Δευτέρα, 15 Σεπτεμβρίου 2008

ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ: ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ

ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ: ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ
Οι «Θεωρίες για την Υπεραξία» αποτελούν ένα μέρος του ογκώδους οικονομικού χειρογράφου του Μαρξ, που το έγραψε από το 1861 έως το 1863. Το χειρόγραφο αυτό αποτελείται από 23 τετράδια με 1472 σελίδες και η συνολική του έκταση καλύπτει 200 τυπογραφικά φύλλα. Το χειρόγραφο αυτό αποτελεί τη συνέχιση του πρώτου τεύχους με τον τίτλο «Για την Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας», που είχε εκδοθεί το 1859 και φέρει τον ίδιο τίτλο. {Επιμέλεια: Παναγιώτης Βήχος}
ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ


http://politikokafeneio.com

Σερ Τζαίημς Στιούαρτ

{Διάκριση ανάμεσα στο “profit upon alienation” και στη θετική αύξηση του πλούτου}
Πριν από τους φυσιοκράτες την υπεραξία – δηλ. το κέρδος, την υπεραξία με τη μορφή του κέρδους – την εξηγούσαν ότι προέρχεται μόνο από την ανταλλαγή, από την πούληση του εμπορεύματος πάνω από την αξία του. Ο Σερ Τζαίημς Στιούαρτ συνολικά δεν ξεπέρασε αυτή τη στενοκέφαλη άποψη, πρέπει μάλλον να θεωρείται ο επιστημονικός αναπαραγωγός της. Λέγω «επιστημονικός» αναπαραγωγός. Ο Στιούαρτ, δηλαδή, δεν συμμερίζεται την αυταπάτη, ότι αποτελεί τάχα δημιουργία νέου πλούτου η υπεραξία, που πηγάζει για τον ξεχωριστό κεφαλαιοκράτη, από το γεγονός ότι πουλάει το εμπόρευμα πάνω από την αξία του. Γι’ αυτό κάνει διάκριση ανάμεσα στο θετικό κέρδος και στο σχετικό κέρδος.
«Θετικό κέρδος σημαίνει ότι δεν υπάρχει ζημία για κανένα. Το κέρδος αυτό πηγάζει από μια αύξηση της εργασίας, της βιομηχανίας ή της επιδεξιότητας και έχει σαν αποτέλεσμα να αυξάνει ή να αυγαταίνει τον κοινωνικό πλούτο… Σχετικό κέρδος σημαίνει ότι υπάρχει ζημία για κάποιον. Το κέρδος αυτό δείχνει μια διακύμανση στην ισορροπία του πλούτου ανάμεσα σ’ αυτούς που συμμετέχουν σ’ αυτόν, δεν περικλείει όμως μια αύξηση του συνολικού ποσού (Fond)…Το σύνθετο είναι ευκολονόητο. Είναι εκείνο το είδος κέρδους…που αποτελείται εν μέρει από σχετικό, και εν μέρει από θετικό… και τα δυο είδη μπορούν να υπάρχουν αδιαχώριστα στην ίδια συναλλαγή». (“Principles of Pol. Economy” v. I. The Works of Sir James Ste{uart} etc. dy General Sir James Steuart, his son etc., in 6 vols., London, p. 275, 276).
To θετικό κέρδος πηγάζει από την «αύξηση της εργασίας, της βιομηχανίας και της επιδεξιότητας». Πώς, όμως, πηγάζει από αυτά, γι’ αυτό το ζήτημα ο Στιούαρτ δεν προσπαθεί να δώσει λόγο στον εαυτό του. Η προσθήκη, ότι αποτέλεσμα αυτού του κέρδους είναι να αυξάνει και να αυγαταίνει. “The Public Good” (σ. σ. Ο κοινωνικός πλούτος) φαίνεται να υποδηλώνει, ότι ο Στιούαρτ εννοεί μ’ αυτό τη μεγαλύτερη μάζα αξιών χρήσης, που παράγονται εξαιτίας της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων της εργασίας, και ότι αυτό το θετικό κέρδος το αντιλαμβάνεται εντελώς ξεχωριστά από το κέρδος του κεφαλαιοκράτη – που προϋποθέτει πάντα αύξηση της ανταλλακτικής αξίας. Αυτή η αντίληψη επιβεβαιώνεται πέρα για πέρα από τη συνέχεια της έκθεσής του.
Λέει συγκεκριμένα: «Στην τιμή των εμπορευμάτων βλέπω δυο πράγματα να υπάρχουν πραγματικά και εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους. Την πραγματική αξία των εμπορευμάτων και το κέρδος από εκποίηση» (σελ. 244).
Η τιμή των εμπορευμάτων συμπεριλαμβάνει, λοιπόν, δυο πέρα για πέρα διαφορετικά το ένα από το άλλο στοιχεία: πρώτο, την πραγματική τους αξία, δεύτερο, το κέρδος από εκποίηση, το κέρδος που πραγματοποιείται κατά την εκποίησή του, κατά την πούλησή του.
(221) Αυτό το κέρδος από την εκποίηση πηγάζει, επομένως, από το ότι η τιμή των εμπορευμάτων είναι μεγαλύτερη από την πραγματική τους αξία ή από το ότι τα εμπορεύματα πουλιούνται πάνω από την αξία τους. Το κέρδος για τη μια πλευρά περικλείει εδώ πάντα ζημία για την άλλη. Δεν δημιουργείται καμιά προσθήκη στο συνολικό ποσό. Το κέρδος, δηλ. η υπεραξία, είναι σχετικό και αναλύεται σε μια «διακύμανση στην ισορροπία του πλούτου ανάμεσα στις συμμετέχουσες πλευρές». Ο ίδιος ο Στιούαρτ απορρίπτει την αντίληψη, ότι εξηγείται έτσι η υπεραξία, Η θεωρία του για τη «διακύμανση στην ισορροπία του πλούτου ανάμεσα στις συμμετέχουσες πλευρές, όσο κι αν δεν θίγει τη φύση και την προέλευση της ίδιας της υπεραξίας, παραμένει σημαντική κατά την εξέταση της κατανομής της υπεραξίας, παραμένει σημαντική κατά την εξέταση της κατανομής της υπεραξίας ανάμεσα σε διάφορες τάξεις και ανάμεσα σε διάφορες κατηγορίες (Rubriken), όπως το κέρδος, ο τόκος, η γαιοπρόσοδος.

Ότι ο Στιούαρτ περιορίζει όλο το κέρδος του κάθε ξεχωριστού κεφαλαιοκράτη σ’ αυτό το «σχετικό κέρδος», στο κέρδος από την εκποίηση, φαίνεται από το παρακάτω:
Η «πραγματική αξία» - λέει – καθορίζεται από την «ποσότητα» της εργασίας, που μπορεί να εκτελέσει γενικά κατά μέσο όρο ένας εργάτης της χώρας… σε μια μέρα, σε μια εβδομάδα, σε ένα μήνα κλπ.». Δεύτερο: «από την αξία των μέσων ύπαρξης και των απαραίτητων εξόδων του εργάτη, τόσο για την ικανοποίηση των προσωπικών του αναγκών, καθώς επίσης… για την προμήθεια των αναγκαίων για το επάγγελμά του εργαλείων, κάτι που πρέπει, όπως γίνεται πιο πάνω, να παρθεί κατά μέσον όρο…». Τρίτο: «από την αξία των υλικών» (σελ. 244, 245). «Όταν είναι γνωστά αυτά τα τρία ποσά, τότε καθορίζεται η τιμή του προϊόντος. Δεν μπορεί να είναι χαμηλότερη από το άθροισμα και των τριών, δηλαδή από την πραγματική αξία. Κάθε τι που ξεπερνάει το άθροισμα αυτό, αποτελεί το κέρδος του εργοστασιάρχη. Το κέρδος αυτό θα είναι ανάλογο με τη ζήτηση, και γι’ αυτό θα κυμαίνεται ανάλογα με τις περιστάσεις». (σελ. 245). Από εδώ προκύπτει η ανάγκη μιας μεγάλης ζήτησης, για να προωθηθεί η άνθηση των βιομηχανιών…οι βιομήχανοι επιχειρηματίες ρυθμίζουν τον τρόπο της ζωής τους και τα έξοδά τους σύμφωνα με το σίγουρο κέρδος τους» (στο ίδιο, σελ. 246).
Από εδώ προκύπτει σαφώς ότι: Το κέρδος του «βιομηχάνου», του ξεχωριστού κεφαλαιοκράτη, είναι πάντα σχετικό κέρδος, πάντα κέρδος από την εκποίηση, που βγαίνει πάντα από το περίσσευμα της τιμής του εμπορεύματος πάνω από την πραγματική του αξία, από την πούλησή του πάνω από την αξία του. Αν λοιπόν, όλα τα εμπορεύματα πωλούνταν στην αξία τους, δεν θα υπήρχε κέρδος.

