Δευτέρα, 19 Αυγούστου 2013

Περί γερμανικής κυριαρχίας (τι είναι και τι δεν είναι)

Περί γερμανικής κυριαρχίας (τι είναι και τι δεν είναι)FREE photo hosting by Fih.gr
Η Ευρώπη, η οποία υποτίθεται ότι διέπεται από την αρχή της ισότητας των λαών, βρίσκεται σήμερα κάτω από την κυριαρχία ενός μόνο εξ αυτών - με τη σιωπηρή ανοχή, είναι αλήθεια, του άτολμου "ισότιμου εταίρου" της, της Γαλλίας. Έτσι, διαμορφώνεται η παρούσα θλιβερή ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Ωστόσο, χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή όταν αναφερόμαστε στη "γερμανική κυριαρχία", γιατί ακόμη κι αν το γεγονός αυτό καθεαυτό επιβεβαιώνεται, η κατανόησή του χρήζει περαιτέρω εξηγήσεων. Και πρώτα απ' όλα τι εννοούμε "η Γερμανία"; Διότι δεν είναι πάντοτε οι ίδιες οντότητες που αλληλεπιδρούν με τους διάφορους παράγοντες που καθορίζουν την ιδέα της "κυριαρχίας". Αναφερόμαστε, για παράδειγμα, στη βιομηχανική κυριαρχία; Αν ναι, τότε δεν μιλάμε για την κυριαρχία της Γερμανίας-έθνους αλλά της Γερμανίας - κεφαλαίου, δηλαδή του γερμανικού κεφαλαίου, γεγονός που συνεπάγεται αρκετές διαφορές.
*Ο Frédéric Lordon είναι οικονομολόγος, συγγραφέας του "Jusqu'à quand? Pour en finir avec les crises financières", Raisons d'agir, Παρίσι.

Με κύριο άξονα την επικείμενη εκδίκαση στη Γερμανία της συνταγματικότητας των προγραμμάτων Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας και Οριστικών Νομισματικών Συναλλαγών, ο Frédéric Lordon διερευνά τη γερμανική οικονομική ηγεμονία στην Ευρωζώνη και αποκαλύπτει τα τρωτά της σημεία: όχι μόνο την αδυναμία της αλλά και -αναπάντεχα- την απροθυμία της να ηγεμονεύσει.
Έχει, άραγε, σκοπό να συνειδητοποιήσει, κάπως σύντομα, η Γερμανία την κλιμακούμενη δυσαρέσκεια που επικρατεί όχι μόνο στον ευρωπαϊκό Νότο - τον οποίο, ούτως ή άλλως, απαξιώνει λόγω κάποιου είδους "οικονομικού ρατσισμού" - αλλά και στην καρδιά της Ευρώπης και ιδιαίτερα στη Γαλλία; Γιατί, όσο κι αν εκθειάζεται η ιερότητα του "γαλλογερμανικού άξονα", είναι αναπόφευκτο να μην αναδυθούν κάποιες επώδυνες αλήθειες, αρχικά στο περιθώριο, όπου σχετικά εύκολα μπορεί να αμφισβητηθούν, αλλά σύντομα πολύ ευρύτερα στο προσκήνιο. Η Ευρώπη, η οποία υποτίθεται ότι διέπεται από την αρχή της ισότητας των λαών, βρίσκεται σήμερα κάτω από την κυριαρχία ενός μόνο εξ αυτών - με τη σιωπηρή ανοχή, είναι αλήθεια, του άτολμου "ισότιμου εταίρου" της, της Γαλλίας. Έτσι, διαμορφώνεται η παρούσα θλιβερή ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Ωστόσο, χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή όταν αναφερόμαστε στη "γερμανική κυριαρχία", γιατί ακόμη κι αν το γεγονός αυτό καθεαυτό επιβεβαιώνεται, η κατανόησή του χρήζει περαιτέρω εξηγήσεων.
Και πρώτα απ' όλα τι εννοούμε "η Γερμανία"; Διότι δεν είναι πάντοτε οι ίδιες οντότητες που αλληλεπιδρούν με τους διάφορους παράγοντες που καθορίζουν την ιδέα της "κυριαρχίας". Αναφερόμαστε, για παράδειγμα, στη βιομηχανική κυριαρχία; Αν ναι, τότε δεν μιλάμε για την κυριαρχία της Γερμανίας-έθνους αλλά της Γερμανίας-κεφαλαίου, δηλαδή του γερμανικού κεφαλαίου, γεγονός που συνεπάγεται αρκετές διαφορές. Οι γερμανικές επιχειρήσεις, έρμαια της τάσης τους για ανάπτυξη ως χαρακτηριστικές οικονομικές οντότητες και σε αυτό όμοιες με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, προσπαθούν να εξοντώσουν τους αντιπάλους τους, δίνοντας μάχη για την κατάκτηση του μεγαλύτερου μεριδίου της αγοράς, όπως υπαγορεύει η απλή λογική του κεφαλαίου (το οποίο δεν έχει πατρίδα)[1], αναζητώντας συστηματικά το συγκριτικό πλεονέκτημα που θα τους εξασφαλίσει την οικονομική υπεροχή. Δεν απαιτείται, λοιπόν, καμία επιπρόσθετη υπόθεση εργασίας για να επιβεβαιωθεί το γεγονός αυτό, ούτε απαιτείται η επίκληση κάποιας τάσης εθνικής κυριαρχίας, διότι η τάση κυριαρχίας είναι σύμφυτη με τη λογική του κεφαλαίου και διοχετεύεται από τις ιδιωτικές καπιταλιστικές οντότητες. Άρα, αναμφισβήτητα υπάρχει επίδειξη ισχύος από την πλευρά κάποιων γερμανικών καπιταλιστικών πόλων, αλλά χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η κίνηση αυτή αποτελεί μέρος κάποιου ευρύτερου εθνικού σχεδίου.
