Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2012

Το «Plan B»

Το «Plan B»FREE photo hosting by Fih.gr
Ο Σύριζα έχει διακηρύξει σταθερά και επανειλημμένα ότι εφόσον κληθεί να αναλάβει τις τύχες της διακυβέρνησης της χώρας θα προβεί άμεσα στην κατάργηση των μνημονίων και θα επαναδιαπραγματευθεί τη δανειακή σύμβαση. Ότι θα αντικαταστήσει το μνημόνιο με ένα πρόγραμμα προοδευτικών κοινωνικών μεταρρυθμίσεων και παραγωγικής ανασυγκρότησης. Με την ισχυρή παρέμβαση του δημόσιου-κοινωνικού τομέα. Με ένα γενναίο πρόγραμμα άμεσων δημόσιων επενδύσεων, οι οποίες μάλιστα θα πρέπει, τουλάχιστον για ένα μεταβατικό διάστημα, να μην προσμετρώνται στο δημοσιονομικό έλλειμμα. Με ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών και ανάκτησή τους υπό δημόσιο-κοινωνικό έλεγχο ως βασικών εργαλείων άσκησης οικονομικής πολιτικής.
Μοσχοχωρίτου Όλγα - Αντωνίου Βαγγέλης

Η κυβέρνηση της αριστεράς, με την ενεργητική στήριξη μιας ισχυρής κοινωνικής πλειοψηφίας, λοιπόν, ως πρώτο βήμα της θα νομοθετήσει την κατάργηση των μνημονίων, προχωρώντας επίσης στο ξήλωμα των μηχανισμών της επιτροπείας και θα συγκροτήσει μια δυνατή ομάδα για να διαπραγματευθεί με τους εταίρους, στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών θεσμών, τις δανειακές συμβάσεις. Με άλλα λόγια τη συνέχιση με μη επαχθείς όρους της χρηματοδότησης.
Σενάριο Α: Οι διεθνείς συγκυρίες, οι ευρωπαϊκοί συσχετισμοί ευνοούν τη σύμπηξη μετώπου των χωρών του Νότου, η συνεκτίμηση του μεγάλου κόστους του κέντρου από την πιθανή έξοδο μιας χώρας από το σύστημα του ευρώ, όλα αυτά και άλλα ακόμη οδηγούν τη διαπραγμάτευση σε αίσια έκβαση. Διαγράφεται μεγάλο μέρος του χρέους, η πρόταση για μορατόριουμ πληρωμής τόκων γίνεται αποδεκτή, προωθούνται σε ευρωπαϊκό επίπεδο μηχανισμοί αμοιβαιοποίησης των χρεών, η ΕΚΤ γίνεται δανειστής χωρών τελευταίας καταφυγής και η Μέρκελ αποδέχεται να χρηματοδοτεί τα ανορθωτικά μας προγράμματα.
Σενάριο Β: Αμέσως μετά την ανάληψη των καθηκόντων από την κυβέρνηση της αριστεράς, η Μέρκελ και τα ευρωπαϊκά διευθυντήρια, βάζουν μπροστά το σενάριο «Ιφιγένεια», προς τιμωρητικό παραδειγματισμό οιουδήποτε απείθαρχου. Διαμηνύουν στον Αλέξη Τσίπρα να μην μπει καν στον κόπο να ταξιδέψει στην Ευρώπη. Διακόπτουν πάραυτα τη διασωλήνωση της χώρας και προκαλούν ατάκτως την περιβόητη GREXIT. Οι υγειονομικές τους ζώνες – που, βεβαίως, δημιουργήθηκαν και εξαιτίας της απίστευτης υποτέλειας του ελληνικού αστικού πολιτικού προσωπικού – αποδεικνύονται επαρκείς, παρέχοντας τον απαραίτητο χρόνο και τα περιθώρια ελιγμών και διορθωτικών κινήσεων. Έχουν, άλλωστε, από την πλευρά τους έτοιμα αρκετά εναλλακτικά σχέδια αντιμετώπισης της ευρωζωνικής κρίσης. Σε κάθε περίπτωση ο ακρωτηριασμός είναι προτιμότερος από την εξάπλωση του καρκινώματος. Και το πολιτικό μήνυμα προς στο εσωτερικό της ΖτΕ αλλά και προς τις διεθνείς χρηματαγορές είναι τόσο δραστικό, που ισχυροποιεί – έστω και πρόσκαιρα, αλλά πάντως αποφασιστικά - το ευρωπαϊκό κέντρο.