Ο Στιούαρτ έχει γράψει ένα ειδικό κεφάλαιο για το ζήτημα αυτό, όπου εξετάζει διεξοδικά: “How profiles consolidate into prime cost” (σ. σ. «Πως τα κέρδη παγιώνονται στα έξοδα παραγωγής») (vol. III, στο ίδιο, σελ. 11, έ). Ο Στιούαρτ απορρίπτει από τη μια την αντίληψη του νομισματικού και του εμποροκρατικού (Merkantil) συστήματος, σύμφωνα με την οποία η πώληση των εμπορευμάτων πάνω από την αξία τους, επομένως και το κέρδος που παράγεται μ’ αυτό τον τρόπο παράγουν υπεραξία, μια θετική αύξηση του πλούτου. (σ. σ. Εξάλλου το ίδιο το νομισματικό σύστημα παραδέχεται το κέρδος αυτό, όχι στα πλαίσια μιας χώρας, αλλά στην ανταλλαγή, με άλλες χώρες. Παραμένει εξάλλου στο εμποροκρατικό σύστημα αξεκαθάριστο, ότι η αξία αυτή εμφανίζεται σε χρήμα (χρυσό και άργυρο) και γι’ αυτό η υπεραξία εκφράζεται στο εμπορικό ισοζύγιο, το παθητικό του οποίου εξοφλείται με χρήμα). Από την άλλη παραμένει στην άποψή του, ότι το κέρδος του ξεχωριστού κεφαλαιοκράτη δεν είναι παρά αυτό το περίσσευμα της τιμής πάνω από την {222} αξία, το κέρδος από την εκποίηση, που όμως γι’ αυτόν είναι μόνο σχετικό και που αντισταθμίζει το κέρδος της μιας πλευράς με τη ζημιά της άλλης και γι’ αυτό η κίνησή του δεν είναι παρά μόνο «μια διακύμανση στην ισορροπία του πλούτου ανάμεσα στους συμμετέχοντες».
Σχετικά με αυτό ο Στιούαρτ είναι, επομένως, ο λογικός εκφραστής του νομισματικού και εμποροκρατικού συστήματος.
Η προσφορά του στην κατανόηση του κεφαλαίου στηρίζεται στο ότι απόδειξε, πώς συντελείται το προτσές του χωρισμού ανάμεσα στους όρους παραγωγής, που είναι ιδιοκτησία μιας καθορισμένης τάξης, και στην εργατική δύναμη. Ο Στιούαρτ ασχολείται πολύ με αυτό το προτσές γένεσης του κεφαλαίου – χωρίς να το καταλαβαίνει ακόμα άμεσα σαν τέτοιο, παρ’ όλο που το αντιλαμβάνεται σαν όρο της μεγάλης βιομηχανίας. Εξετάζει το προτσές ιδίως στην αγροτική οικονομία. Και μόνο με το προτσές αυτό του χωρισμού στην αγροτική οικονομία γεννιέται γι’ αυτόν η μανουφακτορική βιομηχανία σαν τέτοια. Ο Σμίθ προϋποθέτει ήδη έτοιμο το προτσές αυτό του χωρισμού.
(Το βιβλίο του Στιούαρτ εκδόθηκε (στο Λονδίνο) το 1767, του Τυργκώ το 1766, του Άνταμ Σμίθ το 1775.

Οι φυσιοκράτες

{1. Η μεταφορά της διερεύνησης για την καταγωγή της υπεραξίας από τη σφαίρα της κυκλοφορίας στη σφαίρα της άμεσης παραγωγής.
Η γαιοπρόσοδος σαν μοναδική μορφή της υπεραξίας}


Μέσα στα πλαίσια του αστικού ορίζοντα, η ανάλυση του κεφαλαίου ανήκει ουσιαστικά στους φυσιοκράτες. Αυτή η προσφορά τους είναι που τους κάνει τους καθεαυτό πατέρες της σύγχρονης πολιτικής οικονομίας. Πρώτο, η ανάλυση των διαφόρων υλικών συστατικών μερών, με τα οποία υπάρχει το κεφάλαιο κατά τη διάρκεια του προτσές εργασίας και στα οποία αναλύεται. Τους φυσιοκράτες δεν μπορεί να τους κατηγορήσει κανείς, όπως και όλους τους οπαδούς τους, ότι αντιλαμβάνονται σαν κεφάλαιο αυτές τις υλικές μορφές ύπαρξης, όπως το εργαλείο, την πρώτη ύλη κλπ., χωρισμένες από τους κοινωνικούς όρους, στους οποίους εμφανίζονται στην κεφαλαιοκρατική παραγωγή, κοντολογής, στη μορφή με την οποία αποτελούν γενικά στοιχεία του προτσές εργασίας, ανεξάρτητα από την κοινωνική του μορφή, μετατρέποντας έτσι την κεφαλαιοκρατική μορφή της παραγωγής σε αιώνια φυσική μορφή της παραγωγής. Γι’ αυτούς οι αστικές μορφές της παραγωγής εμφανίζονται κατ’ ανάγκην σαν οι φυσικές μορφές της. Η μεγάλη υπηρεσία που πρόσφεραν είναι ότι αυτές τις μορφές τις αντιλαμβάνονταν σαν φυσιολογικές μορφές της κοινωνίας: σαν μορφές που προκύπτουν από τη φυσική αναγκαιότητα της ίδιας της παραγωγής, που είναι ανεξάρτητες από τη θέληση, την πολιτική κλπ. Είναι υλικοί νόμοι. Το λάθος συνίσταται μόνο στο ότι τον υλικό νόμο μιας καθορισμένης ιστορικής βαθμίδας της κοινωνίας τον αντιλαμβάνονται σαν αφηρημένο νόμο, που εξουσιάζει εξίσου όλες τις κοινωνικές μορφές.
Εκτός από την ανάλυση αυτή των υλικών στοιχείων, από τα οποία αποτελείται το κεφάλαιο μέσα στο προτσές εργασίας, οι φυσιοκράτες βλέπουν τις μορφές που παίρνει το κεφάλαιο στην κυκλοφορία (capital foxe, capital circulant), (σ. σ. πάγιο κεφάλαιο, κυκλοφορούν κεφάλαιο), αν και το κάνουν αυτό, χρησιμοποιώντας ακόμα άλλη ορολογία) και γενικά τη σχέση ανάμεσα στο προτσές κυκλοφορίας και στο προτσές αναπαραγωγής του κεφαλαίου. Σ’ αυτό πρέπει να επανέλθουμε στο κεφάλαιο για την κυκλοφορία.
Σ’ αυτά τα δύο κύρια σημεία ο Άνταμ Σμίθ δέχθηκε την κληρονομιά των φυσιοκρατών. Η προσφορά του – σχετικά μ’ αυτό – περιορίζεται στην παγίωση των αφηρημένων κατηγοριών, στα μονιμότερα βαπτιστικά ονόματα, που δίνει στις διαφορές που αναλύθηκαν από τους φυσιοκράτες.

{223}Όπως είδαμε, βάση για την ανάπτυξη της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής αποτελεί, γενικά, το γεγονός, ότι η εργατική δύναμη, με την ιδιότητα του εμπορεύματος που ανήκει σαν εμπορεύματα σταθερά δεμένα με το κεφάλαιο και ανεξάρτητα από τους εργάτες. Σαν εμπόρευμα, ο καθορισμός της αξίας της εργατικής δύναμης έχει ουσιαστική σημασία. Η αξία αυτή είναι ίση με το χρόνο εργασίας που απαιτείται για να παραχθούν τα μέσα συντήρησης για την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης, ή ίση με την τιμή των αναγκαίων για την ύπαρξη του εργάτη, σαν εργάτη, μέσων συντήρησης. Μόνο πάνω σ’ αυτήν τη βάση σημειώνεται διαφορά ανάμεσα στην αξία και στην αξιοποίηση της εργατικής δύναμης, μια διαφορά που δεν υπάρχει σε κανένα άλλο εμπόρευμα, γιατί η αξία χρήσης, επομένως και η χρήση κανενός άλλου εμπορεύματος δεν μπορεί να αυξάνει την ανταλλακτική του αξία ή τις ανταλλακτικές αξίες που προκύπτουν απ’ αυτό. Βάση, επομένως, για τη σύγχρονη πολιτική οικονομία, που ασχολείται με την ανάλυση της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής, είναι να αντιλαμβάνεται την αξία της εργατικής δύναμης σαν κάτι το πάγιο, σαν δοσμένο μέγεθος – πράγμα εξάλλου που είναι στην πράξη σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Γι’ αυτό σωστά το κατώτατο όριο (Minimum) του μισθού αποτελεί τον άξονα της διδασκαλίας των φυσιοκρατών. Παρά το γεγονός ότι δεν είχαν ακόμα κατανοήσει τη φύση της ίδιας της αξίας, μπόρεσαν να κάνουν αυτήν τη διαπίστωση, γιατί αυτή η αξία της εργατικής δύναμης παρασταίνεται με την τιμή των αναγκαίων μέσων συντήρησης, επομένως με μια ποσότητα συγκεκριμένων αξιών χρήσης. Γι’ αυτό, χωρίς να έχουν αποσαφηνίσει τη φύση της αξίας γενικά, μπόρεσαν να δουν την αξία της εργατικής δύναμης σαν ένα καθορισμένο μέγεθος, εφόσον αυτό ήταν απαραίτητο για τις έρευνές τους. Αν παραπέρα λάθεψαν στο ότι αυτό το κατώτατο όριο το αντιλήφθηκαν σαν ένα αμετάβλητο μέγεθος, που γι’ αυτούς καθορίζεται πέρα για πέρα από τη φύση και όχι από την ιστορική βαθμίδα ανάπτυξης, που η ίδια είναι ένα μέγεθος το οποίο υπόκειται σε κινήσεις, ωστόσο αυτό δεν αλλάζει τίποτα στην αφηρημένη ορθότητα των συμπερασμάτων τους, γιατί η διαφορά ανάμεσα στην αξία και στην αξιοποίηση της εργατικής δύναμης δεν εξαρτιέται καθόλου από το αν κανείς παραδεχτεί μεγάλη ή μικρή την αξία.