Ωστόσο, τίποτα από τα παραπάνω δεν αποκλείει το γεγονός ότι, πέρα από τις ιδιωτικές καπιταλιστικές οντότητες, και η ίδια η Γερμανία, ως εθνικό κράτος, να επιχειρεί να αναδείξει και να προβάλλει τη σημερινή της κυριαρχία. Αλλά με ποιον ακριβώς τρόπο; Όχι ακριβώς με αυτόν που αυθορμήτως θα αναμέναμε λόγω της δεδομένης ηγεμονικής της θέσης στην Ευρώπη. Διότι, παραδόξως, μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι η Γερμανία διατηρεί μια δυστυχισμένη ή έστω άβολη σχέση με την ίδια της την κυριαρχία. Στα ήρεμα και χαλαρά χρόνια του "Κλιντονισμού", ο Ρίτσαρντ Χάας έγραφε το 1997 -συνδυάζοντας τον αόριστο κεντρώο ιδεολογικό προσανατολισμό του[2] με τη "ρεαλιστική" του στάση απέναντι στην εξωτερική πολιτική- ότι οι ΗΠΑ βρέθηκαν στη θέση του "reluctant sheriff" (του απρόθυμου σερίφη), διότι, ενώ είχαν εγκαταλείψει οποιοδήποτε ανοιχτά ιμπεριαλιστικό σχέδιο [3], συνέχιζαν να έχουν de facto την ευθύνη για τη διατήρηση της παγκόσμιας τάξης, γεγονός που τις υποχρέωνε να συναινούν με πρακτικές "αστυνομικής" κυριαρχίας. Ανεξαρτήτως αν η άποψη αυτή επαληθεύεται ή όχι στην περίπτωση των ΗΠΑ [4], υπάρχει στην ιδέα αυτή της άσκησης της κυριαρχίας "με βαριά καρδιά" κάτι που ταιριάζει αρκετά καλά στη σημερινή Γερμανία στο ιδιαίτερο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Νομισματικής Ένωσης. Η Γερμανία ασφυκτιά από την ίδια της την κυριαρχία, δεν ξέρει πώς να τη διαχειριστεί και εξαιτίας του γεγονότος αυτού, εδώ και αρκετό καιρό προσπαθεί να πείσει τον εαυτό της ότι δεν τη θέλει ή, για να είμαστε πιο ακριβείς -και στο σημείο αυτό η ακρίβεια παίζει καθοριστικό ρόλο- ότι δεν θέλει ένα συγκεκριμένο τμήμα ή κάποιο συγκριμένο τύπο της.
Η γερμανική κυριαρχία είναι νομισματική και είναι αυτό το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό που την ωθεί ταυτόχρονα και προς την επιθυμία να την ασκήσει αλλά και προς ένα συναίσθημα αμηχανίας απέναντι σε αυτή. Σε αμηχανία, διότι λόγω της προγενέστερης εμπειρίας του κανόνα του δολαρίου, η Γερμανία γνωρίζει πολύ καλά ποιο είναι το κόστος της ηγεμονίας σε ένα παγκόσμιο νομισματικό καθεστώς. Η θεωρία της ηγεμονικής σταθερότητας του Κίντλεμπεργκερ, ακόμα κι αν σήμερα δεν είναι τόσο διαδεδομένη όσο ήταν όταν πρωτοεμφανίστηκε, συλλαμβάνει την πιθανή ύπαρξη διεθνών συστημάτων στα οποία κυριαρχεί μια δύναμη, με το μονοπώλιο της ηγεμονίας να δημιουργεί σταθεροποιητικά αποτελέσματα (εξ ου και το όνομα της θεωρίας)... με την προϋπόθεση όμως ότι η ηγεμονική δύναμη να μπορεί να σταθεί στο ύψος των καθηκόντων που της επιβάλλει η θέση της και ότι είναι η μόνη στο σύστημα που έχει την εξουσία να επικυρώνει τις αποφάσεις.
Στην περίπτωση ενός διεθνούς νομισματικού συστήματος, τα καθήκοντα του ηγεμόνα είναι πολύ συγκεκριμένα: 1) Πρέπει, να φροντίσει ώστε το ισοζύγιο των τρεχουσών συναλλαγών του να μη γίνει πολύ πλεονασματικό ή, ακόμη καλύτερα, να το κρατήσει ελλειμματικό για να στηρίξει τη δραστηριότητα στη ζώνη, να ισορροπήσει τα υπόλοιπα ισοζύγια και να αποφύγει τις συναλλαγματικές κρίσεις (ειδικότερα στην περίπτωση των νομισματικών ενώσεων, να αποφύγει τις θανάσιμες προσαρμογές της "εσωτερικής υποτίμησης"), 2) να εγγυηθεί τη νευραλγική λειτουργία του δανειστή έσχατης ανάγκης για την παροχή διεθνούς ρευστότητας.
Αρκεί μια απλή ανάγνωση των πιο πάνω προδιαγραφών για να διαπιστώσουμε τον βαθμό στον οποίο η Γερμανία δεν ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις της και να προβλέψουμε τα προβλήματα που θα υπάρξουν για την Ευρωζώνη υπό τη γερμανική ηγεμονία. Αλλά αυτό από μόνο του δεν είναι αρκετό. Είναι αναγκαίο να κατανοήσουμε τα βαθύτατα αίτια της επιφυλακτικότητας αυτού του "απρόθυμου σερίφη" της Ευρωζώνης, ώστε να μπορέσουμε να εντοπίσουμε το τμήμα εκείνο της αληθινής γερμανικής ηγεμονίας, το οποίο η ίδια ενστερνίζεται απολύτως και δεν πρόκειται ποτέ να απαρνηθεί.
Αν η Γερμανία ασκεί την ηγεμονία της παρά μόνο τμηματικά και μάλιστα με βαριά καρδιά, είναι διότι έχει κατανοήσει απόλυτα τι θα της στοιχίσει η απώλεια ελέγχου του δικού της νομίσματος (πόσο μάλιστα όταν πρόκειται για το ευρώ) από την πλήρη άσκηση των καθηκόντων τής ηγεμονικής δύναμης και ειδικότερα εκείνου του παρόχου ρευστότητας της έσχατης ανάγκης. Διότι προϋπόθεση για να καθιερωθείς στη θέση του διεθνούς δανειστή της έσχατης ανάγκης, είναι τόσο η ύπαρξη ενός "νομισματικού σχήματος" κατά το πρότυπο των ΗΠΑ, το οποίο να νιώθει απολύτως βολικά απέναντι στην ιδέα του να κόβεις χρήμα, όσο και η δυνατότητα ευελιξίας και ελευθερίας κινήσεων, δύο στοιχεία στα οποία το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα οφείλει τη σωτηρία του σε διάφορες περιστάσεις από το 1987 μέχρι το 2007-2008. Όμως, τόσο η σιωπηρή δέσμευση να παρέμβει όσο και η ετοιμότητα στην οποία πρέπει να βρίσκεται, ώστε σε περίπτωση ανάγκης να ανοίξει διάπλατα τις κάνουλες της ρευστότητας, είναι δύο στοιχεία που προκαλούν πανικό στη Γερμανία. Όλα τα έκτακτα προγράμματα στήριξης που εφήρμοσε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) αποτέλεσαν το αντικείμενο σκληρών διαβουλεύσεων με τους εκπροσώπους της Γερμανίας και ο λόγος που τελικά έγιναν αποδεκτά είναι γιατί σχεδιάστηκαν ώστε να εξυπηρετούν τις τράπεζες και μόνο αυτές. Αρκεί απλά να θιχτεί το ενδεχόμενο να κατευθυνθεί η νομισματική πολιτική προς τα δημόσια ελλείμματα, δηλαδή προς τις ελλειμματικές χώρες οι οποίες πάντοτε θεωρούνται ύποπτες ότι θα εκμεταλλευτούν τον λεγόμενο ηθικό κίνδυνο (ωσάν οι ιδιωτικές τράπεζες δεν τον εκμεταλλεύονται) για να γίνει έξαλλη η Γερμανία.
