Παρασκευή, 5 Σεπτεμβρίου 2008

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ ΚΑΙ ΠΟΙΟΙ ΕΥΘΥΝΟΝΤΑΙ

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ ΚΑΙ ΠΟΙΟΙ ΕΥΘΥΝΟΝΤΑΙ
Δεν είναι ίδιες οι ευθύνες όλων για την εξάντληση του νερού
ΟΙ ΠΙΣΙΝΕΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ

Η μάχη ενάντια στην κατασπατάληση των αποθεμάτων των φυσικών πόρων, στην επιπλέον καταστροφή της φύσης και στην υπερεξάντληση του ανθρώπου, είναι για όλη την ανθρωπότητα μάχη για την επιβίωση. Αλλά και για την Αριστερά είναι μία από τις πιο κρίσιμες που έχει να δώσει.
ΣΕΒΗ ΦΙΛΙΠΠΙΔΟΥ



Με 1.350.000 λίτρα νερού καλύπτονται κατά μέσο όρο οι ανάγκες που έχει ένα διμελές νοικοκυριό για 12 χρόνια. Η ποσότητα αυτή επαρκεί επίσης για να παραχθούν 675 κιλά ρύζι ή να ποτιστούν 165 ελαιόδεντρα το χρόνο. Αυτός είναι και ο όγκος νερού που απαιτείται για να γεμίσει μια μόνο πισίνα «ολυμπιακών διαστάσεων» που, εκτός από εξοπλισμό αθλητικών εγκαταστάσεων, αποτελεί επίσης τουριστική ατραξιόν μεγάλων ξενοδοχειακών εγκαταστάσεων στην Ελλάδα και το εξωτερικό, αλλά και…επίδειξη στις αυλές πολυτελών παραθεριστικών κατοικιών. Τη στιγμή που πολλές, κινδυνολογικές αλλά επιστημονικά ορθότατες, έρευνες μιλούν για εξάντληση των αποθεμάτων του πόσιμου νερού σε παγκόσμια κλίμακα στα επόμενα πενήντα χρόνια, μέσα μαζικής ενημέρωσης και μη κυβερνητικές οργανώσεις, στρατευμένα δήθεν στην οικολογική «υπεράσπιση» του πλανήτη, καλούν – ούτε λίγο, ούτε πολύ – τους εργαζόμενους να κλείνουν τη βρύση όταν βουρτσίζουν τα δόντια τους, να μειώνουν το χρόνο του ντους ή – σε περιπτώσεις συναγερμού, όπως πριν μερικά χρόνια στην Αττική – να…ρίξουν ένα τούβλο στο καζανάκι, ώστε να επιβιώσει λίγο ακόμη ο πλανήτης. Μετατρέπουν έτσι το τεράστιο πρόβλημα της λειψυδρίας αποκλειστικά σε ζήτημα ατομικής ευθύνης.

Είναι στ’ αλήθεια όμως ζήτημα ατομικής συνειδητοποίησης και δράσης, το πρόβλημα της εξάντλησης των πόσιμων αποθεμάτων νερού; Είναι άραγε στο πλαίσιο του εφικτού η άμεση αλλαγή τρόπου ζωής, μια οικολογική στροφή όλων υποτίθεται των κατοίκων του πλανήτη; Και τελικά, ο κίνδυνος της λειψυδρίας, μαζί με τις κλιματικές αλλαγές και την ρύπανση της ατμόσφαιρας και των υδάτων, επηρεάζει εξίσου τον ιδιοκτήτη της υπερπολυτελούς πισίνας, τις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις από τη μία και από την άλλη τον αγρότη μικροκαλλιεργητή, τον εργαζόμενο που βλέπει συνεχώς το λογαριασμό του νερού να αυξάνεται, αλλά και για εκατομμύρια ανθρώπους που γεννιούνται και επιβιώνουν καταδικασμένοι στη δίψα; Μόνο τα γεγονότα της σπατάλης νερού σε διακοσμητικές πισίνες και σιντριβάνια, μπορούν να απαντήσουν ενδεικτικά στα παραπάνω ερωτήματα…

