Κυριακή, 7 Οκτωβρίου 2012

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΕΡΙΚ ΧΟΜΠΣΜΠΑΟΥΜ (1917-2012)

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΕΡΙΚ ΧΟΜΠΣΜΠΑΟΥΜ (1917-2012)FREE photo hosting by Fih.gr
Έζησα την περίοδο που επηρέασε περισσότερο τη διαμόρφωση της προσωπικότητάς μου, τα χρόνια 1931-33, ως γυμνασιόπαις και εκκολαπτόμενος ενεργός κομμουνιστής, στη θνήσκουσα Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Το φθινόπωρο του 2007 μου ζήτησαν να θυμηθώ εκείνη την εποχή σε μια διαδικτυακή γερμανική συνέντευξη, με τίτλο «Ich bin ein Reisefuehrer in die Geschichte» («Είμαι ένας ξεναγός στην Ιστορία»). Μερικές βδομάδες αργότερα μίλησα στο ετήσιο δείπνο των αποφοίτων –όσων ζουν ακόμα– του σχολείου όπου φοίτησα όταν ήρθα στη Βρετανία, του St Marylebone Grammar School, το οποίο δεν υπάρχει πια· στην ομιλία μου, προσπάθησα να εξηγήσω τις αντιδράσεις ενός δεκαπεντάχρονου που τον κουβάλησαν ξαφνικά σε τούτη τη χώρα, το 1933. «Φανταστείτε», είπα στα υπόλοιπα μέλη των Old Philologians, του συλλόγου των αποφοίτων του σχολείου, «ότι είστε ανταποκριτής μιας εφημερίδας με έδρα στο Μανχάταν, κι ο εκδότης σας ξαποστέλνει στην Ομάχα της Νεμπράσκα! Έτσι ένιωσα όταν πρωτοέφτασα στην Αγγλία, αφού είχα ζήσει δύο περίπου χρόνια στο απίστευτα συναρπαστικό, το φίνο Βερολίνο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, με το διανοητικά και πολιτικά εκρηκτικό κλίμα. Η Αγγλία ήταν μια τρομακτική απογοήτευση για μένα».
ΕΡΙΚ ΧΟΜΠΣΜΠΑΟΥΜ

Το εξώφυλλο του εξαιρετικού, και θαυμάσια εικονογραφημένου, βιβλίου του Έριχ Βάιτς Η Γερμανία της Βαϊμάρης: υπόσχεση και τραγωδία ανακαλεί πολλές μνήμες. Απεικονίζει την παλιά Πότσνταμερ Πλατζ πολύ προτού καταλήξει ένας σωρός ερειπίων στα χέρια του Χίτλερ ή σε δείγμα της «ντίσνεϋλαντ αρχιτεκτονικής», στην επανενωμένη Γερμανία. Βέβαια, τα café της πλατείας, γεμάτα με άντρες που φορούσαν ρεπούμπλικες, όπως ο θείος μου, δεν ήταν το στέκι των Βερολινέζων εφήβων. Ο λογισμός μας έτρεχε μάλλον σε βάρκες στη λίμνη Βάνζεε, η οποία, τότε ακόμα, δεν παρέπεμπε στην έννοια της σχεδιασμένης γενοκτονίας.
Το διεθνές ενδιαφέρον για τη Βαϊμάρη και την κατάλυσή της από τον Χίτλερ
Είναι δύσκολο να θυμηθεί κανείς (παρότι αυτό υπήρξε κεντρικό μοτίβο της ρητορικής του Χίτλερ, κατά τη διάρκεια της πληθώρας των εκλογικών αναμετρήσεων, οι οποίες –οποία ειρωνεία!– έλαβαν χώρα κατά το τελευταίο της έτος), ότι η Δημοκρατία διήρκεσε μόλις δεκατέσσερα χρόνια, από τα οποία μονάχα τα έξι, συμπιεσμένα ανάμεσα στα ματωμένα χρόνια της γέννησής της και την τελική καταστροφή του Μεγάλου Κραχ, διέθεταν μια επίφαση κανονικότητας. Το τεράστιο διεθνές ενδιαφέρον για τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης είναι, εν πολλοίς, μεταθανάτιο και σχετίζεται με την κατάλυσή της από τον Χίτλερ. Γιατί αυτό ακριβώς το γεγονός πυροδότησε τα ερωτήματα για την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, καθώς και το αν αυτή θα μπορούσε να αποφευχθεί, ερωτήματα τα οποία συζητιούνται ακόμα έντονα στους κόλπους των ιστορικών. Ο Βάιτς καταλήγει, όπως και πολλοί άλλοι, ότι «η εξέλιξη αυτή δεν ήταν, σε καμιά περίπτωση, αναπόφευκτη. Το Τρίτο Ράιχ δεν δημιουργήθηκε λόγω κάποιας νομοτέλειας», αλλά το ίδιο του το επιχείρημά αφαιρεί σχεδόν κάθε νόημα από αυτή την πρόταση. Εν πάση περιπτώσει, για όσους ζούσαμε το 1932 ήταν φανερό ότι η Δημοκρατία της Βαϊμάρης βρισκόταν στη νεκρική της κλίνη. Το μόνο πολιτικό κόμμα που την υπεράσπιζε με συνέπεια είχε συρρικνωθεί στο 1,2%, ενώ οι εφημερίδες που διαβάζαμε σπίτι διερωτώνταν κατά πόσον υπήρχε πολιτικός χώρος για τους υποστηρικτές της.
Ο Χίτλερ, επίσης, ήταν αυτός δημιούργησε την κοινότητα των προσφύγων, οι οποίοι διαδραμάτισαν σπουδαίο ρόλο στις χώρες που τους υποδέχθηκαν –ρόλο δυσανάλογα μεγάλο με τον αριθμό τους– και στους οποίους η μνήμη της Βαϊμάρης οφείλει τόσα. Σίγουρα, η επίδρασή τους ήταν πολύ πιο σημαντική –αν εξαιρέσουμε τον κόσμο του μπαλέτου– σε σχέση με τους πρόσφυγες που εγκατέλειψαν τη Ρωσία μετά το 1917, παρότι εκείνοι ήταν πολύ περισσότεροι. Τα καθιερωμένα παλαιόθεν επαγγέλματα –η ιατρική και η δικηγορία– έμειναν μάλλον ανεπηρέαστα, ωστόσο σε πεδία λιγότερο περίκλειστα και, εν τέλει, στη δημόσια ζωή, η επίδραση των προσφύγων ήταν βαρύνουσα. Στη Βρετανία οι εμιγκρέδες μεταμόρφωσαν την ιστορία της τέχνης και τον πολιτισμό της εικόνας, όπως και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης μέσω των καινοτομιών που εισήγαγαν οι εκδότες, οι δημοσιογράφοι, οι φωτογράφοι και σκιτσογράφοι που ήρθαν από την ηπειρωτική Ευρώπη.
Η πολιτισμική ακτινοβολία της Βαϊμάρης
Τα βασικά επιτεύγματα της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης και οι λόγοι για τους οποίους οι μη Γερμανοί επιδεικνύουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον γι’ αυτήν δεν είναι πολιτικοί, αλλά διανοητικοί και πολιτισμικοί. Ο κόσμος σήμερα θυμάται το κίνημα του Μπαουχάους, τον Τζωρτζ Γκρος, τον Μαξ Μπέκμαν, τον Βάλτερ Μπένγιαμιν, τον σπουδαίο φωτογράφο Άουγκουστ Ζάντερ, καθώς και μια σειρά αξιόλογες κινηματογραφικές ταινίες. Ο Βάιτς διαλέγει έξι ονόματα: τον Τόμας Μαν, τον Μπρεχτ, τον Κουρτ Βάιλ, τον Χάιντεγκερ, τον λιγότερο γνωστό θεωρητικό Ζήγκφριντ Κρακάουερ και την καλλιτέχνιδα Χάνα Χεχ. Θα μπορούσε κανείς να προσθέσει και άλλα ονόματα, όπως, λ.χ., τον Καρλ Σμιτ στον χώρο της (τόσο σπάνιας) διανοούμενης Δεξιάς, τον Ερνστ Μπλοχ στην άκρα Αριστερά και τον μέγα Μαξ Βέμπερ στο Κέντρο.
Το 1933, μόνο ο Τόμας Μαν και μερικές κινηματογραφικές ταινίες είχαν καταφέρει να συγκινήσουν αληθινά ένα ευρύτερο κοινό εκτός της Κεντρικής Ευρώπης· κι ίσως εδώ πρέπει να προσθέσουμε μια περιορισμένη ομοφυλοφιλική υποκουλτούρα, η οποία ανακάλυψε τα θέλγητρα του Βερολίνου κατά τα τελευταία χρόνια της Βαϊμάρης. Ο Μαν, φυσικά, ήταν αναγνωρισμένος καλλιτέχνης πολύ πριν το 1914. Κέρδισε το βραβείο Νόμπελ το 1929, όχι όμως για το αριστούργημά του, Το μαγικό βουνό, το οποίο έγραψε την εποχή της Βαϊμάρης, αλλά για το παλαιότερο έργο του Οι Μπούντενμπροκ. Ποιος όμως είχε ακουστά, στην Αγγλία, τον Φραντς Μαρκ, τα γαλάζια άλογα του οποίου στόλιζαν τον διάδρομο του γυμνασίου μου, μέχρι που το νέο καθεστώς τα απομάκρυνε μαζί με τον διευθυντή μας, υποστηρικτή της Δημοκρατίας;
Την εποχή εκείνη το Παρίσι ήταν η αδιαμφισβήτητη πρωτεύουσα των εικονιστικών τεχνών, ενώ η Βιέννη παρέμενε η γενέτειρα της μουσικής, τόσο της κλασικής όσο και της ελαφράς. Τα γερμανικά δεν αποτελούσαν πια μια ευρέως ομιλούμενη γλώσσα στη Δύση, αν εξαιρέσουμε τους ανθρώπους της διασποράς στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, ούτε και πολυδιαβάζονταν έξω από τον κύκλο των λογίων μελετητών της κλασικής εποχής. Ακόμη και σήμερα, μόνο όσοι μιλούν γερμανικά αναγνωρίζουν τον Μπρεχτ όχι μόνο ως δραματουργό αλλά και ως έναν από τους μεγάλους λυρικούς ποιητές του 20ού αιώνα. Το μόνο λογοτεχνικό είδος της εποχής της Βαϊμάρης που υπερέβη τα όρια της Κεντρικής Ευρώπης ήταν το αντιπολεμικό μυθιστόρημα του τέλους της δεκαετίας του 1920, με σημαντικότερο εκπρόσωπο το Ουδέν νεώτερον από το δυτικό μέτωπο του Έριχ Μαρία Ρεμάρκ. Κινηματογραφήθηκε φυσικά από την Universal, τη μόνη εταιρεία του Χόλυγουντ με γερμανό ιδιοκτήτη.