Οι φυσιοκράτες έχουν μεταφέρει την έρευνα για την καταγωγή της υπεραξίας από τη σφαίρα της κυκλοφορίας στη σφαίρα της ίδιας της άμεσης παραγωγής και έβαλαν έτσι τη βάση για την ανάλυση της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής.
Πολύ σωστά διατυπώνουν τη θεμελιακή θέση, ότι μόνο εκείνη η εργασία είναι παραγωγική, η οποία δημιουργεί μιαν υπεραξία, στο προϊόν της οποίας, επομένως, περιέχεται μεγαλύτερη αξία από το άθροισμα των αξιών, που έχουν ξοδευτεί κατά την παραγωγή του προϊόντος αυτού. Μια λοιπόν που είναι δοσμένη η αξία της πρώτης ύλης και των υλικών, και η αξία της εργατικής δύναμης είναι ίση με το κατώτατο όριο του μισθού, είναι φανερό ότι η υπεραξία αυτή μπορεί να υπάρχει μόνο στο περίσσευμα της εργασίας, που επιστρέφει ο εργάτης στον καπιταλιστή πέρα από την ποσότητα που παίρνει με το μισθό του. Είναι αλήθεια ότι στους φυσιοκράτες δεν εμφανίζεται μ’ αυτήν τη μορφή, γιατί δεν έχουν ακόμα γενικά αναγάγει (reduziert) (σ. σ. Στο χειρόγραφο του Μαρξ στη θέση της λέξης reduziert. Η λέξη reduziert που έχει προστεθεί από κάτω προέρχεται ολοφάνερα από τον Ένγκελς) την αξία στην απλή της ουσία, στην ποσότητα εργασίας ή στο χρόνο εργασίας.
{224} Ο τρόπος με τον οποίο αναπτύσσουν το ζήτημα καθορίζεται κατ’ ανάγκην από τη γενική τους αντίληψη για τη φύση της αξίας, που γι’ αυτούς δεν είναι ένας καθορισμένος κοινωνικός τρόπος ύπαρξης της ανθρώπινης δραστηριότητας (της εργασίας), αλλά αποτελείται από ύλη, από γη, φύση και από τις διάφορες παραλλαγές αυτής της ύλης.
Η διαφορά ανάμεσα στην αξία της εργατικής δύναμης και στην αξιοποίησή της – δηλαδή η υπεραξία, που προμηθεύει η αγορά της εργατικής δύναμης σ’ αυτόν που τη χρησιμοποιεί – εμφανίζεται πιο χειροπιαστά, πιο αναντίρρητα, από όλους τους κλάδους παραγωγής, στη γεωργία, στην πρωτογενή παραγωγή. Το σύνολο των μέσων συντήρησης, που χρόνο με το χρόνο καταναλώνει ο εργάτης, ή η μάζα των υλικών που καταναλώνει, είναι μικρότερο από το σύνολο των μέσων συντήρησης που παράγει. Στη βιομηχανία δεν βλέπει κανείς καθόλου τον εργάτη να παράγει άμεσα ούτε τα μέσα συντήρησής του, ούτε το περίσσευμα πάνω από τα μέσα συντήρησής του. Το προτσές συντελείται με τη μεσολάβηση της αγοράς και της πούλησης, με τις διάφορες πράξεις της κυκλοφορίας, και για να κατανοηθεί απαιτεί την ανάλυση της αξίας γενικά. Στη γεωργία φαίνεται άμεσα στο περίσσευμα των παραγμένων αξιών χρήσης, πάνω από τις αξίες χρήσης που έχει καταναλώσει ο εργάτης, γι’ αυτό μπορεί να κατανοηθεί χωρίς ανάλυση της αξίας γενικά, χωρίς σαφή αντίληψη για τη φύση της αξίας. Επομένως, γενικά, χωρίς σαφή αντίληψη για τη φύση της αξίας. Επομένως, μπορεί να κατανοηθεί και όταν η αξία ανάγεται σε αξία χρήσης και αυτή η τελευταία σε ύλη γενικά. Γι’ αυτό η αγροτική εργασία αποτελεί για τους φυσιοκράτες τη μοναδική παραγωγική εργασία, γιατί είναι η μοναδική εργασία που δημιουργεί μια υπεραξία, και η γαιοπρόσοδος είναι η μοναδική μορφή της υπεραξίας που γνωρίζουν. Ο εργάτης στη βιομηχανία δεν αυξάνει την ύλη, μεταβάλλει απλώς τη μορφή της. Το υλικό – η μάζα της ύλης – είναι γι’ αυτόν δοσμένη από τη γεωργία. Προσθέτει βέβαια στην ύλη αξία, όχι με την εργασία του, αλλά με τα έξοδα παραγωγής της εργασίας του: με το σύνολο των μέσων συντήρησης, που καταναλώνει κατά τη διάρκεια της εργασίας του και που είναι ίσα με το κατώτατο όριο του μισθού που παίρνει από τη γεωργία. Επειδή η αγροτική εργασία θεωρείται από τους φυσιοκράτες η μοναδική παραγωγική εργασία, θεωρούν τη μορφή της υπεραξίας, που ξεχωρίζει την αγροτική εργασία από τη βιομηχανική εργασία, τη γαιοπρόσοδο, σαν τη μοναδική μορφή της υπεραξίας.
Γι’ αυτό, δεν υπάρχει στους φυσιοκράτες το καθεαυτό κέρδος του κεφαλαίου, ένα παρακλάδι μόνο του οποίου αποτελεί η γαιοπρόσοδος. Το κέρδος το βλέπουν μόνο σαν ένα είδος υψηλότερου μισθού εργασίας, που πληρώνεται από τους γαιοκτήμονες και που το καταναλώνουν οι κεφαλαιοκράτες σαν εισόδημα (το οποίο επομένως μπαίνει επίσης στα έξοδά τους παραγωγής, όπως το κατώτατο όριο του μισθού των συνηθισμένων εργατών) και που αυξάνει την αξία της πρώτης ύλης, γιατί μπαίνει στα έξοδα κατανάλωσης τα οποία καταναλώνει ο κεφαλαιοκράτης, ο βιομήχανος, στο χρονικό διάστημα που παράγει το προϊόν, στο διάστημα που μετατρέπει την πρώτη ύλη σε νέο προϊόν.

Γι’ αυτό, την υπεραξία με τη μορφή του χρηματικού τόκου – που δεν είναι παρά ένα άλλο παρακλάδι του κέρδους – ένα μέρος των φυσιοκρατών, όπως ο πατέρας του Μιραμπώ, τη χαρακτηρίζει αφύσικη τοκογλυφία. Αντίθετα, ο Τυργκώ συνάγει τη νομιμότητά της με το ότι ο κεφαλαιοκράτης του χρήματος θα μπορούσε να είχε αγοράσει γη, δηλαδή γαιοπρόσοδο, και ότι, επομένως, το χρηματικό του κεφάλαιο πρέπει να δημιουργήσει τόση υπεραξία, όση θα έπαιρνε αν το είχε μετατρέψει σε γαιοκτησία. Έτσι λοιπόν και ο χρηματικός τόκος δεν είναι νεοδημιουργημένη αξία, δεν είναι υπεραξία, αλλά έχει μόνο εξηγηθεί, γιατί ένα μέρος της υπεραξίας που παίρνουν οι γαιοκτήμονες περιέρχεται στον κεφαλαιοκράτη του χρήματος με τη μορφή του τόκου, ακριβώς όπως από άλλους λόγους {225} εξηγιέται, γιατί ένα μέρος της υπεραξίας περιέρχεται στον βιομήχανο κεφαλαιοκράτη με τη μορφή του κέρδους. Επειδή η αγροτική εργασία είναι η μόνη παραγωγική εργασία, η μόνη εργασία που δημιουργεί υπεραξία, η μορφή της υπεραξίας, που ξεχωρίζει την αγροτική εργασία από όλους τους άλλους κλάδους της εργασίας. Το βιομηχανικό κέρδος και ο χρηματικός τόκος αποτελούν μόνο διαφορετικές κατηγορίες, στις οποίες μοιράζεται η γαιοπρόσοδος και οι οποίες κατά καθορισμένες μερίδες περνάνε από το χέρι των γαιοκτημόνων στο χέρι άλλων τάξεων. Πρόκειται για εντελώς αντίθετη άποψη από την άποψη των μετέπειτα οικονομολόγων από τον Α. Σμίθ και εδώ – γιατί αντιλαμβάνονται με το δίκιο τους το βιομηχανικό κέρδος σαν τη μορφή, με την οποία το κεφάλαιο ιδιοποιείται αρχικά την υπεραξία, και γι’ αυτό αποτελεί την αρχική γενική μορφή της υπεραξίας – ο δε τόκος και η γαιοπρόσοδος παρασταίνονται μόνο σαν παρακλάδια του βιομηχανικού κέρδους, που μοιράστηκε από τον βιομήχανο κεφαλαιοκράτη σε διάφορες τάξεις, οι οποίες είναι συγκάτοχοι της υπεραξίας.
Εκτός από το λόγο που ήδη αναφέραμε – επειδή η αγροτική εργασία είναι η εργασία, στην οποία η δημιουργία της υπεραξίας εμφανίζεται υλικά χειροπιαστή και ανεξάρτητη από τα προτσές της κυκλοφορίας – οι φυσιοκράτες είχαν πολλούς άλλους λόγους, που εξηγούν την άποψή τους.
Πρώτο, επειδή στην αγροτική οικονομία η γαιοπρόσοδος εμφανίζεται σαν τρίτο στοιχείο, σαν μια μορφή της υπεραξίας, που δεν υπάρχει στη βιομηχανία ή υπάρχει μόνο παροδικά. Ήταν η υπεραξία πάνω από την υπεραξία (από το κέρδος), δηλαδή η πιο χειροπιαστή και πιο χτυπητή μορφή της υπεραξίας, η υπεραξία στη δεύτερη δύναμη.
«Με την αγροτική οικονομία», όπως λέει ο πρωτόγονος οικονομολόγος Καρλ Άρνδ, (“Die naturgemasse Volkswirtshaft etc” Hanau 1845, σελ. 461, 462), «μια αξία – όπως η γαιοπρόσοδος – παράγει, πράγμα που δεν συμβαίνει στη βιομηχανία και στο εμπόριο, μια αξία, που περισσεύει, όταν έχουν πια αναπληρωθεί όλος ο μισθός εργασίας και όλο το δαπανημένο εισόδημα του κεφαλαίου».
Δεύτερο. Αν δεν παρθεί υπόψη το εξωτερικό εμπόριο – πράγμα που σωστά το έκαναν και όφειλαν να το κάνουν οι φυσιοκράτες για την αφηρημένη θεώρηση της αστικής κοινωνίας – τότε είναι φανερό, ότι η μάζα των απασχολούμενων στη βιομηχανία κλπ., και ολότελα από τη γεωργία αποσπασμάτων εργατών καθορίζεται από τη μάζα των αγροτικών προϊόντων (πρόκειται για τα «ελεύθερα χέρια», όπως τους ονομάζει ο Στιούαρτ), από τη μάζα των αγροτικών προϊόντων, που παράγουν οι εργαζόμενοι στη γεωργία πέρα από τη δική τους κατανάλωση.
«Είναι καταφανές ότι ο σχετικός αριθμός των ανθρώπων, που μπορούν να συντηρούνται, ενώ δεν κάνουν οι ίδιοι γεωργική εργασία, εξαρτιέται πέρα για πέρα από τις παραγωγικές δυνάμεις των γεωργών» (R. Jones, “On the Distribution of Wealth”, London 1831, σελ. 159-160).
Μια και η αγροτική εργασία αποτελεί τη φυσική βάση (βλέπε σχετικά σε ένα από τα προηγούμενα Τετράδια όχι μόνο για την υπερεργασία στη δική της τη σφαίρα, αλλά και για την ανεξαρτοποίηση όλων των άλλων κλάδων εργασίας, επομένως και για την υπεραξία που παράγεται στους κλάδους αυτούς, τότε είναι καθαρό, ότι θα έπρεπε να τη θεωρούν δημιουργό της υπεραξίας, γενικά όσον καιρό η καθορισμένη συγκεκριμένη εργασία θεωρούνταν σαν ουσία της αξίας και όχι η αφηρημένη εργασία και το μέτρο της, ο χρόνος εργασίας.
{226} Τρίτο. Κάθε υπεραξία, όχι μόνο η σχετική, αλλά και η απόλυτη, βασίζεται σε μια δοσμένη παραγωγικότητα της εργασίας. Αν η παραγωγικότητα της εργασίας είχε αναπτυχθεί μόνο ως το σημείο εκείνο, που ο χρόνος εργασίας είχε αναπτυχθεί μόνο ως το σημείο εκείνο, που ο χρόνος εργασίας ενός ανθρώπου φτάνει μόνο, για να συντηρήσει στη ζωή αυτό τον ίδιο, για να παράγει και να αναπαράγει τα δικά του μέσα συντήρησης, δεν θα υπήρχε ούτε υπερεργασία, ούτε υπεραξία, γενικά δεν θα υπήρχε καμιά διαφορά ανάμεσα στην αξία της εργατικής δύναμης και στην αξιοποίησή της. Γι’ αυτό η δυνατότητα της υπερεργασίας και της υπεραξίας προέρχεται από μια δοσμένη παραγωγική δύναμη της εργασίας, από μια παραγωγική δύναμη της εργασίας, από μια παραγωγική δύναμη, που κάνει την εργατική δύναμη ικανή να αναπαράγει περισσότερα από τη δική της αξία, να παράγει περισσότερα από όσα απαιτεί το προτσές συντήρησης της ζωής του εργάτη. Και μάλιστα αυτή η παραγωγικότητα, αυτή η βαθμίδα της παραγωγικότητας, που αποτελεί την προϋπόθεση για τη δυνατότητα της υπεραξίας, πρέπει να υπάρχει, όπως είδαμε στο δεύτερο σημείο, στην αγροτική δουλειά, γι’ αυτό εμφανίζεται σαν δώρο της φύσης, σαν παραγωγική δύναμη της φύσης. Εδώ, στη γεωργία είναι γενικά εξαρχής δοσμένη η συνεργασία των φυσικών δυνάμεων – η αύξηση της εργατικής δύναμης (Arbeitskraft) του ανθρώπου με τη χρησιμοποίηση και εκμετάλλευση των φυσικών δυνάμεων σε μεγάλη κλίμακα στη μεταποίηση παρουσιάζεται μόνο με την ανάπτυξη της μεγάλης βιομηχανίας. Σαν βάση για την ανάπτυξη του κεφαλαίου εμφανίζεται μια ορισμένη ανάπτυξη της γεωργίας, είτε στη δική του τη χώρα, είτε σε ξένες χώρες. Εδώ η απόλυτη υπεραξία συμπίπτει με τη σχετική. (Ο Μπιούκεναν – μεγάλος αντίπαλος των φυσιοκρατών – επιμένει σ’ αυτό ακόμα και ενάντια στον Σμιθ, προσπαθώντας να αποδείξει, ότι και πριν από την εμφάνιση της σύγχρονης βιομηχανίας των πόλεων προηγήθηκε η ανάπτυξη της αγροτικής οικονομίας).
Τέταρτο. Μια και η μεγάλη υπηρεσία και το χαρακτηριστικό της φυσιοκρατίας είναι ότι συνήγαγε την αξία και την υπεραξία όχι από την κυκλοφορία, αλλά από την παραγωγή, αρχίζει, αντίθετα από ότι κάνει το νομισματικό και το εμποροκρατικό σύστημα, αναγκαστικά από τον κλάδο της παραγωγής, που μπορεί να νοηθεί γενικά αποχωρισμένος, ανεξάρτητος από την κυκλοφορία, από την ανταλλαγή, και που προϋποθέτει μόνο την ανταλλαγή ανάμεσα στον άνθρωπο και στη φύση και όχι την ανταλλαγή ανάμεσα σε άνθρωπο και άνθρωπο.