Όπως είναι γνωστό, ανάμεσα στο άσπρο και το μαύρο, υπάρχουν τεράστιες περιοχές του γκρι. Και στην πραγματική ζωή, στην ταξική πάλη, οι αντιθέσεις και οι συγκρούσεις δεν είναι «μονόχρωμες», σπάνια έχουν ευθύγραμμη, μονοσήμαντη έκβαση. Γι’ αυτό λοιπόν το πρώτο σενάριο “is too good to be true” ενώ το δεύτερο θεωρείται από πολλούς έγκυρους αναλυτές υπερβολικά ακραίο.
Επιχειρώντας να περιγράψουμε τις σκηνές του μέλλοντός μας, με όση δόση αβεβαιότητας δικαιολογείται για την περίσταση, θεωρούμε ότι θα ζήσουμε για ένα μάλλον όχι και τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, ακροβατώντας κυριολεκτικά πάνω σε τεντωμένο σκοινί. Οι «εταίροι» μας θα ασκήσουν απίστευτους εκβιασμούς, με το όπλο φυσικά της χρηματοδότησης, αφού τα «κλειδιά» βρίσκονται στις Βρυξέλες και τη Φρανκφούρτη, υποβάλλοντας το λαό και τη χώρα στο μαρτύριο της σταγόνας. Ταυτόχρονα θα ενισχύουν ανοιχτά και απροκάλυπτα το εσωτερικό μέτωπο της αντίδρασης, το οποίο με τη σειρά του θα αποδυθεί σ’ ένα λυσσώδη αγώνα ρεβανσιστικής ανατροπής. Στο βαθμό μάλιστα που η κυβέρνηση της αριστεράς δεν θα έχει τους πόρους να προχωρήσει στην άμεση και γενναία ανακούφιση του λαού και στις απαραίτητες ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις, τα ερείσματα του αντιδραστικού μπλοκ σε λαϊκά, μικροαστικά και μεσαία στρώματα αντικειμενικά θα ενισχύονται. Κάποιος, είχε γράψει σχετικά πρόσφατα, πολύ εύστοχα, πως η πίεση που θα ασκηθεί από τα εξωτερικά και εσωτερικά κέντρα ισχύος στην κυβέρνηση της αριστεράς θα έχει πολλαπλάσια σφοδρότητα απ’ αυτή που είχε ασκηθεί στη Χιλή του Αλιέντε.
Και φυσικά, οι δολιχοδρομίες που κρύβονται στις καμπές της περιδίνησης της παγκόσμιας – αλλά και ευρωζωνικής – καπιταλιστικής κρίσης, δεν αποκλείουν, ίσα-ίσα καθιστούν πιθανότατο το ενδεχόμενο να επισυμβεί ανά πάσα στιγμή, ακαριαία, οποιοδήποτε απροσδόκητο μοιραίο «ατύχημα».
Συνεπώς, οι δυνάμεις της ριζοσπαστικής αριστεράς και το λαϊκό κίνημα οφείλουν - από χθες κιόλας - να προετοιμάζονται πάνω στο «plan B». Όχι μόνο για την αξιοποίησή του ως διαπραγματευτικού όπλου αλλά ως απαραίτητου εργαλείου ανάσχεσης και αποτροπής των πλέον αρνητικών συνεπειών και του καταστροφικού πανικού, εξαιτίας της ανά πάσα στιγμή πιθανότητας να διαρρηχθούν οι σχέσεις της χώρας με το ευρωπαϊκό κέντρο.