ΕΞΑΝΕΜΙΖΟΥΝ ΤΟ ΝΕΡΟ ΟΙ ΠΙΣΙΝΕΣ

Τα τελευταία χρόνια, παγκοσμίως και στην Ελλάδα, κυρίως μετά τις περσινές καταστροφικές πυρκαγιές στην Πελοπόννησο, τον Τύπο κατακλύζουν διαφημιστικά, ρεπορτάζ, αφιερώματα που δίνουν μεγάλη έμφαση στην οικολογική καταστροφή του πλανήτη. Ο οικολογικά…ευαίσθητος Τύπος φαίνεται να μην παρουσιάζει πλέον ως γραφικές τις διάφορες οικολογικές οργανώσεις, αντίθετα παρακινεί σε ακτιβισμό και οικολογική συνειδητοποίηση, ενώ παράλληλα φαίνεται να παρακολουθεί και να προβάλει με μεγάλο ενδιαφέρον τις πράσινες «θέσεις» της αστικής τάξης. Το παραπλανητικό και ίσως επικίνδυνο ζήτημα στην όλη υπόθεση είναι πως όλοι οι παραπάνω οικολογικά «ευαισθητοποιημένοι» μεταθέτουν την ευθύνη «στον κόσμο» και χρεώνουν εξίσου στον καθένα από μας την περιβαλλοντική καταστροφή. Παράλληλα, προβάλλουν ως λαμπρή ιδέα πως το ζήτημα της διαφύλαξης των φυσικών πόρων αγγίζει κάθε μέλος της παγκόσμιας κοινότητας και μπορούμε όλοι αλλάζοντας λίγο τις καθημερινές μας συνήθειες να συμβάλλουμε στην εξοικονόμηση του νερού, στην απορρύπανση των υδάτων, στην αντιμετώπιση του φαινομένου του θερμοκηπίου.
Για μια ακάμη φορά ΜΜΕ και αστική τάξη αποπροσανατολίζουν την κοινή γνώμη, δημιουργώντας την εντύπωση ότι τα άπειρα κυβικά μέτρα νερού είναι ζήτημα της γιαγιάς που πλένει πιάτα και ποτίζει τον κήπο της. Τα πράγματα με την λειψυδρία, εν προκειμένω, δεν είναι τόσο απλά. Όσα τούβλα και αν ρίξουμε στο καζανάκι μας, το πρόβλημα της έλλειψης νερού δεν πρόκειται να λυθεί και αυτό γιατί αγνοείται ο βασικότερος παράγοντας σε αυτό το ζήτημα: Οι βιομηχανίες καταρχήν που κάθε χρόνο κατασπαταλούν άπειρα κυβικά μέτρα νερού χωρίς να υπόκεινται σε κανέναν έλεγχο. Φυσικά δεν είναι η σπατάλη του νερού από τις βιομηχανίες ο μόνος παράγοντας που οδηγεί στην λειψυδρία. Τα λύματα των βιομηχανιών πολύ συχνά χύνονται σε πολύτιμους υδροφόρους, μολύνοντας έτσι μεγάλες ποσότητες πόσιμου νερού και καταστρέφοντας την πανίδα και την χλωρίδα της περιοχής. Τα νερά ενός υδροφόρου ορίζοντα δεν μολύνονται όμως μόνο απευθείας από τα λύματα, μόλυνση μπορεί να επέλθει και έμμεσα μέσω της μόλυνσης του υπεδάφους, πράγμα το οποίο παρατηρείται και αυτό σε εδάφη που βρίσκονται πλησίον βιομηχανικών εγκαταστάσεων. Κάπως έτσι εξαφανίζεται το πόσιμο νερό, στερεύουν λίμνες και σπάνιοι βιότοποι μετατρέπονται σε εστίες μόλυνσης…