Πολιτικά ρεύματα, δημοκρατία και πολιτισμός
Αν κοιτάξουμε προς τα πίσω, ποιο είναι το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, όσον αφορά τον πολιτισμό, αυτής της βραχύβιας γερμανικής δημοκρατίας, την οποία κανένας δεν είχε επιθυμήσει στ’ αλήθεια και την οποία οι περισσότεροι Γερμανοί την αποδέχθηκαν, στην καλύτερη περίπτωση, ως faute de mieux (το μη χείρον); Κάθε Γερμανός είχε ζήσει τρεις κοσμογονικές εμπειρίες: τον Μεγάλο Πόλεμο· την αυθεντική, αν και αποτυχημένη, γερμανική επανάσταση, η οποία ανέτρεψε το καθεστώς του ηττημένου Κάιζερ· και τον Μεγάλο Πληθωρισμό του 1923, μια σύντομη ανθρωπογενή καταστροφή, που εξευτέλισε ξαφνικά εντελώς την αξία του χρήματος. Η πολιτική Δεξιά, προσκολλημένη στην παράδοση, αντισημιτική, αυταρχική και οχυρωμένη γερά μέσα στους θεσμούς που επιβίωσαν από το Ράιχ του Κάιζερ (θυμάμαι ακόμη τον τίτλο του βιβλίου του Tέοντορ Πλιβιέ που εκδόθηκε το 1932,O Κάιζερ έφυγε, οι στρατηγοί παρέμειναν), αρνήθηκε πλήρως τη δημοκρατία. Θεωρούσε τη Βαϊμάρη μη νομιμοποιημένη και τη Συνθήκη των Βερσαλλιών αχρείαστη εθνική ντροπή, κι ο στόχος της ήταν να απαλλάξει, το ταχύτερο δυνατό, τη χώρα από τα δύο αυτά δεινά.
Ωστόσο, όλοι σχεδόν οι Γερμανοί, συμπεριλαμβανομένων και των κομμουνιστών, ήταν φανατικοί πολέμιοι των Βερσαλλιών και των ξένων κατακτητών. Μπορώ ακόμα να ανακαλέσω στη μνήμη μου το περίεργο συναίσθημα που ένιωθα όταν, παιδί ακόμα, αντίκριζα από το τρένο τη γαλλική σημαία να κυματίζει στα φρούρια της Ρηνανίας: μου φαινόταν, κατά κάποιον τρόπο, αφύσικο. Όντας ταυτόχρονα Άγγλος και Εβραίος (στο σχολείο ήμουν «der Englaender» [ο Εγγλέζος]), δεν αισθάνθηκα ποτέ ιδιαίτερη έλξη για τον γερμανικό εθνικισμό των συμμαθητών μου, και πολύ περισσότερο βέβαια για τον ναζισμό, μπορούσα όμως να αντιληφθώ πολύ καλά τη γοητεία που ασκούσαν και οι δυο τους στα αγόρια της Γερμανίας. Όπως δείχνει ο Βάιτς, η αυταρχική Δεξιά αποτελούσε πάντα τον βασικό κίνδυνο, τόσο στο πεδίο της πολιτικής όσο και –μέσω της παγιωμένης και διαδεδομένης στον λαό εχθρότητας προς την «Kulturbolschebismus» (την μπολσεβίκικη κουλτούρα)– στο πεδίο του πολιτισμού.
Οι πιο σημαντικοί διανοητές του Κέντρου –ο Μαν, o Μαξ Βέμπερ, ο Βάλτερ Ρατενάου, που δεν είχαν μια αυθόρμητη, ενστικτώδη προσήλωση στη δημοκρατία, αλλά ωθούνταν σε αυτή τη κατεύθυνση λόγω του φόβου της πολεμοχαρούς Δεξιάς– αιτιολογούσαν την αναγκαιότητα του δημοκρατικού πολιτεύματος περιγράφοντάς το ως τον διάδοχο ενός Ράιχ που δεν μπορούσε να παλινορθωθεί. Την ίδια στάση, φυσικά, επέδειξαν και τα κυριότερα κόμματα του συστήματος: η πλειοψηφία των σοσιαλδημοκρατών, που στην πραγματικότητα δεν είχαν θελήσει την αποπομπή του Κάιζερ, καθώς και το Καθολικό Κέντρο που μετά την επανάσταση μετατράπηκε από ομάδα πίεσης για θρησκευτικά ζητήματα σε κυβερνητικό κόμμα. Πέραν αυτών, η πολιτική Αριστερά, η οποία, σε μεγάλο βαθμό, συγκροτήθηκε στη βάση της εναντίωσής της στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο –βαριά τραυματισμένη από την αποτυχημένη επανάσταση του 1918 και εισπράττοντας το μίσος της παλιάς άρχουσα τάξη που κατόρθωσε να επιβιώσει– , δεν ήταν λιγότερο απορριπτική, έναντι της Δημοκρατίας, από τη Δεξιά. Το Κομμουνιστικό Κόμμα, στο οποίο προσχώρησαν τα μισά από τα στελέχη που αποχώρησαν από το SPD λόγω της αντίθεσής τους στον πόλεμο, απέκτησε μια μαζική βάση, που πρέσβευε μια αδιάλλακτη αντιπολίτευση της εργατικής τάξης. Αρκετά μεγάλη ώστε να εμποδίσει τη δημιουργία ενός μακρόβιου καθεστώτος που θα απέκλειε τη Δεξιά, το μόνο που συνεισέφερε τελικά η Αριστερά αυτή στην πολιτική ζωή στάθηκε η απαρέσκεια για τη Δημοκρατία.
Για λόγους που μπορούμε εύκολα να αντιληφθούμε, μια σειρά δημιουργικοί καλλιτέχνες, που είχαν ριζοσπαστικοποιηθεί τόσο από τα δεινά του πολέμου όσο και από την ελπίδα και τη λύσσα που άφησε πίσω της η χαμένη επανάσταση, ελκύονταν από αυτήν· και, πράγματι, τα επιτεύγματα μιας σειράς προσωπικοτήτων της Βαϊμάρης βασίζονταν κυρίως στην έντονη απέχθειά τους για τη δημοκρατία. Ακόμη και αληθινά μεγάλα ταλέντα, όπως ο Τζωρτζ Γκρος και ο Κουρτ Βάιλ, έχασαν το νεύρο τους μετά το 1933, όταν μετανάστευσαν στις Ηνωμένες Πολιτείες, βρίσκοντας, κατά κάποιον τρόπο, τη βολή τους. Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο για μικρότερης εμβέλειας ταλέντα, στον κύκλο των εξπρεσιονιστών, συγγραφείς και καλλιτεχνείς οι οποίοι, ωθούμενοι από τον πόνο και την οργή και θέλοντας να αφήσουν το ίχνος τους στην εποχή, έψαχναν τρόπους για να εκφράσουν ένα άκεφο συναίσθημα ως επιστέγασμα των φωνών τους. Και, εν πολλοίς, ενάντια σε όλους αυτούς, η Βαϊμάρη κατορθώνει να βρει ένα στίγμα που εκφράζει τη δικιά της φωνή, μετά τα χρόνια του Μεγάλου Πληθωρισμού: ένα στίγμα σκληροτράχηλο, μακριά από συναισθηματισμούς, παθιασμένο, με αυτό το ιδιαίτερο πάθος που έβρισκες στα καμπαρέ, στο πλαίσιο του ρεύματος της «Neue Sachlichkeit» («Νέα Αντικειμενικότητα»). Για μένα, η Βαϊμάρη μιλά ακόμη και σήμερα, όπως το 1932, με τη φωνή του Μαχαγκόνυ και της Όπερας της πεντάρας, του Μπερλίν Αλεξάντερπλατς του Ντέμπλιν, με τη φωνή του παραγνωρισμένου Έριχ Kέστνερ ή με τα σκαμπρόζικα πολιτικά τραγούδια του Έριχ Βάινερτ.
Μια πολιτισμική πρωτοπορία ευρωπαϊκών διαστάσεων
Η Βαϊμάρη, όμως, δεν ήταν μονάχα γερμανικό φαινόμενο. Ο Βάιτς, το βιβλίο του οποίου αποτελεί μια θαυμάσια εισαγωγή στον κόσμο της, μάλλον την καλύτερη που διαθέτουμε, κάνει πολλές καίριες επισημάνσεις: μιλάει για τον βερολινο-κεντρισμό του πολιτισμού της Βαϊμάρης, ο οποίος τον διακρίνει από την προ του 1914 Γερμανία, όπου τα ακμάζοντα καλλιτεχνικά κέντρα ήταν το Μόναχο και η Λειψία. Παρ’ όλα αυτά, υποτιμά τον ρόλο του πολιτισμού της Βαϊμάρης που λειτούργησε ως χωνευτήρι για τον χώρο ο οποίος μετά το 1917 παρήγαγε μια μείζονα πρωτοπορία στο διανοητικό και καλλιτεχνικό πεδίο: της μετεπαναστατικής Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Το κύρος του Παρισιού, «της πρωτεύουσας του 19ου αιώνα», συσκότιζε το γεγονός ότι κατά τον Μεσοπόλεμο δεν είχε πλέον να προσφέρει κάτι ρηξικέλευθo, σε μείζονα κλίμακα, εκτός από τον υπερρεαλισμό, ο οποίος, σε μεγάλο βαθμό, προερχόταν από το πολυεθνικό κίνημα του ντανταϊσμού των κεντροευρωπαίων προσφύγων της Ζυρίχης.
