη συνείδηση των ανθρώπων που διεξάγεται στην κοινωνία. Με αυτό εννοώ ότι το άτομο δεν «στέκεται» απλώς μπροστά από μια έκθεση των νοημάτων, απ την οποία αυτό έχει μόνο να κάνει τη δική του επιλογή, ότι αυτά τα νοήματα –αντιλήψεις, έννοιες, ιδέες – δεν περιμένουν παθητικά την επιλογή του, αλλά ξεσπούν δραστήρια στις σχέσεις του με τους ανθρώπους που σχηματίζουν τον κύκλο των πραγματικών του επαφών. Εάν το άτομο πιέζεται να επιλέξει σε κάποιες περιστάσεις, η επιλογή δεν είναι μεταξύ νοημάτων, αλλά μεταξύ των συγκρουόμενων κοινωνικών θέσεων που εκφράζονται και συνειδητοποιούνται μέσω αυτών των νοημάτων.
Στη σφαίρα των ιδεολογικών αντιλήψεων, αυτή η διαδικασία είναι αναπόφευκτη και καθολική μόνο στην κλασική κοινωνία. Αλλά με κάποιο τρόπο αυτή συνεχίζει να είναι ενεργή σε κάθε κοινωνικό σύστημα, διότι τα ειδικά χαρακτηριστικά της ζωής του ατόμου, τα ειδικά χαρακτηριστικά των προσωπικών του σχέσεων, επαφών και καταστάσεων, επίσης επιβιώνουν, διότι τα ειδικά του χαρακτηριστικά, σαν μια υλική ύπαρξη και κάποιες ειδικές εξωτερικές συνθήκες που δεν μπορεί να είναι ταυτόσημες για τον καθένα, παραμένουν μοναδικά.
Δεν υπάρχει εξαφάνιση (ούτε μπορούσε να υπάρχει) της σταθερά πολλαπλασιαζόμενης ασυμφωνίας μεταξύ των προσωπικών νοημάτων που φέρουν τη σκοπιμότητα, τη μεροληψία της συνείδησης του υποκειμένου και τα αντικειμενικά νοήματα, τα οποία αν και «αδιάφορα», σ αυτούς είναι το μόνο μέσο με το οποίο τα προσωπικά νοήματα μπορούν να εκφραστούν. Σ αυτό οφείλεται το ότι η εσωτερική κίνηση του ανεπτυγμένου συστήματος της συνείδησης του υποκειμένου είναι γεμάτο με δραματικές στιγμές. Αυτές οι στιγμές δημιουργούνται από προσωπικά νοήματα που δεν μπορούν «να εκφραστούν» σε κατάλληλα αντικειμενικά νοήματα, νοήματα που έχουν αποστερηθεί τη βάση τους στη ζωή και έτσι κάποιες φορές αγωνιωδώς, αμφισβητούν τον ίδιο τον εαυτό τους στη συνείδηση του υποκειμένου. Τέτοιες στιγμές δημιουργούνται επίσης απ την ύπαρξη συγκρουόμενων κινήτρων ή σκοπών.
Δεν χρειάζεται να επαναλάβουμε ότι αυτή η εσωτερική κίνηση της συνείδησης του ατόμου εκτρέφεται απ την κίνηση της αντικειμενικής δραστηριότητας ενός προσώπου, ότι πίσω απ τις δραματικές στιγμές της συνείδησης βρίσκονται οι δραματικές στιγμές της πραγματικής του ζωής και ότι γι αυτό το λόγο είναι αδύνατη μια επιστημονική ψυχολογία της συνείδησης χωρίς διερεύνηση της δραστηριότητας του υποκειμένου, των μορφών της άμεσής του ύπαρξης.
Συμπεραίνοντας αισθάνομαι ότι πρέπει να θίξω το πρόβλημα εκείνο που μερικές φορές αποκαλείται η «ψυχολογία της ζωής», η ψυχολογία της ύπαρξης, η οποία για μια ακόμα φορά συζητείται στη βιβλιογραφία. Απ ό,τι έχει ειπωθεί σ αυτό το άρθρο, έπεται ότι αν και μια επιστημονική ψυχολογία δεν πρέπει ποτέ να χάσει απ τα μάτια της τον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου, η μελέτη αυτού του εσωτερικού κόσμου δεν μπορεί να διαχωριστεί από μια μελέτη της δραστηριότητάς του και δεν συνιστά οποιαδήποτε ειδική τάση επιστημονικής ψυχολογικής διερεύνησης. Ο,τι εμείς αποκαλούμε εμπειρίες, είναι τα φαινόμενα που εγείρονται στην επιφάνεια του συστήματος της συνείδησης και συνιστούν τη μορφή με την οποία η συνείδηση εμφανίζεται άμεσα στο υποκείμενο. Γι αυτό το λόγο, οι εμπειρίες του ενδιαφέροντος ή της πλήξης, της έλξης ή των τύψεων της συνείδησης, δεν αποκαλύπτουν οι ίδιες τη φύση τους στο υποκείμενο. Αν και φαίνονται να είναι εσωτερικές δυνάμεις που διεγείρουν τη δραστηριότητά του, η πραγματική τους λειτουργία είναι μόνο να οδηγούν το υποκείμενο προς την πραγματική τους αιτία, να υποδεικνύουν το προσωπικό νόημα των συμβάντων που λαμβάνουν χώρα στη ζωή του, να τον υποχρεώνουν να σταματήσει για μια στιγμή, σαν να λέμε, τη ροή της δραστηριότητάς του και να εξετάσει τις ουσιαστικές αξίες που έχουν σχηματιστεί στο μυαλό του, προκειμένου να βρει τον εαυτό του σ αυτές ή ίσως να τις αναθεωρήσει.
Για να συνοψίσουμε, η συνείδηση του ανθρώπου, όπως η δραστηριότητά του, δεν είναι προσθετική. Δεν είναι μια επίπεδη επιφάνεια, ούτε ακόμη μια ικανότητα που μπορεί να γεμίσει με εικόνες και διαδικασίες. Ούτε είναι οι συνδέσεις των ξεχωριστών της στοιχείων. Είναι η εσωτερική κίνηση των «διαμορφωτικών της στοιχείων», προσαρμοσμένη στη γενική κίνηση της δραστηριότητας που επηρεάζει την πραγματική ζωή του ατόμου στην κοινωνία. Η δραστηριότητα του ανθρώπου είναι η ουσία της συνείδησής του.