Τα παραδείγματα σε αυτή την περίπτωση είναι πάρα πολλά, με χαρακτηριστικότερο στην Ελλάδα αυτό της λίμνης Πλαστήρα στην Θεσσαλία, όπου η στάθμη έπεσε στα 784 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας και η κίνηση της τοπικής αυτοδιοίκησης ήταν να κλείσει τη βρύση στις τοπικές καλλιέργειας. Το ίδιο σκηνικό επικρατεί και στη λίμνη της Κορώνειας, η οποία αργοσβήνει εδώ και μια πενταετία, παίρνοντας στον τάφο και όλα τα σπάνια είδη ζώων και πουλιών που μέχρι πριν συνέθεταν έναν σπάνιο υδροβιότοπο, άξιο μελέτης και θαυμασμού. Φυσικά και σε αυτή την περίπτωση η περιβαλλοντικά ευσυνείδητη κυβέρνηση έχει εξαγγείλει σχέδια αναγέννησης του βιοτόπου τα οποία όμως δεν φαίνεται να σκοπεύει να υλοποιήσει. Την ίδια εικόνα συναντά κανείς και στα νησιά της χώρας, όπου οι υδροβιότοποι υποβαθμίζονται συνεχώς και παρεμποδίζεται η αναγέννηση των υδροφόρων οριζόντων, πράγμα που έχει σαν αποτέλεσμα όλο και περισσότερες πλωτές υδροφόρες να εκτελούν τακτικά δρομολόγια με προορισμό κυρίως νησιά άγονης γραμμής και όχι μόνο, που κατά κανόνα μαστίζονται από την έλλειψη νερού και την ξηρασία κυρίως κατά τους καλοκαιρινούς μήνες. Στα νησιά, που παρεμπιπτόντως εδρεύουν ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις με υπερπολυτελείς πισίνες.

Η λειψυδρία από την άλλη οφείλεται σε μεγάλο ποσοστό και στη λανθασμένη κατεύθυνση που δίνεται στις καλλιέργειες. Η τεχνητή και όχι πραγματική ανάγκη για μονοκαλλιέργειες ή για καλλιέργειες συγκεκριμένων ειδών έστω και σε εναλλαγή μεταξύ τους έχει ως αποτέλεσμα την εξάντληση του εδάφους αλλά και σε πολλές περιπτώσεις τη σπατάλη νερού. Ο τρόπος ποτίσματος επίσης των καλλιεργούμενων εκτάσεων ανταποκρίνεται σε αλόγιστη κατάχρηση παρά σε συνετή εξοικονόμηση νερού. Επιπλέον, στην Ελλάδα η σπατάλη αυτή ενισχύεται και από τις κυβερνήσεις, με την εκτροπή του Αχελώου να αποτελεί ένα τέτοιο παράδειγμα.