Και όμως, είναι αυτό με το οποίο συμφώνησε εγκρίνοντας το πρόγραμμα Οριστικών Νομισματικών Συναλλαγών (ΟΝΣ) που τέθηκε σε εφαρμογή τον Σεπτέμβριο του 2012 από την ΕΚΤ. Ακόμη κι αν το πρόγραμμα αυτό από μόνο του δεν έλυσε τίποτα επί της ουσίας, η ανακοίνωση της ΕΚΤ σχετικά με την ετοιμότητά της να παρέμβει στις δευτερογενείς αγορές για να εξαγοράσει, αν προκύψει ανάγκη σε απεριόριστες ποσότητες, τίτλους του δημόσιου χρέους που δέχονται επίθεση, αποτέλεσε αυτό που οι Αγγλοσάξονες ονομάζουν game changer: τα ασφάλιστρα κινδύνου που ήταν έτοιμα να εκτοξευτούν επέστρεψαν σε ένα επίπεδο που επέτρεψε στις χώρες που αντιμετώπιζαν πρόβλημα να αποφύγουν την παύση πληρωμών, δηλαδή να χρειαστεί να προσφύγουν στα ευρωπαϊκά προγράμματα στήριξης (ΕΜΣ, ΕΤΧΣ [5]) και συνεπώς να πέσουν στα δίχτυα της τρόικας.
Μόνο ένα πρόγραμμα του τύπου του ΟΝΣ μπορούσε να σταθεροποιήσει την Ευρωζώνη - εξυπακούεται προσωρινά, διότι τίποτε δεν έχει ακόμη κριθεί και μόνο η αλόγιστη ευφορία των ευρωλάγνων δικαιολογεί εκτιμήσεις του τύπου "η κρίση τελείωσε", όταν όλα τα προβλήματα παραμένουν ακόμη άλυτα. Καιρός ήταν πάντως να γίνει κάτι, διότι μετά την Ελλάδα, την Πορτογαλία και την Ιρλανδία, ήταν η σειρά της Ισπανίας [6] και της Ιταλίας να παραδοθούν - και τότε τα ευρωπαϊκά κεφάλαια δεν θα επαρκούσαν πια. Αλλά χρειάστηκαν να περάσουν τρία χρόνια οξείας κρίσης και να φτάσουμε στο χείλος της καταστροφής, το καλοκαίρι του 2012, προκειμένου η Γερμανία, η οποία εξάντλησε κάθε περιθώριο και δέχτηκε δραματικές εκκλήσεις να αναλάβει δράση, να συμφωνήσει να κάνει τη σωτήρια κίνηση ώστε να μη διαλυθεί το ευρώ. Το να υποστηρίξουμε λοιπόν ότι ο "Γερμανός σερίφης" είναι του τύπου "αντιδραστικός" είναι το ελάχιστο, όταν η σωτηρία του κοινού νομίσματος διασφαλίστηκε μετά από τόσο έντονες και μακρές προσπάθειες για να πειστεί η Γερμανία να δράσει και μόνο όταν διαφάνηκε ο κίνδυνος της οριστικής διάλυσης του ευρώ συναίνεσε να κάνει την προφανή κίνηση, την οποία όλοι οι εγνωσμένου κύρους οικονομολόγοι είχαν προτείνει από το 2010.
Όλα αυτά μας προσφέρουν μια επιπρόσθετη ευκαιρία να διαπιστώσουμε ότι οι προσωποποίησεις λειτουργούν συχνά παραπλανητικά, δεδομένου ότι η Μέρκελ και ο Σόιμπλε δεν αντιπροσωπεύουν όλη τη Γερμανία. Διότι αν η Γερμανία εν τέλει αποδέχτηκε αυτή τη λύση, το έκανε με κόστος την εσωτερική της διάσπαση, από την οποία ακόμη πασχίζει να συνέλθει. Η Bundesbank και ειδικότερα ο πρόεδρός της, ο Γενς Βάιντμαν, που την εκπροσωπεί στο Πολιτικό Νομισματικό Συμβούλιο της ΕΚΤ, εξαναγκαστήκαν να αποδεχτούν την τελική λύση. Μάλιστα, ο Βάιντμαν, o οποίος αποτελεί την ενσάρκωση της γερμανικής νομισματικής ορθοδοξίας στην πιο αυστηρή και άκαμπτη μορφή της, έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του για να εμποδίσει την υιοθέτηση του προγράμματος ΟΝΣ - και εξακολουθεί να κάνει ό,τι μπορεί για να εξουδετερώσει την εφαρμογή του.
Είμαστε όλοι, λοιπόν, θεατές αυτού του απίστευτου έργου με πρωταγωνιστή την Bundesbank, η οποία προσπαθεί να σαμποτάρει τη μόνη πρωτοβουλία που κατάφερε κάπως να σταθεροποιήσει το ευρώ και η οποία λήφθηκε από το Ευρωπαϊκό Σύστημα των Κεντρικών Τραπεζών, ένα όργανο στο οποίο μετέχει ως πλήρες μέλος! Γιατί η Bundesbank δεν έμεινε με σταυρωμένα τα χέρια όταν έμαθε ότι το Συνταγματικό Δικαστήριο της Καρλσρούης ετοιμάζεται να δεχτεί μια σειρά αγωγών κατά του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας και του προγράμματος Οριστικών Νομισματικών Συναλλαγών, των δύο "τερατουργημάτων" που, για τη μερίδα εκείνη των Γερμανών που εξακολουθεί να πιστεύει ότι η δική τους άποψη είναι η σωστή, αποτελούν τα σύμβολα της εξαναγκασμένης αλληλεγγύης προς όφελος των "ρακένδυτων" του Νότου. Αποφασισμένη να μην αφήσει ανεκμετάλλευτη την ιδανική ευκαιρία που της προσφέρεται για να κατηγορήσει το ΟΝΣ για αντισυνταγματικότητα, η Bundesbank ετοιμάζει από τον Δεκέμβρη τη δική της αγωγή εναντίον της EKT ! Οι ακροάσεις που έλαβαν χώρα στην Καρλσρούη στις 12 και 13 Ιουνίου αποτελούν χαρακτηριστικά στιγμιότυπα τα οποία είναι άκρως αποκαλυπτικά για την κατάσταση στην οποία βρίσκεται σήμερα το ευρωπαϊκό οικοδόμημα αλλά και για τις προθέσεις της χώρας που σήμερα έχει τα ηνία της Ένωσης.