{2. Αντιφάσεις στο σύστημα των φυσιοκρατών: το φεουδαρχικό του περικάλυμμα και η αστική του ουσία. Το διφορούμενο στην εξήγηση της υπεραξίας}

Από εδώ οι αντιφάσεις στο σύστημα της φυσιοκρατίας.
Είναι πράγματι το πρώτο σύστημα που αναλύει την κεφαλαιοκρατική παραγωγή και που περιγράφει σαν αιώνιους φυσικούς νόμους της παραγωγής τους όρους, κάτω από τους οποίους παράγεται κεφάλαιο και κάτω από τους οποίους παράγει το κεφάλαιο. Εξάλλου εμφανίζεται μάλλον σαν μια αστική αναπαραγωγή του φεουδαρχικού συστήματος, της κυριαρχίας της γαιοκτησίας, και οι βιομηχανικές σφαίρες, στα πλαίσια των οποίων αναπτύσσεται πρώτα αυτοτελώς το κεφάλαιο, εμφανίζονται μάλλον σαν «μη παραγωγικοί» κλάδοι δουλειάς, σαν απλά εξαρτήματα της γεωργίας. Ο πρώτος όρος της ανάπτυξης του κεφαλαίου είναι ο χωρισμός της γαιοκτησίας από την εργασία, η αυτοτελής αντιπαράθεση στον ελεύθερο εργάτη της γης – αυτού του πρωταρχικού όρου εργασίας – σαν αυτοτελούς δύναμης, σαν μιας δύναμης που βρίσκεται στα χέρια μιας ιδιαίτερης τάξης. Γι’ αυτό, σ’ αυτή την περιγραφή εμφανίζεται ο γαιοκτήμονας σαν ο καθεαυτό κεφαλαιοκράτης, δηλαδή σαν ο σφετεριστής της υπερεργασίας. Η φεουδαρχία αναπαράγεται έτσι sub specie (σ. σ. με τη μορφή) της αστικής παραγωγής και ερμηνεύεται αποκλειστικά η κεφαλαιοκρατική παραγωγή, δηλαδή η παραγωγή της υπεραξίας. Αστικοποιώντας έτσι τη φεουδαρχία, αποκτάει η αστική κοινωνία μια φεουδαρχική επίφαση.