Με περισσότερα από 7.000 περιοδικά και 38.000 βιβλία το 1927 και διαθέτοντας την πιο εντυπωσιακή κινηματογραφική βιομηχανία εκτός Χόλυγουντ, η Γερμανία αποτελούσε μια απέραντη αγορά. Με την πτώση της Αυτοκρατορίας των Αψβούργων, απορρόφησε, όπως ήταν φυσικό, το ταλέντο που πλεόναζε σε ό,τι είχε απομείνει από την Αυστρία. Τι θα ήταν άραγε οι κινηματογραφικές ταινίες της Βαϊμάρης χωρίς τη Βιέννη, χωρίς τον Φριτς Λανγκ, τον Γκ. Παμπστ, τον Βίλντερ, τον Πρέμινγκερ ή τον Πέτερ Λορ; Η πλειάδα των πρωταγωνιστών της –ο Κόνραντ Βάιντ, ο Έμιλ Γιάννιγκς η Μάρλεν Ντήτριχ, η Ελίζαμπετ Μπέργκνερ– μαθήτευσαν κοντά στον Βιεννέζο Μαξ Ράινχαρντ, τον άνθρωπο που επηρέασε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο το γερμανόφωνο θέατρο. Στο Βερολίνο η οικογένειά μου, πρόσφυγες από τη Βιέννη, συνέχισε την κοινωνική της ζωή επικεντρωμένη, σε μεγάλο βαθμό, γύρω από άλλους εκπατρισμένους Αυστριακούς, συγγενείς και φίλους.
Για διαφορετικούς αλλά εξίσου προφανείς λόγους, η Γερμανία αποτελούσε το βασικό παράθυρο της Ρωσίας προς τη Δύση. Το Βερολίνο υπήρξε ταυτόχρονα τόσο το κέντρο των αντισοβιετικών εμιγκρέδων όσο και ο πρώτος σταθμός στις εκδρομές προς τη Δύση των νέων Σοβιετικών διανοουμένων και επαναστατών καλλιτεχνών· κάποιοι απ’ αυτούς, μάλιστα, εξέδωσαν εκεί ένα πολύγλωσσο περιοδικό. Δεν πρέπει ακόμα να ξεχνάμε ότι, όλο το διάστημα που διατηρούνταν η μάταια προσδοκία της επανάστασης στη Γερμανία, η επίσημη γλώσσα της Κομμουνιστικής Διεθνούς δεν ήταν τα ρωσικά αλλά τα γερμανικά.
Αναπόφευκτα, αυτό το πολιτιστικό μείγμα απεδείχθη γόνιμο για τον πολιτισμό της Βαϊμάρης και, εν τέλει, της Δύσης. Το Μπαουχάους υπήρξε μια κολεκτίβα Γερμανών, Αυστρο-Ούγγρων, Ρώσων, Ελβετών και Ολλανδών. Είναι χαρακτηριστικό ότι η «Κονστρουκτιβιστική Διεθνής», όπως την ονόμασε ο Τζων Willet, ιδρύθηκε από μια ομάδα Ούγγρων, Ολλανδών, Βέλγων, Ρουμάνων, Σοβιετικών Ρώσων και Γερμανών, σε μια συνάντηση στη Βαϊμάρη, με μελλοντική έδρα το Βερολίνο. Αυτός ήταν ο πολιτισμός που οι Γερμανοί εμιγκρέδες εισήγαγαν στις χώρες όπου βρήκαν άσυλο.
Συχνά, επίσης, παραβλέπουμε σήμερα τον κεντρικό διεθνή ρόλο της Γερμανίας της Βαϊμάρης στο πεδίο της επιστήμης του 20ού αιώνα. Ο Αϊνστάιν και ο Μαξ Πλανκ προσέδωσαν αίγλη στο Βερολίνο, ενώ το Γκαίτιγκεν υπό τον Μαξ Μπορ, υπήρξε, μαζί με το Καίμπριτζ, ο καταλύτης της επανάστασης της κβαντικής μηχανικής, της «boy physics» όπως αποκαλούνταν, η κοινή διάλεκτος της οποίας, όπως και η γλώσσα του διεθνούς κομμουνισμού, ήταν τα γερμανικά. Ο Χάιζενμπεργκ, ο Πάουλι, ο Φέρμι, ο Οπενχάιμερ, ο Τέλερ, εργάστηκαν ή σπούδασαν, όλοι τους, στη Γερμανία. Η πιο λαμπρή απόδειξη για τον κομβικό ρόλο της Γερμανίας της Βαϊμάρης στην επιστήμη, είναι τα 15 βραβεία Νόμπελ στο πεδίο των επιστημών που απονεμήθηκαν σε Γερμανούς κατά τη διάρκεια των 14 της ετών, αριθμό που οι επίγονοι χρειάσθηκαν πενήντα χρόνια για να τον ισοφαρίσουν.
Κανένας δεν έδωσε εγκαίρως τη δέουσα σημασία στον Χίτλερ
Αυτή ήταν η τελευταία φορά που η Γερμανία βρέθηκε στο επίκεντρο της νεωτερικότητας και της δυτικής σκέψης. Θα μπορούσε να τα καταφέρει καλύτερα, εάν στη συνέχεια δεν αναλάμβανε τα ηνία το πλήρωμα υπό την αρχηγία του Χίτλερ που οδήγησε το σκάφος σε ναυάγιο, αλλά μια πιο παραδοσιακή αντιδραστική κυβέρνηση. Παρ’ όλα αυτά, εκ των υστέρων, διαπιστώνουμε ότι ένα τέτοιο ενδεχόμενο ήταν τόσο απίθανο όσο και η προοπτική να εμποδιστεί η άνοδος του Χίτλερ στην εξουσία μέσω της συγκρότησης ενός πλατιού αντιφασιστικού μετώπου. Η πραγματικότητα είναι ότι κανείς, ούτε η Δεξιά ούτε το Κέντρο ούτε η Αριστερά, δεν αντελήφθη τις πραγματικές διαστάσεις του εθνικοσοσιαλισμού του Χίτλερ, ενός εντελώς πρωτοφανούς κινήματος, οι στόχοι του οποίου ήταν πέρα για πέρα ασύλληπτοι με τη λογική. Ακόμα και τα εν δυνάμει θύματά του δεν αναγνώριζαν ολότελα τον κίνδυνο. Μετά τις εκλογές του καλοκαιριού του 1932, στις οποίες οι ναζί αναδείχθηκαν πρώτο κόμμα χωρίς όμως να διαθέτουν την πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο, ο (Εβραίος) εκδότης της Tagebuch, μιας εβδομαδιαίας αριστερής-φιλελεύθερης εφημερίδας που παίρναμε στο σπίτι, δημοσίευσε ένα άρθρο, ο τίτλος του οποίου μου φάνηκε, από τότε ακόμη, αυτοκτονικός. Και αυτή τη στιγμή, τον έχω μπρος στα μάτια μου: «Lasst ihn heran!» («Γιατί να μην του δώσουμε την εξουσία;»). Έπειτα από μερικούς μήνες, οι αντιδραστικοί που περιστοίχιζαν τον γηραιό Πρόεδρο Χίντενμπουργκ, με πολύ διαφορετικές προθέσεις, διευκόλυναν υπογείως τον διορισμό του Χίτλερ ως καγκελαρίου, θεωρώντας ότι θα μπορούσαν να τον ελέγχουν.
Όλες οι απόπειρες να παρουσιαστεί η Δημοκρατία της Βαϊμάρης ως πιο στέρεη και σταθερή, ακόμα και προτού ξεσπάσει ο παγκόσμιος οικονομικός κατακλυσμός, μοιάζουν με σφυρίγματα των ιστορικών μες στο σκοτάδι. Το καθεστώς της Βαϊμάρης διέγραψε μια σύντομη τροχιά, μέσα από τα ερείπια ενός πεθαμένου αλλά άταφου παρελθόντος προς ένα ξαφνικό αλλά αναμενόμενο τέλος και ένα άγνωστο μέλλον. Για τους γονείς μας, αποτελούσε υπόσχεση ενός παρελθόντος που δεν θα ξαναποκτούσαν ποτέ, ενώ εμείς ονειρευόμασταν ένα σπουδαίο αύριο· οι «Άριοι» συμμαθητές μου –κομμουνιστές, όπως και εγώ– το οραματίζονταν υπό τη μορφή μιας εθνικής αναγέννησης, καθώς η παγκόσμια επανάσταση είχε αρχίσει τον Οκτώβρη του 1917.
Ακόμη και τα λίγα χρόνια της «κανονικότητας» ερείδονταν στην πρόσκαιρη ηρεμία ενός ηφαιστείου που μπορούσε να εκραγεί ανά πάσα στιγμή. Ο σπουδαίος άνθρωπος του θεάτρου, o Μαξ Ράινχαρντ, το γνώριζε αυτό. «Αυτό που αγαπώ», έλεγε, «είναι η γεύση της παροδικότητας στη γλώσσα – κάθε χρονιά μπορεί να είναι η τελευταία». Αυτή η αίσθηση, λοιπόν, προσέδιδε στον πολιτισμό της Βαϊμάρης μια γεύση μοναδική: γεννούσε μια αιχμηρή δημιουργικότητα, μια περιφρόνηση για το παρόν, μια διάνοια που δεν την περιόριζαν οι συμβάσεις, μέχρι τον ξαφνικό και αμετάκλητο θάνατο. Οι στιγμές κατά τις οποίες αντιλαμβάνεται κανείς ότι η Ιστορία έχει αλλάξει είναι σπάνιες, αλλά ετούτη ήταν μια απ’ αυτές. Γι’ αυτό τον λόγο βλέπω ακόμη τον εαυτό μου να περπατά από το σχολείο προς το σπίτι, μαζί με την αδερφή μου, το κρύο εκείνο απόγευμα της 30ής Ιανουαρίου 1933 και να αναλογίζεται τι σήμαιναν τα νέα της ανάρρησης του Χίτλερ στο αξίωμα του καγκελαρίου. Μερικές μέρες αργότερα, κάποιος μού έφερε τον πολύγραφο της SSB, της κομμουνιστικής οργάνωσης του σχολείου της οποίας ήμουν μέλος, για να τον κρύψω κάτω απ’ το κρεβάτι μου. Θεωρούσαν ότι στο διαμέρισμα ενός ξένου θα ήταν πιο ασφαλής. Αλλά από εκείνη τη στιγμή και μετά, πουθενά δεν ήταν ασφαλής. Παρ’ όλα αυτά, ήταν μια παράξενη και υπέροχη εποχή, κατά την οποία ο καθένας μπορούσε να ανακαλύψει τον εαυτό του και τον κόσμο σε ένα Βερολίνο που φάνταζε ως η δυνάμει πρωτεύουσα του 20ού αιώνα, μέχρι τη στιγμή που οι βάρβαροι πήραν την εξουσία. Όποτε πηγαίνω σήμερα στο Βερολίνο, αισθάνομαι ακόμη ότι δεν συνήλθε ποτέ από το 1933.