Το εναλλακτικό αυτό σχέδιο, το σχέδιο Β, όπως έχει επικρατήσει να αποκαλείται σε κάποιου τύπου σύγχρονους αστικούς μύθους, οφείλει να απαντά με επάρκεια στα ερωτήματα: Τι θα συμβεί στην περίπτωση που μας κόψουν τη χρηματοδότηση; Πώς θα καλυφθεί το πρωτογενές έλλειμμα; Πώς θα ανακεφαλαιοποιήσουμε τις χρεοκοπημένες τράπεζες, πώς θα κάνουμε την απαραίτητη σεισάχθεια; Πώς θα χρηματοδοτήσουμε την παραγωγική ανασύνταξη; Πώς θα πολεμήσουμε την ανεργία; Πώς θα ζωντανέψουμε την εγχώρια ζήτηση; Πώς θα αποκαταστήσουμε – έστω και εν μέρει στην αρχή – τις απώλειες στα μεροκάματα, τους μισθούς, τις συντάξεις, τα επιδόματα; Πως θα αναστήσουμε τις κοινωνικές υποδομές;
Οι απαντήσεις δεν είναι απλές ή μονοσήμαντες. Όπως είδαμε όμως, δεν μπορεί να συγκροτεί απάντηση η λογική ότι θα επιτύχουμε οπωσδήποτε έναν αξιοπρεπή συμβιβασμό με το ευρω-διευθυντήριο, στον οποίο υποτίθεται ότι η Μέρκελ θα αποδεχθεί να χρηματοδοτεί τα προγράμματα μιας ριζοσπαστικής αριστερής κυβέρνησης. Κι αν όχι, τότε τι; Θα οδηγηθούμε σε παραίτηση ή σε διολίσθηση από το πρόγραμμά μας, όπως ακριβώς επικεντρώνουν όλα τα πυρά του αστικού μπλοκ και των διαμορφωτών της κοινής γνώμης; Μα αυτό θα είναι στρατηγική ήττα, χωρίς να δώσουμε καν τη μάχη. Κι εν πάσει περιπτώσει θα πρέπει να κριθεί μέσα από ευρεία λαϊκή διαβούλευση αλλά και εσωκομματική πλατειά διαδικασία το αποτέλεσμα του όποιου δυνητικού συμβιβασμού. Γιατί θεωρούμε πως υπάρχουν δυνάμεις στην αριστερά αλλά και στο λαό που σε καμία περίπτωση δεν θα αποδεχθούν να αυτο-ακυρωθούν σε μια πορεία διαχείρισης ενός ηπιότερου μνημονίου.
Οι απαντήσεις δεν μπορούν, επίσης, να δοθούν μόνο στη βάση του οικονομισμού. Ασφαλώς και θα πρέπει να διαθέτει το σχέδιο Β οικονομοτεχνική επάρκεια, αλλά ταυτόχρονα οφείλει να λαμβάνει υπόψη του – και μάλιστα σε μια δυναμική - τις πολιτικές, γεωπολιτικές, κινηματικές παραμέτρους. Και κυρίως, να μιλήσουμε ανοιχτά με τον κόσμο, έπρεπε να έχουμε αρχίσει να το κάνουμε από χτες κιόλας. Γιατί η επιτυχία του όποιου σχεδίου Α, Β, Γ και πάει λέγοντας, θα κριθεί κυρίως από την ύπαρξη και την ενεργητική στήριξη ενός ισχυρού εσωτερικού κοινωνικοπολιτικού μετώπου.
Ας επιχειρήσουμε, λοιπόν, να δώσουμε κάποιες απαντήσεις, όχι ως θέσφατα αλλά ως βάση για περαιτέρω συζήτηση, διόρθωση, εμπλουτισμό. Απευθύνοντας πρόσκληση προς όλα τα ρεύματα της αριστεράς ότι η συζήτηση αυτή πρέπει επιτέλους να ανοίξει.