Αυτή η επίφαση ξεγελούσε τους ευγενείς οπαδούς του δρ. Κεναί, όπως λ. χ. τον ιδιότροπο πατριαρχικό Μιραμπώ τον πρεσβύτερο. Στις κατοπινές διάνοιες {227} του φυσιοκρατικού συστήματος, ιδίως στον Τυργκώ, εξαφανίζεται ολότελα αυτή η επίφαση και το φυσιοκρατικό σύστημα παρουσιάζεται σαν η καινούργια κεφαλαιοκρατική κοινωνία, που διεισδύει μέσα στα πλαίσια της φεουδαρχικής κοινωνίας. Αυτό ανταποκρίνεται, επομένως, στην αστική κοινωνία της εποχής, στην οποία εκκολάπτεται από τη φεουδαρχία. Γι’ αυτό, το σημείο αφετηρίας βρίσκεται στη Γαλλία, μια χώρα, στην οποία επικρατούν η βιομηχανία, το εμπόριο και η ναυτιλία. Φυσικά, εδώ το μάτι στρέφεται στην κυκλοφορία, στο ότι το προϊόν αποκτάει αξία, γίνεται εμπόρευμα, μόνο σαν έκφραση της γενικής κοινωνικής εργασίας – σαν χρήμα. Εφόσον λοιπόν δεν πρόκειται για τη μορφή της αξίας, αλλά για το μέγεθος της αξίας και για την αξιοποίηση, προβάλλει εδώ το profit upon expropriation, (σ. σ. κέρδος από αλλοτρίωση, από εκποίηση) δηλαδή το σχετικό κέρδος που το περιέγραφε ο Στιούαρτ. Αν πρόκειται, όμως, να αποδειχτεί η δημιουργία της υπεραξίας στην ίδια τη σφαίρα της παραγωγής, θα πρέπει να ανατρέξουμε πρώτα σε εκείνον τον κλάδο εργασίας, όπου παρουσιάζεται ανεξάρτητα από την κυκλοφορία, στη γεωργία. Γι’ αυτό, αυτή η πρωτοβουλία σημειώθηκε σε μια χώρα με επικρατούσα τη γεωργία. Ιδέες συγγενείς με τις ιδέες των φυσιοκρατών βρίσκονται αποσπασματικά σε παλαιότερους συγγραφείς που προηγήθηκαν από αυτούς, όπως λ.χ. εν μέρει στην ίδια τη Γαλλία, στον Μπουαγκιγιεμπέρ. Πρώτα σ’ αυτούς μετατρέπονταν σε ένα σύστημα που άφησε εποχή.
Ο εργαζόμενος της γεωργίας, υποχρεωμένος να αρκείται με ένα κατώτατο μισθό, με το strict necessaire, (σ. σ. τα πιο απαραίτητα) παράγει περισσότερα από αυτά τα πιο απαραίτητα, και αυτό το παραπανήσιο είναι η γαιοπρόσοδος, η υπεραξία, που την ιδιοποιούνταν οι ιδιοκτήτες του βασικού όρου της εργασίας, της φύσης. Οι φυσιοκράτες λοιπόν δεν λένε: Ο εργαζόμενος εργάζεται πέρα από το χρόνο εργασίας, που είναι αναγκαίος για την αναπαραγωγή της εργατικής του δύναμης και γι’ αυτό η αξία που παράγει είναι μεγαλύτερη από την ποσότητα εργασίας που παίρνει με τη μορφή μισθού. Λένε όμως: Ότι το σύνολο των αξιών χρήσης, που καταναλώνει ο εργαζόμενος κατά τη διάρκεια της παραγωγής, είναι μικρότερο από το σύνολο των αξιών χρήσης που παράγει, και έτσι απομένει ένα περίσσευμα από αξίες χρήσης. – Αν εργαζόταν μόνο το χρόνο που είναι αναγκαίος για την αναπαραγωγή της δικής του εργατικής δύναμης, δεν θα απόμενε κανένα περίσσευμα. Οι φυσιοκράτες όμως σημειώνουν και παίρνουν υπόψη τους μόνο το σημείο, ότι η παραγωγικότητα της γης δίνει στον εργαζόμενο τη δυνατότητα στη διάρκεια της εργάσιμης ημέρας του, τη διάρκεια της οποίας την προϋποθέτουν δοσμένη, να παράγει περισσότερα από όσα χρειάζεται να καταναλώνει, για να μπορεί να συνεχίζει την ύπαρξή του. Έτσι, αυτή η υπεραξία παρουσιάζεται σαν δώρο της φύσης, που με τη συνεργασία της μια ορισμένη μάζα οργανικής ύλης – σπόροι φυτών, αριθμός ζώων – δίνει τη δυνατότητα στην εργασία να μετατρέπει περισσότερη ανόργανη ύλη σε οργανική.
Από την άλλη, προϋποθέτουν σαν κάτι το αυτονόητο, ότι ο γαιοκτήμονας αντιπαρατίθεται στον εργάτη σαν καπιταλιστής. Του πληρώνει την εργατική του δύναμη, που ο εργάτης του την προσφέρει σαν εμπόρευμα, και σαν αντάλλαγμα της πληρωμής αυτής δεν παίρνει μόνο ένα ισοδύναμο, αλλά και ιδιοποιείται την αξιοποίηση αυτής της εργατικής δύναμης. Απ’ αυτή την ανταλλαγή προϋποτίθεται η αποξένωση (Enrfremdung) του υλικού όρου της εργασίας από την ίδια την εργατική δύναμη. Την αφετηρία την αποτελεί ο γαιοκτήμονας, εμφανίζεται όμως σαν καπιταλιστής, σαν απλός κάτοχος εμπορευμάτων, που αξιοποιεί τα εμπορεύματα τα οποία αντάλλαξε με εργασία και εισπράττει γι’ αυτά όχι μονάχα το ισοδύναμό τους, αλλά και ένα περίσσευμα πέρα από το ισοδύναμο αυτό, γιατί πληρώνει την εργατική δύναμη μόνο σαν εμπόρευμα. Σαν κάτοχος εμπορευμάτων ο γαιοκτήμονας αντιπαρατίθεται στον ελεύθερο εργάτη. Ή αυτός ο γαιοκτήμονας είναι στην ουσία κεφαλαιοκράτης. Και από την άποψη αυτή η αλήθεια του φυσιοκρατικού συστήματος, δηλαδή ο χωρισμός του εργάτη από τη γη και από τη γαιοκτησία, αποτελεί βασικό όρο {228} για την κεφαλαιοκρατική παραγωγή και για την παραγωγή του κεφαλαίου.
Γι’ αυτό, στο σύστημα υπάρχουν οι εξής αντιφάσεις: η αντίφαση, ότι για το σύστημα αυτό – που πρώτο εξηγεί την υπεραξία με την ιδιοποίηση ξένης εργασίας και μάλιστα την εξηγεί πάνω στη βάση της ανταλλαγής εμπορευμάτων – η αξία, γενικά, δεν είναι μια μορφή της κοινωνικής εργασίας, η δε υπεραξία δεν είναι υπερεργασία, αλλά ότι η αξία είναι απλή αξία χρήσης, απλή ύλη, η δε υπεραξία απλό δώρο της φύσης, η οποία, έναντι μιας δοσμένης ποσότητας οργανικής ύλης, δίνει μια μεγαλύτερη ποσότητα εργασίας. Από τη μια μεριά, η γαιοπρόσοδος – δηλαδή η πραγματική οικονομική μορφή της γαιοκτησίας – απαλλαγμένη από το φεουδαρχικό κέλυφός της, ανάγεται σε απλή υπεραξία, στο περίσσευμα πάνω από το μισθό. Και από την άλλη μεριά την υπεραξία αυτή τη συνάγουν πάλι, με τη φεουδαρχική έννοια, από τη φύση και όχι από την κοινωνία, από τη σχέση της με τη γη, και όχι από τις κοινωνικές σχέσεις. Η ίδια η αξία ανάγεται σε απλή αξία χρήσης, δηλαδή σε ύλη. Εξάλλου, αυτό που ενδιαφέρει στους φυσιοκράτες σχετικά με την ύλη αυτή είναι μόνο η ποσότητα, το περίσσευμα των παραγμένων αξιών χρήσης πάνω από τις αξίες χρήσης που καταναλώθηκαν, δηλαδή μόνο η ποσοτική σχέση των αξιών χρήσης μεταξύ τους, μόνο η ανταλλακτική αξία τους, που τελικά ανάγεται σε χρόνο εργασίας.
Όλα αυτά είναι αντιφάσεις της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής, που πασχίζει να απελευθερωθεί από τη φεουδαρχική κοινωνία την οποία ερμηνεύει περισσότερο αστικά, η οποία, όμως, δεν βρήκε ακόμα την καθεαυτή της μορφή – το ίδιο περίπου που έγινε με τη φιλοσοφία που διαμορφώνεται πρώτα με τη θρησκευτική μορφή της συνείδησης και έτσι, από τη μια, εκμηδενίζει τη θρησκεία σαν τέτοια, ενώ, από την άλλη, η ίδια η φιλοσοφία κινείται θετικά πια μόνο σ’ αυτή την εξιδανικευμένη, νοερός αναγόμενη θρησκευτική σφαίρα.
Γι’ αυτό επίσης τα συμπεράσματα που βγάζουν οι ίδιοι οι φυσιοκράτες, η φαινομενική εξύμνηση της γαιοκτησίας μετατρέπεται στην οικονομική άρνηση της γαιοκτησίας και στην κατοχύρωση της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής. Από τη μια μεριά, όλοι οι φόροι μεταφέρονται στη γαιοπρόσοδο ή, με άλλα λόγια, η γαιοκτησία δημεύεται τμηματικά, πράγμα που προσπαθούσε να το εφαρμόσει η γαλλική επαναστατική νομοθεσία και που είναι το αποτέλεσμα της διαμορφωμένης ρικαρντιανής σύγχρονης πολιτικής οικονομίας. Φορτώνοντας ολότελα το φόρο στη γαιοπρόσοδο, γιατί αποτελεί τη μοναδική υπεραξία – γι’ αυτό κάθε φορολογία άλλων μορφών εισοδήματος φορολογεί τη γαιοκτησία μόνο από πλάγιους δρόμους, επομένως, από δρόμους οικονομικά επιζήμιους, με τρόπο που βάζει εμπόδια στην παραγωγή – απομακρύνεται ο φόρος και μαζί του κάθε κρατική παρέμβαση στην ίδια τη βιομηχανία και απαλλάσσεται έτσι αυτή από κάθε παρέμβαση του κράτους. Αυτό γίνεται δήθεν για το καλό της γαιοκτησίας, όχι προς το συμφέρον της βιομηχανίας, αλλά της γαιοκτησίας. Μ’ αυτό συνδέεται: το lasses, laissez ο ανεμπόδιστος ελεύθερος συναγωνισμός, ο παραμερισμός από τη βιομηχανία κάθε κρατικής ανάμιξης, των μονοπωλίων κλπ. Μια και κατά τους φυσιοκράτες η βιομηχανία δεν δημιουργεί τίποτα, αλλά μεταποιεί μόνο σε μια άλλη μορφή τις αξίες που της δίνει η γεωργία, στις οποίες δεν προσθέτει καμιά νέα αξία, αλλά επιστρέφει μόνο στη γεωργία με τη μορφή ισοδύναμων τις αξίες που προμήθευσε στη βιομηχανία, είναι φυσικά επιθυμητό το προτσές αυτό της μεταποίησης να συντελείται χωρίς διαταραχές και με τον πιο φτηνό τρόπο. Αυτό όμως, πετυχαίνεται μόνο με τον ελεύθερο συναγωνισμό, αφήνοντας την κεφαλαιοκρατική παραγωγή να τα βγάλει πέρα μόνη της. Επομένως, η χειραφέτηση της αστικής κοινωνίας από την ιδρυμένη πάνω στα συντρίμμια της φεουδαρχικής κοινωνίας απόλυτη μοναρχία συντελείται αποκλειστικά προς το συμφέρον του φεουδάρχη γαιοκτήμονα, που έχει μετατραπεί σε καπιταλιστή {229} και αποβλέπει μόνο σε ένα πράγμα, στον πλουτισμό. Οι καπιταλιστές είναι μόνο καπιταλιστές προς το συμφέρον του γαιοκτήμονα, ακριβώς όπως η παραπέρα αναπτυγμένη πολιτική οικονομία τους παρουσιάζει μόνο σαν καπιταλιστές προς το συμφέρον της εργαζόμενης τάξης.
Βλέπουμε, λοιπόν, πόσο λίγο κατάλαβαν οι σύγχρονοι οικονομολόγοι – όπως ο κύριος Ευγένιος Νταίρ, ο εκδότης των φυσιοκρατών, μαζί με το βραβευμένο σύγγραμμά του γι’ αυτούς – τη φυσιοκρατία, όταν βρίσκουν τις ειδικές θέσεις των φυσιοκρατών για την αποκλειστική παραγωγικότητα της αγροτικής δουλειάς, για τη γαιοπρόσοδο, σαν τη μοναδική υπεραξία και για την εξέχουσα θέση των γαιοκτημόνων στο σύστημα της παραγωγής, συνδεμένες χωρίς καμιά συνάρτηση και εντελώς τυχαία με τη Διακήρυξή τους για τον ελεύθερο συναγωνισμό, που αποτελεί την αρχή (Prinzip) της μεγάλης βιομηχανίας, της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής. Κατανοεί κανείς ταυτόχρονα, πώς η φεουδαρχική επίφαση του συστήματος αυτού, ακριβώς όπως και ο αριστοκρατικός τόνος της περιόδου της Διαφώτισης, θα μετάτρεπε πολλούς φεουδάρχες άρχοντες σε ονειροπόλους για ένα σύστημα και σε προπαγανδιστές ενός συστήματος, που διακήρυχνε στην ουσία το αστικό σύστημα παραγωγής πάνω στα ερείπια του φεουδαρχικού συστήματος.