O Γενς Βάιντμαν, σε μια στιγμή ειλικρίνειας αλλά και αθωότητας ταυτόχρονα, εκτός κι αν τα χαρακτηριστικά αυτά πρέπει να ερμηνευτούν ως σκληρή ευθύτητα που αποδίδεται στους ανθρώπους που νιώθουν απόλυτη σιγουριά για τη δύναμή τους και συνεπώς δεν νιώθουν καμία ανάγκη να κρυφτούν, αποκάλυψε την αλήθεια και παρουσίασε τον πυρήνα της νομισματικής σκέψης της χώρας την οποία η Γαλλία θεωρεί "εταίρο" και "ατμομηχανή" του κοινού οικονομικού πεπρωμένου. Δήλωσε, λοιπόν, ότι "σε μια Νομισματική Ένωση, οι επαναγορές στις δευτερογενείς αγορές δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται για τη μείωση των ασφάλιστρων κινδύνου των διαφόρων χωρών, διότι αυτό, μεταξύ άλλων, απειλεί να ακυρώσει τον πειθαρχικό ρόλο των αγορών επιτοκίων και να απομακρύνει τα κράτη από την οδό της δημοσιονομικής υπευθυνότητας" [7]. Και τα παραπάνω μεταφράζονται ως: "Σκοπίμως επιμείναμε από την αρχή να υπαχθούν οι εθνικές οικονομικές πολιτικές στον ρυθμιστικό ρόλο των αγορών και δεν θα θέλαμε σήμερα με τις παρεμβάσεις της ΕΚΤ να χαλαρώσει η εφαρμογή αυτού του ορθολογικού κανόνα μέσω της τεχνητής μείωσης των επιτοκίων, τα οποία, στην πραγματικότητα, αντιπροσωπεύουν το κόστος της δημοσιονομικής ανευθυνότητας".
Είναι γνωστό από παλιά, από την εποχή των διαπραγματεύσεων της Συνθήκης του Μάαστριχτ, ότι η απόφαση για υποταγή των δημόσιων οικονομιών στις αγορές αποτέλεσε αναπόσπαστο τμήμα των προϋποθέσεων που έθεσε η Γερμανία για να διασφαλίσει την ορθότητα των οικονομικών πολιτικών των εταίρων της. Η επαναφορά όμως του ζητήματος αυτού με μια τέτοιου είδους αφοπλιστική ειλικρίνεια, όχι μόνο λειτουργεί αναζωογονητικά στη μνήμη, αλλά έχει και το πλεονέκτημα ότι βοηθάει να διασαφηνιστούν εκ νέου δυσάρεστα πράγματα - οι λεγόμενες αρχικές αλήθειες.
Ορίστε, λοιπόν, ποιες είναι αυτές οι αρχικές αλήθειες οι οποίες επαναφέρουν στο προσκήνιο τόσο τις εμμονές της Γερμανίας... όσο και τον χαρακτηριστικό τρόπο που έχει να τις επιβάλλει σε όλα τα υπόλοιπα μέλη της Ευρωζώνης: η "χρηματοοικονομική σταθερότητα" και ο εφιάλτης τού να κόβεις νόμισμα. Κανονικά, βεβαίως, δεν θα έπρεπε να επιτρέπουμε στην Γερμανία να χρησιμοποιεί τα ίδια της τα λόγια και βασικά τον όρο "χρηματοοικονομική σταθερότητα" (όρος σχεδόν αποστειρωμένος και συνεπώς επιστημονικά ουδέτερος), από τη στιγμή που ακόμα και μετά την επιβολή αυτής της λυσσαλέας δημοσιονομικής ορθοδοξίας δεν σταμάτησαν να δημιουργούνται μακροοικονομικές αποκλίσεις, μάλιστα υπό τη μορφή της συνεχόμενης βύθισης στην ύφεση - ήτοι το ακριβώς αντίθετο από τη "σταθεροποίηση". Όσον αφορά τη λυσσαλέα φοβία τού να παράγεις νόμισμα, είναι στην πραγματικότητα μια αντίδραση ενάντια στην ανάληψη από τη Γερμανία της κυρίαρχης θέσης σε ένα νομισματικό καθεστώς στο οποίο θα αρνείται να ασκήσει τη νευραλγική λειτουργία του διεθνούς δανειστή της ύστατης ευκαιρίας - απόδειξη η οποία επαληθεύεται περίτρανα σήμερα από την προσπάθειά της να καταστρέψει τη μια μετά την άλλη τις πιο κρίσιμες πρωτοβουλίες της ΕΚΤ στο θέμα αυτό.
Το πρόγραμμα ΟΝΣ της ΕΚΤ αντιπροσωπεύει κατά κάποιον τρόπο το επιστέγασμα της φρίκης, αφού συνδυάζει τα δύο "ανοσιουργήματα", που είναι η ελάφρυνση του βάρους της δημοσιονομικής προσαρμογής (μειώνοντας τα επιτόκια και συνεπώς το ύψος του δημόσιου χρέους) και -βασικά- η δυνατότητα να κοπεί νόμισμα σε ποσότητα θεωρητικά απεριόριστη. Όμως, αυτή ακριβώς η ρήτρα του "απεριόριστου" υπάρχει στον ορισμό του δανειστή της ύστατης ευκαιρίας (εθνικού ή διεθνούς), στις περιπτώσεις όπου τα ταμεία στήριξης έχουν περιορισμένους μόνο πόρους (όπως στην περίπτωση του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας) και συνεπώς είναι καταδικασμένα να υποκύψουν υπό το βάρος των κεφαλαίων που δύνανται να κινητοποιήσουν επενδυτές που συντονίζουν τις ενέργειές τους. Συνεπώς, η μόνη ρήτρα που είναι ικανή να εντυπωσιάσει τις αγορές και να θεωρηθεί ως ισχυρότερη από αυτές, αποτελεί, κατά τη γερμανική άποψη, απειλή κατά της νομισματικής ορθότητας. Είναι σαφές λοιπόν τι επιλέγει η Bundesbank μεταξύ εγγυημένης αποτελεσματικότητας και τήρησης των θεμελιωδών αρχών.