1. Στην περίπτωση που ναυαγήσουν οι διαπραγματεύσεις στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών θεσμών και επισυμβεί η διακοπή της χρηματοδότησης, η κυβέρνηση της αριστεράς οφείλει, ως πρώτη δυναμική κίνηση, να απευθυνθεί σε όλους τους λαούς του κόσμου και να διακηρύξει ότι η πολιτική της συνιστά «νόμιμη άμυνα» έναντι των κυρίαρχων κύκλων της ΟΝΕ, που αποτελούν τον κοινό ταξικό εχθρό, προσβλέποντας και επιδιώκοντας την ανάπτυξη ενός μεγάλου διεθνιστικού, πριν απ’ όλα ευρωπαϊκού, κινήματος αλληλεγγύης και συνεργασίας.
2. Από σήμερα, από χθες κιόλας, θα πρέπει ο τομέας των διεθνών σχέσεων του Σύριζα να ενισχυθεί αποφασιστικά. Και επιτέλους να πάψουμε να αλληθωρίζουμε μόνο προς βορειοδυτική κατεύθυνση. Με την επίγνωση πως σήμερα δεν υπάρχει ένα ανταγωνιστικό προς το καπιταλιστικό κέντρο συγκροτημένο στρατόπεδο αλλά με την κατανόηση της πολυπολικότητας του σημερινού κόσμου, που αναδεικνύει προβλήματα αλλά και δυνατότητες. Όχι για να πάρουμε δάνειο π.χ. από τον Πούτιν αλλά για να ανιχνεύσουμε δυνατότητες διμερών εμπορικών συναλλαγών, στη βάση της αμοιβαίας ωφέλειας και για να προετοιμαστούμε για την άσκηση μιας ενεργητικής, φιλειρηνικής εξωτερικής πολιτικής στην ευρύτερη περιοχή μας.
3. Στο αμιγώς οικονομικό πεδίο: Η επιβολή κάποιου είδους μονομερούς ενέργειας επί των πληρωμών του χρέους (άρνηση, παύση πληρωμών, μορατόριουμ κλπ.), που περιλαμβάνεται έστω και ατελώς στο πρόγραμμά μας, είναι αναγκαία, όχι όμως από μόνη της ικανή προϋπόθεση για την εξασφάλιση των αναγκαίων πόρων χρηματοδότησης των ανορθωτικών και προοδευτικών προγραμμάτων. Όπως επίσης και η δικαιότερη κατανομή των φορολογικών βαρών, σε μια αγορά που έχει «στεγνώσει» και σε συνθήκες βαριάς ύφεσης, είναι βέβαιο ότι ελάχιστα θα αποδώσει.
4. Συνεπώς, η έκδοση νομίσματος, η εθνικοποίηση της ΤτΕ, η ανάκτηση οικονομικών εργαλείων και η εφαρμογή αυστηρών, προστατευτικού χαρακτήρα, ελέγχων και περιορισμών, φαντάζει μονόδρομος. Η «αγωνία» διαφόρων κύκλων για την έκρηξη δήθεν του πληθωρισμού, σε συνθήκες τέτοιας ξηρασίας, θυμίζει αυτόν που φοβάται ότι θα πλημμυρίσει η έρημος με ένα κουβά νερό.
5. Η νομισματική πολιτική, στο πρώτο δύσκολο μεταβατικό στάδιο, θα πρέπει, κατά τη γνώμη μας, να περιλαμβάνει τα εξής στοιχεία: α) διατήρηση του πλεονεκτήματος καθορισμού διοικητικής – και όχι ελεύθερα διαμορφούμενης στις αγορές – ισοτιμίας, με αξιοποίηση των πρόσφατων εμπειριών (Αργεντινή, Ρωσία) ώστε να μη χαθεί κρίσιμος χρόνος και πολύτιμοι πόροι για τη στήριξη μιας «σκληρής» ισοτιμίας, β) χτύπημα της διπλής κυκλοφορίας και αυστηρά μέτρα επιβολής του εθνικού νομίσματος σε όλες τις εγχώριες συναλλαγές.