Άνταμ Σμιθ
Δυο καθορισμοί της αξίας από τον Σμιθ


{Ο Άνταμ Σμιθ, καθώς και όλοι οι άξιοι λόγου οικονομολόγοι, παραδέχεται τον μέσο μισθό των φυσιοκρατών, που τον ονόμασε φυσική τιμή του μισθού εργασίας. {σ. σ. O Άνταμ Σμιθ ήταν Σκωτός οικονομολόγος και ηθικός φιλόσοφος. Γεννήθηκε στην πόλη Κιρκάλντυ της Σκωτίας. Αν και η ακριβής ημερομηνία γέννησης του δεν είναι γνωστή, έχει διασωθεί η ημερομηνία της βάπτισης του (5 Ιουνίου 1723). Το 1751 έγινε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Γλασκόβης, ενώ το 1776 μετακόμισε στο Λονδίνο.Διετέλεσε μέλος της Βασιλικής εταιρείας του Εδιμβούργου. Πέθανε στο Εδιμβούργο στις 17 Ιουλίου του 1790}.

«Ένας άνθρωπος πρέπει πάντα να ζει από την εργασία του, και ο μισθός του πρέπει να επαρκεί τουλάχιστον για τη συντήρησή του. Τις περισσότερες φορές μάλιστα πρέπει να είναι λίγο μεγαλύτερος, διαφορετικά δεν θα είχαν οι εργάτες τη δυνατότητα να δημιουργήσουν μια οικογένεια, το δε γένος τους δεν θα μπορούσε να υπάρξει πέρα από μια γενεά» ({“Recherches sur la nature et les causes de la richesse des nations”, Paris 1802}, t, l.l.l., ch. VIII, p. 136).
O Άνταμ Σμιθ διαπιστώνει καθαρά, ότι η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων της εργασίας δεν αποβαίνει προς όφελος του ίδιου του εργάτη. Να τι λέει (I. I. ch. VIII, edit. MacCulloch, London 1828}:
«Το προϊόν της εργασίας αποτελεί τη φυσική αμοιβή ή το μισθό της εργασίας. Σε εκείνη την αρχική κατάσταση των πραγμάτων, που προηγείται και από την ιδιοποίηση της γης, και από τη συσσώρευση του κεφαλαίου ανήκει στον εργάτη ολόκληρο το προϊόν της εργασίας. Δεν υπάρχει ούτε γαιοκτήμονας ούτε άλλο αφεντικό, με το οποίο ο εργάτης θα ήταν υποχρεωμένος να μοιραστεί το προϊόν. Αν συνεχιζόταν αυτή η κατάσταση, θα αυξανόταν ο μισθός της εργασίας μαζί με όλη την αύξηση των παραγωγικών της δυνάμεων, που προκύπτει από τον καταμερισμό της εργασίας. Όλα τα πράγματα θα γίνονταν σιγά – σιγά πιο φτηνά».
{πάντως, όλα εκείνα τα πράγματα που απαιτούν μικρότερη ποσότητα εργασίας για την αναπαραγωγή τους. Όμως δεν «θα ήταν» απλώς πιο φτηνά, αλλά έγιναν πράγματι πιο φτηνά.}
«Θα παράγονταν με μια μικρότερη ποσότητα εργασίας. Και επειδή τα εμπορεύματα που έχουν παραχθεί με ίση ποσότητα εργασίας ανταλλάσσονται φυσικά στην κατάσταση αυτή μεταξύ τους, θα τα είχαν επίσης αγοράσει με {244} το προϊόν μιας μικρότερης ποσότητας εργασίας…Ωστόσο, αυτή η πρωταρχική κατάσταση, στην οποία ο εργάτης χαιρόταν ολόκληρο το προϊόν της εργασίας του, δεν μπορούσε να επιζήσει πέρα από τη στιγμή, κατά την οποία για πρώτη φορά έχει ιδιοποιηθεί η γη και έχει σωρευτεί κεφάλαιο. Έτσι η κατάσταση αυτή τερματίστηκε, πολύ πριν επιτευχθούν οι μεγαλύτερες πρόοδες στην τελειοποίηση των παραγωγικών δυνάμεων της εργασίας, και θα ήταν ανώφελο να διερευνήσει κανείς παραπέρα, ποια επίδραση θα μπορούσε να ασκήσει στην αμοιβή ή στο μισθό της εργασίας». (τομ. 1. σελ. 107-109).
Ο Άνταμ Σμιθ παρατηρεί εδώ με μεγάλη λεπτότητα, ότι η πραγματικά μεγάλη ανάπτυξη της παραγωγικής δύναμης της εργασίας αρχίζει μόνο από τη στιγμή που έχει μετατραπεί σε μισθωτή εργασία και οι όροι εργασίας αντιπαραθέτονται σ’ αυτήν, από τη μια, σαν γαιοκτησία, και, από την άλλη, σαν κεφάλαιο. Επομένως, η ανάπτυξη της παραγωγικής δύναμης της εργασίας αρχίζει μόνο κάτω από συνθήκες, στις οποίες ο ίδιος ο εργάτης δεν μπορεί πια να ιδιοποιείται τα αποτελέσματα της εργασίας. Γι’ αυτό είναι εντελώς ανώφελο να διερευνήσουμε, πώς αυτή η αύξηση της παραγωγικής δύναμης θα επιδρούσε στους “wages” («μισθούς»), που εδώ είναι ίσοι με το προϊόν της εργασίας, ή πως επιδρούν κάτω από την προϋπόθεση, ότι το προϊόν της εργασίας (ή η αξία αυτού του προϊόντος) ανήκε στον ίδιο τον εργάτη.
Ο Άνταμ Σμιθ είναι πολύ μολυσμένος από τις αντιλήψεις της φυσιοκρατίας, και μέσα από τα έργα του περνούν ολόκληρα κομμάτια, που ανήκουν στους φυσιοκράτες και που αντιφάσκουν πέρα για πέρα με τις απόψεις που διατύπωσε και που τον χαρακτηρίζουν. Αυτό γίνεται λ.χ. στη διδασκαλία για τη γαιοπρόσοδο κλπ. Αυτά τα συστατικά του έργου του, που δεν τον χαρακτηρίζουν, και στα οποία όμως εμφανίζεται απλός φυσιοκράτης, (σ. σ. Το φυσιοκρατικό στοιχείο στις απόψεις του Σμιθ για τη γαιοπρόσοδο το πραγματεύεται ο Μαρξ στο ΧΙΙ Τετράδιο, στις σελίδες 628-632, στο κεφάλαιο: «Η θεωρία του Σμιθ για την πρόσοδο» (βλ. το δεύτερο μέρος των «Θεωριών για την Υπεραξία»). Σύγκρινε επίσης τις σελίδες 45-39 τούτου του τόμου – Σελ. 47 (4ος Τ. του Κεφάλαιου) μπορούμε για το σκοπό μας εδώ να μη τα πάρουμε καθόλου υπόψη.
Στο πρώτο μέρος αυτού του έργου, με την ευκαιρία της ανάλυσης του εμπορεύματος, έχω αποδείξει, (σ. σ. Βλέπε τον 13ο τόμο των έργων του Μαρξ – Ένγκελς σελ. 44/45 της γερμανικής έκδοσης) πως ο Σμιθ ταλαντεύεται στον καθορισμό της ανταλλακτικής αξίας και ιδίως στον καθορισμό της αξίας των εμπορευμάτων, με την ποσότητα της εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή τους, πότε τον μπερδεύει και πότε τον παραμερίζει με την ποσότητα ζωντανής εργασίας, με την οποία μπορεί να αγοραστεί ένα εμπόρευμα, ή, πράγμα που είναι το ίδιο, με την ποσότητα του εμπορεύματος, με την οποία μπορεί να αγοραστεί μια καθορισμένη ποσότητα ζωντανής εργασίας. (σ. σ. Στο χειρόγραφο του Μαρξ η φράση αυτή έχει ως εξής: Στο πρώτο μέρος τούτου του συγγράμματος, με την ευκαιρία της ανάλυσης του εμπορεύματος έχω αποδείξει πως ταλαντεύεται ο Άνταμ Σμιθ στο ζήτημα του καθορισμού της ανταλλακτικής αξίας, ιδίως τον καθορισμό της αξίας των εμπορευμάτων από την απαιτούμενη για την παραγωγή τους ποσότητα εργασίας, πότε τον μπερδεύει και πότε τον παραμερίζει με την ποσότητα ζωντανής εργασίας με την οποία μπορεί ν’ αγοραστεί το εμπόρευμα, ή πράγμα που είναι το ίδιο, με την ποσότητα ζωντανής εργασίας με την οποία μπορεί ν’ αγοραστεί μια καθορισμένη ποσότητα. – Σελ. 47) Εδώ μετατρέπει την ανταλλακτική αξία της εργασίας σε μέτρο για την αξία των εμπορευμάτων. Στην πραγματικότητα μετατρέπει σε μέτρο για την αξία το μισθό, γιατί ο μισθός είναι ίσος με την ποσότητα των εμπορευμάτων, που μπορεί να αγοραστεί με μια καθορισμένη ποσότητα ζωντανής εργασίας, είναι ίσος με την ποσότητα εργασίας, που μπορεί να αγοραστεί με μια καθορισμένη ποσότητα εμπορευμάτων. Η αξία της εργασίας, ή, πιο σωστά, της εργατικής δύναμης μεταβάλλεται, όπως και η αξία κάθε άλλου εμπορεύματος, και δεν διαφέρει ειδικά σε τίποτα από την αξία των άλλων εμπορευμάτων. Εδώ η αξία μετατρέπεται σε μέτρο και σε αιτία εξήγησης της αξίας, πρόκειται επομένως για φαύλο κύκλο.
Στην παραπέρα περιγραφή, όμως, θα φανεί ότι αυτή η αβεβαιότητα και αυτό το ανακάτωμα εντελώς ετερογενών καθορισμών δεν ενοχλεί τις έρευνες του Σμιθ για τη φύση και την καταγωγή της υπεραξίας, γιατί πράγματι, χωρίς επίσης να το ξέρει, παντού όπου αναπτύσσει τη θέση του, εμμένει στο σωστό καθορισμό της ανταλλακτικής αξίας των εμπορευμάτων – δηλαδή στον καθορισμό της από την ποσότητα εργασίας, ή από το χρόνο εργασίας που ξοδεύτηκε γι’ αυτά. {244}.