Θα είχαμε άδικο να πιστέψουμε ότι η Bundesbank είναι η μόνη που διεκδικεί μία τόσο ανορθολογική απόφαση από το Δικαστήριο. Όλη η γερμανική κοινωνία, ακόμη κι αν δεν την υποστηρίζει εξολοκλήρου, προβληματίζεται μαζί της και συμμερίζεται τις ανησυχίες της. Ο πρόεδρος της ΕΚΤ, Μάριο Ντράγκι, που δεν θα φανταζόταν ποτέ ότι μια μέρα θα χρειαζόταν να αντιπαρατεθεί τόσο ανοιχτά με την Bundesbank -η οποία αποτελεί κατά κάποιο τρόπο τον κεντρικό του πυλώνα- πήρε μια γεύση αυτής της σύγκρουσης, αρκετά δυνατής ώστε όχι μόνο να υποχρεωθεί να παραχωρήσει έκτακτη συνέντευξη στη ZDF αλλά και να αναγκαστεί να αποκαλύψει μια πολύ προσωπική του ιστορία, ανακαλώντας επώδυνες μνήμες για τις αποταμιεύσεις της οικογένειάς του, οι οποίες εξανεμίστηκαν από τον ιταλικό πληθωρισμό των δεκαετιών του 1960-70. Επρόκειτο για μια προσωπική εξομολόγηση πατερναλιστικού τύπου, σωστά σχεδιασμένη ώστε να πείσει τους Γερμανούς για την απέχθεια που τρέφει για τον πληθωρισμό και για την προτίμησή του στην ονομαστική σταθερότητα, ώστε να τους αποδείξει ότι και αυτός είναι Γερμανός στον τρόπο σκέψης.
Ήταν μια πρώτη προσπάθεια να καθησυχαστεί η γερμανική κοινή γνώμη, της οποίας το έντονο ενδιαφέρον για τα νομισματικά αποδεικνύεται από το γεγονός ότι είναι απολύτως σε θέση να συμμετάσχει σε δημοσκόπηση για το τεχνικό ζήτημα του προγράμματος Οριστικών Νομισματικών Συναλλαγών (ΟΝΣ)! Εύκολα φαντάζεται κανείς το ποσοστό του δεν ξέρω/δεν απαντώ αν γινόταν αντίστοιχη δημοσκόπηση στη Γαλλία... Στη Γερμανία το ποσοστό αυτό ανήλθε μόλις στο 21% στη δημοσκόπηση της Forsa που διεξήχθη για τον λογαριασμό της εφημερίδας Handelsblatt. Κι αυτό δεν είναι το πιο εντυπωσιακό από τα ευρήματα. Διότι η απόρριψη του ΟΝΣ συγκεντρώνει την πλειονότητα: 48% έναντι του 31% που το αποδέχεται. Ακόμα και με τη σχετικότητα των αριθμών, αυτό σημαίνει ότι η πλειονότητα των Γερμανών επιθυμεί να δει το Γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο της Καρλσρούης να επιβάλλει τη διακοπή του προγράμματος εξαγοράς του δημόσιου χρέους από την ΕΚΤ, μια θέση για την οποία θα ήταν λάθος να σταθούμε μόνο στις τεχνικές της πτυχές χωρίς να λάβουμε υπόψη μας και τις πολύ ευρύτερες συνέπειές της. Διότι αν υποθέσουμε ότι το Δικαστήριο έχει πραγματικά τη νομική ισχύ να επιβάλει άμεσα τη διακοπή στην ΕΚΤ (δεν την έχει [8]), κάτι τέτοιο θα συνεπαγόταν αυτομάτως το οριστικό τέλος του ευρώ. Σε αυτό ακριβώς το πράγμα δίνει τελικά εμμέσως τη συγκατάθεσή της η γερμανική κοινή γνώμη.
Απόδειξη της δραματικής αντίθεσης που υπάρχει με τον δημόσιο διάλογο στη Γαλλία, τον οποίο όχι μόνο δεν απασχολεί καθόλου το ζήτημα, αλλά αγνοεί και την ένταση με την οποία συζητείται το θέμα στην υποτιθέμενη "συν-κινητήρια" δύναμη της Ένωσης, είναι το κεντρικό άρθρο της Frankfurter Allgemeine Zeitung (FAZ), το οποίο δεν διστάζει να εκτιμήσει ότι η υπόθεση αυτή είναι μία από τις σημαντικότερες που έχει κληθεί να αντιμετωπίσει το Συνταγματικό Δικαστήριο στην ιστορία του. Για να αντιληφθούμε όμως τη δύναμη αυτής της "νομισματικής πίστης" και τι είναι η Γερμανία έτοιμη να θυσιάσει στο όνομά της, χρειάζεται να ζυγίσουμε τα λόγια του προέδρου του Συνταγματικού Δικαστηρίου, Αντρέας Φόσκουλ, ο οποίος δεν παραλείπει να κάνει μια αυστηρή αναφορά στις θεμελιώδεις αρχές, διευκρινίζοντας ευθύς εξαρχής ότι η επιτυχία του ΟΝΣ δεν πρόκειται καθόλου να συνεκτιμηθεί στη γνώμη περί συνταγματικότητας ή μη που θα εκφράσει το Δικαστήριο, διότι κάτι τέτοιο θα σήμαινε "ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα". Το γεγονός ότι τα συγκεκριμένα μέσα είναι τα μόνα που μπορούν να σώσουν την Ευρώπη, έστω και βραχυπρόθεσμα, γι' αυτόν δεν έχει απολύτως καμία σημασία. Κατανοούμε, λοιπόν, προς ποια πλευρά γέρνει η Γερμανία στο δίλημμα ανάμεσα στη διατήρηση των βασικών αρχών της Νομισματικής Ένωσης και της σωτηρίας του ευρώ.
Ασφαλώς "όλη η Γερμανία" δεν συντάσσεται μονομερώς με την επιλογή αυτή. Η Μέρκελ και ο Σόιμπλε, δύο πρόσωπα τα οποία δύσκολα μπορούν να χαρακτηριστούν ως δευτερευούσης σημασίας, τάχθηκαν με την αντίθετη άποψη - έστω κι αν αντιστάθηκαν όσο μπορούσαν και χρειάστηκε πρώτα να πειστούν ότι το διακύβευμα ήταν η διάλυση του ευρωπαϊκού κοινού νομίσματος. Υπάρχει, ωστόσο, άλλο ένα πρόσωπο - κλειδί, το οποίο έχει καταστεί το σύμβολο του γερμανικού σχίσματος πάνω στο ζήτημα αυτό. Πρόκειται για τον εκπρόσωπο της Γερμανίας στην Εκτελεστική Επιτροπή της ΕΚΤ, τον Γοργκ Άσμουσεν, ο οποίος εκ των πραγμάτων αποτελεί τον δίδυμο εχθρό του Γενς Βάιντμαν - έχουν το ίδιο προφίλ, περίπου την ίδια ηλικία και... ακούγεται μάλιστα ότι κάποτε υπήρξαν και φίλοι.