6. Η εισαγωγή του εθνικού νομίσματος θα ανακοινωθεί χωρίς προειδοποίηση (μέσα σε ένα Σαββατοκύριακο) και οι τράπεζες θα παραμείνουν κλειστές για ένα μικρό χρονικό διάστημα. Ταυτόχρονα θα ανακοινωθούν μέτρα ελέγχου στην κίνηση κεφαλαίων.
Η ανάκτηση του νομισματικού εργαλείου δεν είναι ασφαλώς το μόνο αλλά τουλάχιστον είναι το απολύτως απαραίτητο μέσο για να επιτευχθεί όχι μόνο η αναγκαία και επείγουσα χρηματοδότηση των ελλειμμάτων αλλά και η υλοποίηση ενός μεγάλου προγράμματος δημόσιων επενδύσεων. Το οποίο θα πρέπει να αποτελέσει βασικό, βραχυπρόθεσμης απόδοσης και μεσο-μακροπρόθεσμης πνοής, εργαλείο, για την αποτελεσματική αναστροφή του καλπασμού της ανεργίας και την ανακοπή του φαινομένου της επιστημονικής μετανάστευσης. Το πρόγραμμα αυτό πρέπει να εκπονηθεί άμεσα, από χθες κιόλας, να εξειδικευθεί κατά κλάδους, να ποσοτικοποιηθεί και να προσδιοριστεί σε ενδιάμεσους αλλά και επιμέρους στόχους, που θα ελέγχονται αυστηρά και να προβλεφθούν εξαρχής οι μηχανισμοί άμεσης διόρθωσης και επίκαιρης προσαρμογής του. Να περιλαμβάνει οπωσδήποτε ένα ακόμη πιο άμεσης απόδοσης ενδιάμεσο πρόγραμμα δημιουργίας εκατοντάδων χιλιάδων θέσεων εργασίας, χρηματοδοτούμενο από άμεσες δημόσιες επενδύσεις, σε τομείς έντασης εργασίας, όπως οι υποδομές και οι κοινωνικές υπηρεσίες.
Η κατεύθυνση του προγράμματος παραγωγικής ανασυγκρότησης, στο πρώτο μεταβατικό διάστημα, θα πρέπει να στοχεύσει κυρίως στην άμεση ανόρθωση των κλάδων που μπορούν σε ελάχιστο χρόνο να ανακτήσουν την εσωτερική ζήτηση – και δευτερευόντως στις εξαγωγές. Για μια σειρά κρίσιμους κλάδους και δραστηριότητες αυτό θεωρούμε ότι είναι απόλυτα εφικτό και μάλιστα πολύ σύντομα, μέσω των εργαλείων του νέου υποτιμημένου νομίσματος – στην πραγματικότητα πρόκειται για μια διαδικασία διόρθωσης της πραγματικής ισοτιμίας του - και των εθνικοποιημένων τραπεζών. Στη δεύτερη, μεσοπρόθεσμη φάση, θα πρέπει να υπάρξει κεντρικός και περιφερειακός σχεδιασμός και πρόγραμμα ανασυγκρότησης του δευτερογενούς τομέα (κλαδική βιομηχανική πολιτική στη μεταποίηση, τη βαριά βιομηχανία, την κατασκευή μηχανών, εξαρτημάτων, ανταλλακτικών κλπ.) πάντα στην κατεύθυνση της αυτοδυναμίας – όχι απαραίτητα της αυτάρκειας.
Ας έχουμε επίγνωση ότι κάθε μήνας που περνάει καθιστά ακόμη δυσκολότερη την προσπάθεια ανόρθωσης, ενώ λύσεις χωρίς κοινωνικό κόστος απλά δεν υπάρχουν. Εδώ που είμαστε οι προοπτικές είναι δύο: η μία μέσα στην ευρωζώνη, με προδιαγεγραμμένη την έκβαση υπέρ του κεφαλαίου και συντριβή των δυνάμεων της εργασίας και η αντίστροφη, που αφήνει ανοιχτή στους συσχετισμούς της ταξικής πάλης τη διέξοδο υπέρ των λαϊκών συμφερόντων.
