Πέμπτη, 19 Ιουλίου 2012

Αφιέρωμα: Μια χώρα σε μετάβαση, Αγωνιζόμενοι για μια άλλη Ελλάδα

Αφιέρωμα: Μια χώρα σε μετάβαση, Αγωνιζόμενοι για μια άλλη Ελλάδα
FREE photo hosting by Fih.grΜε μια άκρως επίκαιρη πολιτική εκδήλωση – συζήτηση, με θέμα: «Μια χώρα σε μετάβαση – Αγωνιζόμενοι για μια άλλη Ελλάδα», έκλεισε το φετινό φεστιβάλ Resistance. Στην εκδήλωση, την οποία συντόνιζε ο συγγραφέας, διευθυντής του περιοδικού Τετράδια, Λουκάς Αξελός, μίλησαν οι Αλέξης Τσίπρας, πρόεδρος της ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ, Σοφία Σακοράφα βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, Ευτύχης Μπιτσάκης, ομότιμος καθηγητής Φιλοσοφίας και Ρούντι Ρινάλντι, εκπρόσωπος της ΚΟΕ. Παρεμβάσεις έκαναν ο δημοσιογράφος Νίκος Ξυδάκης, οι πανεπιστημιακοί Σία Αναγνωστοπούλου και Σταύρος Κωνσταντακόπουλος, ο χορογράφος Κωνσταντίνος Μίχος, η ιστορικός – σκηνοθέτης Έλενα Πατρικίου και ο αναλυτής – προγραμματιστής Γιάννης Φούντας. Στο σημερινό φύλλο του Δρόμου δημοσιεύονται όλες οι ομιλίες – παρεμβάσεις των συμμετεχόντων, εκτιμώντας ότι αποτελούν μια καλή αφετηρία γόνιμου προβληματισμού και κυρίως εμβάθυνσης της σκέψης γύρω από τα κορυφαία πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα της περιόδου.
Λουκάς Αξελός, Αλέξης Τσίπρας, Σοφία Σακοράφα, Ευτύχης Μπιτσάκης, Ρούντι Ρινάλντι, Νίκος Ξυδάκης, Σία Αναγνωστοπούλου, Σταύρος Κωνστατνακόπουλος, Κωνσταντίνος Μίχος, Ελενα Πατρικίου Γιάννης Φούντας

Λουκάς Αξελός:"Για τη συγκρότηση ενός νέου ιστορικού μπλοκ"
To Φεστιβάλ Resistance για 5η κατά σειράν χρονιά φιλοδοξεί να αποτελέσει ένα σημείο διεθνούς συνάντησης των κινημάτων, όπου το κάθε επιμέρους εθνικό κίνημα συναντιέται με το έτερό του, σε μιαν έμπρακτη και ουσιαστική έκφραση πατριωτικού διεθνισμού που ξεκινάει από τον Ρήγα και τον Μπάιρον, τον Μπολιβάρ και τον Γκαριμπάλντι, τους αντιφασίστες που άφησαν τα κόκαλά τους στην Ισπανία, μέχρι τον Τσε που έπεσε στην Βολιβία για την κοινή λατινοαμερικάνικη πατρίδα.
Αυτή την έξοχη παράδοση πατριωτικού διεθνισμού εκφράσανε οι πλατείες όλης της Ευρώπης, της Βόρειας Αφρικής και των Ηνωμένων Πολιτειών, αυτή την παράδοση εξέφρασε το σύνθημα «Είμαστε όλοι Έλληνες», αλλά και το «Είμαστε όλοι Ιταλοί» στην προχθεσινή ποδοσφαιρική συνάντηση Ιταλίας-Γερμανίας. Αυτήν την παράδοση, που αποτύπωσε η Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη στο αειθαλές «θέλουμε λεύτερη εμείς πατρίδα και πανανθρώπινη τη λευτεριά», αυτήν την παράδοση θέλει έμπρακτα να αποτυπώσει και το Φεστιβάλ αυτό Φεστιβάλ αλληλεγγύης και αντίστασης στον κοινό εχθρό, την αριστοκρατία του χρήματος, τις τράπεζες βαμπίρ και τη Νέα Τάξη Πραγμάτων.
Στην εκδήλωση το θέμα - ζητούμενο έχει τίτλο Μια χώρα σε μετάβαση - Αγωνιζόμενοι για μια άλλη Ελλάδα. Σε αυτό θα αναφερθούν οι ομιλητές. Εγώ από την πλευρά μου θα ήθελα να τονίσω τρία ζητήματα που οι εκλογές της 6ης Μαΐου και 17ης Ιουνίου έθεσαν εμφαντικά επί τάπητος.
Το πρώτο είναι να αποκαταστήσουμε τις σχέσεις ηθικής και πολιτικής. Η Αριστερά δεν αρκεί να επικαλείται την αρετή, οφείλει να είναι ενάρετη η ίδια.
Το δεύτερο είναι το ζήτημα των συμμαχιών, η αναγκαιότητα, δηλαδή, να επεξεργαστούμε το δικό μας εθνικό και κοινωνικό Risorgimento και το τρίτο, να συνειδητοποιήσουμε βαθιά ότι ακόμα και η εκλογική πρωτιά δεν σημαίνει αναγκαστικά και ηγεμονία, ότι η ηγεμονία δεν είναι ζήτημα οργανωτικό ή τεχνικό, αλλά κατίσχυση στον χώρο του πολιτισμού και των ιδεών, δηλαδή ισχύς πνευματική.
Ως εκ τούτου, η επαναθεμελίωση της Μαχόμενης Αριστεράς, η οργανική σύνδεσή της με τις υποτελείς τάξεις, η αναβάπτισή της στη βαθιά πολιτισμική μας ενδοχώρα και η ιδεολογικοπολιτική της ανασυγκρότηση ως ουσιαστική κατάσταση θέσεων, οράματος και ρεαλιστικού προγράμματος με δυνατότητα πρακτικής εφαρμογής, δεν αποτελούν κάποια επιμέρους προς ανάλυσιν στοιχεία, αλλά – ενδεχομένως – το προαπαιτούμενο για τη συγκρότηση ενός νέου ιστορικού μπλοκ που θα περάσει το πληγωμένο άλογο από το θολό ποτάμι.
Σοφία Σακοράφα: "Να περάσουμε από την αντίσταση στην κατάκτηση"
Απευθύνομαι και ξεκινώ με μεγάλες λέξεις, όπως έχει πει στο παρελθόν και ο Ευτύχης Μπιτσάκης, αλλά είναι ανάγκη σήμερα περισσότερο από ποτέ, να θρέψει ο ένας τον άλλον, και να τρεφόμαστε ο ένας από τον άλλον, κυρίως και καταρχήν στις απαντήσεις απέναντι σε ένα αμείλικτο και αγωνιώδες ερώτημα: και τώρα τι κάνουμε;
Και έχει μεγάλη σημασία να δούμε το τώρα, αφού βγαίνουμε μέσα από δύο εκλογικές διαδικασίες, οι οποίες κατά την άποψή μου, παρά τις εγγενείς μας και εν πολλοίς δικαιολογημένες αδυναμίες, παρά τον στυγνό εκβιασμό που ντόπια και ευρωπαϊκά ιερατεία άσκησαν επί 2 μήνες, συνιστούν για τον ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ ένα τεράστιο ποιοτικό και ποσοτικό άλμα. (…)
Με ποιους όρους, λοιπόν, καθορίζεται αυτό το τώρα. Δεν πρόλαβε ακόμη να καθαρογραφεί το εκλογικό αποτέλεσμα στην πατρίδα μας και έσπευσε ο κ. Σόιμπλε να ξεκαθαρίσει ότι αποκλείει κάθε σκέψη για επαναδιαπραγμάτευση του Μνημονίου. Το δε ενδεχόμενο της επιμήκυνσης το μόνο που θα επιμηκύνει είναι τα βάσανα του λαού μας.
Η τρικομματική κυβέρνηση, απολύτως συνεπής προς την παραπάνω πολιτική εντολή, έσπευσε κι εκείνη να ξεκαθαρίσει τον απροκάλυπτο μνημονιακό της χαρακτήρα, τοποθετώντας στο υπουργείο Οικονομικών το συντάκτη του σχεδίου για την εκποίηση των νευραλγικών τομέων της πατρίδας μας, τον κ Στουρνάρα.
Το ευρωπαϊκό περιβάλλον κοσμείται από μία φούσκα περιωπής: το Αναπτυξιακό Σύμφωνο. (…) Στο πεδίο της πραγματικής ευρωπαϊκής πολιτικής σκηνής η Γερμανία ξεκαθάρισε με τον πιο σαφή και κατηγορηματικό τρόπο ότι ευρωομόλογο τέλος, τουλάχιστον όσο θα ζει η κ. Μέρκελ, εδραιώνοντας την ηγεμονική της θέση στην Ε.Ε. και τη ληστρική της σχέση έναντι των δανειζόμενων χωρών.
Οι εξελίξεις αυτές, καθόλα βεβαίως αναμενόμενες, πιθανότατα οδηγούν σε νέα όξυνση της κρίσης στην Ευρωζώνη, με συνέπειες απρόβλεπτες και εκρηκτικές, ειδικότερα για την πατρίδα μας. Για το πότε και για το εάν θα σκάσει η βόμβα, κανείς με βεβαιότητα δεν μπορεί να απαντήσει.
Ευρωπαϊκά δεδομένα, Αριστερά και παραγωγική ανασυγκρότηση
Η Αριστερά, όμως, οφείλει αφενός να είναι απόλυτα προετοιμασμένη για την εξέλιξη αυτή, και αφετέρου οφείλει να προετοιμάσει τον λαό μας για την αντιμετώπιση αυτής της εξέλιξης.
Ακόμη και εάν αυτή η εξέλιξη αποφευχθεί και μόνον η γνώση ότι όταν μια χώρα δεν παράγει δεν είναι ταυτόχρονα δυνατή και ικανή να αυτοπροσδιορίζεται πολιτικά, θέτει ως ισχυρή προτεραιότητα την επεξεργασία ενός στιβαρού προγράμματος παραγωγικής ανασυγκρότησης.
Και επικεντρώνω σε αυτή την αναγκαιότητα για έναν επιπλέον λόγο. Σε χρόνο κοντινό, θα αντιμετωπίσουμε την τραπεζική, δημοσιονομική, οικονομική και πολιτική ένωση της Ευρώπης. Αυτή είναι η εξευγενισμένη περιγραφή αυτού που πρόκειται να συμβεί. Γιατί, επί της ουσίας, μιλάμε για την αντιδραστική εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ενοποίησης. (…)
Ο όποιος σχεδιασμός από μια κυβέρνηση της Αριστεράς που θα βασίζεται στην πολιτική ανυπακοή, ώστε η πατρίδα μας να εξελιχθεί σε πόλο συγκροτημένης αντίστασης και καταστολής των σχεδίων αυτών.
Ο όποιος σχεδιασμός από μια κυβέρνηση της Αριστεράς που θα βασίζεται ακόμη και σε πιθανή έξοδό μας από την Ευρωζώνη, καθώς το ευρώ δεν είναι φετίχ αλλά εργαλείο, μέχρι να αποδειχθεί όπλο μαζικής καταστροφής.
Ο όποιος σχεδιασμός από μια κυβέρνηση της Αριστεράς δεν μπορεί παρά να έχει έναν κοινό παρανομαστή: την παραγωγική μας ανασυγκρότηση.
Διάβαζα παλιότερα ένα κείμενο του συλλογικού μας καθοδηγητή, του συναγωνιστή Μπιτσάκη, που έλεγε ότι για την παραγωγική ανασυγκρότηση είναι αναγκαία μια σύγχρονη Αριστερά, η οποία μέσα από τη συγκρότηση διευρυμένων συμμαχιών και σε δημιουργική αλληλεπίδραση με τα αυθόρμητα κινήματα θα κατακτήσει την πολιτική ηγεμονία.
Συμμαχίες και αυθόρμητα κινήματα
Θα ήθελα να σταθώ λίγο αφενός στις συμμαχίες, αφετέρου στα αυθόρμητα κινήματα. Κατά την άποψή μου σήμερα, μετά τις αλλεπάλληλες εκκλήσεις τόσο στο ΚΚΕ, όσο και στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ, εκκλήσεις καθόλου προσχηματικές, η συμμαχία δεν έγινε ποτέ. (…) Αυτό δεν σημαίνει ότι στο αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα δεν θα πρέπει να προσπαθούμε διαρκώς για τη υπόθεση της πολιτικής ενότητας της Αριστεράς, με την πίστη ότι ίσως διαβάσουν αλλιώς το μάθημα της Ιστορίας, και κυρίως τα μαθήματα των μεγάλων κλασικών.
Η πολιτική ενότητα είναι μια αναγκαία πολιτική πράξη, ακόμη κι εάν όσοι την επιχειρήσουν μαζί μας, μας αποδίδουν το χαρακτηρισμό των ρεφορμιστών. Ακόμη κι αν βρουν ένα, δύο, τρία σημεία σύγκλισης με τη λογική του όσο πάει. (…) Λέω, όμως, και κάτι άλλο. Μας εξοντώνουν. Τελεία. Δεν έχει άλλη πιο ήπια ανάγνωση και περιγραφή. Είθε να συντελεστεί η ενότητα των τριών πόλων της Αριστεράς. Και δεν το λέω μοιραία, αλλά με τεράστια προσδοκία.
Είναι, όμως, τεράστια η ανάγκη να μιλήσουμε πια και με όρους κοινωνικών συμμαχιών και όχι μόνον πολιτικών. Και για να γίνει αυτό θα πρέπει να μετεξελιχθούμε σε ένα ευρύ μέτωπο λαϊκής αντίστασης και κοινωνικής ανασυγκρότησης. Ουσιαστικά μιλώ λοιπόν για ένα πλατύ μέτωπο, με την πλατύτητα που διέθετε το ΕΑΜ. Μιλώ για αυτό που ο Γκράμσι ονόμασε ιστορικό μπλοκ.
Σήμερα ήρθε η ώρα της πραγματικής τομής στην τακτική και τη στρατηγική της Αριστεράς. Θαρρώ ότι έκλεισε ο ιστορικός κύκλος κατά τον οποίο η αντίσταση και η καταγγελία από μόνες τους, υπήρξαν ο κύριος άξονας πολιτικής της Αριστεράς. (…)
Εκτιμώ ότι ο νέος κύκλος, πρέπει να ανοίξει με όρους κοινωνικών, πολιτικών, ιδεολογικών διεργασιών τέτοιων, που να μπορούν να κάνουν μια κοινωνική τάξη ή καλύτερα μια συμμαχία κοινωνικών τάξεων, ιστορική δύναμη ανατροπής. Να την καταστήσουν ένα νέο ιστορικό μπλοκ.