{VII – 283 a} {Πόσο συχνά ο Σμιθ στην πορεία του έργου του, στο οποίο εξηγεί πράγματι γεγονότα, εννοεί την ποσότητα της εργασίας που περιέχεται στο προϊόν σαν αξία ή σαν καθοριστικό της αξίας, το γεγονός αυτό μπορεί να καταδειχτεί με πολλά παραδείγματα. Ένα μέρος από αυτά τα βρίσκει κανείς καταχωρημένα από τον Ρικάρντο. (σ. σ. Ricardo: “On the principles of political economy, and taxation”, 2η έκδοση, Λονδίνο 1819, κεφ. 1, τμήμα 1 – Σελ. 47).
Όλη του η διδασκαλία σχετικά με την επίδραση του καταμερισμού της εργασίας και των βελτιωμένων μηχανών στην τιμή του εμπορεύματος, στηρίζεται πάνω σ’ αυτή τη βάση. Στο ΧΙ κεφάλαιο του πρώτου βιβλίου ο Α. Σμιθ μιλά για το φτήναιμα πολλών βιομηχανικών εμπορευμάτων της εποχής του, σε σύγκριση με τους προηγούμενους αιώνες και καταλήγει με τα λόγια: «Στοίχιζε πολύ περισσότερη ποσότητα εργασίας, για να φέρουν το εμπόρευμα στην αγορά. Και όταν έφτανε πια στην αγορά, έπρεπε λοιπόν στην ανταλλαγή να αγοράσει ή να πάρει την τιμή μιας πολύ μεγαλύτερης ποσότητας εργασίας». ({Recherches sur la nature et les causes de la richesse des nations”, Paris 1802} t. II. P. 156)} {VII – 283 d}
{VI – 245} Δεύτερο, όμως, η αντίφαση αυτή και το πέρασμα από τον ένα τρόπο ερμηνείας στον άλλο βασίζεται στον Άνταμ Σμιθ σε βαθύτερα αίτια, πράγμα που ο Ρικάρντο το παράβλεψε κατά την αποκάλυψη αυτής της αντίφασης, δεν την εκτίμησε σωστά, και γι’ αυτό δεν την έλυσε. Ας υποθέσουμε ότι όλοι οι εργαζόμενοι είναι εμπορευματοπαραγωγοί, ότι δεν παράγουν μόνο τα εμπορεύματά τους, αλλά και τα πουλάνε. Η αξία αυτών των εμπορευμάτων καθορίζεται από τον αναγκαίο χρόνο εργασίας που περιέχεται σ’ αυτά. Αν λοιπόν τα εμπορεύματα πουλιούνται στην αξία τους, τότε ο εργαζόμενος με ένα εμπόρευμα, που είναι το προϊόν 12 ωρών χρόνου εργασίας, αγοράζει πάλι 12 ωρών χρόνο εργασίας με τη μορφή ενός άλλου εμπορεύματος, δηλαδή 12 ωρών χρόνο εργασίας, που έχει υλοποιηθεί σε μια άλλη αξία χρήσης. Η αξία της εργασίας του είναι λοιπόν ίση με την αξία του εμπορεύματός του, δηλαδή ίση με το προϊόν 12 ωρών χρόνου εργασίας. Η πούληση και η νέα αγορά, κοντολογής όλο το προτσές ανταλλαγής, η μεταμόρφωση του εμπορεύματος δεν αλλάζει τίποτα στην υπόθεση. Αλλάζει μόνο τη μορφή της αξίας χρήσης, με την οποία παρασταίνονται αυτές οι 12 ώρες χρόνου εργασίας. Επομένως, η αξία της εργασίας είναι ίση με την αξία του προϊόντος της εργασίας. Πρώτο, ανταλλάσσονται με τα εμπορεύματα – εφόσον ανταλλάσσονται σύμφωνα με την αξία τους – ίσες ποσότητες υλοποιημένης εργασίας. Δεύτερο, όμως, μια ορισμένη ποσότητα ζωντανής εργασίας ανταλλάσσεται με μια ποσότητα υλοποιημένης εργασίας, γιατί, πρώτο, η ζωντανή εργασία υλοποιείται σε ένα προϊόν, σε ένα εμπόρευμα, που ανήκει στον εργαζόμενο, και, δεύτερο, το εμπόρευμα αυτό ανταλλάσσεται πάλι με ένα άλλο εμπόρευμα, στο οποίο περιέχεται ίση ποσότητα εργασίας.
Πράγματι, ανταλλάσσεται λοιπόν μια καθορισμένη ποσότητα ζωντανής εργασίας με ίση ποσότητα υλοποιημένης εργασίας. Επομένως, δεν ανταλλάσσεται μόνο εμπόρευμα με άλλο εμπόρευμα στην αναλογία, με την οποία αυτά παρασταίνουν ίσο σε μέγεθος υλοποιημένο χρόνο εργασίας, αλλά μια ποσότητα ζωντανής εργασίας ανταλλάσσεται με ένα εμπόρευμα, που παρασταίνει υλοποιημένη την ίδια ποσότητα εργασίας.
Κάτω από αυτή την προϋπόθεση η αξία της εργασίας (η ποσότητα εμπορεύματος, που μπορεί να αγοράσει κανείς με μια δοσμένη ποσότητα εργασίας, ή η ποσότητα εργασίας που μπορεί να αγοράσει κανείς με μια δοσμένη ποσότητα εμπορευμάτων) θα μπορούσε, ακριβώς όπως και η ποσότητα εργασίας που περιέχεται στο εμπόρευμα, να ισχύει σαν μέτρο της αξίας του, γιατί η αξία της εργασίας παρασταίνει πάντα υλοποιημένη την ίδια ποσότητα εργασίας, που απαιτεί η ζωντανή εργασία για την παραγωγή αυτού του εμπορεύματος, ή μια καθορισμένη ποσότητα ζωντανού χρόνου εργασίας εξουσίαζε πάντα μια ποσότητα εργασίας, που παρασταίνει υλοποιημένο ίσο χρόνο εργασίας. Τώρα όμως γίνεται το αντίθετο σε όλους τους τρόπους παραγωγής – ιδίως στον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής – στους οποίους οι υλικοί όροι της εργασίας ανήκουν σε μια ή σε περισσότερες τάξεις, ενώ σε μια άλλη τάξη, στην εργατική τάξη, ανήκει μόνον η εργατική δύναμη. Το προϊόν ή η αξία του προϊόντος της εργασίας δεν ανήκει στον εργάτη. Μια καθορισμένη ποσότητα ζωντανής εργασίας δεν εξουσιάζει την ίδια ποσότητα υλοποιημένης εργασίας, ή μια καθορισμένη ποσότητα υλοποιημένης σε εμπόρευμα εργασίας εξουσιάζει μια μεγαλύτερη ποσότητα εργασίας, από την ποσότητα που περιέχεται στο ίδιο το εμπόρευμα.
Μια και ο Άνταμ Σμιθ ξεκινάει πολύ σωστά από το εμπόρευμα και την ανταλλαγή εμπορευμάτων και, επομένως, οι παραγωγοί αντικρίζονται στην αρχή μόνο σαν κάτοχοι εμπορευμάτων, σαν πουλητές εμπορευμάτων και αγοραστές εμπορευμάτων, ανακαλύπτει (έτσι του φαίνεται) ότι στην ανταλλαγή ανάμεσα στο κεφάλαιο και στη μισθωτή εργασία, ανάμεσα στην υλοποιημένη εργασία και στη ζωντανή εργασία αίρεται αμέσως ο γενικός νόμος, τα δε εμπορεύματα (γιατί και η εργασία είναι εμπόρευμα, εφόσον αγοράζεται και πουλιέται) δεν ανταλλάσσονται ανάλογα με τις ποσότητες εργασίας που παρασταίνουν. Γι’ αυτό καταλήγει στο συμπέρασμα ότι από τη στιγμή που οι όροι εργασίας αντιπαραθέτονται στο μισθωτό εργάτη με τη μορφή της γαιοκτησίας και του κεφαλαίου, ο χρόνος εργασίας δεν είναι πια το εσωτερικό μέτρο που ρυθμίζει την ανταλλακτική αξία των εμπορευμάτων. Θα έπρεπε μάλλον, όπως παρατηρεί σωστά ο Ρικάρντο, να είχε καταλήξει αντίθετα στο συμπέρασμα ότι δεν είναι πια ταυτόσημες οι εκφράσεις «ποσότητα της εργασίας» και «αξία της εργασίας» και, επομένως, η σχετική αξία των εμπορευμάτων, παρά το γεγονός ότι ρυθμίζεται από τον χρόνο εργασίας που περιέχεται σ’ αυτά, δεν ρυθμίζεται πια από την αξία της εργασίας, γιατί αυτή η τελευταία έκφραση ήταν σωστή μόνον ως τότε που ήταν ταυτόσημη με την πρώτη. Μπορεί παρακάτω, απ’ αφορμή και σε σχέση με τον Μάλθους, (σ. σ. Στα χειρόγραφα Τετράδια ΧΙΙΙ και XIV, στις σελίδες 753-767, στο κεφάλαιο για τον «Μάλθους» ο Μαρξ εξετάζει λεπτομερειακά τις απόψεις του για την αξία και την υπεραξία (βλ. το 3ο Μέρος των «Θεωριών για την Υπεραξία»). – Σελ. 50, 67) να αναπτύξουμε ότι αυτό καθεαυτό θα ήταν λαθεμένο και ανούσιο, αν ακόμα και στην περίπτωση που ο εργάτης θα ιδιοποιόταν το δικό του το προϊόν, δηλαδή την αξία του δικού του προϊόντος, θα έκανε αυτή την αξία ή την αξία της εργασίας μέτρο των αξιών, με την ίδια έννοια που ο χρόνος εργασίας ή η ίδια η εργασία είναι μέτρο των αξιών και στοιχείο που δημιουργεί αξία. Ακόμα και στην περίπτωση αυτή δεν θα επιτρεπόταν η εργασία, την οποία μπορεί να αγοράσει κανείς με ένα εμπόρευμα, να ισχύει σαν μέτρο με την ίδια έννοια που ισχύει η περιεχόμενη σ’ αυτό εργασία. Θα ήταν απλώς η μια ένας δείκτης της άλλης.