***
Το κείμενo του Eric Hobsbawm «Memories of Weimar» δημοσιεύθηκε στο LondonReview of Books, στη μόνιμη στήλη «Ημερολόγιο», στις 24.1.2008. Είχε πρωτοδημοσιευθεί, με πολύ μικρές περικοπές, στα “Ενθέματα” τον Απρίλιο του 2008. Το βιβλίο του Eric Weitz, στο οποίο αναφέρεται, είναι το Weimar Germany: Promise and Tragedy, Princeton University Press, Πρίνστον 2007.
Δεν υπάρχει «υπεύθυνος καπιταλισμός»
Από την τελευταία πολιτική συνέντευξη του Έρικ Χομπσμπάουμ (ΒΒC, 19 Iανουαρίου 2012)
Ο καπιταλισμός δεν έχει καμία σχέση με την υπευθυνότητα
Ως οικονομικό σύστημα, ο καπιταλισμός δεν έχει καμία σχέση με την υπευθυνότητα. Έχει σχέση με την ανάπτυξη και το κέρδος. Πιστεύω ότι τα τελευταία σαράντα χρόνια ο καπιταλισμός ανέπτυξε ένα είδος παθολογικού εκφυλισμού, σε σχέση με τα λεγόμενα του Άνταμ Σμιθ, ο οποίος πίστευε ότι η έννοια της υπευθυνότητας στον καπιταλισμό δεν υφίσταται, αφού όλα τα καλά αποτελέσματα θα έρχονταν από την ελεύθερη αγορά — με την προϋπόθεση ότι η ελεύθερη αγορά θα λειτουργούσε με απόλυτη ελευθερία.
Ο μαρξισμός δεν είναι ουτοπική λύση
Ο μαρξισμός δεν είναι ουτοπική λύση. Ο Μαρξ προσδιορίζει τα μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε, τα οποία ο καπιταλισμός δεν μπορεί και δεν θέλει να λύσει. Και αυτή τη στιγμή το κυριότερο πρόβλημα, πρόβλημα που πρόκειται να ενταθεί ακόμα περισσότερο, είναι ότι, στη διαδικασία μετασχηματισμού του κόσμου μέσω της καπιταλιστικής συσσώρευσης και της εξαιρετικής εξέλιξης της υψηλής τεχνολογίας, ένα στοιχείο της παραγωγής είναι πια το πλεόνασμα να προσδιορίζεται απ’ τη ζήτηση, όπου πλεόνασμα είναι και η εργατική δύναμη. Αν συνεχίσουμε την αναπτυξιακή διαδικασία με αυτόν τον τρόπο, τι θα συμβεί στους ανθρώπους που σε παλιότερες εποχές είχαν κατορθώσει να ενταχθούν στο σύστημα κυρίως βρίσκοντας δουλειά; Καλοπληρωμένη ή κακοπληρωμένη, πάντως δουλειά. Τι θα συμβεί, κυρίως με τους άντρες, αν σταματήσουν να υπάρχουν δουλειές; Βλέπουμε ορισμένα από τα προβλήματα τώρα στις αποβιομηχανοποιημένες περιοχές
Για τον λονδρέζικο Αύγουστο του 2011
Νομίζω πως οι ταραχές ήταν μια αντίδραση σε μια κοινωνία που έχει απο-ηθικοποιηθεί, που δεν ξέρει τι της συμβαίνει. Οι συγκεκριμένες ταραχές δεν ήταν, κατά τη γνώμη μου, ιδιαίτερα πολιτικές, και θα ήταν λάθος να τις κρίνουμε έτσι. Ωστόσο, το γεγονός ότι ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων χάνει τις αξίες του, γιατί βρίσκεται σε μια κατάσταση πλήρους απραξίας, είναι σημαντικότερο από το προσωρινό φαινόμενο της ανεργίας. Εκεί βρίσκεται ο πραγματικός κίνδυνος.
Για το κίνημα Occupy
To πιο σημαντικό είναι ότι αποτελεί μια απάντηση. Μια απάντηση στην εξωφρενική ανισότητα, κοινωνική και οικονομική, του καπιταλισμού. Η ανισότητα, που παίρνει χαρακτήρα ηθικής ανισότητας στις περισσότερες περιπτώσεις, είναι πια ανυπόφορη. Και οι ίδιοι οι καπιταλιστές αντιλαμβάνονται ότι αυτή η κατάσταση είναι αντιπαραγωγική· η απώλεια αυτοεεκτίμησης των ανθρώπων είναι πολύ μεγάλη. Πρέπει λοιπόν να συνυπολογίσουμε και τον καπιταλισμό στους παράγοντες της κρίσης. Και πιστεύω ότι τα επόμενα 20-30 χρόνια θα είναι ταραχώδη.
Επιρροές και επιδράσεις
Τα ελάχιστα προεισαγωγικά σχόλιά μου αφορούν ένα σύνηθες φαινόμενο που ισχύει στην περίπτωση όπου ομότεχνοι αναφέρονται στο έργο του προσφάτως εκλειπόντος. Απ’ όσα άκουσα και διάβασα, δημιουργείται ίσως η διάχυτη εντύπωση ότι όλα αρχίζουν με τον Χόμπσμπομ. Τα πράγματα φυσικά είναι διαφορετικά. Ο Χόμπσμπομ είχε τους προγενεστέρους του και τους συγχρόνους του. Σωστά δόθηκε έμφαση στη μαρξιστική ομάδα των Άγγλων ιστορικών που δημιούργησαν το περιοδικό Past and Present. Ο ίδιος ο Χόμπσμπομ το έχει αντιδιαστείλει από τα γαλλικά Annales των Μαρκ Μπλοκ, Λυσιεν Φεβρ και του διαδόχου τους Φερνάντ Μπρωντέλ. Δεν απευθύνομαι στην υστερότερη ιστορία των Annales. Με δυο λόγια, ο Χόμπσμπομ είχε συνομιλητές, ορισμένων από τους οποίους ίσως και να επέκτεινε το έργο τους. Ανάμεσα στα παραδείγματα, τα Πλάσματα του Στάινερ: η κατασκευή των μύθων με ενδεικτικό παράδειγμα τον Γουλιέλμο Τέλλο. Η ενσωμάτωση στην ευρωπαϊκή ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 έχει κι αυτή τα προηγούμενά της. Θα ήταν περιττή η βιβλιογραφία γύρω από το Ανατολικό Ζήτημα, ας υπομνήσω ωστόσο, την Ευρωπαϊκή Ιστορία του Κρότσε, όπου, όπως ήταν επόμενο είχε τη θέση της στην ευρωπαϊκή Ιστορία, γιατί εντάχθηκε στο ευρωπαϊκό φιλελεύθερο κίνημα.
Κοντολογίς, ο Ερικ Χόμπσμπομ είχε τους προγόνους του από τους οποίους διαφοροποιήθηκε λόγω της μαρξικής αντίληψης που διατρέχει και καθορίζει το έργο του. Βεβαίως, οι Άγγλοι μαρξιστές δεν ήταν οι μόνοι που είχαν κατανοήσει την πολυπλοκότητα του κοινωνικού σχηματισμού. Και πάλι θα ήταν άχαρο να αναφερθώ σε ονόματα, αλλά δε θα ήθελα να ξεχάσω τον Αιμίλιο Σερένι και τον Πιερ Βιλάρ. Ακόμη περισσότερο ίσως, την περίπτωση του σοσιαλιστή ιστορικού Ερνέστ Σελεστίν Λαμπρούς που ανέδειξε τα όρια της συγκυρίας, όχι μόνο της οικονομικής αλλά και της επέκτασής της, που οδηγούν στην επανάσταση: «Πώς γεννιούνται οι επαναστάσεις». Μέσα σ’ αυτόν τον αστερισμό, και τους άλλους που παραλείπω, θα πρέπει να τοποθετηθεί το έργο του Χόμπσμπομ. Ίσως να μην είναι ακόμα η στιγμή.
Δεν έχω την πρόθεση ούτε και τις δυνατότητα, στο άρθρο αυτό, να αναφερθώ εμπεριστατωμένα στο πολυσχιδές έργο του Χόμπσμπομ. Περιορίζομαι στην άμεση ή έμμεση επίπτωσή του στη μελέτη των παραδοσιακών νοοτροπιών και της εξεγερτικότητας ή της επαναστατικότητας, που είναι το σύνδρομο των πρώτων· περιορίζομαι στο ελληνικό παράδειγμα. Αναφέρομαι, χωρίς να κάνω τον κατάλογο όλων των συναφών εργασιών και των συγγραφέων τους, σε δύο μόνο ονόματα, τον Νίκο Θεοτοκά και τον Νίκο Κοταρίδη, στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου, και την πλειάδα των μαθητών που δασκάλεψαν και προώθησαν.
Πρόκειται για μία άμεση επίπτωση της πρωτόγονης επανάστασης του Χόμπσμπομ ή για έναν συγκρητισμό που απορρέει από την επιστασία των ελληνικών όρων που στοιχειοθέτησαν την έννοια του παραδοσιακού; Πιστεύω ότι πρόκειται για το δεύτερο. Αυτός ο συγκρητισμός δείχνει την ουσιώδη συνεισφορά του υποδείγματος του Χόμπσμπομ, συνεισφορά πολύ «επιχειρησιακή», όπως λέμε, απ’ ό,τι θα ήταν η μεταφορά ενός μοντέλου, χωρίς τούτο να έχει ανασηματοδοτηθεί από τον διάλογο με τις πηγές και τη συνείδηση ότι οι νοοτροπίες ανήκουν στην μπρωντελική μακρά διάρκεια.