Με αυτή την έννοια μιλάω για κοινωνικές συμμαχίες. Θεωρώντας αυτή την ίδια τη συνθετότητα του συνόλου της κοινωνίας, σαν το κύριο πεδίο της πολιτικής παρέμβασης. Και σ’ αυτό το σημείο αναφέρομαι και στα αυθόρμητα κινήματα. Εάν ανάμεσα στο συνειδητό και το αυθόρμητο μπορεί να αναπτυχθεί μια τέτοια σχέση συνοχής, ώστε τα αυθόρμητα συναισθήματα αγανάκτησης και οργής να εξελίσσονται καταρχήν σε κατανόηση και μετά σε συνειδητή γνώση, τότε μπορούμε να έχουμε μια σχέση αντιπροσώπευσης. Και μόνον όταν αυτή η σχέση αντιπροσώπευσης εμπεδωθεί, μόνον τότε, θα μπορούμε να μιλάμε για κοινή ζωή, για ιστορικό μπλοκ, για νέο ΕΑΜ.
Κατά τη γνώμη μου, να γιατί είναι περισσότερο από ποτέ αναγκαία αυτή η στρατηγική. Γιατί η οικονομική κρίση που ζούμε, όπως άλλωστε απέδειξαν και οι πρόσφατες εκλογές, έχει μετεξελιχθεί και σε κρίση εξουσίας. Η εκκωφαντική απόρριψη της λιτότητας και του Μνημονίου, οι τεράστιες μετατοπίσεις, όχι μόνο της εργατικής τάξης αλλά και των μικροαστικών στρωμάτων, συνιστούν πράγματι μια νέα μεταπολίτευση του λαού, μια πολιτικοποίηση της κοινωνίας, που η ίδια ανοίγει τη συζήτηση ριζοσπαστικών εναλλακτικών λύσεων.
Αλλά και για έναν επιπλέον λόγο: Γιατί η πολιτική που θα έβαζε σα στόχο τη διαμόρφωση ενός νέου ιστορικού μπλοκ, συναρτάται άμεσα με την πολιτική στρατηγική, με το σχέδιο για το μετασχηματισμό και την παραγωγική ανασυγκρότηση που προανέφερα, με τις μορφές οργάνωσης, με τα δίκτυα κοινωνικής αλληλεγγύης. Γιατί ιστορικό μπλοκ σημαίνει να περάσουμε από την αντίσταση στην οικοδόμηση μιας εναλλακτικής λύσης.
Και για το λόγο αυτό μίλησα εξαρχής και με ένταση για τον τομέα της παραγωγικής ανασυγκρότησης, γιατί περάσαμε πλέον από την εποχή των αιτημάτων στην εποχή που η Αριστερά έχει την υποχρέωση να προτείνει ένα παραγωγικό υπόδειγμα. (…)
Απαιτείται νέα αντίληψη
Αυτό θα χρειαστεί μια νέα αντίληψη ή ίσως μία αντίληψη από τα παλιά, μια ΕΑΜική αντίληψη προσαρμοσμένη στο σήμερα. Μια αντίληψη που θα δίνει έμφαση στην αυτοδιαχείριση, ώστε να κάνουμε εμείς παρελθόν κάθε λογής φασιστικό ακτιβισμό, που σήμερα αποκτά ερείσματα.
Μια αντίληψη που θα ανακτά παραγωγικές μονάδες, ακόμα και μέσα από καταλήψεις εργαζομένων, ώστε το μοντέλο να είναι παρόν σε χρόνο ενεστώτα. Μια αντίληψη που θα σπάει τους μεσάζοντες και θα διαμορφώνει δίκτυα διανομής, κατά τα πρότυπα της μάχης της σοδειάς της Θεσσαλίας, ώστε το κοινωνικό να εμπλέκεται με σχέση επιβίωσης με το πολιτικό. (…)
Μια αντίληψη, τέλος, στην οποία ο άνεργος, ο συνταξιούχος, ο τραυματισμένος μικροαστός, ο φοιτητής με τη βίζα στο χέρι, θα διεκδικεί όχι απλώς μια αριστερή κυβέρνηση, αλλά μια κυβέρνηση λαϊκής ενότητας. Μια κυβέρνηση λαϊκής ενότητας, γιατί μόνο αυτή θα έχει τη δυνατότητα της εκ βάθρων αλλαγής του συσχετισμού δυνάμεων.
Και αυτό το λέω γιατί πιστεύω ότι μια κυβέρνηση Αριστεράς χωρίς σχέση αίματος με την κοινωνία, χωρίς μορφές αυτοοργάνωσης, χωρίς δίκτυα αλληλεγγύης θα αποδειχθεί πολύ αδύναμη.
Μια κυβέρνηση όμως λαϊκής ενότητας, όπου ο λαός μέσα από τον αγώνα για αλληλεγγύη, μέσα από νέες μορφές δράσης, μέσα από τις νέες πρακτικές της αυτοοργάνωσης, θα αντιλαμβάνεται τη δύναμή του, θα ανοίξει και την πόρτα της πολιτικής του ηγεμονίας. (…)
Θέλω να κλείσω με μια ευχή, για την ευόδωση της οποίας είμαι σίγουρη ότι παλεύουμε όλοι. Είθε το επόμενο φεστιβάλ να μη χρειάζεται να σηματοδοτείται από λέξεις και έννοιες με πρώτο συνθετικό το αντί.
Να περάσουμε από την αντίσταση στην κατάκτηση.
Ρούντι Ρινάλντ: "Η μετάβαση έχει αρχίσει"
Είναι ανάγκη ο προβληματισμός, η σκέψη, να ξεφύγουνε από στερεότυπα και να βαθύνουνε, γιατί η αυτοκτονία της σκέψης, δεν αρμόζει στις ιστορικές στιγμές που ζούμε.
Ολόκληρη η κοινωνία περιμένει να δει πώς θα συμπεριφερθούμε αλλά και σε όλον τον κόσμο παρακολουθούνε έντονα αυτά που συμβαίνουν στη χώρα μας.
Ευελπιστώ η αποψινή συζήτηση να αποδειχτεί πράγματι χρήσιμη, γιατί χρειάζονται και αυτές οι «ανάσες» όταν αγωνιζόμαστε.
Έξι σημεία για όσα συμβαίνουν
1. Όλα αλλάζουν
Αλλάζει ο πολιτικός χάρτης της χώρας, έχει αλλάξει τελείως η πολιτική γεωγραφία, δεν υπάρχει καθόλου πλέον ο δικομματισμός όπως τον γνωρίσαμε. Αλλάζουν οι συσχετισμοί, αλλάζει η Αριστερά. Η Αριστερά δεν είναι αυτό που ήταν πριν από έξι μήνες σε αυτή την χώρα. Έχει αλλάξει ο συσχετισμός μέσα στην Αριστερά αλλά και ο ρόλος της Αριστεράς μέσα στην κοινωνία. Αλλάζει η Ευρώπη, ακούγονται πιο δυνατά οι τριγμοί του ευρωοικοδομήματος – ακούγονται πιο δυνατά οι αγώνες σε ολόκληρο τον ευρωπαϊκό Νότο, αλλάζει ο κόσμος όλος.
Όλα αλλάζουν σε διαφορετικές κατευθύνσεις και κυρίως κάτω από την όξυνση όλων των αντιθέσεων και εκείνων που υπήρχαν και των νέων που αναβλύζουν μέσα στην κρίση, από μια πρωτοφανή καπιταλιστική κρίση που αγκαλιάζει τα πιο βασικά σημεία του συστήματος.
Η χώρα μας, ο λαός μας, το κίνημα στην Ελλάδα βρίσκονται στο επίκεντρο μεγάλων ιστορικών διλημμάτων, επιλογών, κατακτήσεων, στο επίκεντρο συγκρούσεων συμφερόντων και κοινωνικής πόλωσης, που θυμίζει περισσότερο λατινοαμερικάνικες συνθήκες και όχι αυτά που είχαμε ζήσει τελευταίες δεκαετίες στο χώρο της Ευρώπης.
Θα βρεθεί δρόμος για να υπάρξει διέξοδος για τη χώρα, το λαό, την κοινωνία ή θα οδηγηθούμε στην καταστροφή, σε μια τεράστια καταστροφή και χρεοκοπία;
Μπορεί να νοηθεί μια διαφορετική πορεία, μια καλύτερη κοινωνία, ένα ελπιδοφόρο μέλλον ή αυτά απαγορεύονται από τους συσχετισμούς, την μοίρα, την θέση και τη φύση αυτού του τόπου;
Όσα έγιναν στην Ελλάδα τα δυόμισι χρόνια που πέρασαν είναι διδακτικά για όλους μέσα και έξω από την χώρα. Το πειραματόζωο εξεγέρθηκε, ο λαός έχτισε ένα πρωτόγνωρο κίνημα αντίστασης και υπευθυνοποίησης, ο αγώνας αυτός συνδέθηκε με την τεράστια αφύπνιση των λαών που συμβαίνει μέσα στον πολυπολιτικό κόσμο, αφύπνιση που κανείς σήμερα δεν μπορεί να αγνοήσει.
Σε όλο τον κόσμο, τεράστιες μάζες μπαίνουν στο στίβο του αγώνα και ζητούν μια καλύτερη ζωή, έναν διαφορετικό κόσμο από αυτόν που τους προσφέρει ο καπιταλισμός και η κρίση.
Αυτά είναι πράγματα τα οποία πρέπει να μας δίνουν και έμπνευση και κουράγιο αλλά και υλικό για να μπορέσουμε να επεξεργαστούμε νέα θεωρία και νέα πράξη, γιατί η σχέση της αριστεράς με τη θεωρία είναι αρκετά χαμηλή. Οι τελευταίες 2-3 δεκαετίες έχουν δώσει πολύ υλικό για επεξεργασία για την θεωρία και την πράξη ενός απελευθερωτικού κινήματος αλλά αυτό το καθήκον έχει παραμεληθεί για σκοπιμότητες πιο πεζές και επιλογές τάχα αναγκαστικές. Δεν μπορεί να υπάρξει νικηφόρα πορεία αν δεν υπάρξει ανταπόκριση και σε αυτά τα πεδία.
1. Η μετάβαση έχει ήδη αρχίσει
Υποστηρίζω ότι η μετάβαση έχει ήδη αρχίσει. Να το αναλύσουμε λίγο αυτό.
Ξεκινάμε από την πραγματικότητα και όχι από τα σχήματα που έχουμε για αυτήν και τα στερεότυπα που κουβαλάμε.
Υπάρχει ένα 30% του ελληνικού πληθυσμού, λαϊκό, φτωχό, συγκεντρωμένο στα αστικά κέντρα και βιώνει την κρίση σε όλες τις διαστάσεις. Το οποίο 30% δεν έκανε πίσω σε μια από τις φοβερότερες καμπάνιες εκφοβισμού τους τελευταίους δύο μήνες ότι τάχα ψηφίζοντας τον ΣΥΡΙΖΑ θα έφερναν την καταστροφή στη χώρα. Ήταν μια στάση φρονήματος που συσπειρώθηκε γύρω από έναν πολιτικό φορέα και δεν κάμφθηκε. Αντιστάθηκε και μάλιστα για πολύ λίγο δεν μπορέσαμε να πετύχουμε τον στόχο του να ξεκινήσει μια διαδικασία αλλαγής και απόσπασης της διακυβέρνησης από την αστική τάξη.
Λίγο πριν, αυτός ο λαός στις 6 Μάη είχε τιμωρήσει σκληρά όλους τους μνημονιακούς. Γκρέμισε τελείως το δικομματισμό, οδήγησε όποιον είχε υποστηρίξει το Μνημόνιο σε φοβερή συρρίκνωση της δύναμής του και ορισμένα κόμματα τα εξαφάνισε και από το Κοινοβούλιο. Και έδωσε δύναμη μεγαλύτερη σε μια αντιμνημονιακή λαϊκή δύναμη τον ΣΥΡΙΖΑ και τον έφερε στη δεύτερη θέση. Και από εκεί αλλάζουνε όλα τα δεδομένα.
Λίγο πριν, τα δύο προηγούμενα χρόνια, αυτός ο λαός είχε δώσει δείγματα αγώνων και πρωτοπόρων κινήσεων. Και λίγες βδομάδες πριν τις εκλογές είχε μετατραπεί σε ένα πολιτικό ρεύμα αλλαγής και ανατροπής.
Σε αυτές τις συνθήκες μπορούμε να πούμε ότι έχει ξεκινήσει μια διαδικασία μετάβασης. Είναι μια διαδικασία που αφορά εκατομμύρια πολίτες μέσα στη χώρα μας.
3. Ποια μετάβαση, προς τα πού και με ποιον πρωταγωνιστή;
Μιλάμε για μια μετάβαση, για μια μεγάλη πολιτική αλλαγή.
Μια μεγάλη πολιτική αλλαγή που θα γκρεμίσει το πολιτικό σύστημα που υπάρχει στη χώρα μας και έχει εξυπηρετήσει όλη αυτή την εκδοχή ενός βαλκανικού εκσυχρονισμένου μεταπρατισμού και ενός καπιταλισμού τέτοιας φύσης, αλλά και έχει βάλει φαρδιά πλατιά τις υπογραφές στη τροϊκανή κατάσταση και στην κατάσταση των μνημονίων και της χρεοκοπίας της χώρας. Μια μεγάλη πολιτική αλλαγή που θα βάλει τις βάσεις για την παραγωγική ανασυγκρότηση, την ανεξαρτησία, την πραγματική δημοκρατία, τη νέα θέση Ελλάδας στο σύγχρονο κόσμο, τις αλλαγές στις κοινωνικές και παραγωγικές σχέσεις. Δεν είναι ακριβώς ο σοσιαλισμός, αλλά διαδικασία που θα ανοίγει την πόρτα σε έναν κοινωνικό μετασχηματισμό που θα έχει πολλά στοιχεία σοσιαλιστικού μετασχηματισμού. Δεν μπορεί σήμερα να υπάρξει καμία επιστροφή στην κατάσταση του 2008. Δεν ονειρευόμαστε μια κατάσταση, μια επιστροφή νοσταλγική προς τα πίσω. Οι επιλογές που υπάρχουν είναι η χρεοκοπία και καταστροφή αυτής της χώρας ή το άνοιγμα της διαδικασίας σε μια νέα μεταπολίτευση του λαού που θα ανοίγει τους δρόμους, θα βαθαίνει τις αναγκαίες αλλαγές. Και υποστηρίζω ότι αυτή η διαδικασία έχει ήδη ξεκινήσει.