Πιθανώς είναι λιγότερο καλοί φίλοι σήμερα, δεδομένου ότι ο Άσμουσεν υποστηρίζει την άποψη της ΕΚΤ της οποίας είναι οργανικό μέλος, ενώ ο Βάιντμαν ενεργεί πρώτα ως πρόεδρος της Bundesbank και δευτερευόντως ως εκπρόσωπός της στο Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ. Κατανοούμε γιατί ότι ο Άσμουσεν, αν και Γερμανός, ενστερνίζεται ανεπιφύλακτα τις θέσεις του θεσμού του οποίου είναι μέλος... και με του οποίου τα συμφέροντά του ταυτίζονται άμεσα: Η ΕΚΤ και τα οργανικά της μέλη έχουν πολύ καλά καταλάβει ότι αν αφήσουν το ευρώ να καταστραφεί, θα έρθει, μέσω αλυσιδωτών αντιδράσεων, το τέλος του ευρωπαϊκού νομίσματος... και επακόλουθα το τέλος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ! Όπως και σε άλλες περιπτώσεις, τα θεσμικά όργανα έχουν μια τάση αυτοσυντήρησης που προέρχεται από την προσπάθεια αυτών που τα διοικούν να αντισταθούν στην καταστροφή όλων όσων τους διατηρεί στη θέση τους. Κατευθυνόμενος, λοιπόν, από το συμφέρον του στην ΕΚΤ, ο Άσμουσεν στοιχίζεται πίσω από την τράπεζα χωρίς να αφήνει τον Γερμανό μέσα του να πάρει το πάνω χέρι στις αποφάσεις του - διαφορετικά θα παραιτούνταν, όπως έκανε ο Γιούργκεν Σταρκ τον Νοέμβριο του 2011.
Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για κρίσιμες αντιπαραθέσεις που λαμβάνουν χώρα στη Γερμανία και οι οποίες μέσω των ακροάσεων ενώπιον του Δικαστηρίου της Καρλσρούης αποκτούν μεγάλη δημοσιότητα, δεδομένου ότι οι εμπλεκόμενες πλευρές καλούνται να παρουσιάσουν ρητά και με απόλυτη διαφάνεια τα επιχειρήματά τους. Κανείς δεν αμφισβητεί ότι στην υπόθεση αυτή η Γερμανία παίζει ό,τι το πολυτιμότερο έχει, δεδομένου ότι διακυβεύονται ύψιστες αξίες, όπως η δημοκρατία και το νόμισμα. Ή μάλλον πρώτα το νόμισμα και μετά η δημοκρατία. Διότι για τους Γερμανούς ασφαλώς η πρώτη αξία προηγείται της δεύτερης ή, πιο συγκεκριμένα, η δεύτερη δεν αποτελεί παρά το αμυντικό μέσο της πρώτης - ακριβώς ο αντίστροφος τρόπος με τον οποίο θα συλλογιζόταν αυθόρμητα ένας μη γερμανικός νους.
Ο λόγος που οι πολέμιοι του ΟΝΣ επικαλούνται τη "δημοκρατία" είναι διότι θέλουν να κατηγορήσουν την ΕΚΤ ότι παραβίασε την εντολή της. Όπως υποστηρίζουν, δεν προκύπτει από πουθενά από την επίσημη ερμηνεία των κανονισμών της ΕΚΤ ότι η σωτηρία της Νομισματικής Ένωσης συμπεριλαμβάνεται στις αποστολές της. Τα μέτρα που απαιτούνται να ληφθούν για τον σκοπό αυτό αποτελούν αποκλειστική ευθύνη των "υπεύθυνων" και "νόμιμων" κυβερνήσεων των κρατών - μελών (ενώπιον των αντίστοιχων Κοινοβουλίων τους), άρα η ΕΚΤ δεν διαθέτει καμία νομική βάση για να αναθέσει στον εαυτό της νέες αρμοδιότητες και πολύ περισσότερο -εδώ βγαίνουν και τα επίσημα επιχειρήματα-, όταν ετοιμάζεται να διαπράξει τον διττό βαρβαρισμό της δημιουργίας νομίσματος (1) που κατευθύνεται προς τα κράτη (2). "Όλος ο κόσμος γνωρίζει την αναταραχή που θα καταλάβει τις χρηματοοικονομικές αγορές αν το Δικαστήριο κρίνει την υπόθεση όπως πρέπει να την κρίνει" δηλώνει ο Ντίντριχ Μούρσκβιεκ, δικηγόρος ενός εκ των εναγώντων, "αλλά εάν η δημοκρατία υποχωρεί μπροστά στις τράπεζες, τότε όλα θα χαθούν" [9].
Όταν ακούγεται από το στόμα συνεργάτη ενός βουλευτή της Χριστιανικής Κοινωνικής Ένωση Βαυαρίας (CSU) [10], η αλληγορία αυτή της δημοκρατίας, η οποία αντιτάσσεται στην οικονομία, αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Δεν θυμόμαστε να έχουμε ακούσει και πολλούς συντηρητικούς Γερμανούς βουλευτές να διαμαρτύρονται γιατί ξοδεύτηκαν δεκάδες δισεκατομμύρια για να σωθούν οι ευρωπαϊκές τράπεζες και ειδικότερα οι γερμανικές. Είναι όμως σύνηθες τελικά να γίνεται επίκληση των θεμελιωδών αρχών για να στηριχθούν ad hoc ορθολογισμοί. Να λοιπόν πως η "δημοκρατία", την οποία ποτέ όλοι αυτοί μέχρι σήμερα δεν συνδύασαν με την οικονομία, είναι έτοιμη να αναλάβει όλους τους κινδύνους εναντίον των αγορών. Αν αφήσουμε όμως στην άκρη αυτούς τους μάλλον γκροτέσκους κομπασμούς, η ουσία του "δημοκρατικού" επιχειρήματος βασίζεται σε μια αυστηρή ανάγνωση των Συνθηκών: "εμείς αυτά ψηφίσαμε και τίποτα παραπάνω". Αυτό το "αυτά ψηφίσαμε" δεν αφήνει κανένα περιθώριο -έστω και ελάχιστο και για οποιοδήποτε λόγο, ακόμα κι αν ο λόγος είναι η ίδια η επιβίωση του ευρώ- να τροποποιηθεί το (γερμανικό) δόγμα της νομισματικής ορθοδοξίας, όπως προσεκτικά αποτυπώθηκε στις θεμελιώδεις συνθήκες της Ένωσης. Έτσι, με τον τρόπο του, ο Μούρσβιεκ επιβεβαιώνει το πρώτο θέμα της FAZ: "Η απόφαση που καλούνται να λάβουν οι δικαστές μπορεί να αποδειχτεί η σημαντικότερη εδώ και δεκαετίες. Αυτό που διακυβεύεται είναι η δημοκρατική αρχή".