Οι αποταμιεύσεις, που θα δραχμοποιηθούν, θα προστατευθούν με κρατική εγγύηση, ενώ θα ήταν σκόπιμη και η πριμοδότησή τους, σε αντίστροφη αναλογικότητα με το ύψος τους. Άλλωστε, στη θέση του άκρατου καταναλωτισμού και της πλαστικής φούσκας, η κυβέρνηση της αριστεράς θα πρέπει να καλλιεργήσει και να ενισχύσει το θεσμό της αποταμίευσης της λαϊκής οικογένειας. Στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει να προωθηθούν και μέτρα για το δημόσιο, βραχυπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο, εσωτερικό δανεισμό. Και να εκπονηθεί μια ολοκληρωμένη πολιτική επιτοκίων.
Οι αξίες των ακινήτων ασφαλώς θα εκφράζονται σε – υποτιμημένη – δραχμή και συνεπώς θα υποστούν πραγματική υποτίμηση. Αυτή όμως η απαξίωση συντελείται και σήμερα, με μαθηματική βεβαιότητα ότι θα οδηγήσει σύντομα σε ακόμη μεγαλύτερη πραγματική υποτίμηση των αξιών τους, ειδικά για τα εκτεταμένα στη χώρα μας στρώματα μικρών και μεσαίων ιδιοκτητών, μέσω της διαδικασίας της εσωτερικής υποτίμησης και των χαρατσιών. Κυρίως όμως μέσω της πολιτικής των τραπεζών, δεδομένης μάλιστα της εκτεταμένης ιδιοκτησίας μέσω δανεισμού, αφού οι εγγεγραμμένες υποθήκες είναι πολλαπλάσιου ύψους από την τρέχουσα εμπορική αξία των ακινήτων, που βαίνει συνεχώς μειούμενη.
Οποιαδήποτε προσπάθεια, περιλαμβανόμενης της ανάκτησης του νομισματικού εργαλείου, είναι βέβαιο ότι θα είναι αλυσιτελής, αν η κυβέρνηση της αριστεράς δεν προχωρήσει ταυτόχρονα: στην εθνικοποίηση των τραπεζών, στην προώθηση μεταρρυθμίσεων αντίστροφων της «απορρύθμισης» και «φιλελευθεροποίησης» στο χρηματοπιστωτικό τομέα και αν δεν προβεί σε εκτεταμένη σεισάχθεια. Η γενναία διαγραφή χρεών νοικοκυριών και επιχειρήσεων είναι μέτρο εκ των ουκ άνευ αναγκαίων για την επανεκκίνηση της οικονομίας. Και θα πρέπει να κατανοηθεί ότι το δραστικότερο εργαλείο για να επιτευχθεί η σεισάχθεια είναι ακριβώς το νομισματικό.
Θα υπάρξουν προβλήματα; Ασφαλώς ναι. Θα απαιτηθεί αρχικά – για διάστημα αρκετών μηνών ίσως – αυστηρή παρέμβαση στην αγορά και έλεγχος στη διαχείριση των συναλλαγματικών αποθεμάτων. Προβλήματα που συνδέονται με την προσφορά εισαγόμενων ειδών πλατιάς λαϊκής κατανάλωσης (βενζίνη, γάλα, φάρμακα), θα πρέπει να αντιμετωπιστούν με την κατάλληλη προετοιμασία του λαϊκού παράγοντα, με στιβαρό χέρι στο τιμόνι και με την ενεργοποίηση κάθε διαθέσιμου, οργανωμένου, κρατικού αλλά και συλλογικού ιστού. Ιδού πεδίο δόξης λαμπρό για τις οργανώσεις μας, που θα έπρεπε να προετοιμάζονται από τώρα κι όχι κάποιοι να βιάζονται να ράψουν κοστούμια.