Είναι ένα μεταβατικό σχήμα ανοικτό, πολύμορφο, σχήμα ρήξεων με ό,τι κυριαρχεί σήμερα και ανοίγματος ενός πρωτότυπου δρόμου προς μια καλύτερη κοινωνία. Είμαστε υποχρεωμένοι να πρωτοτυπήσουμε, εάν θέλουμε να δούμε καινούργια πράγματα και νικηφόρες διαδικασίες μεταβάσεις. Δεν μας βοηθάνε ούτε οι ξεπατικωτούρες, ούτε οι νοσταλγίες ενός ορισμένου παρελθόντος. Πρέπει να γράψουμε νέες σελίδες σ’ αυτά τα σημεία μ’ όλο τον σεβασμό στους αγώνες του 20ού αιώνα. Αλλά αυτή την στιγμή ανοίγονται δρόμοι μιας μετάβασης στον 21ο αιώνα. Η μετάβαση η οποία έχει αρχίσει με την ριζική απονομιμοποίηση της κυρίαρχης ιδεολογίας και των βασικών στηριγμάτων της, και την εκφρασμένη θέληση για αλλαγή και τερματισμό του τροϊκανού εφιάλτη, έχει αναγκαστικό σταθμό την απόσπαση της διακυβέρνησης από την αστική τάξη και την αλλαγή-ανατροπή ολόκληρου του πολιτικού συστήματος που έχει βασιστεί η σύγχρονη χρεοκοπία. Αυτό φοβήθηκε η αστική τάξη, όχι μόνο της Ελλάδας αλλά όλης της Ευρώπης στις πρόσφατες εκλογές. Αυτό φοβάται ακόμα. Αυτό φοβούνται και θέλουν να θωρακιστούνε απ’ αυτόν τον κίνδυνο και πρέπει το λαϊκό κίνημα, και πρέπει οι διαδικασίες μετάβασης να χτίσουνε μια προοπτική μέρα τη μέρα, μέσα από κάθε κινητοποίηση, κάθε μικρό και μεγάλο αγώνα και μια μεγάλη πολιτιστική αναμόρφωση, ένα άλλο μέλλον. Αυτά σημαίνουν μια πολιτική ρήξεων και με τα διεθνή στηρίγματα που έχουν οι «δικοί μας» εδώ στην Ελλάδα.
Η μετάβαση δεν μπορεί να νοηθεί σαν έργο μιας μικρής ολιγομελούς κυβέρνησης ή κάποιας πρωτοπόρας ομάδας. Πρωταγωνιστική δύναμη είναι ο λαός και μόνο ο λαός, είναι οδηγός σ’ αυτήν την διαδικασία.
4. Η μετάβαση σαν διαρκής διαδικασία ρήξεων και αλλαγής συσχετισμών
Θα μου επιτρέψετε μια παρένθεση. Σ’ ένα σχολιασμό που έκανε ο Μάο Τσε Τουνγκ πριν από χρόνια, σ’ ένα Εγχειρίδιο Πολιτικής Οικονομίας της ΕΣΣΔ, σε μια παράγραφο με τίτλο Η υποτιθέμενη οριστική σταθεροποίηση του σοσιαλισμού έκανε την εξής παρατήρηση:
«Όταν πρόκειται για ένα προτσές μακρόχρονης διάρκειας, όταν πρόκειται για μια διαδικασία μακρόχρονης διάρκειας, πριν από την τελική ποιοτική αλλαγή, υπάρχουν αναγκαστικά αδιάκοπες ποσοτικές αλλαγές και πολλές μερικές ποιοτικές αλλαγές. Αν δεν υπάρχουν μερικές ποιοτικές αλλαγές, ούτε πολλές ποσοτικές αλλαγές, η τελική ποιοτική αλλαγή δεν μπορεί να συμβεί».
Αυτή η φράση οδηγεί τη σκέψη να «συλλάβει» πως όλες οι διαδικασίες που συντελούνται, δεν έρχονται σε μια μαγική νύκτα ή με μια μαγική μπαγκέτα ή κάποια στιγμή θα είναι η στιγμή μιας αποκάλυψης, μιας αλλαγής που γίνεται χωρίς να καταλαβαίνουμε πώς. Έρχονται μέσα από πάρα πολλές μικρές ποσοτικές, μερικές ποιοτικές αλλαγές, οι οποίες πρέπει να συντελεστούν για να φτάσουμε σε μια μεγάλη αλλαγή. Σήμερα στη χώρα μας δεν συμβαίνουν αλλαγές μονάχα ποσοτικού χαρακτήρα. Συμβαίνουν και ποιοτικές αλλαγές και πρέπει αυτό να το σημειώσουμε. Μερικές από τις πιο σημαντικές αλλαγές είναι: 1) το ζήτημα του ριζοσπαστισμού, του λαϊκού ριζοσπαστισμού, που έχει εμφανιστεί στη χώρα μας. Και αυτό που άλλαξε ποιοτικά είναι ότι σήμερα ο ελληνικός λαός βλέπει στην Αριστερά μια δύναμη που μπορεί να μετασχηματίσει την κοινωνία ή που θέλει να μετασχηματίσει την κοινωνία, ή που αναλαμβάνει την ευθύνη να σώσει τη χώρα και την κοινωνία. Και αυτό δεν υπήρχε πριν από λίγο καιρό. Να λοιπόν που έχουμε και μερικές σημαντικές ποιοτικές αλλαγές που πρέπει να τις εστιάσουμε και να κατανοήσουμε από τι θα εξαρτηθεί η εξέλιξή τους και η πορεία της μετάβασης που έχει αρχίσει.
5. Ο ρόλος της Αριστεράς σήμερα
Η Αριστερά, και ειδικά ο ΣΥΡΙΖΑ, αναδεικνύεται σαν ένας φορέας αλλαγής - μετάβασης από τα πράγματα. Από αυτά που συμβαίνουν. Από την ιστορία που υπάρχει σ’ αυτό τον τόπο. Από αυτά που νομίζουνε και άλλοι άνθρωποι από άλλες πιο μακρινές χώρες για αυτό τον τόπο. Όλα αυτά παίζουνε ένα ρόλο.
Η Αριστερά οφείλει άμεσα να ξεφύγει από πάρα πολλά στερεότυπα που έχει. Από ένα δογματικό τρόπο που αντιλαμβάνεται τα πράγματα. Από ένα φόβο για το λαό. Η μια έλλειψη εμπιστοσύνης προς τον λαό ή ένα φόβο που έχει απέναντι στα κινήματα. Από αυτά έχουμε ξεφύγει τα τελευταία χρόνια. Ο κόσμος έδειξε εμπιστοσύνη στο ΣΥΡΙΖΑ γιατί είναι μια δύναμη της Αριστεράς διαφορετική. Μια δύναμη της Αριστεράς ανοικτή, πιο δημοκρατική, μη σεχταριστική, ευρύχωρη, μια δύναμη που καταλαβαίνει τις αντιφάσεις τις δικές της, μια δύναμη που μιλά και για τον εαυτό της, μια δύναμη που δεν βλέπει να θέλει να μονοπωλήσει όλες τις διαδικασίες που υπάρχουν μέσα στην κοινωνία. Μια δύναμη που σέβεται τα κινήματα, μια δύναμη που θέλει να υπηρετήσει τα κινήματα. Και αυτό το πράγμα ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ. Και εκεί που έκανε «κλικ» το ποιοτικό, γιατί υπήρξε ένα «ποιοτικό κλικ» ήταν όταν ο Α. Τσίπρας είπε το σύνθημα «για την κυβέρνηση της Αριστεράς». Όταν είπε το απλό πράγμα «αναλαμβάνουμε την ευθύνη για να αλλάξουμε την πορεία» ο κόσμος το αγκάλιασε.
Υπάρχει όμως ένα ζήτημα εδώ πέρα, πώς σταθεροποιείται το 26%; Και πώς ακόμα αναπτύσσεται παραπέρα; Και τι δουλειά πρέπει να γίνει για αυτό;
Πρέπει να γίνει με μια ακούραστη δουλειά. Και με τη δουλειά του μυρμηγκιού και με τη δουλειά κοντά στους ανθρώπους και με το να ανοίξουνε οι πόρτες του ΣΥΡΙΖΑ, να μπει όλος ο κόσμος μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ και με το να γίνουμε μια νέα ελπιδοφόρα δύναμη και να έχουμε ένα προγραμματικό σχέδιο το οποίο να μπορεί ο κόσμος να το χαίρεται και να το αγκαλιάζει. Από την άποψη αυτή, η Αριστερά πρέπει να αφήσει όλες τις καθαρούτσικες φόρμουλες, να μη νομίζει ότι υπάρχει μονάχα κεφάλαιο και εργασία. Αυτή είναι η κυρίαρχη αντίθεση που υπάρχει. Εκφράζεται όμως αυτή η αντίθεση και με μνημόνια και με τρόικες και με τρόπους όπως τα γνωρίσαμε και άρα δεν χρειάζεται μονάχα να μιλάμε για ανατροπές, αντικαπιταλιστικές ανατροπές κ.λπ. Χρειάζεται να έχουμε ένα πρόγραμμα το οποίο να μιλάει στη γλώσσα του κόσμου, να του δείχνει το δρόμο μιας μεγάλης πολιτικής, οικονομική και κοινωνικής διεξόδου και αλλαγής. Και βέβαια, πρέπει να απορρίψουμε όλες τις απλοϊκές αντιλήψεις. Και όλους τους δογματισμούς. Η Αλέκα Παπαρήγα θέλει να καταργήσει ακόμα και τον όρο Αριστερά. Θέλει να μιλάει μόνο για τάξεις και μόνο για κομμουνισμό. Τιμωρήθηκε από τη στάση που κράτησε. Τιμωρήθηκε από το σύνθημα «Ισχυρό ΚΚΕ». Έτσι, ουσιαστικά, οδηγήθηκε στο να έχει μια καθεστωτική στάση. Έχουμε ανάγκη προχωρημάτων και δεν πρέπει να δείχνουμε ότι θα τα αντιμετωπίσουμε όλα κάτω από το φόβο της αναθεώρησης. Ότι τάχα, εάν ανοίξουμε τα νέα προβλήματα, τα νέα ζητήματα, τη νέα θεωρία, αναθεωρούμε κάποια κατοχυρωμένα πράγματα που υπήρξανε από τον Μαρξισμό.
Οι πλατείες, το εθνικό, η πατρίδα, η διακυβέρνηση δείτε ακόμα και την κριτική που κάναμε όλοι εμείς πριν από μερικά χρόνια στον κυβερνητισμό. Όλα αυτά αλλάζουν στη συνείδησή μας.
6. Η νίκη και πώς θα φθάσουμε σε αυτήν. Πώς η μετάβαση δεν θα αλλάξει φορά
Δεν δίνονται κάθε μέρα ευκαιρίες, το ξέρουμε αυτό. Αλλά δεν είναι ότι δόθηκε μια ευκαιρία που χάθηκε για πάντα. Ίσα- ίσα, αν φερθούμε σοφά, αν φερθούμε με γνώση, αν δεν φερθούμε με αλαζονεία, μπορούμε και πρέπει να εμφανιστούμε σαν μια δύναμη μετασχηματισμού και μετάβασης και να δείξουμε ότι δεν είναι θέμα «ευκαιριών», αλλά, ζήτημα συνολικής προετοιμασίας του λαού ώστε να συνεχιστεί η διαδικασία μετάβασης που έχει ξεκινήσει. Άρα, ο λαός να προετοιμαστεί κατάλληλα και ολόπλευρα. Πολιτικά, οργανωτικά, θεωρητικά, με νέα συνείδηση, νέα ιδεολογία για τη μετάβαση και το προχώρημα. Είναι τεράστιο έργο. Ακόμα και να βάλουμε τις βάσεις του: σε επίπεδο προγράμματος, στόχευσης, ανάγκης, οργάνωσης, και επιβίωσης του λαού και της κοινωνίας. Είναι τεράστιο βήμα μπροστά.
Πρέπει να μας διακρίνει ο δημοκρατισμός σε όλα τα πεδία. Η δημοκρατία κεντρικό ζήτημα. Σε όλα τα πεδία, παντού. Ένα μεγάλο κίνημα, ρεύμα δημοκρατισμού πρέπει να διαπεράσει και να θεωρείται μόνιμο και διαρκές στοιχείο όλης της μετάβασης.
Αυτή τη στιγμή είναι αναγκαίο να αλλάξει γρήγορα ο ΣΥΡΙΖΑ, να γίνει δύναμη μετάβασης, να γίνει φορέας μετάβασης, να γίνει δύναμη μετασχηματισμού.
Μόνο έτσι θα σώσουμε τη χώρα και θα εγγυηθούμε να μην αλλάξει φορά η διαδικασία της μετάβασης.
Έλενα Πατρικίου: "Αριστερό χρέος και νέα εθνική ταυτότητα"
Aν αυτό που μας απασχολούσε εδώ ήταν μία θεατρική παράσταση, θα έπρεπε να ασχοληθούμε και με το άκρως ουσιαστικό, τόσο για τη μορφή όσο και για το περιεχόμενο, ερώτημα «ποιο είναι το κοινό μας;».
Είναι, ελπίζω, σαφές πως σε καμία περίπτωση δεν χρησιμοποιώ τις λέξεις «παράσταση» και «κοινό» με το συνήθη υποτιμητικό τρόπο. Ποιο είναι λοιπόν το κοινό της Ριζοσπαστικής Αριστεράς; Απευθυνόμαστε στο λαό και στην κοινωνία, αλλά για ποιον ακριβώς λαό μιλάμε, για ποια κοινωνία, σε ποιον, απ’ όλους τους λαούς που συναπαρτίζουν τον πληθυσμό της χώρας, απευθυνόμαστε, ποια απ’ όλες τις κοινωνίες που συναποτελούν τη νεοελληνική κοινωνία, μας αφορά και ποια μας πονάει;
Στη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου, με ιδιαίτερη μάλιστα ένταση στη δεύτερη φάση της, η Ριζοσπαστική Αριστερά κατηγορήθηκε πως λειτουργεί ως κολυμβήθρα του Σιλωάμ για το βαθύ ΠΑΣΟΚ. Το βαθύ ΠΑΣΟΚ, ως λεκτικό και νοηματικό σύνταγμα, υποθέτω πως εξ ορισμού δεν είναι το ρηχό ΠΑΣΟΚ του εκσυγχρονισμού και της σημιτικής γκλαμουριάς. Όπως άλλωστε σπεύδουν να διευκρινίσουν οι κατήγοροί μας, δηλαδή οι λογής υπερασπιστές του σημιτικού καθεστωτικού εκσυγχρονισμού, το βαθύ ΠΑΣΟΚ είναι το φριχτό και αποτρόπαιο ΠΑΣΟΚ εκείνων των λαϊκών τύπων, που είτε ως συνδικαλιστές είτε ως σκέτοι εργαζόμενοι, διεκδίκησαν και επέτυχαν επιδόματα, αυξήσεις, προνόμια, συντάξεις, προστατευτικά καθεστώτα, διορισμούς και ό,τι άλλο θα τους επέτρεπε να μετάσχουν στην επιφανειακή ευμάρεια που μας έφερε, υποτίθεται, εδώ που μας έφερε.