Λίγα λόγια για τον Έρικ Χομπσμπόμ
Σαν να ήρθε από την εποχή του Διαφωτισμού, περνώντας μέσα από τον αντιδογματικό μαρξισμό του Γκράμσι
του Γιάνη Γιανουλόπουλου
Προερχόμενος από ένα Πανεπιστήμιο όπου υπήρχε ειδικό ασανσέρ (το ένα από τα δύο) για να ανεβοκατεβαίνουν οι, ελλείψει άλλων βαθμίδων, ελάχιστοι τότε καθηγητές της Φιλοσοφικής στο κτίριο της οδού Ιπποκράτους –ελάχιστοι και με τις δύο σημασίες της λέξεως, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων– δεν ήμουν καθόλου εξοικειωμένος, ως φρέσκος υποψήφιος διδάκτορας στο Λονδίνο, ένα χρόνο αργότερα, το 1966, με την ιδέα ότι θα μπορούσαν φοιτητές, καθηγητές και διοικητικό προσωπικό να περιμένουν στην ίδια ουρά, με το δίσκο τους, για να πληρώσoυν στο ταμείο του σελφ σέρβις καφέ-εστιατορίου στο υπόγειο του Birkbeck. Oύτε κατάλαβα ποιος ήταν ο ψηλός με τα γυαλιά λίγο πιο μπροστά, ακόμα και όταν κάποιος, συνάδελφός του μάλλον, από ένα σημείο της αίθουσας, σήκωσε το χέρι του για να τον δει και για να είναι σίγουρος είπε –στην Αγγλία δεν φωνάζουν– «Έρικ, εδώ καθόμαστε!».
Στη συνέχεια, ως βοηθός έρευνας του Τμήματος Ιστορίας όπου ανήκε, δεν είχα παρά περιστασιακές μόνο συνεργασίες με τον Έρικ Χόμπσμπομ, εφόσον τα δικά μου καθήκοντα στο Τμήμα είχαν σχέση κυρίως με τη νεότερη ευρωπαϊκή (ακραιφνώς) πολιτική ιστορία, που δίδασκε ο Ντάγκλας Ντέικιν, ένας άλλος θαυμάσιος άνθρωπος. Παρακολουθούσα όμως τα μαθήματά του, τις ομιλίες του σε διάφορες εκδηλώσεις, τα βιβλία και τα άρθρα του φυσικά, και τις κουβέντες του καφέ. Κουβέντες με αντικείμενο ενδιαφέροντα διδακτορικά εν εξελίξει, ενδιαφέρουσες διεθνείς εξελίξεις, την τζαζ –τότε δεν ξέραμε, διότι έγραφε με ψευδώνυμο, ότι ήταν για πολλά χρόνια ένας από τους μουσικοκριτικούς του NewStatesman – και τις προσκλήσεις που έφταναν σωρηδόν στη θυρίδα του να εμφανιστεί και να μιλήσει σε κάθε είδους εκδήλωση, πράγμα που του δημιουργούσε κάποια αμηχανία γιατί ήθελε σε όλα να ανταποκρίνεται.
Το σκεπτόμουν αυτό το τελευταίο στις αρχές της δεκαετίας του ’80 με τον Νίκο Σβορώνο –άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα μαρξιστή του Μεσοπολέμου– που, εβδομηντάρης πλέον, έπαιρνε τα βουνά και τα λαγκάδια για να πάει όπου του ζητούσαν να μιλήσει, στο πλαίσιο των εκλαϊκευμένων διαλέξεων του Ελεύθερου Ανοιχτού Πανεπιστημίου.
Δεν ξέρω τι θα μπορούσε να προσθέσει κανείς σε όσα γράφτηκαν ήδη για έναν κορυφαίο ιστορικό και διανοητή που ήταν σαν να ήρθε από την εποχή του Διαφωτισμού, περνώντας μέσα από τον αντιδογματικό μαρξισμό του Γκράμσι. Διαυγής και παρών μέχρι τέλους, σημείωνε στο περυσινό βιβλίο του πως η χρηματοπιστωτική κρίση που άρχισε το 2008 θα μπορούσε να αποδειχθεί «η πτώση του Τείχους του Βερολίνου» για τον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό.
Τα τρία πράγματα που θυμάμαι έντονα, σε σχέση με τον Έρικ Χόμπσμπομ, από τη μέχρι το 1974 θητεία μου στο Birkbeck, ήταν το πόσο καθοριστική για την ένταξή του στο κομμουνιστικό κίνημα –το έχει πει άλλωστε– αλλά και για τις πολιτικές του προτεραιότητες στη συνέχεια της μακράς ζωής του, υπήρξε η εμπειρία της ανόδου των Ναζί στην εξουσία το 1933 στο Βερολίνο.
Το άλλο αφορά τον τρόπο που μιλούσε, έναν τρόπο όχι πολύ διαφορετικό από εκείνον που έγραφε: Δηλαδή έγκυρο και ταυτοχρόνως γλαφυρό. Δεν πρόκειται για «τεχνική» που αντιγράφεται, αλλά για κάτι που προαπαιτεί από τον ιστορικό παρατηρητικότητα, μνήμη, διεισδυτική σκέψη, συνθετική ικανότητα, ευρυμάθεια, συνεχή και συστηματική έρευνα και ενδιαφέρον για την ανάγνωση.
Το τρίτο ήταν η επιθυμία του να πληροφορείται λεπτομερώς για τις αντιδράσεις των φοιτητών στην ελληνική στρατιωτική δικτατορία, ειδικώς για τις θέσεις της Κομμουνιστικής Οργάνωσης Σπουδαστών (ΚΟΣ) του ΚΚΕ εσωτερικού –Οκτώβριος του 1972, αν θυμάμαι καλά– τη δραστηριότητα του «Ρήγα», την κατάληψη της Νομικής και την εξέγερση του Πολυτεχνείου.
Η τελευταία από τις αρκετές φορές που είχα έκτοτε την ευκαιρία να τον ξανασυναντήσω στο Λονδίνο ήταν το Μάιο του 2008 σε μια αίθουσα του Birkbeck κοντά στο καφέ-εστιατόριο. Είχε έρθει να παρουσιάσει τη βιογραφία του Ραίυμοντ Ουίλιαμς (1921-1988) –που ήταν ένα από τους δικούς του ήρωες, όπως μας είπε–, γραμμένη από τον άλλοτε φοιτητή του Ντάι Σμιθ, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Swansea.
Σηκώθηκε ζωηρά και μίλησε όρθιος στο βήμα για σαράντα περίπου λεπτά, με ένα μπαστούνι να διακρίνεται, σχεδόν καμουφλαρισμένο, δίπλα στην καρέκλα του. Όταν τελείωσε η εκδήλωση, κάποιος, πολύ γνωστός του προφανώς, στην πρώτη σειρά του είπε να το χρησιμοποιεί το μπαστούνι γιατί δεν είναι ακριβώς αυτό που θα λέγαμε «οργισμένο νιάτο». Κάτι του απάντησε, που δεν το άκουσα γιατί η πρώτη σειρά άρχισε να γελάει, τη συμβουλή πάντως δεν φαίνεται να την ακολούθησε.
Πριν από δύο χρόνια πληροφορήθηκα ότι έπεσε και χτύπησε άσχημα, πράγμα που εμπόδιζε τις συχνές δημόσιες εμφανίσεις του. Δεν τον εμπόδισε όμως να πάει φέτος, στις αρχές Ιουνίου, στο γνωστό ετήσιο διεθνές Φεστιβάλ του Hay (στην Ουαλία) για τα Γράμματα και τις Τέχνες – γνωστό και ως «Γούντστοκ του πνεύματος»– του οποίου ήταν πρόεδρος, και να σβήσει εκεί τα κεράκια της τούρτας των ενενηκοστών πέμπτων γενεθλίων του. Με μια καπαρντίνα και το μπορντό κασκόλ του, που θα πρέπει να το είχε από το 1947, που διορίστηκε λέκτορας.
Ο Έρικ Χομπσμπάουμ και η τζαζ
του Σάκη Παπαδημητρίου
Στις 11 Οκτωβρίου του 2004 έγινε η τελετή αναγόρευσης του ΄Ερικ Χομπσμπάουμ σε επίτιμο διδάκτορα του τμήματος Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, με πρωτοβουλία της καθηγήτριας Λίλας Αντωνοπούλου, η οποία και σκέφτηκε να υπάρχει μουσική στην τελετή.
Στην αρχή του προγράμματος, ως «ανάκρουσις», η Γεωργία Συλλαίου, φωνή, και εγώ, πιάνο, ερμηνεύσαμε ελεύθερα τον αρχαιοελληνικό Επιτάφιο του Σεικίλου και κομμάτια του Ντιούκ ΄Ελλινγκτον. Ξέραμε την αγάπη του ΄Ερικ Χομπσμπάουμ για την τζαζ και το συγγραφικό του έργο γύρω από αυτή τη μουσική. Είχαμε ήδη συναντηθεί το προηγούμενο βράδυ στο δείπνο των καθηγητών. Ο Χομπσμπάουμ, στα 87 του τότε, είχε φοβερή ενεργητικότητα, συζητούσε σε τρεις γλώσσες, έτρωγε τα πάντα, παρ’ όλες τις παρατηρήσεις της συζύγου του, και δεν έχανε ευκαιρία να συνομιλεί μαζί μου για την εξέλιξη της τζαζ.