Οι άνθρωποι δουλεύουν στη γη από την εποχή που έκαναν τα πρώτα τους βήματα. Όλη αυτή η εμπειρία έχει ως αποτέλεσμα να συσσωρευτεί απίστευτη γνώση στον τομέα της γεωργίας, που στις μέρες μας ανακαλείται όλο και συχνότερα. Για παράδειγμα, η ινδή βιολόγος Βαντάνα Σίβα που δουλεύει πάνω σε βιοκαλλιέργειες προσπαθεί με το έργο της να στρέψει ξανά τους αγρότες και όχι μόνο σε μια πιο σοφή χρήση της γεωργίας. Χαρακτηριστικά, σε περιοχές που υποφέρουν από λειψυδρία, η Βαντάνα Σίβα προωθεί την καλλιέργεια συγκεκριμένων ειδών δημητριακών που ενώ η θρεπτική τους αξία είναι πολύ μεγάλη, οι απαιτήσεις τους σε νερό είναι πολύ μικρές σε σχέση με τις κλασσικές καλλιέργειες.
Εκτός από τη γεωργία και τη βιομηχανία, που αδιαμφισβήτητα καταναλώνουν το μεγαλύτερο ποσοστό των αποθεμάτων πόσιμου νερού (περίπου το 90%), η σπατάλη του πολύτιμου ύδατος στην καθημερινή χρήση παίζει ρόλο στην λειψυδρία. Το γέμισμα των πισίνων και των συντριβανιών σίγουρα δεν συμβάλει το ίδιο με τη βιομηχανία για παράδειγμα στην γρήγορη εξάντληση των αποθεμάτων νερού, αλλά αδιαμφισβήτητα αποτελεί εξοργιστική πρόκληση από τη μεριά αυτών που έχουν τη δυνατότητα να πληρώσουν τα κυβικά μέτρα νερού που απαιτούνται. Η διατήρηση της μόλις μερικά μέτρα από τη θάλασσα πισίνας τους σε περιοχές (κυρίως στις νησιωτικές αλλά και στις παραθαλάσσιες) που χαρακτηρίζονται από την ξηρασία και την έλλειψη νερού, την ίδια στιγμή που το νερό κόβεται για ώρες ή για μέρες στα νοικοκυριά είναι προκλητική και απαράδεκτη. Το νερό, χρήσιμο για την καθημερινή επιβίωση, πολύτιμο αγαθό κατά γενική ομολογία, γίνεται επικερδές εμπόρευμα, αφού το πρώτο κριτήριο δεν είναι το για ποια χρήση προορίζεται το νερό, αλλά το αν μπορείς να πληρώσεις τα χιλιάδες κυβικά μέτρα, και αφού μπορείς, ποιος νοιάζεται πού θα το ξοδέψεις;
Τι μερίδιο ευθύνης έχουν τελικά οι ιδιοκτήτες πισίνας στη γρήγορη εξάντληση των συνολικών αποθεμάτων νερού; Μια πισίνα, εκτός από την τεράστια ποσότητα νερού που απαιτείται για να γεμίσει, χρειάζεται αναπλήρωση τουλάχιστον του 10% της χωρητικότητάς της κάθε μήνα, λόγω της εξάτμισης του νερού από την επιφάνειά της, καθώς επίσης σπαταλά και μεγάλη ποσότητα νερού κατά τον καθημερινό καθαρισμό της. Τέλος, η διοχέτευση στο περιβάλλον κατά το άδειασμα της πισίνας μεγάλης ποσότητας χλωρίου και λοιπών χημικών που χρησιμοποιούνται για απολύμανση και άλλους σκοπούς συμβάλει κι αυτή με τη σειρά της στην πιο γρήγορη καταστροφή των παρακείμενων οικοσυστημάτων.
Η εισαγωγή νερού σε μια χώρα ή σε μία πόλη, τείνει να είναι τόσο συχνή όσο η (αυτονόητη) εισαγωγή πετρελαίου ή άλλων μορφών ενέργειας και γίνεται συχνότερη, καθώς πρόβλημα λειψυδρίας δεν αντιμετωπίζουν πλέον μόνο οι περιοχές που πάντοτε υπέφεραν από την ξηρασία, αλλά και μεγάλα αστικά κέντρα. Οι εκτροπές ποταμών και η εξάντληση λιμνών για λόγους υδροδότησης αλλάζουν έντονα το γεωγραφικό τοπίο με εμφανή καταστροφικά αποτελέσματα για τους έμβιους οργανισμούς των περιοχών αυτών. Και σε αυτή την περίπτωση προκύπτει το ερώτημα για ποιο λόγο θυσιάζεται ένας βιότοπος για να υδροδοτηθεί μια πόλη και αν τελικά αξίζει η θυσία αυτή. Δύο παραδείγματα απαντούν ξεκάθαρα στο ερώτημα αυτό. Η Βαρκελώνη αντιμετωπίζει εξαιρετικά σοβαρό πρόβλημα λειψυδρίας, με αποτέλεσμα να απαιτεί υπερεξάντληση του ποταμού Έμπρο, για να ικανοποιηθούν οι ανάγκες της. Ο Έμπρο και οι υδροβιότοποί του που αποτελούν πλούσια και σπάνια οικοσυστήματα θυσιάζεται για μια εφήμερη λύση υδροδότησης, αφού οι ανάγκες της πόλης μπροστά στο ζήτημα της έλλειψης νερού δεν επαναπροσδιορίζονται και δεν αλλάζουν. Το δεύτερο παράδειγμα είναι το γνωστό σε όλους Λας Βέγκας. Η πόλη αυτή, χτισμένη από το μηδέν στην έρημο αντλεί τεράστια αποθέματα νερού για να ικανοποιήσει τις πλαστές ανάγκες των καζίνο για επίδειξη πλούτου. Είχαν κάνει το γύρο του κόσμου εικόνες από το κακόγουστο χτίσμα (αρχιτεκτονικό θαύμα για άλλους) καζίνο Μιράζ, που σε κάποιον από τους ορόφους του διαθέτει μια (άσχημη) μικρογραφία της Βενετίας. Τα «κανάλια» της πολιτείας – μινιατούρα που δημιουργήθηκε για να ικανοποιείται η κιτς αισθητική των θαμώνων του καζίνο απαιτούν βέβαια τεράστια άντληση νερού, αλλά η προκλητική αυτή σπατάλη κανένα δεν ενοχλεί.
Στο βωμό της καπιταλιστικής ανάπτυξης, μπορούν να θυσιαστούν τα πάντα, ακόμη και αγαθά αναγκαία για την επιβίωσή μας.