Αλλά, αν το «βαθύ ΠΑΣΟΚ» είναι αυτή η λαϊκή, μη εκσυγχρονισμένη, μικρομεσαία, εργαζόμενη Ελλάδα, αυτό το λαϊκό κομμάτι του πληθυσμού της Ελλάδας που δεν τολμούμε να αποκαλέσουμε λαό, κι αν αυτό το κομμάτι διεκδίκησε άτσαλα, φτηνιάρικα, συντεχνιακά, χωρίς ευρύτερο όραμα, χωρίς ιδεολογία, το δικαίωμα μίας εργασιακής επιβίωσης στα χρόνια της ρεμούλας, γιατί θα πρέπει σήμερα η Αριστερά να απολογηθεί για τη «συμμαχία» της μ’ αυτό; Γιατί θα πρέπει να απολογηθεί που παίρνει τώρα τις ψήφους του, εάν μάλιστα μαζί με τις ψήφους, επωμίζεται και την αγωνία του;
Το θέμα δεν είναι απλώς από πού αλλού θα βρούμε τις ψήφους που αριθμητικά θα μας δώσουν μια εκλογική υπεροχή. Το θέμα είναι ποια Ελλάδα μας ενδιαφέρει. Ποια Ελλάδα υπερασπιζόμαστε. Ποια Ελλάδα βρίσκεται σε μετάβαση και, όσο μας αφορά, όσο το μπορούμε, προς τα πού θέλουμε να πάμε μαζί της.
Για δεκαετίες ζήσαμε και εμείς με τη φαντασίωση ότι η εξαιρετική κινητικότητα της νεοελληνικής κοινωνίας είχε ως αποτέλεσμα η κοινωνία αυτή να μην έχει τελικά τάξεις, να αποτελείται από έναν περίπου ανθρώπινο χυλό, μεσαιοαστικοποιημένο πλέον, τόσο κοινωνικά όσο και οικονομικά όσο και πολιτισμικά, έναν χυλό από τον οποίο η λαϊκότητα και η ελληνικότητα όπως τις είχε ανακαλύψει και ορίσει η γενιά του ’30 είχαν πλέον εκπέσει ή και εξαφανιστεί, η αγωνιστικότητα είχε καταστεί ανενεργή, και τόσο η μνήμη όσο και η προσδοκία είχαν λοβοτομηθεί. Και στο περιθώριο αυτού του χυλού υπήρχε απλώς μία φτωχή μειονότητα, φτωχή από δική της σχεδόν υπαιτιότητα, η οποία αγόταν και φερόταν ως πελάτης των πολιτικών πατρόνων της όπου την πήγαιναν τα εθνικιστικά της πάθη, ή τα ξεπεσμένα αριστερά της αντανακλαστικά, η μαγκιά της και, κυρίως, τα συμφέροντά της.
Όλη αυτή η φαντασίωση, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, δεν αφορούσε μόνον τους άλλους, αφορούσε και εμάς τους αριστερούς. Διότι αριστεροί ήταν αυτοί που πρόπερσι μόλις προσπάθησαν, με αφορμή την αλληλεγγύη προς τους μετανάστες απεργούς πείνας της Υπατίας, να μας πείσουν με τα κείμενα συμπαράστασης, πως μόνον οι μετανάστες εργάζονται ως προλετάριοι στα εργοστάσια, ως αγρότες στα χωράφια, ως υπηρετικό προσωπικό στα μεσοαστικά μας σπίτια, και πως εμείς οι Έλληνες προφανώς νυχθημερόν κωλοβαράμε (συγγνώμη για τη λέξη, αλλά μια και τη νομιμοποίησε προσφάτως η κυρία Μπακογιάννη…).
Αλλά, δυστυχώς ή ευτυχώς, η προϊούσα, η καλπάζουσα μάλλον, ανεργία, μας εξαναγκάζει να διαπιστώσουμε ότι οι Έλληνες όχι μόνον εργάζονταν, αλλά είχαν και έχουν απόλυτη ανάγκη την εργασία προκειμένου να ζήσουν. Επομένως, θα ήταν επιτέλους καλό να μετρήσουμε, με τον πιο αυστηρό τρόπο, όπως μετρήσαμε τους δημόσιους υπαλλήλους, και τους εργαζόμενους, δηλαδή αυτούς που εδώ και καιρό δεν είναι πια της μόδας να ονομάζουμε «εργατική τάξη». Τους ανθρώπους που με την εργασία τους παρήγαν και, ενδεχομένως, συνεχίζουν μέσα στην κρίση να παράγουν υπεραξία, την οποία κάποιοι καρπώνονται.
Επομένως, πρώτη ερώτηση, ποιό είναι το κοινό μας; Κι αν όντως το κοινό μας είναι η εργατική τάξη, γιατί πρέπει να απολογηθούμε στην τάξη που το εκμεταλλεύεται για την συμμαχία μας μαζί του;
Κι αν το κοινό μας είναι όντως η εργατική τάξη, εν τη ευρεία εννοία προφανώς, που συμπεριλαμβάνει και τα μπλε και τα άσπρα κολάρα, μήπως ένα μέρος του αγώνα μας θα πρέπει να επικεντρωθεί στην ανάκτηση της χαμένης του περηφάνιας; Για να καταλήξω: σε μια Ελλάδα σε μετάβαση, και σε μια Ευρώπη σε μετάβαση, όπου η πολιτική ύπαρξη της εργατικής τάξης έχει φτάσει να είναι εντελώς υπονομευμένη (στην Αγγλία και στην Γαλλία έχει φτάσει να μπαίνει υπό ερώτηση η καθολικότητα του δικαιώματος ψήφου, ενώ εδώ αυτό το δικαίωμα υποσκάπτεται συστηματικά με την μετάθεση της ενοχής για το πελατειακό σύστημα από την πολιτική εξουσία στους εργαζόμενους ψηφοφόρους), μήπως είναι το αριστερό μας χρέος η εκ νέου ανακάλυψη και η ιδεολογική και πολιτισμική δικαίωση της ίδιας της ύπαρξης της εργατικής τάξης; Μήπως το αριστερό μας χρέος έγκειται στο να ανακαλύψουμε και να υπερασπιστούμε, ως άλλη γενιά του ’30, μία νέα ταξική, οικονομική, ιδεολογική και πολιτιστική ταυτότητα για τον λαό μας; Δηλαδή, αν δεν φοβόμαστε τις λέξεις, μία νέα εθνική ταυτότητα;
Αλέξης Τσίπρας: "Να διεκδικήσουμε ένα νέο σοσιαλισμό"
Στις εκλογές του Μάη και του Ιούνη έχω την πεποίθηση ότι ζήσαμε μια πρωτοφανής διαδικασία λαϊκής και κοινωνικής χειραφέτησης.
Ήταν μια πρωτοφανής διαδικασία άντλησης ελπίδας για μια μεγάλη μερίδα του πληθυσμού που τα τελευταία δύο χρόνια έχει υποστεί μια πρωτοφανή βίαιη επίθεση. Υπάρχει το ερώτημα αν αυτό που συνέβη στις εκλογές ήταν μια έκπληξη. Ενδεχομένως ήταν μια έκπληξη, ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν αυτός που επωμίστηκε την ευθύνη αυτής της μεγάλης ανατροπής.
Η ανατροπή, όμως, αυτή καθαυτή, δεν ήταν έκπληξη. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ήταν η πρώτη φορά μετά τη μεταπολίτευση που είχαμε μια εκλογική μάχη σε συνθήκες κοινωνικής σύγκρουσης. Προηγήθηκαν δυόμισι χρόνια σκληρού, ταξικού, βίαιου πολέμου. Μιας βίαιης ταξικής αναδιάρθρωσης. Ξεριζώθηκε η μεσαία τάξη. Φθάσανε οι άνεργοι στη χώρα μας σχεδόν το 1,5 εκατ. Στην πραγματικότητα κόπηκε αυτή η κόκκινη γραμμή που συνέδεε τα μεγάλα αστικά κόμματα με κοινωνικές δεξαμενές. Μ’ αυτό που ονομάζουμε μεσοστρώματα. Κόπηκε αυτή η κοινωνική εκπροσώπηση. (...) Έχω λοιπόν την αίσθηση ότι αυτά τα δύο χρόνια, συγκρούστηκαν δύο κόσμοι. Ο κόσμος του αχαλίνωτου καπιταλισμού και ο κόσμος των αναγκών και της κοινωνίας. Και σ’ αυτήν τη σύγκρουση υπήρξε μια μεταστροφή της ιδεολογικής ηγεμονίας προς τα αριστερά. (...)
Αυτό που έγινε με τον ΣΥΡΙΖΑ ήταν ότι ο κόσμος της εργασίας, ο κόσμος που βρέθηκε χωρίς ελπίδα και προοπτική σ’ αυτήν την χώρα, βρήκε αποκούμπι, ακούμπησε στο όραμα, στην ελπίδα και τις ιδέες του ΣΥΡΙΖΑ. (...) Και ταυτόχρονα ο δημοκρατικός κόσμος με την ευρύτερη έννοια, ο κόσμος που από το ’81 και μετά μετατοπίσθηκε από τον χώρο της παραδοσιακής Αριστεράς επαναπατρίστηκε στην Αριστερά. Υπό αυτήν την έννοια, νομίζω ότι δεν πρέπει να μας προκαλεί έκπληξη το ότι η Αριστερά επανακάμπτει στα ποσοστά που της αντιστοιχούν στην ελληνική κοινωνία, διότι αξιακά και ιδεολογικά δεν έπαψε η Αριστερά να έχει το 1/3 της ελληνικής κοινωνίας με το μέρος της. Βεβαίως, δεν αρκεί το 1/3 για να διεκδικήσεις την εξουσία ή την διακυβέρνηση.
Η ανατροπή στις εκλογές, είπα και πριν δεν ήταν έκπληξη. Γιατί όμως ο ΣΥΡΙΖΑ; Έχει να κάνει με δύο βασικά χαρακτηριστικά του ΣΥΡΙΖΑ. Ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν ταυτόχρονα μια πολιτική δύναμη με μια σκληρή ριζοσπαστική πολιτική ταυτότητα αλλά ταυτόχρονα και μια ανοικτή πολιτική δύναμη. Πλουραλιστική δύναμη, ευρύχωρη. Αυτός ο συνδυασμός ήταν καταλυτικός. Και άλλα δύο χαρακτηριστικά. Η δύναμη που εδώ και αρκετά χρόνια, από την περίοδο των ισχνών αγελάδων, είχε κάνει σημαία της την ενότητα. Και αυτό που πολλοί αναγνώριζαν ως βασική αδυναμία, την πολυφωνία, τις διαφορετικές απόψεις, ήταν ταυτόχρονα και η μεγάλη δύναμη.
Το άλλο χαρακτηριστικό είναι ίσως πιο σημαντικό. Ότι εμείς ζητήσαμε αυτό που ήθελε ο κόσμος. Δεν ζητήσαμε ούτε μια ψήφο συμπάθειας, ούτε μια ψήφο ιδεολογικής καθαρότητας. Ζητήσαμε την στήριξη ενός κόσμου που έχει ματώσει στους αγώνες για να αλλάξουν τα πράγματα. Ζητήσαμε να αναλάβουμε την ευθύνη να ρίξουμε τη μνημονιακή κυβέρνηση. Και νομίζω αυτό ήταν καταλυτικό. (...)
Λατινοαμερικανοποίηση και συστημικός εκβιασμός. Επίσης συμφωνώ με τη διαπίστωση ότι αυτή η βίαιη διαδικασία της ταξικής αναδιάρθρωσης, οδηγεί σε συνθήκες λατινοαμερικανοποίησης την πολιτική ζωή του τόπου. Με τη λατινοαμερικανοποίηση εννοώ ακραίες αντιθέσεις, ακραία φτώχεια, ένας σκληρός νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός που συσπειρώνει σε δύο στρατόπεδα: το συστημικό και το αντισυστημικό. Θα διαφωνήσω όμως με την άποψη ότι υπάρχει πλήρης ταύτιση. Η διαφορά είναι ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα της Eυρωπαϊκή Ένωσης και της Ευρωζώνης. (...)
Η μεγάλη μας δύναμη ήταν ότι εμείς αντιστρέψαμε τον κυρίαρχο συστημικό εκβιασμό. Είπαμε στην κυρία Μέρκελ ότι εμείς θα ακυρώσουμε το μνημόνιό σου και κανόνισε την πορεία σου. (...) Δηλαδή, πετάγαμε τη μπάλα στο γήπεδο του αντιπάλου και άρα το συστημικό πρόβλημα ήταν στη διαχείριση εκείνων που είχαν δημιουργήσει την κρίση. Αυτό και μόνο, κατά την γνώμη μου, ήταν μια εξέλιξη που μετέτρεψε τη δυναμική μας από κλεισμένη μέσα στα εθνικά σύνορα, σε μια δυναμική πανευρωπαϊκού και παγκόσμιου βεληνεκούς. Ίσως και αυτό να είναι αυτό που ονομάστηκε από τους προλαλήσαντες «διεθνικός πατριωτισμός». (...)
Και επειδή η Ελλάδα είναι μια χώρα της Ευρωζώνης δεν μπορούμε να παραβλέψουμε ότι βασικό μας καθήκον είναι στην έρημο του ευρωπαϊκού νεοφιλελευθερισμού, να επαναφέρουμε την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη. Και να πούμε με όση δύναμη φωνής έχουμε ότι το σχέδιο που μας είπαν για ενωμένη Ευρώπη και Ευρώπη των λαών, δεν είναι δικό τους σχέδιο. Το δικό τους σχέδιο οδηγεί στην κοινωνική διάλυση, στην κοινωνική περιθωριοποίηση και οδηγεί και στη διάλυση της Ευρώπης. Διότι, σε τελική ανάλυση, η Ευρώπη ή θα είναι κοινωνική και δημοκρατική ή δεν θα υπάρξει η Ενωμένη Ευρώπη, για να παραφράσω και μια φράση του Πουλαντζά.
Οι τελευταίες εξελίξεις αποδεικνύουν η ανάλυση που κάναμε για το τι συμβαίνει στην Ευρώπη επιβεβαιώθηκε. Έγινε η Σύνοδος Κορυφής. Προφανώς και δεν σώσανε την Ευρώπη ούτε την Ευρωζώνη. Το ευρώ συνεχίζει να πορεύεται την πορεία της κατηφόρας. Και να πηγαίνει με μαθηματική πορεία στην διάλυση, εάν δεν αλλάξουν οι αιτίες, η αρχιτεκτονική της Ευρωζώνης. Όμως ένας δεξιός Ισπανός πρωθυπουργός και ένας τραπεζίτης Ιταλός πρωθυπουργός, είπαν μια λέξη στη Σύνοδο Κορυφής, απαγορευμένη μέχρι προχθές. Βέτο.