Ας γυρίσουμε αρκετές δεκαετίες πίσω. Αρχές της δεκαετίας του ’60. Φοιτητής Νομικής του ΑΠΘ, την εποχή όπου στα διδασκόμενα συγγράμματα Πολιτικής Οικονομίας η θεωρία του Μαρξ δεν ξεπερνούσε τις 12 -15 σειρές. Από το βιβλιοπωλείο Μόλχο παρήγγειλα το βιβλίο του Φράνσις Νιούτον TheJazzScene. Εκείνη την εποχή ετοίμαζα την Εισαγωγή στην τζαζ που κυκλοφόρησε το 1963 από τις εκδόσεις Διαγώνιος. Ορισμένα κεφάλαια, και ιδίως οι κατατάξεις, του Φράνσις Νιούτον με βοήθησαν ιδιαίτερα. Από τότε πέρασαν πολλά χρόνια για να δούμε την ελληνική έκδοση Η σκηνή της τζαζ (μετ. Παναγιώτης Τσήρος), από τις εκδόσεις Εξάντας το 1988. Το 1960 δεν γνωρίζαμε ότι με το ψευδώνυμο αυτό έγραφε κριτικές ο ΄Ερικ Χομπσμπάουμ. Για να πούμε την αλήθεια, ούτε τον Χομπσμπάουμ τον ξέραμε. Τον μάθαμε, οι περισσότεροι, μετά την χούντα με τους Επαναστάτες. Και πώς να φανταστεί κανείς έναν σοβαρό ιστορικό και καθηγητή πανεπιστημίου να ακούει μανιωδώς τζαζ και να εκθέτει τις απόψεις του αναφερόμενος στην τζαζ ως «ένα από τα πιο αξιοπρόσεκτα πολιτιστικά φαινόμενα του αιώνα μας» και ότι η τζαζ «δεν είναι απλώς και μόνον ένα είδος μουσικής, αλλά κάτι πολύ περισσότερο: μια μοναδική κατάκτηση και μια αξιοσημείωτη όψη της κοινωνίας μέσα στην οποία ζούμε»;
Υπάρχει και ένα άλλο βιβλίο του με τον τίτλο Ξεχωριστοί άνθρωποι και υπότιτλο «Αντίσταση, εξέγερση και τζαζ», εκδόσεις Θεμέλιο, 2001 (μετ. Παρασκευάς Ματάλας). Ο συγγραφέας επέλεξε ορισμένα από τα δοκίμια που είχαν ήδη δημοσιευθεί στις δεκαετίες του ’80 και ’90 – άλλη μια απόδειξη ότι δεν σταμάτησε ποτέ το ενδιαφέρον του για την τζαζ.
Κλείνοντας, ο΄Ερικ Χομπσμπάουμ επισημαίνει τον κίνδυνο που διατρέχει η τζαζ να απολιθωθεί, να γίνει μια άλλη εκδοχή κλασικής μουσικής ή να διατηρεί ένα μαυσωλείο νεκρωμένων στυλ, αλλά υπογράφει τις τελευταίες σειρές ως εξής: «Η τζαζ όμως έχει αποδείξει πως έχει εξαιρετικές δυνάμεις επιβίωσης και ανανέωσης μέσα σε μια κοινωνία που δεν είναι φτιαγμένη γι αυτήν και που δεν της αξίζει. Είναι πολύ νωρίς να πούμε ότι τα καύσιμά της έχουν εξαντληθεί. Πειράζει, άλλωστε, απλώς να ακούμε και να αφήσουμε το μέλλον να αποφασίσει;»
O άνθρωπος της Ιστορίας
του Μαρκ Μαζάουερ
Με τον θάνατο του Έρικ Χομπσμπάουμ χάσαμε έναν σπουδαίο ιστορικό, τον αριστοτέχνη που έγραφε σε μια ρωμαλέα και ρέουσα πρόζα, έναν διανοούμενο του οποίου οι πνευματικές αναζητήσεις και η εμβέλεια είχαν πρωτοφανές εύρος. Είχε διαβεί προ πολλού το κατώφλι της συνταξιοδότησης, όταν τον γνώρισα — πρώτα στο Birkbeck College, το πανεπιστήμιο των παλιών εργατών του πνεύματος, για τα ιδανικά των οποίων υπερηφανευόταν, και κατόπιν στις συναντήσεις του περιοδικού Past and Present, στην ίδρυση του οποίου είχε συντελέσει. Ωστόσο, παρόλο που είχε ήδη ξεπεράσει τα ογδόντα, παρέμενε εξαιρετικά δραστήριος.
Νομίζω ότι τον πρωτοσυνάντησα στον στενό διάδρομο έξω από το μικρό γραφείο που διατηρούσε για μια πεντηκονταετία στο Birkbeck, όπου ξεκίνησε να διδάσκει στα τέλη της δεκαετίας του 1940. Τον θυμάμαι αδύνατο, ελαφρά σκυφτό. Καθώς διέκρινες, κάτω από το σπορ σακάκι του, τους αδύναμους ώμους, ένιωθες ότι έπρεπε να τον προστατέψεις, όμως το συναίσθημα αυτό εξαφανιζόταν αμέσως μόλις άρχιζε να μιλάει. Ο Έρικ δεν είχε ανάγκη προστασίας, και το μυαλό του διατήρησε μια εκπληκτική ενέργεια και διαύγεια μέχρι την υστάτη στιγμή. Κι ύστερα ήταν η φωνή του –τραχιά, περίπου στρατιωτική, κι εκείνος ο τόσο χαρακτηριστικός επιτακτικός τόνος: «Εδώ που τα λέμε, δεν είναι δα και πρώτης τάξης μυαλό, ε;»– που περιέκλειε μέσα της εκείνη τη Βρετανία των μέσων του προηγούμενου αιώνα, η οποία έχει πια χαθεί, και η οποία αποτελούσε αναπόσπαστο κομμάτι του Χομπσμπάουμ όσο και η διαρκής κριτική ενασχόλησή του με τον μαρξισμό.
Βέβαια, είναι δύσκολο να σκεφτεί κανείς άλλον μαρξιστή που να άξιζε σε τέτοιο βαθμό τον τίτλο του Eταίρου της Τιμής, που του απονεμήθηκε το 1998, όσο ο Χομπσμπάουμ, καθώς ανταπέδωσε, και με το παραπάνω, στη χώρα αυτή, όσα του προσέφερε. Έφτασε στην Αγγλία μαθητής το 1933, έχοντας περάσει το μεγαλύτερο μέρος της μέχρι τότε ζωής του στη Βιέννη και το Βερολίνο (μια ιστορία που θα αφηγηθεί αργότερα στη θαυμάσια αυτοβιογραφία του Συναρπαστικά χρόνια), όπου γνώρισε την άνοδο τωνΝαζίκαι ανακάλυψε τον Μαρξ. ΣτοΚέμπριτζ, στο οποίο σπούδασε τη δεκαετία του ’30, είχε την φήμη του παντογνώστη. Την εποχή που δρούσε στον πυρήνα του Κομμουνιστικού Κόμματος, στα δωμάτια κάτω ακριβώς κάτω από το γραφείο του Βιτγκενστάιν, ο νεαρός Χομπσμπάουμ κλήθηκε να ενταχθεί στην περίφημη ομάδα των «Αποστόλων» του Καίμπριτζ. Ανήκε στην αντιφασιστική γενιά, κι από τη στιγμή που έκανε την πολιτική αυτή επιλογή παρέμεινε αφοσιωμένος σ’ αυτήν ολόκληρη τη ζωή του, και ποτέ δεν απολογήθηκε γι’ αυτό.
Η ένταξή του στο κόμμα στάθηκε εμπόδιο όταν άρχισε να αναζητά δουλειά μετά τον Πόλεμο: ακόμα και στην Αγγλία, υπήρχε μια δόση ήπιου μακαρθισμού. Το Κέμπριτζ του γύρισε την πλάτη, αλλά το Birkbeckτον καλωσόρισε. Πάνω από το εστιατόριο Γκαριμπάλντι του Σάφρον Χιλ, έγινε — μέλος μιας εξαιρετικής λέσχης της Ομάδας Ιστορικών του Κομμουνιστικού Κόμματος (CPHG).Αν σήμερα οι Βρετανοί ιστορικοί συγκαταλέγονται ανάμεσα στα πιο εξωστρεφή και κοσμοπολίτικα τμήματα του ακαδημαικού χώρου, αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην CPHG. Μετά το 1946, τα μέλη του βοήθησαν στον μετασχηματισμό ενός μουχλιασμένου κύκλου που ασχολούνταν με τους θεσμούς, τους βασιλιάδες και τις βασίλισσες, κάνοντας δημοφιλή τη μελέτη των απλών ανθρώπων και θέτοντας την κοινωνική και οικονομική ιστορία στο επίκεντρο του επαγγέλματος.
Το περιοδικό Past and Present ήταν μια όαση, ένας καλός αγωγός νέων ιδεών από το εξωτερικό. Ο επαρχιωτισμός της αγγλικής πνευματικής ζωής άρχισε να υποχωρεί. Το γεγονός ότι ο μαρξισμός αποτελούσε την πνευματική γεννήτρια αυτής της επανάστασης, όπως αρέσκονταν να λένε κάποτε οι μαρξιστές, δεν ήταν τυχαίο. Γιατί ο μαρξισμός αποτέλεσε μια φυσική γέφυρα προς άλλες κοινωνικές επιστήμες –ιδιαίτερα την κοινωνιολογία και τα οικονομικά– όπου συνέβαιναν συναρπαστικά πράγματα· κι ακόμα, ενώ καθιστούσε την Αγγλία (πατρίδα της βιομηχανικής επανάστασης) επίκεντρο της ιστορικής δράσης, την ίδια στιγμή καλλιεργούσε μια παγκόσμια οπτική.
Ο Έρικ βρισκόταν στην καρδιά όλων αυτών. Παρόλο που δεν εγκατέλειψε ποτέ το άλλο πάθος του, την τζαζ –για την οποία μας χάρισε εξαιρετικά κείμενα με το ψευδώνυμο Φράνσις Νιούτον– ταυτοχρόνως καλλιεργούσε δεσμούς με γάλλους, γερμανούς και ιταλούς ιστορικούς, διαμορφώνοντας, μέσα από αυτά, τα ενδιαφέροντα και τις ιδέες του. Ο ιστορικός που είχε πάρει το βάπτισμα του πυρός με την Ιστορία του φαβιανισμού, άρχισε τώρα να γράφει για τους ιταλούς αγρότες και τους νοτιοαμερικανούς ληστές. Κι ύστερα, ξεκίνησε την εξαιρετική τετραλογία του, το οποίο αποτελεί μέχρι σήμερα, για χιλιάδες αναγνώστες, μια συναρπαστική και ανυπέρβλητη εισαγωγή στην παγκόσμια ιστορία, από τη Γαλλική Επανάσταση μέχρι τα τέλη του 20ού αιώνα (Η εποχή των επαναστάσεων, Η εποχή του Κεφαλαίου, Η εποχή των αυτοκρατοριών, Η εποχή των άκρων).