Στο πλαίσιο των καιροσκοπικών ενορχηστρώσεων, οι αναφορές αυτές στις θεμελιώδεις αρχές προκαλούν αναπόφευκτα μια απολαυστική ανταλλαγή δηλώσεων. Ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε θυμίζει στους αντιπάλους του, που υποστηρίζουν την κατά τη γερμανική άποψη τήρηση στον ύψιστο βαθμό της "νομισματικής ορθοδοξίας" (monetary correctness), ότι η ΕΚΤ είναι ανεξάρτητη... και ότι η Γερμανία επέμεινε πάρα πολύ για να κατοχυρωθεί αυτό. Συνεπώς, δεν τίθεται θέμα να παρέμβει το Δικαστήριο στις κυρίαρχες επιλογές των λειτουργιών της. Πρέπει πάντως να παραδεχτούμε ότι το επιχείρημα του Σόιμπλε δύσκολα στέκει, διότι ακόμα κι αν αποδεχτούμε ότι η Κεντρική Τράπεζα είναι ανεξάρτητη, τι εμποδίζει να συζητηθεί νομικά το περιεχόμενο της εντολής της και (κυρίως) κατά πόσο είναι σύμφωνες οι πράξεις της με την εντολή αυτή;
Αλλά ο Σόιμπλε δεν είναι ο μόνος που έχει βρεθεί σε δύσκολη θέση. Το κόστος των άστοχων δηλώσεων είναι ισόποσα κατανεμημένο. Είναι γεγονός ότι οι αντιπαραθέσεις αυτού του τύπου διαθέτουν την ξεχωριστή ικανότητα να φανερώνουν τις πραγματικές ατζέντες και μέσω της έντονης αντιπαράθεσης να καταρρίπτουν τις ψευδείς γενικεύσεις της οπορτουνιστικής επιχειρηματολογίας που συνήθως συναντάμε στις δηλώσεις των πολιτικών. Επίσης, η ψευδαίσθηση συνοχής που δίνεται από τις δηλώσεις αυτές σε ήρεμους καιρούς καταρρέει όταν τεθούν υπό πίεση σε περιόδους κρίσης. Από την πλευρά του, το αντίπαλο στρατόπεδο, αυτό που υποστηρίζει τη monetary correctness, έχει ομολογήσει εμμέσως τι σκέφτεται για την ανεξαρτησία της Κεντρικής Τράπεζας: το απασχολεί όσο ένα κάρο γεμάτο υποτιμημένα χαρτονομίσματα, τουλάχιστον ως γενική αρχή. Αυτό που ενδιαφέρει πάνω απ' όλα αυτούς τους "νομισματικομανείς" είναι η τράπεζα να υλοποιεί τις νομισματικές τους εμμονές. Η ανεξαρτησία της γι' αυτούς έχει νόημα μόνο στον βαθμό που μπορεί να τους γλιτώσει από τις τάσεις χαλάρωσης που παραμονεύουν (αυτές που προωθούν πολιτικοί των μεσογειακών χωρών). Αντίθετα, μια ανεξάρτητη Κεντρική Τράπεζα που θα επιθυμούσε να εφαρμόσει ετερόδοξες πολιτικές -όπως για παράδειγμα η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ- όσο ανεξάρτητη κι αν ήταν, θα αποτελούσε γι' αυτούς τη χειρότερη απειλή. Απροσπέλαστη και οχυρωμένη μέσα στην ανεξαρτησία της και έχοντας τη δυνατότητα να κόψει χρήματα δίχως σταματημό, θα ήταν ένας πραγματικός εφιάλτης. Αυτό που μετράει λοιπόν πάνω απ' όλα δεν είναι αν η Κεντρική Τράπεζα είναι επισήμως ανεξάρτητη, αλλά πρώτα αν είναι "γερμανική" και δευτερευόντως αν είναι ανεξάρτητη, ώστε να προστατευθεί η "γερμανικότητά" της.
Θα έπρεπε ίσως να μας είχε εκπλήξει το γεγονός ότι η νομισματική αυτή υπόθεση θα κριθεί τελικά με νομικά κριτήρια ενώπιον των δικαστηρίων, κάτι το αρκετά ασυνήθιστο για τέτοιου είδους πολιτικά ζητήματα. Αυτό συμβαίνει διότι μόνο το γράμμα των Συνθηκών και των καταστατικών μπορεί να εγγυηθεί την αυστηρή τήρηση των νομισματικών κανόνων, τους οποίους η Γερμανία ανήγαγε σε απαραίτητη προϋπόθεση για τη συμμετοχή της στο ευρώ και οποιαδήποτε απόκλιση από το γράμμα αυτό εκλαμβάνεται ως απειλή για τα ζωτικά της συμφέροντα. Ορίστε, λοιπόν, πού βρίσκεται το πραγματικό μερίδιο της ηγεμονίας του ηγεμόνα "με βαριά καρδιά": στην τυφλή επιμονή του να επιβάλει, χωρίς την παραμικρή παραχώρηση, τη δική του οπτική πάνω στο κοινό νόμισμα, στη νομισματική πολιτική και τους θεσμούς εν γένει - μοναδική περίπτωση στην ευρωπαϊκή ιστορία όπου ένα κράτος θέλει να επιβάλει ένα πιστό αντίγραφο του δικού του μοντέλου, ετοιμοπαράδοτο, με μια λογική του τύπου "ή το παίρνεις ή το αφήνεις". Η γερμανική κυριαρχία συνδέθηκε από την αρχή με αυτήν τη λογική, με αυτό το απίστευτο τελεσίγραφο το οποίο όλα τα κράτη - μέλη αποδέχτηκαν χωρίς να πουν την παραμικρή κουβέντα, με πρώτη και καλύτερη τη Γαλλία, με κόστος το ξέσπασμα αυτής της μεγάλης κρίσης, για να συνειδητοποιήσουν εκ των υστέρων το προφανές: ότι το γερμανικό νομισματικό μοντέλο ταιριάζει... στη Γερμανία, αλλά όχι στους υπολοίπους.
Και το χειρότερο: ενώ κατέχει τη θέση του Ευρωπαίου ηγεμόνα, στην οποία τοποθετήθηκε με αυτή την πραξικοπηματικού τύπου αρχική απόφαση, η Γερμανία αρνείται από την πρώτη στιγμή να ασκήσει τα καθήκοντά της - και αυτό για τον ίδιο ακριβώς λόγο με αυτόν που τοποθετήθηκε στη θέση αυτή: λόγω της εμμονής της στο νομισματικό ζήτημα. Αυτή η εμμονή ήταν που της υπαγόρευσε επιτακτικά να πάρει τη διεύθυνση των ευρωπαϊκών νομισματικών λειτουργιών και η εμμονή αυτή επίσης είναι που της υπαγορεύει να μην πράξει απολύτως τίποτα εκτός από το να φροντίζει για την αυστηρή τήρηση των απαράβατων κανόνων - και συνεπώς να κατευθύνει το σύνολο προς την καταστροφή.