Είναι βέβαιο ότι θα πρέπει επίσης να γίνει σοβαρή, επιστημονικά υποστηριγμένη, καμπάνια ενημέρωσης για την υιοθέτηση καταναλωτικών – διατροφικών κυρίως – προτύπων, συμβατών με τα προϊόντα στα οποία η χώρα διαθέτει σχετική επάρκεια (λ.χ. κατανάλωση αιγοπρόβειου κρέατος έναντι του βόειου). Και άμεσες, απτές προσπάθειες ενεργοποίησης των εγχώριων παραγωγικών δυνατοτήτων, στην κτηνοτροφία, την παραγωγή σιτηρών, την παραγωγή γενόσημων φαρμάκων, την εκμετάλλευση των ενεργειακών αποθεμάτων, την αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου, τα ναυπηγεία, τις κατασκευές και υποδομές, την προώθηση ποιοτικού τουρισμού και συναλλαγματοφόρων υπηρεσιών.
Η πορεία αυτή, παρά τις βραχυπρόθεσμες δυσκολίες, πολύ σύντομα θα κάνει ορατό το γεγονός ότι κάθε εβδομάδα, κάθε μήνας που θα περνάει θα είναι καλύτερος, έστω και λίγο, από τον προηγούμενο. Για τον άνεργο, το νέο επιστήμονα, τον επισφαλώς απασχολούμενο, το μισθοσυντήρητο, το συνταξιούχο, τον κόσμο του μόχθου, που η έγνοια του είναι η σκληρή καθημερινότητα της επιβίωσης, αλλά και τον αυτοαπασχολούμενο και το μικρομεσαίο. Όχι φυσικά γι’ αυτόν που η ονείρωξή του είναι τα ψώνια στις μπουτίκ του Μιλάνου και στα Harrods. Η σημερινή πορεία, όμως, οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στη μετατροπή της τεράστιας πλειοψηφίας της ελληνικής κοινωνίας σε ζόμπι. Και η αριστερά οφείλει να μιλήσει «ήρεμα, ήσυχα κι απλά» στον άνθρωπο του μόχθου και να του πει με ειλικρίνεια ότι θα πρέπει επιτέλους να αυτονομηθεί από τις φοβίες των «από πάνω», που έντεχνα οι κυρίαρχοι ιδεολογικοί μηχανισμοί τις διοχετεύουν στο συλλογικό υποσυνείδητο. Στο χαμηλοσυνταξιούχο και τον άνεργο να σταματήσει να «συμπάσχει» με τον «αναξιοπαθούντα» επενδυτή αμοιβαίων ή τον κάτοικο της Εκάλης και του Ψυχικού, ο οποίος ξοδεύει για τη συνδρομή του στο τένις κλαμπ περισσότερα από την ετήσια σύνταξη του Ι.Κ.Α. Αυτό σε τελική ανάλυση σημαίνει ότι η αριστερά οφείλει να κάνει πολιτική με ταξικές προτεραιότητες. Όπως άλλωστε κάνει και ο αντίπαλος. Και να κερδίζει τα μικροαστικά στρώματα, όχι χαϊδεύοντας τις φοβίες τους και υποκύπτοντας σ’ αυτές, αλλά με το μόνο ρεαλιστικό τρόπο που έχει αναδείξει ιστορικά η ταξική πάλη: με το συσχετισμό δύναμης, που είναι ο καθοριστικός παράγοντας για να οδηγηθούν στη συμμαχία με τις δυνάμεις της εργασίας.