Ξαναδιαβάζοντας αυτά τα βιβλία, μας συνεπαίρνει η συγγραφική δεινότητα του Χομπσμπάουμ. Ένα από τα δυσκολότερα πράγματα για έναν ιστορικό είναι να αρθρώσει τα επιχειρήματά του σε ρέοντα λόγο — κι αυτό ήξερε να το κάνει καλύτερα απ’ όλους. Δεν είχε ανάγκη την «αφηγηματική στροφή» στην Ιστορία, την έμφαση στη διήγηση ιστοριών. Το έργο του είναι γεμάτο ιστορίες. Αλλά οι ιστορίες του μιλούν για τάσεις, κοινωνικές δυνάμεις, και μεγάλης κλίμακας αλλαγές σε μεγάλες αποστάσεις. Το να αφηγηθεί κανείς αυτό το είδος της ιστορίας με τρόπο τόσο καθηλωτικό όσο ένα αστυνομικό μυθιστόρημα είναι μια πραγματική πρόκληση για το ύφος και τη σύνθεση. Στην τετραλογία του, ο Χομπσμπάουμ μας δείχνει πώς μπορούμε να το πετύχουμε.
Σίγουρα, κάποια κομμάτια λειτουργούν καλύτερα από άλλα. Η Εποχή των Αυτοκρατοριών παραμένει ένα επίτευγμα. Κανένας άλλος μελετητής της ευρωπαϊκής ιστορίας δεν κατάφερε να γράφει, καθισμένος στο γραφείο του, για τη Νότια Αμερική για να πεταχτεί την άλλη στιγμή στην Κίνα. Αντίθετα,Η εποχή των άκρων, ο τόμος για τον 20ό αιώνα, συγκριτικά υπολείπεται. Αυτό που διηγείται στην πραγματικότητα, είναι η αφήγηση η οποία αναδύεται πιο ανοιχτά στην αυτοβιογραφία του Χομπσμπάουμ, ενώ στην πορεία παρεμβάλλονται και οι πολιτικές του προτιμήσεις. Αλλά αν το σκεφτούμε τώρα, δεν μας εκπλήσσει σχεδόν καθόλου, ούτε αξίζει τον θόρυβο που προκάλεσε όταν κυκλοφόρησε.
Δεν πρέπει να αναζητάει κανείς στον Χομπσμπάουμ μια διαυγή εκτίμηση των ορίων του κομμουνισμού, όπως δεν θα βρει πολλά στο έργο του για τον ρόλο του φύλου στην Ιστορία (ένα άλλο τυφλό σημείο). Όλοι μας όμως έχουμε τέτοια σημεία. Ελάχιστοι όμως μπορούμε να καταφέρουμε το εκπληκτικό του επίτευγμα: τον μετασχηματισμό της Ιστορίας σ’ ένα παγκόσμιο αφήγημα, στο οποίο ο Χομπσμπάουμ ήταν πρωτοπόρος. Η κληρονομιά του είναι ζωντανή στο ακμαίο και εξωστρεφές επάγγελμα του ιστορικού· μια κληρονομιά το πιο εντυπωσιακό στοιχείο της οποίας έγκειται στο ότι προέρχεται από έναν άνθρωπο που δεν ενδιαφερόταν να δημιουργήσει δική του σχολή. Για όλους όσοι αγαπούν την ιστορία, ο θάνατός του είναι ένα πολύ θλιβερό νέο. Μακάρι τα βιβλία του να διαβάζονται για πολλά χρόνια ακόμη.
Ο μαρξισμός και ο Μαρξ του Χομπσμπάουμ
του Ντόναλντ Σασούν
Ο ύστερος Μαρξ του Χομπσμπάουμ δεν είναι ο θεωρητικός της παγκόσμιας επανάστασης και του ηγετικού ρόλου του προλεταριάτου. Eίναι ο θεωρητικός της παγκοσμιοποίησης και των κρίσεων, ένας Μαρξ χειραφετημένος, εν τέλει, από την Σοβιετική Ένωση. Ένας Μαρξ για έναν κόσμο στον οποίο υπάρχουν λίγα σημαντικά αντικαπιταλιστικά κόμματα, στον οποίο οι ελπίδες που γέννησε το 1968 (έναντι του οποίου ο Χομπσμπάουμ ήταν αρκετά επιφυλακτικός) δεν έχουν υλοποιηθεί· έναν κόσμο στον οποίο πολλοί συνηγορούν υπέρ της εγκατάλειψης του Διαφωτισμού· έναν κόσμος με ηγέτη της τελευταίας μεγάλης κοινωνικής του επανάσταση του έναν ισλαμιστή φονταμενταλιστή, τον Αγιατολάχ Χομεϊνί. Ο θρίαμβος των νεοφιλελεύθερων οικονομικών πολιτικών, ιδιαίτερα στη Δύση, αποτέλεσε ήττα της παραδοσιακής σοσιαλδημοκρατίας , αφού για την επίτευξη ακόμα και του «minimum» προγράμματός της απαιτείται ένα ισχυρό κράτος. Σύμφωνα με τον Χομπσμπάουμ, ο νεοφιλελευθερισμός προσπάθησε να καταστρέψει όχι τον κομμουνισμό (του οποίου το αδιέξοδο είχε γίνει σαφές), αλλά ακόμα και τον ρεφορμισμό των σταδίων, που υποστήριζαν ο Έντουαρντ Μπερνστάιν και οι Φαβιανοί.
Ο Χομπσμπάουμ τοποθετεί την κρίση του μαρξισμού στις κρίσιμες δεκαετίες μετά το 1980. Η κρίση δεν ήταν αμιγώς πολιτική και οικονομική, αλλά και πολιτισμική. Όλο και περισσότερο, οι μεταμοντέρνες προσεγγίσεις έπλητταν τη δυνατότητα κατανόησης των δομών της ανθρώπινης κοινωνίας· σημειώθηκε μια επιστροφή στην απλή αφηγηματική ιστορία, μια περιφρόνηση για τις γενικεύσεις και τη μελέτη της πραγματικότητας, ένας νέος σχετικισμός. Ο Χομπσμπάουμ θεωρούσε την υποχώρηση του μαρξισμού τμήμα μιας ευρύτερης αλλαγής στις κοινωνικές επιστήμες, όπου οι διανοούμενοι εγκατέλειπαν την ορθολογιστική προσπάθεια να δημιουργήσουν μια σφαιρική εικόνα της εποχής μας. Ο Χομπσμπάουμ θεωρεί ότι γι’ αυτό μεγάλο μερίδιο ευθύνης έχει η εξέγερση των διανοουμένων της δεκαετίας της δεκαετίας 1960, έναντι της οποίας ήταν πολύ κριτικός. Αντιπαθούσε τον αντι-συγκεντρωτισμό τους, την αγάπη τους για το αυθόρμητο, τη μερικότητα, τον τριτοκοσμισμό τους. […]
Κατά τη γνώμη μου, ενώ υπερεκτίμησε τη σημασία του μεταμοντέρνου ανορθολογισμού στην πολιτιστική κρίση των τελευταίων τριάντα χρόνια, είχε δίκιο στο ότι οι ολικές εξηγήσεις έχουν ξωπεταχτεί στην αποθήκη, μαζί με τον Μαρξ· αυτό όμως ισχύει κυρίως για τους διανοούμενους. Αν στρέψουμε το βλέμμα μας λίγο πιο πέρα, οι ολικές εξηγήσεις καλά κρατούν. Οι εχθροί της Δύσης εξετάζονται είτε υπό την οπτική του ανορθολογισμού (ισλαμικός φονταμενταλισμός, φανατισμός, τρομοκράτες που ονειρεύονται την αποκατάσταση του χαλιφάτου) είτε της υπεράσπισης των κεκτημένων συμφερόντων (κράτη και θεσμοί) ενάντια στον ατομικισμό της αγοράς. Ο φονταμενταλισμός της αγοράς είναι εξίσου ισχυρός, προσφέροντας μια πλήρη ερμηνεία των πάντων όσο και ο κρατισμός της παλιάς Αριστεράς. Διακηρύσσει, με επικεφαλής τον Χάγιεκ, ότι οι αποφάσεις των εκατομμυρίων καταναλωτών είναι πιο «ορθολογικές» από τις αποφάσεις των πολιτικών και των ελίτ.
Ο Χομπσμπάουμ όμως έχει δίκιο όταν επισημαίνει ότι αυτό που έχει χαθεί (προς το παρόν) είναι η πεποίθηση, την οποία συμμερίζονταν όλοι οι πρωταγωνιστές των μεγάλων επαναστάσεων του 18ου και του 19ου αιώνα (της Γαλλικής, της Αμερικανικής και της Βιομηχανικής) ότι μπορούσαν να αλλάξουν την καθεστηκυία κοινωνική τάξη, εγκαθιδρύοντας στη θέση της μια καλύτερη
Μπορεί να έχουμε χάσει, έγραφε, αλλά οι υποστηρικτές της άποψης «Αφήστε την αγορά να σαρώσει», ηγεμονικής κατά τα έτη 1973-2008, έχουν χάσει κι αυτοί. Ήταν άραγε μια παρηγοριά, καθώς πίστευε ότι η κατάσταση ήταν πρόσφορη για μια επιστροφή στον Μαρξ, τον θεωρητικό του καπιταλισμού; Ενδεχομένως. Αλλά πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη μας την προσταγή του Έρικ Χομπσμπάουμ: να παίρνουμε στα σοβαρά τον Μαρξ και, επιτρέψτε μου να προσθέσω, να παίρνουμε στα σοβαρά την Ιστορία· και να τη σώσουμε από εκείνους που την αντιμετωπίζουν σαν σούπερ μάρκετ, όπου μαζεύει κανείς κάμποσα χρήσιμα στοιχεία, γεμίζει το καλάθι του και τα χρησιμοποιεί για να δικαιώσει την πολιτική που θέλει.
Ένας κοσμοπολίτης και διεθνιστής Εβραίος
του Άνσελ Πφέφερ
Ο «Χομπσμπάουμ δεν ήταν ένας Εβραίος ιστορικός. Ήταν ένας ιστορικός που έτυχε να είναι Εβραίος», είπε ο καθηγητής Ντόναλντ Σασούν, μαθητής, φίλος και συνάδελφος του.
Ο Χομπσμπάουμ αποκαλούσε τον εαυτό του «μη εβραίο Εβραίο, «αποφεύγοντας την ταμπέλα «αυτο-μισούμενος Εβραίος». Προτίμησε να επικεντρωθεί στα επιτεύγματα των χειραφετημένων Εβραίων της Ευρώπης αντί να εγκύψει στα δεινά τους. Το 2002, στην αυτοβιογραφία του Συναρπαστικά χρόνια, έγραφε: «Δεν έχω καμία συναισθηματική σχέση με τις τελετές της θρησκείας των προπατόρων και ακόμη λιγότερο με το μικρό, μιλιταριστικό, πολιτισμικά μίζερο και πολιτικά επιθετικό έθνος-κράτος, που ζητά την αλληλεγγύη μου για φυλετικούς λόγους».