Η Ελλάδα έχει δεξιούς πρωθυπουργούς και τραπεζίτες πρωθυπουργούς. Κανένας εξ αυτών δεν το διανοήθηκε, πόσο μάλλον οι σοσιαλιστές, να προφέρει αυτή τη λέξη, παρά το γεγονός ότι ήταν εμφανές ότι οδηγούσαν τη χώρα και το λαό σε μια πρωτοφανή καταστροφή. Ίσως γιατί η ελληνική πολιτική ελίτ και η αστική τάξη να μην έχει τη στοιχειώδη συνείδηση της πατριωτικής ευθύνης, που μπορεί να έχουν ενδεχομένως οι Ιταλοί και οι Ισπανοί. Εγώ θα γίνω ακόμη πιο σκληρός, γιατί η αστική τάξη στη χώρα μας, από την πρώτη στιγμή αντιλήφθηκε την κρίση ως ευκαιρία. Και συμπεριφέρθηκαν ως άλλοι μαυραγορίτες της εποχής της κατοχής. Η ελληνική αστική τάξη ήταν αυτή που επέβαλε τους σκληρούς όρους του Μνημονίου. Αυτή ήταν οι συγγραφείς και κυρίως αυτοί που επέβαλαν την αλλαγή των εργασιακών ρυθμίσεων. Κάτι το οποίο, καμία σχέση δεν μπορεί να έχει με το δημοσιονομικό πρόβλημα.
Νίκη και… ήττα
Το αποτέλεσμα των εκλογών ήταν για εμάς μια πρωτοφανής επιτυχία. Όμως για το λαό μας, για αυτούς που εναπόθεσαν σε μας τις ελπίδες και τις προσδοκίες, ήταν ήττα. Δεν θέλω να αναφερθώ στη μεγάλη τρομοκρατία, ίσως αξίζει να αναφερθώ μόνο στη μεγάλη πολιτική αδυναμία που είχαμε. Ότι δεν είχαμε ανάσες συμμαχιών. Δίναμε μια μάχη μόνοι μας εναντίον ενός ολόκληρου πανευρωπαϊκού και διεθνούς συστήματος. Είχαμε απέναντί μας τις αγορές, το διεθνές χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, τα Μέσα Ενημέρωσης, τα ελληνικά και τα ξένα, φυσικά τη Ν.Δ. και το ΠΑΣΟΚ, και δεν είχαμε σε ένα ενιαίο μέτωπο τις δυνάμεις της Αριστεράς, ίσως αυτό να μην ήταν ώριμο να γίνει χθες, μακάρι να γίνει αύριο. Αλλά, εάν εξαιρέσεις την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, που δεν ήταν εχθρική απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ, οι άλλες δυνάμεις ήταν εχθρικές. (...)
Τι θα γινόταν όμως εάν κερδίζαμε τις εκλογές; Κατά την άποψή μου, όλοι αυτοί που μας απειλούσαν θα είχαν την μπάλα στο γήπεδό τους. Το πρόβλημά μας θα ήταν πραγματικό και εντός της χώρας. Διότι η αστική τάξη δεν θα ήτανε πρόθυμη να πάει σε μια αντεστραμμένη Βάρκιζα. Δεν θα παρέδιδε τα όπλα. (...) Πιστεύω ότι θα είχαμε να αντιμετωπίσουμε ένα συντεταγμένο και ενορχηστρωμένο σχέδιο δολιοφθοράς, προκειμένου ο ΣΥΡΙΖΑ να μην μπορέσει να αναλάβει τη διακυβέρνηση του τόπου, προωθώντας ρεφορμιστικές αλλά πολύ σημαντικές αλλαγές προς όφελος του λαού.
Και παρά το γεγονός ότι είχαμε μια τρομακτική βίαιη ωρίμανση, ότι καταφέραμε όλες τις διαφορετικές απόψεις να τις συνθέσουμε και είχαμε σημαντική άμεση επαφή με τον λαό, εντούτοις μας έλειπε κάτι, που στις χώρες της Λ. Αμερικής, όπου η Αριστερά κατάφερε να πάρει την εξουσία με ειρηνικό τρόπο το είχε. Οργανωμένο το λαό μαζικά, σε κόμματα μαζικά. Σε συσπειρώσεις μαζικές, λαϊκές. Νομίζω, λοιπόν, ότι το επόμενο διάστημα πρέπει να ετοιμαστούμε σε δύο επίπεδα. Το ένα είναι να οργανώσουμε το λαό και να μας καθοδηγήσει κιόλας ο λαός. Γιατί χωρίς την δική του στήριξη, ούτε μια ημέρα δεν θα μπορέσουμε να σταθούμε.
Το δεύτερο που έχουμε να κάνουμε, είναι να σχεδιάσουμε την επόμενη ημέρα. Να μιλήσουμε και πιο οραματικά. Στη βάση ενός οράματος για τον κοινωνικό μετασχηματισμό στον 21ο αιώνα στην Ελλάδα, στην Ευρώπη και στον κόσμο. Το όραμά μας δηλαδή για το σοσιαλισμό. Να τον ξανακάνουμε επίκαιρο, διότι δεν είναι μόνο το αντιμνημόνιο. Εμείς δεν θέλουμε να γυρίσουμε τη χώρα στο 2009, στο παραγωγικό μοντέλο, στο μοντέλο κατανάλωσης που είχαμε το 2009 και μας οδήγησε στην κρίση. Εμείς θέλουμε το μετασχηματισμό και αυτό πρέπει να το προετοιμάσουμε. Και χρειαζόμαστε θεωρητική επεξεργασία για αυτό. Ας προετοιμαστούμε ιδεολογικά και πρακτικά για το μεγάλο άλμα. Η Αριστερά καλείται να διαμορφώσει, την πολιτική, τις συμμαχίες και την κοινωνική δυναμική για μια μεγάλη ιστορική στροφή. Και οφείλουμε να αξιοποιήσουμε αυτό το μεγάλο χρονικό διάστημα που μας δίνεται ώστε να συναντηθούμε με τον κόσμο. Να μετατρέψουμε αυτήν την ευρεία πολιτική και κοινωνική στήριξη προς την Αριστερά, σε ενεργή και πολιτική στάση. Να στήσουμε ισχυρά και ακόμα πιο οργανωμένα δίκτυα αντίστασης και αλληλεγγύης. Και εγώ δεν νομίζω ότι μπορούμε να αντιγράψουμε το ΕΑΜ. Άλλες οι συνθήκες. Το ταξικό είναι κυρίαρχο σήμερα. Αλλά μπορούμε τουλάχιστον να μάθουμε τι ήταν αυτό που του έδωσε τη δυνατότητα να έχει εκείνη την κρίσιμη εποχή, όχι μόνο την ιδεολογική και πολιτική αλλά και την ηθική ηγεμονία. Το σύνθημα που έλεγε «το ΕΑΜ θα μας σώσει από την πείνα και από την σκλαβιά». Δεν ξέρω εάν μπορούμε να σώσουμε τον κόσμο από την πείνα, αλλά είναι πρώτη προτεραιότητα και είναι πρώτο καθήκον από εμάς, να φτιάξουμε δίκτυα αλληλεγγύης για να σταθούμε σε αυτούς που έχουνε μεγαλύτερη ανάγκη.
Μεγάλη ιστορική ευθύνη
Νομίζω ότι τα βήματα που θα ακολουθήσουμε το επόμενο διάστημα θα είναι δύσκολα, αλλά καλούμαστε να αναλάβουμε μια μεγάλη ιστορική ευθύνη. Να διεκδικήσουμε τον κοινωνικό μετασχηματισμό στην Ελλάδα, να αγωνιστούμε για λογαριασμό και των υπόλοιπων λαών της Ευρώπης. Είμαι πεπεισμένος ότι το επόμενο διάστημα θα δούμε πολιτικές ανατροπές και στις υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης, αρχής γενομένης από την Ολλανδία που έχει εκλογές το Σεπτέμβρη. Πιστεύω ότι και στις χώρες του Νότου θα έχουμε σημαντικές αλλαγές.
Να διεκδικήσουμε ένα νέο σοσιαλισμό για τον 21ο αιώνα, να επανεφεύρουμε την κοινωνική Ευρώπη, την αλληλέγγυα Ευρώπη και το σοσιαλισμό, όπως λέει ο πρόεδρος Τσάβες. Γιατί είμαστε με τον διεθνιστικό πατριωτισμό. Και τέλος να μη χάσουμε τα βασικά εκείνα χαρακτηριστικά που μας έφεραν έως εδώ. Την ενότητα μέσα από τη δράση, μέσα από τον πλουραλισμό, αλλά και το βασικό μας όραμα που είναι η ενότητα της Αριστεράς.
Γιατί όχι λοιπόν, να μην καταφέρουμε στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση να είναι ακόμα περισσότερες δυνάμεις της Αριστεράς συσπειρωμένες και ενωμένες σε αυτή την μεγάλη προσπάθεια. Γιατί όχι, στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση να είμαστε σε κοινά ψηφοδέλτια, σύντροφε Ευτύχη.
Σταύρος Κωνσταντακόπουλος: "Στοίχημα η διάρκεια"
Η θεαματική άνοδος της εκλογικής δύναμης του ΣΥΡΙΖΑ -εξαπλασιασμός του ποσοστού του σε λιγότερο από τρία χρόνια- πρέπει να αποδοθεί σε μια σειρά λόγους.
Κανείς σχεδόν δεν θα διαφωνήσει ότι ο σημαντικότερος από αυτούς, είναι η οικονομική κρίση η οποία πλήττει τη χώρα μας. Άνθρωποι από τις μαστιζόμενες από την ανέχεια κατώτερες τάξεις, αλλά και από τις -κατ’ όνομα πλέον και μόνο- μεσαίες τάξεις, ψήφισαν την ανανεωτική και ριζοσπαστική Αριστερά. Μου φαίνεται, όμως, ότι θα ήταν λάθος, ως συνέπεια των παραπάνω, να χαρακτηρίσουμε την ψήφο αυτή, ταξική. Ο όρος οικονομική ψήφος θα ήταν προτιμότερος, με την έννοια ότι ελλείπει σε μεγάλο ποσοστό από αυτούς τους ψηφοφόρους, η ταξική συνείδηση. Όλα τα στοιχεία, που χαρακτηρίζουν την ταξική συνείδηση, όπως η συγκεκριμένη αντίληψη της θέσης που κατέχει κάποιος στην κοινωνική κλίμακα, η αίσθησή του ότι τη θέση αυτήν τη μοιράζεται μαζί με άλλους, καθώς και η θέληση για κοινή δράση απουσιάζουν σε μεγάλο βαθμό.
Για να μπορέσει να έχει ο ΣΥΡΙΖΑ διάρκεια, απαραίτητος όρος είναι να συντελέσει στη δημιουργία αυτής της ταξικής συνείδησης. Μόνον αν υπάρξει συνεπής θεωρητική και ιδεολογική δουλειά σε αυτήν την κατεύθυνση, μπορεί να προσδοκά κανείς ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα αποτελέσει ένα πυροτέχνημα από αυτά που, αρκετές φορές στο παρελθόν, έχουν φωτίσει στιγμιαία τις εκλογικές νύχτες. Και αυτή η δουλειά πρέπει να εκκινήσει από μια ταξική ανάλυση. Μια ταξική ανάλυση που δεν θα μιμείται τον ταξικό φετιχισμό του ΚΚΕ, αλλά που θα ξεκινά ασκώντας πολιτική κριτική στα όσα οι τάξεις, και ιδιαίτερα οι κυρίαρχες, διακηρύσσουν.
Στη σημερινή Ελλάδα, οι κυρίαρχες τάξεις εκπέμπουν μέσα από τους γραφιάδες τους δύο κυρίως ιδεολογήματα. Το πρώτο είναι πιο διαδεδομένο από το δεύτερο. Κοινό χαρακτηριστικό όμως και των δύο, είναι η προσπάθεια να ενοχοποιηθούν οι κατώτερες τάξεις για όσα δεινά μαστίζουν τον τόπο αυτό.
Σύμφωνα με το πρώτο ιδεολόγημα, η ευθύνη των όσων συμβαίνουν βαρύνει αδιάκριτα τους πάντες. Φαρμακοποιοί και φορτηγατζήδες, πανεπιστημιακοί και ταξιτζήδες φταίνε για το κακό μας το ριζικό. Εμπνευσμένο από τους Αμερικανούς πλουραλιστές της δεκαετίας του ’50 και του ’60, το ιδεολόγημα αυτό διαχέει την εξουσία, και άρα τις ευθύνες για όσα συμβαίνουν εξαιτίας της, σε πάμπολλες «ενδιάμεσες» κοινωνικές ομάδες. Αποκρύπτει, με άλλα λόγια, την ύπαρξη μιας κυρίαρχης τάξης και τις τεράστιες ευθύνες που της αναλογούν. Το παγκάλειο «όλοι μαζί τα φάγαμε» αποτελεί την πιο χυδαία αλλά και την πιο ρητή έκφραση αυτού του ιδεολογήματος.
Αν το πρώτο ιδεολόγημα κυριολεκτικά εξαφανίζει τις ανώτερες τάξεις, δεν συμβαίνει το ίδιο και με το δεύτερο. Μόνον που στο δεύτερο, οι τάξεις αυτές έχουν σχεδιάσει και προσπαθούν να υλοποιήσουν όλα τα καλά, ενώ οι κατώτερες τάξεις αποτελούν το εμπόδιο για την πραγμάτωση τους. Εξάλλου, αυτές οι τελευταίες βαρύνονται με τη δολοφονία του Καποδίστρια. Το έθνος-κράτος το συνέλαβαν εξωστρεφείς ελίτ εμπόρων και διανοουμένων στην Ελλάδα του τότε, και ο λαός προσκολλημένος στο παρελθόν προσπάθησε να αποτρέψει την πραγμάτωσή του μέσα από τη δολοφονία του Καποδίστρια. Πηδώντας πάνω από σχεδόν δύο αιώνες ιστορίας, το ιδεολόγημα αυτό μας λέει ότι σήμερα μια φιλοευρωπαϊκή ελίτ - που ονόματα σαν αυτά του Κωνσταντίνου Καραμανλή και του Σημίτη συμβολίζουν προσπαθεί να εκσυγχρονίσει τη χώρα, αλλά ες μάτην. Οι κατώτερες τάξεις αποτελούν ένα βαρίδι του παρελθόντος που και αυτή τη φορά, έστω και αν δεν δολοφονεί, προσπαθεί να αποτρέψει τις πολυθρύλητες «μεταρρυθμίσεις». Το αν οι μεταρρυθμίσεις αυτές διαθέτουν ταξικό πρόσημο, λίγο απασχολεί τους θεράποντες αυτού του ιδεολογήματος. Εκείνο που τους ενδιαφέρει, είναι να κατηγορήσουν το λαό, όπως και στο πρώτο ιδεολόγημα, για τα δεινά που μαστίζουν τη χώρα μας.
Αν ο ΣΥΡΙΖΑ δεν αποκαταστήσει την τρωμένη από τα ιδεολογήματα αυτά αξιοπρέπεια των κατώτερων τάξεων, αν δεν συντελέσει στη συνειδητοποίηση της θέσης και του ρόλου των τάξεων αυτών, τότε το εγχείρημά του δεν θα έχει διάρκεια. Και αν το εγχείρημά του δεν έχει διάρκεια, τότε ο στόχος της απελευθέρωσης των ανθρώπων αλλά και της πραγμάτωσης της μεγαλύτερης αξίας της νεωτερικότητας που είναι η ισότητα, θα είναι πολύ δύσκολο να επιτευχθεί.