Δεν είναι ίδιες οι ευθύνες όλων για την εξάντληση του νερού

Για να γίνει κατανοητό το πόσο προκαλούν οι ιδιοκτήτες πισίνας όπου γης, αρκεί να αναφέρουμε ότι σύμφωνα με τα στοιχεία της υπεράνω πάσης υποψίας, σ’ ότι αφορά τις ευαισθησίες της στα οικολογικά θέματα, Παγκόσμιας Τράπεζας, σήμερα 1,1 δις. άνθρωποι δεν έχουν πρόσβαση σε καθαρό νερό, ενώ τα 2,6 δις. φτάνουν όσοι πίνουν βρόμικο και ακατάλληλο νερό. Πολύ σύντομα, σύμφωνα με εκτιμήσεις επιστημόνων, το 50% του πληθυσμού στον αναπτυσσόμενο κόσμο θα καταλήξει στο νοσοκομείο πάσχοντας από ασθένεια που σχετίζεται με το νερό που πίνει. Επιπλέον, διατηρώντας τους σημερινούς ρυθμούς άγριας καπιταλιστικής και περιβαλλοντοκτόνας «ανάπτυξης», το 2025, σε μόλις 17 χρόνια δηλαδή, η ζήτηση νερού στις αναπτυσσόμενες χώρες θα αυξηθεί κατά 50%! Σύμφωνα με την Ουνέσκο, κάθε χρόνο 500 εκατομμύρια τόνοι από βαρέα μέταλλα, διαλύτες και άλλα τοξικά υγρά καταλήγουν να μολύνουν φρέσκο πόσιμο νερό. Στον αναπτυσσόμενο κόσμο πάνω από το 70% των βιομηχανικών αποβλήτων πάει ανεπεξέργαστο σε ποτάμια και λίμνες. Η Κίνα, που βρίσκονταν αυτές τις μέρες στο επίκεντρο του διεθνούς ενδιαφέροντος, έχει «χρυσό» στο συγκεκριμένο τομέα: Από τα στοιχεία της Γκρινπίς προκύπτει ότι το 70% των λιμνών και των ποταμών της χώρας του Ανατέλλοντος Ηλίου είναι μολυσμένα με βιομηχανικά απόβλητα, κάτι που αναγκάζει 300 εκατ. ανθρώπους να ζουν πίνοντας μολυσμένο νερό, με ότι συνέπειες αυτό φέρνει για την υγεία τους.

Όχι ότι η κατάσταση στο λεγόμενο ανεπτυγμένο κόσμο είναι καλύτερη. Άλλωστε, η εξάντληση των αποθεμάτων του νερού αργά ή γρήγορα θα άρει τους διαχωρισμούς αυτούς με βάση το επίπεδο «ανάπτυξης», φέρνοντας όλο τον πλανήτη ενόπιον του προβλήματος. Στη μητρόπολη λοιπόν του ανεπτυγμένου κόσμου, όπως συνήθως λέγεται, στις Ηνωμένες Πολιτείες, διεθνείς οργανώσεις εκτιμούν ότι το 60% των πιο επικίνδυνων υγρών αποβλήτων, ποσοστό που αντιστοιχεί σε ποσότητα 34 δις. λίτρων κάθε χρόνο με διαλύτες, βαρέα μέταλλα και ραδιενεργά υλικά, τα οποία προέρχονται από τις ρυπογόνες αμερικανικές βιομηχανίες, απλά θάβονται κάτω από το έδαφος και οδηγούνταν στον υδροφόρο ορίζοντα, μολύνοντας σε μεγάλη κλίμακα ποσότητες νερού που σε διαφορετική περίπτωση θα καταναλωνόταν. Σημειοτέον, με αυτού του είδους τη μόλυνση, το νερό χρειάζεται πολλά χρόνια για να φιλτραριστεί με φυσικό τρόπο και να επανέλθει στην πρώτη του κατάσταση.
Η περιγραφή της κατάστασης και η αναλυτική καταγραφή για το πού πάει το νερό, αποκαλύπτει ενδιαφέροντα στοιχεία, και μπορούν να κάνουν πιο ξεκάθαρο το ποιος φταίει. Το «φταίμε κι εμείς, φταίτε κι εσείς» δεν φαίνεται να αποτελεί ικανοποιητική εξήγηση και το να κλείσουμε όλοι τις βρύσες μας κατά το βούρτσισμα των δοντιών, δεν φαίνεται να είναι αξιόπιστη λύση. Η κατεύθυνση που δίνεται στις καλλιέργειες, η σπατάλη υδάτινων πόρων από τις βιομηχανίες, η εμπορευματοποίηση ενός αγαθού απαραίτητου για την επιβίωση του ανθρώπινου είδους αλλά και κάθε έμβιου όντος, όπως είναι το νερό, όλα αυτά τα φαινόμενα του σύγχρονου καπιταλισμού, έχουν τελικά ένα κοινό παρονομαστή: Την κερδοφορία του κεφαλαίου και την καπιταλιστική ανάπτυξη.