«Ήταν σίγουρα αντισιωνιστής», είπε ο Σασούν. «Χρησιμοποιούσε αυτή τη λέξη, που για τον ίδιο όμως σήμαινε ότι δεν συμμεριζόταν την ιδέα του εβραϊκού εθνικισμού για ένα εθνικά καθορισμένο κράτος στην Παλαιστίνη. Γι’ αυτόν, το να είσαι Εβραίος σήμαινε να είσαι κοσμοπολίτης και αντιεθνικιστής. Μισούσε κάθε είδος εθνικισμού, συμπεριλαμβανομένου των εβραϊκού. Ήταν κομμουνιστής, επειδή ανέκαθεν πίστευε ότι ο κομμουνισμός ήταν ένα διεθνιστικό κίνημα». […]
Η ιστορική και θεωρητική κριτική του σιωνισμού εξελίχθηκε σε σοβαρή διαφωνία με την τρέχουσα πολιτική του Ισραήλ. Τον Φεβρουάριο του 2007, ο Χομπσμπάουμ ήταν ένα από τα πρώτα ονόματα στο κείμενο που υπέγραψαν οι Ανεξάρτητες Εβραϊκές Φωνές, μια ομάδα επιφανών Εβραίων Βρετανών, οι οποίοι υποστήριζαν ότι το εβραϊκό κατεστημένο φιμώνει όσους επικρίνουν την πολιτική του Ισραήλ έναντι των Παλαιστινίων.
Όσοι γνώρισαν τον Χομπσμπάουμ, λένε ότι, παρά τη δυσφήμιση που έχουν υποστεί πολλά από όσα θεωρούνται αγγλική παράδοση, ένιωθε πολύ δεμένος με τη χώρα στην οποία ήρθε στο 1933, ότι «ένιωθε εντελώς Άγγλος». Όμως, ενώ η Αγγλία ήταν το άσυλό του και ο κομμουνισμός η ιδεολογία που ασπάστηκε, την εβραϊκή ταυτότητα δεν την είχε διαλέξει. Ίσως αυτός είναι ο λόγος που, τελικά, υπήρξε πιο γενναιόδωρος και επιεικής με τις δύο ταυτότητες που επέλεξε, ενώ επιδίωκε να επαναπροσδιορίσει τους όρους της ταυτότητας με την οποία γεννήθηκε, απαρνούμενος τη σχέση του με μια δεύτερη χώρα και μια ανταγωνιστική ιδεολογία.
Οι ξεχασμένες φωνές που ξαναζωντανεύουν
του Τρίστραμ Χαντ
Στους πρόποδες του Χάμπστεντ Χιθ, όπου ο Καρλ Μαρξ και ο Φρίντριχ Έγκελς συνήθιζαν να κάνουν τον απογευματινό τους περίπατο, βρίσκεται το σπίτι του Έρικ και της Μαρλίν Χομπσμπάουμ. Η είσοδος στο σαλόνι της οδού Νάσινγκτον, για μια συζήτηση με τον Χομπσμπάουμ, ήταν παράλληλα και ένα ταξίδι στους μεγάλους ιδεολογικούς αγώνες του 20ού αιώνα των άκρων. Εδώ οι ιδέες είχαν σημασία, η ιστορία σκοπό, και η πολιτική έπαιζε κεντρικό ρόλο.
Το εύρος του έργου και η εμβέλεια της πνεύματός του με εντυπωσίαζαν πάντα. Έως το τέλος της ζωής του, επέμεινε να συναντά διανοούμενους, ποτέ δεν απέτυχε να «βασανίσει» έναν αντίπαλο και συνέχισε να γράφει. Σε ένα απογευματινό τσάι με τον Χομπσμπάουμ η συζήτηση θα μπορούσε να απλωθεί από τα επιτεύγματα του προέδρου Λούλα στη Βραζιλία και τα όρια του Ισάια Μπερλίν ως ιστορικού, μέχρι την κατάρρευση του Κομμουνιστικού Κόμματος στη Δυτική Βεγγάλη και το τι έπρεπε να είχε κάνει ο Ραλφ Μίλιμπαντ με τους γιους του, τον Ντέιβιντ και τον Εντ.
Ωστόσο, το σημαντικότερο επίτευγμα της ζωής του ήταν η αναμόρφωση της μελέτης της βρετανικής Ιστορίας. Ήταν μέλος της μεταπολεμικής γενιάς, η οποία κατόρθωσε να ξεφύγει από τη στενομυαλιά και τον στείρο εμπειρισμό, φωτίζοντας το παρελθόν με νέους τρόπους — από την μελέτη της Ιστορίας της κοινωνικής διαμαρτυρίας έως την επινόηση της παράδοσης και της επίδρασης της τζαζ. Για τον Χομπσμπάουμ, η ιστορία έπρεπε να αποτελεί κομμάτι της συζήτησης για το παρόν. […]. Η σημαντικότερη συμβολή του στην ιστοριογραφία της χώρας ήταν η εισαγωγή της μελέτης των κοινωνικών τάξεων και της οικονομίας στο βρετανικό πανεπιστήμιο. Η συμμετοχή του στην ομάδα ιστορικών του Κομμουνιστικού Κόμματος και η σχέση του με τη γαλλική σχολή των Annales τον οδήγησε να τονίσει το ρόλο της κοινωνικής ιστορίας και των κοινωνικών δομών σε κάθε εγχείρημα κατανόησης του παρελθόντος. Η κοινωνική Ιστορία, για τον Χομπσμπάουμ, έπρεπε να αποτελεί μέρος του ευρύτερου πολιτικού σχεδίου της Αριστεράς, δίνοντας ξανά ζωή σε ξεχασμένες φωνές και τοποθετώντας τη βιωμένη πραγματικότητα των ανθρώπων στο επίκεντρο. Ωστόσο, ο Χομπσμπάουμ δεν υπήρξε ποτέ χοντροκομμένος υλιστής: πίστευε πάντα στη σημασία της Ιστορίας των ιδεών·και, πάνω απ’ όλα, του μαρξισμού.
Ήταν ένας απ’ τους σπουδαιότερους μαρξιστές διανοητές. Την πρώτη μέρα, της πρώτης εβδομάδας του μαθήματός μου για τον μαρξισμό στο πανεπιστήμιο, δίνω στους φοιτητές να διαβάσουν Χομπσμπάουμ. Εξήγησε τις διανοητικές καταβολές, την ιστορική λειτουργία και τις αποτυχίες του μαρξισμού στη διάρκεια του 20ού αιώνα όσο λίγοι. Βέβαια, υπήρξε και ο ίδιος ένας ιδεολόγος — γράφοντας στο τέλος της ζωής του: «Εξακολουθώ να θεωρώ εύλογη την υπέρβαση του καπιταλισμού». Και η παρούσα κρίση του καπιταλισμού τον έκανε ακόμα πιο ένθερμο στους ιδεολογικούς τους προσανατολισμούς.
Στην τελευταία μας συνέντευξη, όταν η συζήτηση ήρθε στο ότι συνέχισε να είναι μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος ακόμη και μετά τη σοβιετική εισβολή στην Ουγγαρία το 1956, αρνήθηκε να μπει στη λογική της μετάνοιας. Ως ιστορικός, απαίτησε να γίνει κι ο ίδιος κατανοητός μέσα στο δικό του πλαίσιο: ως κάποιος που διαμόρφωσε την πολιτική του ταυτότητα τη δεκαετία του 1930, όταν ο αγώνας απέναντι στον φασισμό διεξαγόταν καθημερινά στους δρόμους της Βιέννης και οι κομμουνιστές βρίσκονταν στη σωστή πλευρά της Ιστορίας. Ποτέ δεν επιδίωξε, όπως ο ίδιος έθετε το ζήτημα, «συμφωνία, αποδοχή ή συμπάθεια». Η στάση του αποτελούσε μέρος του ποιος ήταν — και αυτό ήταν όλο.
Αν όλα τα παραπάνω τον κάνουν να μοιάζει ένας στρυφνός μαρξιστής καθηγητής, η εικόνα απέχει παρασάγγας από την αλήθεια. Ο Χομπσμπάουμ αγαπούσε τις πολιτικές και ακαδημαϊκές συζητήσεις, παρέα με ένα ποτήρι βότκα με τόνικ· απολάμβανε μια καλή παρουσίαση βιβλίου· ήταν χαρισματικός ομιλητής σε δημόσιες εκδηλώσεις και φεστιβάλ (ιδίως έπειτα από ένα ποτήρι ουίσκυ)· και αποκάλυπτε τον εαυτό του στη μεγάλη και λατρεμένη του οικογένεια.
Είδα για τελευταία φορά τον Χομπσμπάουμ σε ένα γεύμα προς τιμήν του και προς τιμήν του Hugh Thomas, του σπουδαίου μελετητή της Ιστορίας της Ισπανίας, στη Βουλή των Κοινοτήτων. Εκεί, εξέφρασε την απεριόριστη ευγνωμοσύνη για τον τρόπο που η Βρετανία τον υιοθέτησε τη δεκαετία του 1930, υπερασπίστηκε με μπρίο τη γενική ορθότητα του έργου του. Την ώρα του καφέ, ο Έντ Μίλιμπαντ ήρθε να υποβάλει τα σέβη του και, σε ένα συνδυασμό Ιστορίας και πολιτικής, προέβη σε μια αποτίμηση του παρελθόντος όπως αυτό εκβάλλει στις πράξεις του σήμερα — μια επιβεβαίωση του έργου του Χομπσμπάουμ. Αλλά ο Χομπσμπάουμ, όντας πάντα ο Χομπσμπάουμ, διαμαρτυρήθηκε αμέσως ότι ο Εντ δεν είναι αρκετά ριζοσπάστης. Υπήρχε πολλή δουλειά που έπρεπε να γίνει, περισσότερη κριτική, περισσότερη κατανόηση. Ο Χομπσμπάουμ υπήρξε ένας γίγαντας του Διαφωτισμού, και ο θάνατός του μας θυμίζει πόσο έχουμε πια απομακρυνθεί από τον 20ό αιώνα, με όλες τις συναπαγωγές του.