Νίκος Ξυδάκης: "Ιστορική πρόκληση η διάσωση της χώρας"
Είναι η κοινωνική Αριστερά, είναι οι ανένταχτοι, είναι οι Φεραίικη αριστεροί, αυτοί που πολλά χρόνια αγωνιούσαν, Κυριακή βράδυ, εάν ο τότε Συνασπισμός, θα ξεπεράσει το 2,9% και θα πάει στο 3%.
Είναι οι αριστεροί, οι οποίοι επί πολλά χρόνια δίναν τους δικούς τους αγώνες σε δήμους, σε κοινότητες, σε σωματεία, σε μη κυβερνητικές οργανώσεις, σε χώρους εργασίας, σε χώρους πνευματικούς, και είναι ο κόσμος της Aριστεράς, η κοινωνική, η ανένταχτη, η ψυχική Aριστερά, η οποία οδήγησε τον ΣΥΡΙΖΑ σε αυτό το εκλογικό ιστορικό ρεκόρ και έβαλε την Ελλάδα στον ιστορικό χάρτη της μεταπολιτικής Ευρώπης, πλάι στο Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα του Μπερλιγκουέρ, της δεκαετίας του ’70, μας έκανε να θυμηθούμε την ΕΔΑ του 1958, μας έκανε να ξαναθυμηθούμε τη χαμένη άνοιξη της δεκαετίας του ’60, τις διαψευσμένες ελπίδες του ’81.
Και μέσα από το φόβο και την απόγνωση της Ελλάδας του 2012, μιας κοινωνίας εν καταστροφή, να ξαναρχίσουμε να στεκόμαστε στα πόδια μας και να ελπίζουμε. Νομίζω ότι αυτό που έχουμε μπροστά μας, είναι μια καταστροφή σε πρόοδο και αυτός ο άγγελος της Ιστορίας που φτερούγησε στις 6 Μαΐου και στις 17 Ιουνίου, είναι ένας άγγελος, όπως τον περιγράφει ο Μπένγιαμιν, με διπλό σήμα. Αυτό που βλέπουμε μπροστά μας, μπορεί να είναι ερείπια, αλλά αυτό που έρχεται από την πλευρά του παραδείσου, ο άνεμος μπορεί να είναι αυτός που θα μας κάνει να ξαναξεδιπλώσουμε τα φτερά μας και να ανταποκριθούμε στην ιστορική πρόκληση. Ιστορική πρόκληση αυτή την στιγμή, είναι η διάσωση της χώρας, είναι η διάσωση της Ελλάδας, είναι η διάσωση των Ελλήνων, είναι η διάσωση του δημοκρατικού κράτους που διαλύεται, είναι η διάσωση αυτού που νομίσαμε ότι είμαστε και δεν είμαστε πλέον.
Η Ελληνική Αριστερά, η κοινωνική, η ιστορική, η ψυχική Αριστερά, έχει το τεράστιο ιστορικό καθήκον να σώσει την Ελλάδα. Και εάν τη σώσει, αλλάζει η ιστορική καμπή προς τα ερείπια και πηγαίνει προς το όνειρο. Έχει δίκιο ο Α. Τσίπρας ότι μας παρακολουθεί η Ευρώπη, μας παρακολουθούν οι Αμερικάνοι, μας παρακολουθούν οι Λατινοαμερικάνοι. Το κοινωνικό εργαστήρι το οποίο εξελίσσετο όλα αυτά τα δυόμιση χρόνια προς την δυστοπία, μπορεί να πάει προς κάπου αλλού. Μπορεί να πάει προς τη Δικαιοσύνη, μπορεί να πάει προς μια νέου τύπου ευημερία και αυτός είναι ο ρόλος αυτής της Αριστεράς. Μιας Αριστεράς που είναι η πιο μοντέρνα κοινωνική και πολιτική δύναμη στην Ελλάδα αυτή την στιγμή.
(…)
Η Αριστερά όλα αυτά τα χρόνια, περιθωριοποιημένη, αυτάρεσκη, μικροεξουσιομανής, αποκομμένη από ό,τι άλλαζε στην κοινωνία, δεν πρόλαβε να αντιληφθεί τις νέες ταξικότητες, τα νέα κοινωνικά υποκείμενα. Δεν κατάλαβε ότι η εργασία εδώ και πολλά χρόνια είχε μπει στο χώρο της επισφάλειας. Ήταν μια Αριστερά που πιο πολύ νοιαζόταν το δημόσιο υπάλληλο και όχι το παιδί με το πτυχίο που έκανε ντελίβερι. Άργησε να τα πάρει χαμπάρι. Τα έχει πάρει όμως είδηση. Τώρα αισθάνεται όλες τις φωνές. Είναι η Αριστερά, επίσης, που είχε λησμονήσει λίγο την μεγάλη πατριωτική της παράδοση.
Τις μεγάλες παραδόσεις και του ελληνικού λαού και των ευρωπαϊκών, πατριωτικών, δημοκρατικών κινημάτων.
Ήταν, επίσης, μια Αριστερά που είχε ξεχάσει, γιατί είχε ηττηθεί ψυχοπνευματικά, ιδιαίτερα μετά τις πτώσεις τις ιστορικές του ’89, ότι στο τέλος του 20ού αιώνα και στην αρχή του 21ου, η έννοια της προόδου και η έννοια του πλούτου δεν ήταν η ίδια με τον ντετερμινισμό του 19ου αιώνα και του 20ού.
Όταν μιλάμε σήμερα για πρόοδο, πρέπει να μιλάμε για άλλη πρόοδο. (…) Πρόοδος δεν είναι η διαρκής συσσώρευση, δεν είναι η μεγέθυνση. Πλούτος, είναι ο δημόσιος πλούτος, είναι το δημόσιο σχολείο, το δημόσιο νοσοκομείο, ο δημόσιος χώρος. Δεν είναι η ατομική χλιδή, δεν είναι η κατανάλωση. Αυτά είναι υποδούλωση, αυτά είναι υποτέλεια.
Και κλείνω αναφερόμενος στο βαρύ ιστορικό που είπε ο Λουκάς Αξελός: Ένα μεσογειακό, ευρωπαϊκό «ριζορτζιμέντο» μπορεί και πρέπει να ξεκινήσει από την Ελλάδα. Μια ηθική και πολιτική αναγέννηση μπορεί και πρέπει να ξεκινήσει από την Ελλάδα. (…)
Σία Αναγνωστοπούλου:" Να κάνουμε το μεγάλο άλμα"
Αυτό που έχει επικρατήσει, είναι ότι ο καπιταλισμός στην νεοφιλελεύθερη εκδοχή του επιβλήθηκε στην πολιτική και σάρωσε τα πάντα στο πέρασμά του.
Αυτό το σχήμα, παρά τα αληθοφανή στοιχεία του, δεν αρκεί για να περιγράψει την πραγματικότητα και να μας επιτρέψει να σκεφτούμε με τον πιο γόνιμο τρόπο αυτή την περίοδο και αυτό που ανοίγεται μπροστά μας, μετά τις εκλογές τις 17ης Ιουνίου. Θεωρώ ότι το σχήμα αυτό δεν αρκεί, γιατί έμμεσα δίνει και άφεση αμαρτιών στην πολιτική εξουσία. Αυτό που ζήσαμε όλο αυτό το διάστημα και το οποίο επικαλέστηκε η Ν.Δ., το ΠΑΣΟΚ αλλά και η ΔΗΜΑΡ, είναι ότι δεν μπορεί να αλλάξει τίποτα αφού υπάρχει η οικονομική κρίση.
Θα έλεγα να αντιστρέψουμε τα πράγματα και να σκεφτούμε λίγο διαφορετικά -κάτι που έκανε ο ΣΥΡΙΖΑ στην πράξη όλη αυτήν την περίοδο. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι κατ’ αρχάς η πολιτική δραπέτευσε από το κρεβάτι της κοινωνίας, σταδιακά αλλά αποφασιστικά και συνειδητά και επέτρεψε στο νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό να σαρώσει τα πάντα. Άρχισε σταδιακά ένας αυταρχισμός της πολιτικής, η οποία έκανε συμμαχίες με ορισμένες κοινωνικές ομάδες εις βάρος ολόκληρης της κοινωνίας. Αυτό άνοιξε το δίαυλο για το νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό και όχι το αντίθετο. Η πολιτική, λοιπόν, είναι στο στόχαστρο και σε δεύτερο επίπεδο η οικονομία.
Άρα, το κεντρικό μήνυμα που έστειλε ο ΣΥΡΙΖΑ και το οποίο συσπείρωσε όλο τον κόσμο, ήταν ότι αυτός ο αυταρχισμός είναι που ευθύνεται γι’ αυτή την οικονομική κρίση. (…) Δηλαδή, το βάρβαρο ξέσπασμα του καπιταλισμού οφείλεται στο ότι η πολιτική εξουσία δεν κράτησε καμία άμυνα. Στην Ελλάδα το ΠΑΣΟΚ τις δεκαετίες του ’90 και του 2000 και η Ν.Δ., έγιναν το καλύτερο όχημα του βάρβαρου ξεσπάσματος του νεοφιλελεύθερισμού στην Ελλάδα. (…)
Αυτό το οποίο έχει σημασία μετά τις εκλογές, είναι ότι στην Ελλάδα φτιάχτηκε μια κυβέρνηση εθνικής συνεννόησης. Κατά τη γνώμη μου δεν υπάρχει τίποτα πιο αυταρχικό από την έννοια της εθνικής συνεννόησης. Τι σημαίνει εθνική συνεννόηση; Σημαίνει αταξικότητα κατ’ αρχάς. Σημαίνει κατάσταση επείγουσας ανάγκης, άρα όλα τα άλλα μπαίνουν σε δεύτερη μοίρα για να αντιμετωπίσουμε την επείγουσα κατάσταση. Η έννοια της επείγουσας ανάγκης είναι έννοια αυταρχική από μόνη της, αρκεί να ανατρέξει κανείς στην ιστορία για να το δει. Αυτή που πρέπει να υποταχθεί είναι η κοινωνία. Άρα, η κυβέρνηση εθνικής συνεννόησης είναι κάτι που αποπνέει αυταρχισμό ευθύς εξαρχής ό,τι πρόγραμμα και να ακολουθήσει. Ο ΣΥΡΙΖΑ αυτό που έκανε ήταν να ανατρέψει αυτή την αίσθηση του κατεπείγοντος, λέγοντας ότι το κατεπείγον αφορά την κοινωνία. Δεν αφορά την πολιτική εξουσία. Και αυτό ήταν που συσπείρωσε τόσο κόσμο γύρω του. Αυτό που έγινε με τον ΣΥΡΙΖΑ, και το είδαμε όσοι πήγαμε στην Ευρώπη όλο αυτό το διάστημα, ήταν ότι αντέστρεψε εντελώς το κλίμα. (…) Οι Ευρωπαίοι έβλεπαν στον ΣΥΡΙΖΑ μια ευρωπαϊκή αριστερή δύναμη. (…)
Ποιο είναι το μήνυμα το οποίο πρέπει να διοχετεύσουμε, να διακινήσουμε, πάση θυσία, στην κοινωνία; Είμαι από αυτούς που θεωρούν ότι πρέπει να κάνουμε το μεγάλο άλμα. Δεν υπάρχει προηγούμενο, ή υπάρχουν πολλά προηγούμενα τα οποία πρέπει να γίνουν ένα καινούργιο πράγμα. Ποιο είναι αυτό το νέο μήνυμα; Η σωτηρία της κοινωνίας, απαιτεί πρώτα απ’ όλα την επανεφεύρεση ενός κράτους δικαίου και πρόνοιας. Δηλαδή, η σωτηρία της κοινωνίας, απαιτεί δημοκρατία από αριστερές δυνάμεις. Σε αυτό, οι συμμαχίες, η διεύρυνση των συμμαχιών στην κοινωνία, θα γίνουν πολύ μεγαλύτερες και πολύ πιο στέρεες. Από την άλλη μεριά, η σωτηρία των ευρωπαϊκών κοινωνιών (και σ’ αυτό πιστεύω ότι ο ΣΥΡΙΖΑ παίζει τεράστιο ρόλο) συνεπάγεται και τη σωτηρία της ίδιας της Ευρώπης. Διαφορετικά Ευρώπη δεν μπορεί να υπάρξει με τον τρόπο που υπάρχει.
Ένα τελευταίο σημείο. Το κρίσιμο πρόβλημα του 21ου αιώνα είναι η αυταρχική δημοκρατία, η οποία έχει ξεκινήσει από τη δεκαετία του ’90 μέχρι σήμερα. Απόρροια αυτού του προβλήματος είναι η τεράστια οικονομική κρίση και η μετανάστευση. Η μετανάστευση έγινε ακριβώς από αυτήν την αυταρχική δημοκρατία, η οποία έδιωξε τόσο κόσμο από τα μέρη του, από τις χώρες του. Άρα, λοιπόν, αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να επανακτήσουμε την δημοκρατία και μ’ αυτό το ζήτημα πρέπει πάση θυσία, οργανωτικά, θεωρητικά, ιδεολογικά, να κατακλύσουμε την κοινωνία.
Ευτύχης Μπιτσάκης: "Για ένα λαϊκό μέτωπο σωτηρίας"
Από Θεού άρξασθε: Κρίση παγκόσμια, δομική. Ελληνική ιδιομορφία: η χώρα εκποιείται από τους πολιτικούς εκπροσώπους της αστικής τάξης μας (κομπραδόρικης, υποτελειακής, εθνοπροδοτικής).
(…) Ποια δύναμη μπορεί να οργανώσει και να καθοδηγήσει το κίνημα αντίστασης στο νέο καθεστώς υποτέλειας, με προοπτική τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της χώρας; Προφανώς: Η Αριστερά! Ποια Αριστερά; Το ΚΚΕ, ο ΣΥΡΙΖΑ, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και άλλες, διάσπαρτες αριστερές δυνάμεις.
Η καταστροφή προχωρεί με επιταχυνόμενους ρυθμούς. Στο άμεσο μέλλον θα υπάρξουν ξεσπάσματα των αγανακτισμένων. Θα μπορέσει η Αριστερά να συμβάλει στη μετατροπή του αυθόρμητου σε συνειδητή δράση με καθορισμένο στρατηγικά στόχο; Ποιος θα έπρεπε να είναι αυτός ο στόχος;
Σήμερα η αστική τάξη μας, «από κοινού συμφέροντος με τους εκπροσώπους του ευρωπαϊκού-διεθνικού κεφαλαίου», έχει αποδεχτεί ένα νέο καθεστώς υποτέλειας: Εκποίηση της εθνικής ανεξαρτησίας, εκποίηση του δημόσιου πλούτου, αστική δημοκρατία που μεταλλάσσεται σε αυταρχική, εντολοδόχο ξένων δυνάμεων.