Ένα σύστημα που (επιστημονικά) οδηγεί την ανθρωπότητα και τον πλανήτη στην καταστροφή, δεν επιδέχεται διορθώσεις, βελτιώσεις και παιδαριώδεις λύσεις.
Με τη στάση τους και τον τρόπο δράσης τους οι (μη) κυβερνητικές οργανώσεις μόνο αποπροσανατολισμό από τη σοβαρότητα και την επικινδυνότητα του θέματος μπορούν να προκαλέσουν. Με έναν αφελή τρόπο προσπαθούν να πείσουν για την ευθύνη που έχουμε όλοι μας και πως όλοι μαζί – ανεξαρτήτως κοινωνικής τάξης – μπορούμε να σώσουμε τον πλανήτη. Έτσι λοιπόν, σύμφωνα με την άποψη αυτή, το γεγονός ότι πολύ απλά «δεν θα έχουμε νερό να πιούμε» αφορά και τον ιδιοκτήτη της πισίνας και τον νησιώτη που περιμένει σαν μάννα εξ ουρανού την υδροφόρα, και τον γεωργό και τον Ιορδανό ή τον Κενυάτη που διψάνε ήδη.
Αυτό όμως που επιμελώς παραλείπεται να αναφερθεί σε κάθε σχεδόν οικολογική καμπάνια είναι το ποιος θα διψάσει τελευταίος. Αυτός που έχει σήμερα την οικονομική δυνατότητα να φουλάρει την πισίνα του, έχει κάπως μεγαλύτερες ελπίδες να επιβιώσει. Πέρα όμως από αυτή την προσέγγιση, αυτό που πραγματικά λείπει από κάθε οικολογική καμπάνια είναι η διατύπωση αξιόπιστων προτάσεων για το πώς πρέπει να πάει αλλιώς, αφού δεν πάει άλλο με το περιβάλλον. Αποκρύβεται δηλαδή η αναγκαιότητα η παρούσα κατάσταση να ανατραπεί και δεν ομολογείται το αυτονόητο, ότι δηλαδή η ανατροπή αυτή δεν είναι δουλειά εξίσου αυτού που προκαλεί την καταστροφή και αυτού που την υφίσταται. Πραγματική ουτοπία είναι λοιπόν να πιστεύει κανείς πως κλείνοντας τη βρύση του και συμμετέχοντας στην ανακύκλωση μόνο, εξασφαλίζει το μέλλον του πλανήτη. Και τελικά, η ανατροπή που φαντάζει στα μάτια ορισμένων ακτιβιστών ανέφικτη και ουτοπική είναι τελικά η μόνη δυνατή και εφικτή λύση για την πραγματική προστασία του περιβάλλοντος και την αποκατάσταση της ισορροπίας του ανθρώπου με τη φύση.
Η μάχη ενάντια στην κατασπατάληση των αποθεμάτων των φυσικών πόρων, στην επιπλέον καταστροφή της φύσης και στην υπερεξάντληση του ανθρώπου, είναι για όλη την ανθρωπότητα μάχη για την επιβίωση. Αλλά και για την Αριστερά είναι μία από τις πιο κρίσιμες που έχει να δώσει.