Καταλύτης γι’ αυτή την πορεία, που προσπαθούμε να σκιαγραφήσουμε έστω και σε αδρές γραμμές, θα είναι η ύπαρξη ενός ισχυρού, αρραγούς εσωτερικού μετώπου. Το οποίο θα είναι αποφασισμένο όχι μόνο να αντισταθεί στις έξωθεν πιέσεις και εκβιασμούς αλλά και να στηρίζει ενεργητικά και μαχητικά τις συγκρούσεις που θα διεξάγονται στο εσωτερικό της χώρας απέναντι στο αντιδραστικό μπλοκ. Γι’ αυτό και η κυβέρνηση της αριστεράς θα πρέπει, σε κάθε φάση, να έχει το λαό ενημερωμένο και όχι να διεξάγει μυστική διπλωματία. Κατά τη γνώμη μας, για παράδειγμα, ένα από τα πρώτα μέτρα της κυβέρνησης της αριστεράς θα πρέπει να είναι η εθνικοποίηση των ραδιοτηλεοπτικών συχνοτήτων, με απόδοσή τους σε κοινωνικούς φορείς και το σπάσιμο του μονοπωλίου της πληροφόρησης και της χειραγώγησης από το αστικό στρατόπεδο. Θα πρέπει, επίσης, να ενθαρρύνει τη συμμετοχή στις αποφάσεις με κάθε πρόσφορο μέσο, με νέους θεσμούς λαϊκής διαβούλευσης, με θεματικά, τοπικά, περιφερειακά ή και πανεθνικά δημοψηφίσματα κλπ. Και κυρίως θα πρέπει, για να διατηρεί ισχυρό και αρραγές το μέτωπο, να προχωρεί αποφασιστικά σε όλο και ριζοσπαστικότερες μεταρρυθμίσεις και όχι να οδηγείται σε συμβιβασμούς που θα δημιουργούν ρήγματα στο κοινωνικό και πολιτικό μέτωπο και εν τέλει θα ενδυναμώνουν τις θέσεις και τα αναχώματα της αντίδρασης.
Υπάρχουν σύντροφοι, που θεωρούν καλόπιστα ότι η υιοθέτηση μιας τέτοιας κατεύθυνσης οδηγεί στην εθνική αναδίπλωση και την αναβίωση των εθνικών ανταγωνισμών. Χωρίς να παραβλέπουμε την ύπαρξη εφεδρικών δυνάμεων εντός του αστισμού, που πιθανόν να επενδύσουν σ’ αυτή την προοπτική, θεωρούμε ότι η ρήξη με την ευρωζώνη, με πρωτοβουλία της κυβέρνησης της αριστεράς, είναι η μόνη γραμμή που υπηρετεί με συνέπεια τη διεθνιστική γραμμή. Θα οδηγήσει σε σπάσιμο της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας, εδώ στον αδύναμο κρίκο της και θα σηματοδοτήσει μια απελευθερωτική πορεία για όλους τους ευρωπαϊκούς λαούς. Και θα δημιουργήσει προϋποθέσεις για να υπάρξουν και στο έδαφος των χωρών του νότου κρίσιμες και χρήσιμες ανάσες συνεργασίας.
Υ.Γ. Το Γενάρη του ’45, λίγες μέρες μετά την ήττα του ΕΛΑΣ στη μάχη της Αθήνας, παραμονές της Βάρκιζας, ο στρατηγός Σκόμπι, δήλωνε: Αν δεν υλοποιήσω το σχέδιο της Κυβέρνησης της Αυτού Μεγαλειότητας, το νόμισμα θα καταρρεύσει και ο λαός θα πεινάσει. Η ομοιότητα είναι ανατριχιαστική, προφανώς όμως διόλου συμπτωματική. Στο έδαφος της σύγχρονης μεγάλης καπιταλιστικής κρίσης, σήμερα, εδώ μπροστά μας, ορθώνεται μια ανάλογη ιστορική σύγκρουση. Η κατανόηση της σφοδρότητάς της, η επίγνωση – έστω και ενστικτώδης - ότι πράγματι διακυβεύεται το ή εμείς ή αυτοί είναι φυσικό να κάνει τα πόδια όλων μας να λυγίζουν. Αυτή τη φορά, όμως, δεν μπορούμε, δεν δικαιούμαστε να διαλέξουμε το δρόμο της Βάρκιζας. Αλλά το μονοπάτι του Άρη. Και να νικήσουμε.
Μοσχοχωρίτου Όλγα
Αντωνίου Βαγγέλης