Νέο ΕΑΜ λοιπόν; Λέγεται και αυτό. Όμως, ας το ξαναπώ: κανείς Άρης δεν θα πάρει σήμερα το καριοφίλι του ν’ ανέβει στο Βελούχι. Τότε κυρίαρχο ήταν το εθνικό. Το ταξικό δευτερεύον, λειτούργησε στα πλαίσια του εθνικού. Σήμερα, κυρίαρχο είναι το ταξικό. Το εθνικό αναδύεται ως παράγωγη αντίθεση. Η άρση αυτής της αντίθεσης προϋποθέτει την άρση της κυρίαρχης. Σήμερα, σε σύγκρουση με τον αντιδραστικό εθνικισμό και τον αναδυόμενο νεοφασισμό, η Αριστερά οφείλει να προτάξει το σύνθημα για ένα νέο, διεθνικό πατριωτισμό. «Θέλουμε ελεύθερη εμείς πατρίδα και πανανθρώπινη τη λευτεριά» τραγουδούσαμε πριν από 70 χρόνια ΕΠΟΝίτες και ΕΑΜίτες. Πανανθρώπινη λευτεριά σήμαινε τότε, έστω και αν δεν λέγονταν ρητά, το κοινό κομμουνιστικό μέλλον της ανθρωπότητας.
Σήμερα, παρά τις ήττες και την καταστροφή, ο σοσιαλισμός παραμένει η μόνη ελπίδα της ανθρωπότητας. Σοσιαλισμός με το κομμουνιστικό κίνημα σε παρακμή; Ας θυμηθούμε όμως τη διαλεκτική της στρατηγικής και τακτικής: ευλυγισία στους άμεσους, επιτεύξιμους στόχους, ανένδοτη προσήλωση στον στρατηγικό. Που σημαίνει: συνεργασία, κοινή δράση, σε ένα, δύο, τρία άμεσα ζητήματα. Συνεργασία με δυνάμεις που θα μας εγκαταλείψουν στην πορεία. Συνεργασία με τους ρεφορμιστές και άλλες ασταθείς δυνάμεις, σε επιμέρους στόχους (Λένιν). Αλλά τότε οι συνεπείς επαναστατικές δυνάμεις δεν υπάρχει κίνδυνος να αφομοιωθούν, ειδικά σήμερα από τη σοσιαλδημοκρατία;
Ο κίνδυνος είναι υπαρκτός. Αλλά οι συνεπείς επαναστατικές δυνάμεις έχουν να επιλέξουν: Συμμαχία με τον εαυτό τους; ιδεολογική «καθαρότητα», αναχωριτισμό ή, αν έχουν τα κότσια, αν έχουν αυτοπεποίθηση, να συμβάλουν κριτικά και πρακτικά στη ριζοσπαστικοποίηση του πολύμορφου, αναπτυσσόμενου κινήματος των μαζών: Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα!
Ο άμεσος στόχος
Ας περάσουμε, λοιπόν, στα του οίκου μας. Υπάρχει σήμερα επαναστατική κατάσταση στη χώρα; Όχι! Ποιος θα έπρεπε να είναι λοιπόν ο άμεσος στόχος; Μέτρα για να μην πεθάνουν τα θύματα της κρίσης. Άρνηση πληρωμής του χρέους. Εκδίωξη της τρόικας. Προοδευτική ανασυγκρότηση της οικονομίας; Αν αρκεστούμε σε αυτό το ελάχιστο, που και αυτό είναι δύσκολα επιτεύξιμο σήμερα, τότε πρόκειται για καθαρό ρεφορμισμό: όμως αυτός ο άμεσος, τακτικός στόχος, πρέπει να αποτελέσει «στιγμή» μιας ενιαίας επαναστατικής διαδικασίας που μέσα από την επίτευξη ενδιάμεσων στόχων, θα οδηγεί στο σοσιαλισμό.
Ποιοι θα μπορούσαν σήμερα να είναι οι ενδιάμεσοι στόχοι; Ένα μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα; Ένας από αυτούς: έξω από το ευρώ. Έξω από την Ε.Ε. Εδώ αρχίζουν οι διαφωνίες. Το ΚΚΕ και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι υπέρ της εξόδου. Ο ΣΥΡΙΖΑ, ενώ ξεπέρασε τη νεκρή πλέον ιδεολογία του ευρωκομμουνισμού, είναι υπέρ της παραμονής στο ευρώ και στην Ε.Ε., με στόχο το μετασχηματισμό της σε «Ευρώπη των Λαών». Ούτε η πρώτη, ούτε η δεύτερη θέση δεν έχει θεμελιωθεί συγκεκριμένα, επιστημονικά.
Μήπως λοιπόν το όλον ερώτημα τίθεται λανθασμένα; Στην εποχή της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, στην Ευρώπη του κεφαλαίου, η απάντηση της Αριστεράς πρέπει να είναι η επιστροφή στο έθνος-κράτος, με ό,τι νέους ανταγωνισμούς θα γεννούσε μια τέτοια επιστροφή στον 19ο αιώνα; Ειδικά η ελληνική οικονομία θα είναι βιώσιμη κόβοντας τις οικονομικές σχέσεις και την τεχνολογική εξάρτηση από τις χώρες της Ευρώπης; Μήπως στόχος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς πρέπει να είναι οι ενωμένες σοσιαλιστικές δημοκρατίες της Ευρώπης; Στόχος που θα επιτευχθεί με το συντονισμό του ευρωπαϊκού εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος. Το ερώτημα φαίνεται ουτοπικό, επειδή προϋποθέτει την ανάπτυξη, τον συντονισμό, την κοινή δράση και τους κοινούς στόχους του εργατικού κινήματος των λαών της Ευρώπης. Το ερώτημα φαίνεται ουτοπικό. Αλλά αυτό που σήμερα είναι ουτοπία, μπορεί να αποτελέσει την πραγματικότητα του αύριο. Ας θυμηθούμε λοιπόν και τη διαλεκτική δυνατότητας και πραγματικότητας, τη διαλεκτική του δυνάμει και του ενεργεία που πρωτοδιατυπώθηκε από τον Αριστοτέλη, αναπτύχθηκε από τον Χέγκελ και εμπλουτίστηκε με υλιστικό περιεχόμενο από τον Μαρξισμό και τις σημερινές επιστήμες, φυσικές και κοινωνικές.
Λοιπόν: Κοινή δράση για άμεσους στόχους, κοινό μέτωπο σωτηρίας από ΚΚΕ, ΣΥΡΙΖΑ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ανένταχτους, κινήματα, τοπικές οργανώσεις, ως πρώτο βήμα για το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της χώρας μας; Αλλά οι ριζοσπάστες δεν κινδυνεύουν να αφομοιωθούν από την αριστερίζουσα σοσιαλδημοκρατία;
Τι λένε λοιπόν οι «αρμόδιοι»; Το ΚΚΕ θεωρεί κύριο εχθρό τον ΣΥΡΙΖΑ. Συμμαχώντας λοιπόν με τον εαυτό του, επιμένοντας ότι τίποτα καλό δεν θα υπάρξει για «τον λαό» στα πλαίσια του καπιταλισμού, συμμαχώντας με τον εαυτό του και μόνο, θα κάνει όπως ελπίζει, ένα άλμα από το κενό του σήμερα, στο κενό της αόριστης «λαϊκής εξουσίας». Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, με τη σειρά της, θέτει ως όρο συνεργασίας την έξοδο από το ευρώ και την Ε.Ε. Αρνείται τη συνεργασία στο όνομα του μεσοπρόθεσμου στόχου. Και παραπέρα. Στο χώρο αυτό κυριαρχεί η άποψη ότι μια τέτοια συνεργασία θα είχε ως συνέπεια να αφομοιωθούν οι συνεπείς επαναστατικές δυνάμεις, από τη σοσιαλδημοκρατία, ειδικά από τη δεξιόστροφη ηγεσία του ΣΥΝ. Τόσο τρομερός είναι λοιπόν αυτός ο ΣΥΝ και ο ΣΥΡΙΖΑ και τόσο λίγη εμπιστοσύνη έχουν οι οπαδοί της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στις δυνάμεις τους και στη δύναμη των επιχειρημάτων τους; Τόσο πολύ αγνοούν τη δύναμη της βάσης του ΣΥΡΙΖΑ;
Τι είναι δηλαδή ο ΣΥΡΙΖΑ; Το άμεσο πρόγραμμά του είναι ρεφορμιστικό. Υπάρχει όμως ρεφορμισμός και ρεφορμισμός. Κατ’ αρχήν, στρατηγικός στόχος του ΣΥΡΙΖΑ, πολλάκις διατυπωμένος προφορικά και γραπτά είναι ο σοσιαλισμός: «σοσιαλισμός με δημοκρατία», πλεονασμός έστω ο δεύτερος όρος, σοσιαλισμός σχεδόν εξίσου αόριστος με τον σοσιαλισμό της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Αλλά: ο ΣΥΡΙΖΑ είναι μια παγιωμένη κατάσταση; Ακόμα χειρότερα: βαδίζει προς την αγκαλιά της σοσιαλδημοκρατίας; Θα γίνει το νέο ΠΑΣΟΚ; Οι Κασσάνδρες ξεχνούν και στην περίπτωση αυτή τη διαλεκτική: Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα πολυτασικό μόρφωμα. Πεδίο δυνατοτήτων. Υπάρχει η δεξιόστροφη τάση. Αλλά στον ΣΥΡΙΖΑ είναι ενταγμένοι ή τον ψηφίζουν αγωνιστές της Αντίστασης, του εμφυλίου, της ΕΔΑ, των Λαμπράκηδων, του αντιδικτατορικού κινήματος, των μετέπειτα κοινωνικών αγώνων. Που θεμελιώνεται λοιπόν η άποψη της σύγχρονης Κασσάνδρας, ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα γίνει το Νέο ΠΑΣΟΚ, η σημερινή σοσιαλδημοκρατία;
Το ΚΚΕ θεωρεί κύριο εχθρό τον ΣΥΡΙΖΑ. Θα μπορέσει ποτέ να θεραπευτεί από την καταστροφική ασθένεια του πλέγματος σεχταρισμού – οπορτουνισμού; Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα ξεπεράσει την επαναστατική ρητορεία, και θα θελήσει να συνεργαστεί με τον ΣΥΡΙΖΑ και τις άλλες αριστερές δυνάμεις; Θα προσπαθήσει, με τις μικρές δυνάμεις της να συμβάλει δημιουργικά στην περαιτέρω ριζοσπαστικοποίηση του ΣΥΡΙΖΑ; Θα θυμηθεί ότι ο ταξικός αγώνας δεν κρίνεται κυρίως από τις επιλογές των ηγεσιών, αλλά από την κίνηση των μαζών;
Ενιαία επαναστατική διαδικασία, αλλά με ποιες δυνάμεις;
Λοιπόν: Ενιαία επαναστατική διαδικασία με στόχο το σοσιαλισμό. Με ποιες δυνάμεις; Ας δούμε τι έλεγε τότε ο Λένιν: «Μόνο με την πρωτοπορία δεν μπορούμε να νικήσουμε. Δεν θα ήταν απλώς ανοησία αλλά έγκλημα, να ρίξουμε μόνη την πρωτοπορία στην αποφασιστική μάχη, προτού όλη η τάξη, προτού οι πλατιές μάζες να έχουν πάρει θέση ή ανοικτής υποστήριξης ή ευμενούς ουδετερότητας» (Λένιν, Άπαντα, Σύγχρονη Εποχή, σ.-41, σ.-68). Η ηγεσία του ΚΚΕ ίσως έχει διαβάσει Λένιν. Αλλά, επί του παρόντος, πρέπει να τον θεωρεί οπορτουνιστή. Οι δεινοί, πράγματι δεινοί ρήτορες της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, τα ξέρουν τα κλασικά γράμματα. Όμως, επί του παρόντος, δεν τολμούν να βγουν από τον κόσμο των «καθαρών ιδεών»: της κατά Μαρξ, ιδεολογίας.
Αλλά: το πρόβλημα είναι στενά πολιτικό και η πολιτική της Αριστεράς είναι απλά εμπειρισμός; Ας θυμηθούμε τον ασπάλακα του Μαρξ, που υπομονετικά σκάβει κάτω από την αστική κοινωνία, προετοιμάζοντας την επαναστατική ανατροπή. Και ας θυμηθούμε τον Γκράμσι και την έννοια της ηγεμονίας: «Το θεωρητικό και πρακτικό αξίωμα της ηγεμονίας, δηλαδή η δυνατότητα μιας τάξης να διευθύνει το σύνολο της κοινωνίας, την οργάνωση και την συναίνεση της ηγεμονίας της, αυτό που είναι το περιεχόμενο της έννοιας της ηγεμονίας, έχει μια γνωσιοθεωρητική εμβέλεια». Για τον Ιταλό κομμουνιστή ηγέτη, η πολιτική συνδέεται οργανικά με την φιλοσοφία: Θεμελιώνεται φιλοσοφικά, και αναδραστικά έχει μια φιλοσοφική εμβέλεια.
Αντίστοιχα, και κατά συνέπεια, στόχος του σοσιαλισμού δεν πρέπει να είναι απλώς η κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Η φτωχή αυτή, οικονομίστικη αντίληψη εφαρμόστηκε (στο βαθμό που εφαρμόστηκε) και απέτυχε. «Ουκ επ’ άρτω μόνον ζήσεται άνθρωπος». Το χριστιανικό αυτό αξίωμα, πρέπει να ισχύσει κατά μείζονα λόγο σε μια σοσιαλιστική κοινωνία, που δεν υπόσχεται την ευτυχία στο επέκεινα αλλά εδώ, στη μικρή γη, όπου όπως έλεγε ο νεαρός Μαρξ, «η ύλη άρχισε να σκέπτεται», να αποκτά συνείδηση του εαυτού της. Ο πρώην «υπαρκτός σοσιαλισμός», πρόσφερε στους πολίτες του «τα λίγα γραμμάρια ευτυχίας» (κατά πως λέει ο Ελύτης). Αλλά σοσιαλισμός σημαίνει ριζική αναμόρφωση της κοινωνίας. Ο Μαρξισμός λοιπόν, εξ ορισμού, έχει μια βασική συνιστώσα: να συγκροτήσει μια ενδοκοσμική ηθική, ιστορική άρνηση του ηθικού κενού του καπιταλισμού.