Η Γερμανία δεν είχε σχέδιο ηγεμονίας: καθοδηγήθηκε απλά από την επιθυμία της και με εξαλλοσύνη διαμήνυσε προς όλες τις κατευθύνσεις ότι είναι έτοιμη για όλα, προκειμένου να γίνουν αποδεκτές οι έμμονες ιδέες της, τις οποίες έθεσε ως προϋπόθεση για να δεχτεί να ενταχθεί στο ευρωπαϊκό νομισματικό οικοδόμημα. Από τη στιγμή όμως που οι εμμονές της αποτυπώθηκαν στα θεσμικά όγρανα, αγνόησε τις υποχρεώσεις που συνεπάγεται η κατοχή της ηγεμονικής θέσης, την οποία μόνη της διεκδίκησε και χωρίς το παραμικρό ενδιαφέρον για το κοινό καλό, για το οποίο υποτίθεται ότι είναι ο διαχειριστής, επιδόθηκε μανιωδώς στην προσπάθειά της για συνολική διόρθωση πορείας.
Ο ιμπεριαλισμός ή ο δεσποτισμός έχουν ως βασικό χαρακτηριστικό την ανάπτυξη ενός σχεδίου το οποίο, σε επίπεδο διακηρύξεων, ξεπερνά τον ορίζοντά τους. Κατά κάποιον τρόπο, δηλαδή, αξιώνουν, όχι μόνο για τον εαυτό τους, αλλά και για τους άλλους... τους οποίους σκοπεύουν να υποτάξουν. Υπάρχει φυσικά μια δόση τρέλας σε αυτόν τον συλλογισμό (αλλά και φρίκης, όπως έχει αποδειχτεί σε πολλές περιστάσεις). Αλλά εάν δούμε τα πράγματα από κάποια απόσταση, υπάρχει και μια μορφή μεγαλείου - το μεγαλείο της κίνησης που υπερβαίνει τον ίδιο τον δημιουργό της. Η Γερμανία δεν έχει σχέδιο, σκέφτεται τον εαυτό της - ελπίζοντας ότι η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη θα αντιληφθεί τη διαφορά μεταξύ του "σκέφτομαι τον εαυτό μου" και "σκέφτομαι μόνο τον εαυτό μου". Πρόκειται για αυτό το πλασματικό δίλημμα του "εγωισμού" (έναντι της αλληλεγγύης φυσικά...), που απλά επιβεβαιώνει πόσο φτωχή είναι η ανάλυση των ευρωπαϊκών υποθέσεων και περιορίζει τη συζήτηση για την πολιτική στην αρετή (ή μη αρετή) των λαών.
Η Γερμανία ηγεμονεύει, αλλά το κάνει με τον χειρότερο δυνατό τρόπο, γιατί η ηγεμονία της σε πρώτη ανάγνωση [11] δεν είναι το αποτέλεσμα της βούλησής της για εξουσία, αλλά το αποτέλεσμα ενός ανεξέλεγκτου φόβου, καταδικασμένου να μετεξελιχθεί σε τυφλό κυνήγι εξουσίας, χωρίς σχέδιο και με έλλειψη διορατικότητας. Είναι με αυτή τη δύναμη απλωμένη μπροστά της, χωρίς νόημα και σκοπό άλλο από τη με κάθε κόστος διατήρηση της νομισματικής της λογικής, με αυτή τη δύναμη που μας κάνει λοιπόν να αναρωτηθούμε γιατί ενεπλάκη σε αυτή τη συλλογική περιπέτεια η οποία στην ουσία δεν της ταιριάζει καθόλου, δεδομένου ότι ο διαμοιρασμός τής νομισματικής εξουσίας ήταν από την αρχή καταδικασμένος να καταλήξει σε ανοιχτή πληγή για αυτήν - και παρά την τυφλή αυτή δύναμη και την έλλειψη σχεδίου, είναι λοιπόν με αυτή τη δύναμη που οι Ευρωπαίοι επιμένουν ότι θέλουν να έχουν ένα κοινό νόμισμα. Το μοναδικό σωστό ερώτημα που απομένει να τεθεί είναι ποσό καιρό ακόμα θα χρειαστεί να υπομείνουμε αυτόν τον παραλογισμό, πόσο καιρό ακόμη για να αναγνωρίσουμε ότι τελικά η εποχή του νομισματικού Sonderweg [12] δεν πέρασε ακόμη και συνεπώς να μετρήσουμε επιτέλους τις επιπτώσεις.
[1] Κάτι που δεν αποκλείει φυσικά, στην πράξη, να υπάρχουν βαθιά δεσμά μεταξύ του κεφαλαίου μιας χώρας και του κράτους - έθνους.
[2] Που δεν θα τον αποτρέψει να εργαστεί ως σύμβουλος του πατέρα Μπους μεταξύ του 1989 και του 1993 και στη συνέχεια του Κόλιν Πάουελ το 2003.
[3] Όπως γνωρίζουμε, τα γεγονότα στη συνέχεια εξελίχτηκαν αρκετά διαφορετικά.
[4] Mάλλον όχι από το 2001 και μετά.
[5] Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας και Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας αντίστοιχα.
[6] Πέρα από το σχέδιο υποστήριξης των τραπεζών του 2012.
[7] Παρατίθεται στο άρθρο "Bundesbank in court clash with ECB over bond-buying plan", Financial Times, 11-6-13.
[8] Έχει μόνο το δικαίωμα να στείλει την υπόθεση στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, το μόνο αρμόδιο να κρίνει αν στην υπόθεση αυτή η ΕΚΤ υπερέβη την εντολή της, έτσι όπως καθορίζεται από τις Συνθήκες.
[9] Παρατίθεται στο άρθρο "ECB case pits market stability against democracy, court told", Bloomberg, 11-6-13.
[10] Ο Ντίντριχ Μούρσκβιεκ είναι δικηγόρος του Πέτερ Γκαουβάιλερ, ο οποίος είναι από παλιά πολέμιος των Ευρωπαϊκών Συνθηκών.
[11] Μόνο σε πρώτη ανάγνωση, γιατί κανείς δεν ξέρει πώς μπορούν να εξελιχθούν τα ζητήματα που σχετίζονται με την ηγεμονία.
[12] Το Sonderweg (κυριολεκτικά σημαίνει ειδικό μονοπάτι) είναι το όνομα που η Γερμανία δίνει στην "ιδιαιτερότητάς" της.
*Ο Frédéric Lordon είναι οικονομολόγος, συγγραφέας του "Jusqu'à quand? Pour en finir avec les crises financières", Raisons d'agir, Παρίσι.