Και τώρα τι; Στις επόμενες εκλογές, που ίσως γίνουν σύντομα, θα κατορθώσει η Αριστερά μας να συγκροτήσει ένα μέτωπο σωτηρίας με θεμέλιο ορισμένα άμεσα αιτήματα; Θα ανοίξει, ταυτόχρονα ένα δημόσιο, ανοικτό διάλογο για τους μεσοπρόθεσμους στόχους και για τον σοσιαλισμό; Και θα θελήσει να θέσει ως βασικές αξίες του μέλλοντος τον πολιτισμό και μια νέα εγκόσμια ηθική, ελπίδα και κίνητρο για την κοινωνική δημιουργία;
Τέλος: Μια μελλοντική κυβέρνηση της Αριστεράς θα έχει να αντιμετωπίσει την επίθεση και το ψεύδος των μηχανισμών της αστικής τάξης. Θα αρχίσει λοιπόν η Αριστερά μας να προετοιμάζεται οργανωτικά, πολιτικά, ιδεολογικά και ηθικά, για την σύγκρουση που επίκειται;
(Το κείμενο αυτό συντάχθηκε με βάση την προφορική εισήγηση του συγγραφέα, στο Resistance 2012)
Κωνσταντίνος Μίχος: "Να ενεργοποιήσουμε τον μυ"
Καλά ακούσατε, χορογράφος. Είναι η πρώτη φορά που βλέπετε έναν χορογράφο να μιλάει σε ένα τέτοιο πάνελ, δίπλα σε ανθρώπους οι οποίοι με λέξεις προσπαθούν να σας εξηγήσουν τον κόσμο, προσπαθούν να σας τον περιγράψουν.
Το μόνο που μπορώ να παρατηρήσω είναι ότι οι λέξεις των άλλων, στον εμφύλιο που ζούμε, ήταν πολύ αποτελεσματικές. Δηλαδή, οι λέξεις τους έκαναν τα σώματα της πλειοψηφίας του λαού να κυρτώσουν, να λυγίσουν, να διπλώσουν, να αισθανθούν φόβο, κάπου εδώ στο στήθος, στο στομάχι, στα γόνατα. Ήταν πολύ αποτελεσματικά.
Τους έκαναν ακόμα να πιστέψουν ότι κάποια χέρια θα τους αδειάσουν τις τσέπες τους και σ’ αυτό θέλω να μείνω. Τι έχουν στις τσέπες τους οι Έλληνες; Δεν εννοώ τις τσέπες του Πρετεντέρη ή του εργοδότη του, εννοώ των υπόλοιπων Ελλήνων. Τι έχουν οι τσέπες οι δικές σας; Κυριολεκτώ. Αυτό που προτείνω, είναι να κοιτάξετε τώρα το διπλανό σας, ξένο, σύντροφο κ.λπ. Να τον κοιτάξετε και να βάλετε το χέρι σας στην τσέπη του. Κάντε το. Δεν το κάνετε. Νομίζω ότι έχει πρόβλημα η Αριστερά ή ο ΣΥΡΙΖΑ με την ατομική ιδιοκτησία, αλλά ας το αφήσουμε για μετά. Τέλος πάντων. Εάν βάλετε το χέρι σας στην τσέπη του διπλανού σας, όχι στη δικιά σας, γιατί θα φανεί περίεργο, τι θα βρείτε; Δεν θα βρείτε μια σφαίρα και ένα ψωμί όπως στον Εμφύλιο, δεν θα βρείτε όλο τον κόσμο, όπως στην τσέπη του Τρελαντώνη ή των μπίτνικς. Θα βρείτε λίγα νομίσματα, το εισιτήριο…
Δεν μ’ ενδιαφέρει τι θα βρείτε στην τσέπη του διπλανού σας. Θέλω να κοιτάξετε κάτω από την τσέπη. Κάτω από την τσέπη, εάν κουνήσετε λίγο το χέρι σας, είναι το δέρμα και σε εκείνο το σημείο είναι το δέρμα που γερνάει λιγότερο. Γερνάει πιο αργά στη ζωή μας. Είναι το σημείο που μένει νέο. Κάτω από την τσέπη σας το δέρμα μένει νέο. Αλλά εγώ θέλω να πιέσετε λίγο πιο κάτω και θα αισθανθείτε ένα μαλακό αλλά και δυνατό συγχρόνως…
Είναι οι μυς, είναι στο λαγόνι. Είναι οι μυς οι οποίοι μας σηκώνουν, μας βοηθάνε να κάνουμε το πρώτο βήμα, μας γυρνάνε το πόδι για να κοιτάξουμε τι έχουμε πατήσει, δηλαδή, από πού ήρθαμε, μας βοηθάνε να κλοτσήσουμε.
Αυτοί οι μυς με ενδιαφέρουν. Αναρωτιέμαι, πώς μπορούμε να ενεργοποιήσουμε αυτούς τους μυς. Να σηκωθούμε, να κάνουμε το πρώτο βήμα, να κλοτσήσουμε, να κοιτάξουμε από πού ήρθαμε.
Τώρα, για να τα κάνουμε όλα αυτά, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι έχουμε αυτό τον μυ. Και πρέπει να ξέρετε ότι αυτό τον μυ τον έχουν όλοι και είναι γυμνασμένος. Και αυτός ο μυς με ενδιαφέρει. Εάν ήμουν σε άλλο κόμμα, θα μ’ ενδιέφεραν οι μυς του σβέρκου, που δεν γυρνάει το κεφάλι αριστερά, θα μ’ ενδιέφεραν στη γνάθο… Εάν προσέξετε όταν μιλούν κυρίως υπουργοί του ΠΑΣΟΚ, κουνιέται πολύ η γνάθος και υπάρχει και σάλιο.
Το ερώτημα είναι πώς μπορούμε να ενεργοποιήσουμε αυτό τον μυ. Το πρώτο είναι να το συνειδητοποιήσουμε και το θέμα δεν είναι να το συνειδητοποιήσουμε μόνοι μας, γιατί αυτό είναι πολύ new age, ότι ο κόσμος θα αλλάξει εάν το συνειδητοποιήσουμε μόνοι μας. Όχι. Θα το συνειδητοποιούσατε εάν είχατε αγγίξει το διπλανό σας.
Και όσοι το έκαναν, το έκαναν -τους βλέπω κάποιους- με γέλιο, με λαχτάρα, είναι και λιγάκι ερεθιστικό… Κάπως έτσι νομίζω μπορούν οι άνθρωποι να σηκωθούν, να κάνουν το πρώτο βήμα, να κλοτσήσουν, να κοιτάξουν από πού έρχονται. Αυτά είχα να σας πω…
Γιάννης Φούντας: "Αυτό που ξεκίνησε ο λαός, ο λαός θα το τελειώσει"
Συγχαρητήρια για τη μεγάλη επιτυχία του ΣΥΡΙΖΑ και λέω ότι δεν ανησυχώ για το μέλλον. Αυτό που ξεκίνησε ο λαός, ο λαός θα το τελειώσει. (…)
Ξεκινάω με μια πρώτη γενική διαπίστωση: Η Ευρώπη είναι ένας οργανισμός σε βαθιά κρίση κι η Ελλάδα μια χώρα σε οριακή κατάσταση. Μια χώρα-πειραματόζωο, μια χώρα σε εκκρεμότητα, όπου η επίλυση των προβλημάτων διαρκώς αναβάλλεται. Η δημοκρατία απειλείται. Μνημόνιο -μ’ ό,τι περικλείει αυτή η σύμβαση- και δημοκρατία είναι ασυμβίβαστα πράγματα. Αυτή η διαπίστωση είναι πλέον κοινή πεποίθηση, τη συμμερίζεται η πλειοψηφία του λαού. Έτσι κι αλλιώς, όσο και αν προσπαθεί φιλότιμα η ΔΗΜΑΡ να εξωραΐσει την κατάσταση, δεν έχουμε δική μας κυβέρνηση.
Η δεύτερη διαπίστωση δεν είναι στον ίδιο βαθμό κοινή πεποίθηση: Ζωή, προκοπή, ευτυχία και υποτέλεια είναι ασυμβίβαστες. Όσο κι αν μας κακοφαίνεται, πιο διαδεδομένη είναι αντίληψη πως η Ελλάδα δεν μπορεί να ζήσει χωρίς συμμάχους και προστάτες. Είναι ένας αναγκαίος συμβιβασμός, λένε, και εκχωρούν την ελευθερία τους. Είναι μια αντίληψη που μας τυραννάει από πολύ παλιά, τόσο που μοιάζει διαρκής και ορθώνεται σαν ανυπέρβλητο εμπόδιο. Δεν είναι βέβαια αντίληψη που διαμόρφωσε ο κόσμος, είναι αντίληψη των παρασιτικών τάξεων. Γι’ αυτό κι ενώ όταν ο ΣΥΡΙΖΑ δήλωσε «ναι, θέλω να κυβερνήσω», ο κόσμος τον αγκάλιασε και τον στήριξε, μόλις όμως η αντίδραση αναδιπλώθηκε πίσω από το δίλημμα «ευρώ-δραχμή», «Ευρώπη, προστάτες-απόβλητοι, απροστάτευτοι», περίπου το μισό των ενεργών ψηφοφόρων, ο υπόλοιπος κόσμος, ο όποιος κόσμος, αλλά γιατί να τον υποτιμούμε, αυτός είναι, προτίμησε το ρόλο του παρία από το ρόλο του αδέσποτου. Κι έτσι το τεράστιο άλμα του κόσμου με τον ΣΥΡΙΖΑ έμεινε μετέωρο. Παρόλη την ατέλεια της όμως ήταν μια υπέροχη και πρωτοφανής προσπάθεια, αν λάβουμε υπόψη και το τρομερό «τράκο» που έχει υποστεί αυτή η κοινωνία, που την έχει μετατοπίσει τόσο δεξιά, τόσο που ακόμη και οι ναζιστές να έχουν θεσμικό ρόλο. Αυτή η προσπάθεια άφησε μια πολύ μεγάλη παρακαταθήκη για το μέλλον.
Επομένως, αφού δείξαμε ότι θέλουμε να κυβερνήσουμε, παρά τις τόσες λοιδορίες και συκοφαντίες, και χωρίς κανένας εκπρόσωπός μας, πλην του αρχηγού, να καταφέρει να ολοκληρώσει μια φράση μέσα στο εχθρικό μπάχαλο που έστησε το υπουργείο Προπαγάνδας, δηλαδή τα Μέσα Μαζικής Εξαπάτησης, μαζί με τους αντίπαλους μας, συν τους εθελοντές υπηρέτες τους της τελευταίας στιγμής συν τους κατόχους φανταστικών τίτλων ιδιοκτησίας του κομμουνιστικού κινήματος, τώρα πρέπει να δείξουμε ότι, ναι, θέλουμε και μπορούμε να αλλάξουμε τη χώρα και πως το πρόγραμμά μας είναι ρεαλιστικό, για την ακρίβεια είναι το μόνο ρεαλιστικό. Μας λένε απαξιωτικά ότι δεν είναι. Θα το δούμε. Πάντως το δικό τους δεν είναι τίποτα.
Ας θυμηθούμε τώρα μερικά από τα θέματα που έβαλε η Πλατεία Συντάγματος, που όπως πολύ σωστά την υπερασπίστηκε ο Κώστας Δουζίνας, ήταν «το πιο πολιτικό φαινόμενο». Η πλατεία ήταν στοιχειωμένη από αυτά τα θέματα, ο καθένας έστυβε το κεφάλι του για να βρει τη λύση και μια εντατική διαδικασία διαμόρφωσης συλλογικής συνείδησης και απελευθέρωσης λάβαινε διαρκώς χώρα, με τέτοια επιμονή που τα δακρυγόνα ήσαν ανίκανα να αναστείλουν.
Από τη μια η καταγγελία της οικονομικής δουλείας, η καταγγελία του εκφυλισμένου Κοινοβουλίου, της διαφθοράς, της διαπλοκής, των μικροσυμφερόντων, των δήθεν ισορροπιών και χειρισμών, του βολέματος, της κλεψιάς, της σπατάλης, της εκποίησης της χώρας, της κρατικής βίας. Και από την άλλη η απαίτηση για τιμωρία των ενόχων, για απαλλαγή από τα χρέη, για ανεξαρτησία, δικαιοσύνη, άμεση δημοκρατία, νέο σύνταγμα, αξιοκρατία, κοντολογίς απελευθέρωση από όλα τα δεσμά που κρατούν τη χώρα φυλακισμένη και τις δυνάμεις της καθηλωμένες.
Νομίζω ότι όλα αυτά αρκούν για να διαμορφωθεί η γραμμή και το κίνημα. Αρκεί να τα πιστέψουμε βαθιά και να τα τηρήσουμε. Και βέβαια να στηρίξουμε και να στηριχτούμε στις δυνάμεις που έχουν γνήσιο συμφέρον να δημιουργήσουν μια νέα Ελλάδα και που θα είναι οι κινητήριες δυνάμεις της. Δηλαδή τις όποιες παραγωγικές δυνάμεις έχουν απομείνει σ΄ αυτή τη χώρα, που σήμερα είναι καταφρονεμένες και άνεργες, αλλά που μόνο αν βγουν αυτές στο προσκήνιο θα δούμε σωτηρία.
Στο μεταξύ, όπως είπε κι ένας σύντροφος, πρέπει να φροντίσουμε για τα καθημερινά προβλήματα του κόσμου. Να αγωνιστούμε ενάντια σε κάθε απόπειρα εκποίησης του συλλογικού πλούτου μας, να οργανώσουμε εστίες αντίστασης ενάντια στα χρέη και στις κατασχέσεις, να προστατέψουμε τη στέγη των ανθρώπων, να οργανωθούμε στους τόπους δουλειάς όπου κυριαρχεί το στύψιμο κάθε εργατικής ικμάδας και το άθλιο καθεστώς της εργασίας χωρίς ωράρια και δικαιώματα, να στηρίξουμε τους άνεργους να βγουν από το περιθώριο και να διεκδικήσουν την επιβίωσή τους, να φροντίσουμε για εναλλακτικά δίκτυα διάθεσης τροφίμων, να ενθαρρύνουμε κάθε εναλλακτικό τρόπο αυτοοργάνωσης, αυτοπαραγωγής και αυτοκατανάλωσης, δηλαδή να στηρίξουμε το στήσιμο των πυρήνων μιας αυριανής κοινωνίας, να βοηθήσουμε να φανεί μια αχτίδα φωτός και ελπίδας. Κι αυτά όλα όχι με τη λογική της πρωτοπορίας, της καθοδήγησης και της εργολαβικής δράσης, αλλά ξεκόβοντας όπως είπαμε από τη λογική της ανάθεσης, υιοθετώντας τη λογική της αφομοίωσης μέσα στη συλλογική δράση, προσελκύοντας τα πιο κοφτερά μυαλά και τα πιο δραστήρια μέλη της κοινωνίας μας. Κι ας μας πουν ουτοπικούς.
Η ηθική μου σαν άτομο είναι να μην προδώσω την επιθυμία μου.
Η ηθική της τάξης μου είναι να μην προδώσει την επιθυμία της.
Η ηθική της Αριστεράς είναι να μην προδώσει την επιθυμία της.
Λένε πως η Αριστερά ή είναι δημοκρατική ή δεν είναι Αριστερά.
Λέω πως Αριστερά ή είναι ανατρεπτική ή δεν είναι Αριστερά.
Οι φράσεις αυτές φυσικά δεν πρέπει να γίνουν αντιληπτές σαν θρησκευτικές εντολές, αλλά σαν συνειδητή στάση.
ΔΡΟΜΟΣ της ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