Πάντως ο Άνταμ Σμιθ διαισθάνεται τη δυσκολία να συναγάγει από το νόμο, που καθορίζει την ανταλλαγή των εμπορευμάτων, την ανταλλαγή ανάμεσα στο κεφάλαιο και στην εργασία, η οποία καθ’ όλα τα φαινόμενα βασίζεται σε αρχές εντελώς αντίθετες προς το νόμο αυτό και που αντιφάσκουν μ’ αυτόν. Ακόμα η αντίφαση δεν θα μπορούσε να αποσαφηνιστεί, όσον καιρό το κεφάλαιο αντιπαρατίθεται άμεσα στην εργασία και όχι στην εργατική δύναμη. Ο Άνταμ Σμιθ ήξερε πολύ καλά ότι ο εργάσιμος χρόνος, που κοστίζει η εργατική δύναμη για την αναπαραγωγή και τη συντήρησή της, είναι πολύ διαφορετικός από την εργασία που μπορεί να εκπληρώσει η ίδια. Έτσι ο ίδιος παραθέτει από το έργο του Καντιγιόν: “Essai sur la nature du commerce…”
«Ο ίδιος συγγραφέας προσθέτει ότι η εργασία ενός υγιούς δούλου έχει διπλάσια αξία από το κόστος της συντήρησής του, και νομίζει, ότι η εργασία και του τελευταίου εργάτη δεν μπορεί να αξίζει λιγότερο από την εργασία ενός υγιούς δούλου» (τομ. 1, βιβλίο 1 του 8ου κεφαλαίου των έργων του Σμιθ, σελ. 137 της μετάφρασης Γκαρνιέ).
Εξάλλου, είναι περίεργο ότι ο Άνταμ Σμιθ δεν κατανόησε πόσο λίγη σχέση έχει ο δισταγμός του σχετικά με το νόμο, που ρυθμίζει την ανταλλαγή των εμπορευμάτων μεταξύ τους. Το γεγονός ότι τα εμπορεύματα Α και Β ανταλλάσσονται ανάλογα με τον χρόνο εργασίας που περιέχεται σ’ αυτά, δεν παραβιάζεται καθόλου από τις αναλογίες, στις οποίες οι παραγωγοί του Α και του Β μοιράζονται μεταξύ τους τα προϊόντα Α και Β ή πιο σωστά την αξία τους. Αν ένα μέρος του Α περιέρχεται στο γαιοκτήμονα, ένα άλλο στον κεφαλαιοκράτη και ένα τρίτο μέρος στον εργάτη, αδιάφορο πόσο μεγάλες είναι οι μερίδες που πήρε ο καθένας, αυτό δεν αλλάζει τίποτα στο γεγονός, ότι ο ίδιος ο Α ανταλλάσσει με τον Β το προϊόν σύμφωνα με την αξία του. Η αναλογία του χρόνου εργασίας που περιέχεται στα εμπορεύματα Α και Β δεν θίγεται καθόλου από το πώς τον χρόνο εργασίας που περιέχεται στα εμπορεύματα Α και Β τον ιδιοποιούνται διάφορα πρόσωπα. «Όταν έχει συντελεστεί η ανταλλαγή της τσόχας με λινό ύφασμα, οι παραγωγοί της τσόχας θα έχουν το ίδιο μερίδιο από το λινό ύφασμα που αντιστοιχεί στο μερίδιο που είχαν προηγούμενα στην τσόχα». ({Μαρξ,}) “Misere de la Philosophie”, σελ. 29). Αυτό είναι εξάλλου το επιχείρημα που επικαλέστηκαν αργότερα οι ρικαρντιανοί με το δίκιο τους ενάντια στον Άνταμ Σμιθ. Να τι λέει ο μαλθουσιανός Jonh Cazenove:
«Η ανταλλαγή και η διανομή των εμπορευμάτων πρέπει να εξετάζονται χωριστά η μια από την άλλη…Τα περιστατικά που επηρεάζουν τη μια, δεν επιδρούν πάντα στην άλλη. Λογουχάρη, μια μείωση των εξόδων παραγωγής ενός ξεχωριστού εμπορεύματος θα αλλάξει τη σχέση του με όλα τα άλλα εμπορεύματα, όμως δεν θα αλλάξει υποχρεωτικά το μοίρασμά του ή δεν θα επηρεάσει με κανένα τρόπο το μοίρασμα των άλλων. Επίσης μια γενική μείωση των αξιών των εμπορευμάτων, που αφορά εξίσου όλα τα εμπορεύματα, δεν αλλάζει τη σχέση μεταξύ τους. Μπορεί – όμως και δεν μπορεί – να επιδράσει στη διανομή τους κλπ». “Jonh Cazenove στον πρόλογο της έκδοσης του έργου του Μάλθους: “Definitions in Political Economy”, London 1853 {σελ. VI}).
Επειδή όμως η «διανομή» της αξίας του προϊόντος ανάμεσα στον καπιταλιστή και στον εργάτη βασίζεται η ίδια σε μια ανταλλαγή ανάμεσα σε εμπορεύματα – ανάμεσα στα εμπορεύματα και στην εργατική δύναμη – γι’ αυτό ο Σμιθ ξαφνιάζεται με το δίκιο του. Επειδή, όμως, ο Σμιθ κάνει μεταξύ άλλων μέτρο των αξιών την αξία της εργασίας, ή το βαθμό με τον οποίο ένα εμπόρευμα (ή χρήμα) μπορεί να αγοράζει εργασία, το γεγονός αυτό μπερδεύει τη σκέψη του στο σημείο όπου αναπτύσσει τη θεωρία των τιμών και την επίδραση του συναγωνισμού στο ποσοστό του κέρδους κλπ., στερεί γενικά το έργο του από κάθε ενότητα και αποκλείει ακόμα από την έρευνα ένα σωρό ουσιώδη ζητήματα. Όπως θα δούμε αμέσως, αυτό δεν ασκεί καμιά επίδραση στην ανάπτυξη της υπεραξίας γενικά, γιατί εμμένει εδώ πάντα στο σωστό καθορισμό της αξίας από το χρόνο εργασίας που με την εργασία μπαίνει σε διάφορα εμπορεύματα.
Και τώρα ας δούμε πως χειρίζεται το ζήτημα.
Ωστόσο πρέπει πρώτα να αναφέρουμε ακόμα ένα περιστατικό. Ο Άνταμ Σμιθ μπερδεύει διάφορα πράγματα. Πρώτο, στο V κεφάλαιο του Ι Βιβλίου (της μετάφρασης του Γκαρνιέ) λέει:
«Ένας άνθρωπος είναι πλούσιος ή φτωχός, ανάλογα με τα μέσα που διαθέτει για να προμηθεύεται τα μέσα συντήρησης, τις ανέσεις και τις απολαύσεις της ζωής. Από τότε όμως που καθιερώθηκε σε όλους τους κλάδους ο καταμερισμός της εργασίας, μπορεί ένας άνθρωπος να προμηθεύεται άμεσα, με τη δική του εργασία, μόνο ένα εξαιρετικά μικρό μέρος όλων αυτών των πραγμάτων, το πολύ μεγαλύτερο μέρος από αυτά πρέπει να τα περιμένει από την εργασία άλλων. Έτσι, θα είναι πλούσιος ή φτωχός, ανάλογα με την ποσότητα της εργασίας που είναι σε θέση να εξουσιάζει ή να αγοράζει. Έτσι η αξία ενός οποιουδήποτε εμπορεύματος είναι γι’ αυτόν που το έχει και που δεν μπορεί ο ίδιος να το χρησιμοποιήσει ή να το καταναλώσει, αλλά που σκοπεύει να το ανταλλάξει με κάτι άλλο, ίσο με την ποσότητα εργασίας που το εμπόρευμα αυτό τον κάνει ικανό να αγοράζει και να εξουσιάζει. Επομένως, η εργασία είναι το πραγματικό μέτρο της ανταλλακτικής αξίας όλων των εμπορευμάτων» (στο ίδιο, σελ. 59, 60).
Παρακάτω:
«Αυτά (τα εμπορεύματα) περιέχουν την αξία μιας ορισμένης ποσότητας εργασίας, που την ανταλλάσσουμε με αυτό, για το οποίο υποτίθεται ότι περιέχει την αξία μιας ίσης ποσότητας εργασίας… Στην αρχή όλα τα πλούτη του κόσμου δεν αγοράστηκαν με χρυσό και ασήμι, αλλά με εργασία. Και γι’ αυτούς που τα κατέχουν και που επιδιώκουν να τα ανταλλάξουν με οποιαδήποτε νέα προϊόντα, η αξία τους είναι ακριβώς ίση με την ποσότητα εργασίας που είναι σε θέση να αγοράσουν ή να εξουσιάσουν». (στο ίδιο, κεφ. V, σελ. 60-61).
Τέλος:
«Όπως λέει ο κύριος Χομπς – πλούτος θα πει δύναμη. Όποιος, όμως, κερδίζει μια μεγάλη περιουσία ή την αποκτά από κληρονομιά, δεν αποκτά έτσι κατ’ ανάγκην μια πολιτική δύναμη, είτε αστική (civile) είτε στρατιωτική… Το είδος της δύναμης που δίνει σ’ αυτόν απευθείας και άμεσα ή κατοχή αυτή του πλούτου είναι η δύναμη να αγοράζει. Είναι το δικαίωμα να εξουσιάζει όλη την εργασία αλλωνών ή όλο το προϊόν αυτής της εργασίας, που βρίσκεται τη στιγμή εκείνη στην αγορά». (στο ίδιο, σελ. 61).
Βλέπουμε, ότι σ’ όλα αυτά τα σημεία ο Σμιθ ανακατεύει την εργασία του άλλου με το προϊόν της εργασίας. Η ανταλλακτική αξία του εμπορεύματος, που έχει κάποιος, αποτελείται, ύστερα από τον καταμερισμό της εργασίας, από τα ξένα εμπορεύματα που μπορεί να αγοράσει, δηλαδή από την ποσότητα ξένης εργασίας που περιέχεται σ΄ αυτά, από την ποσότητα υλοποιημένης ξένης εργασίας. Και αυτή η ποσότητα ξένης εργασίας είναι ίση με την ποσότητα της εργασίας, που περιέχεται στο δικό του εμπόρευμα. Όπως λέει ρητά:
«Τα εμπορεύματα περιέχουν την αξία μιας ορισμένης ποσότητας εργασίας, που την ανταλλάσσουμε με αυτό, για το οποίο υποτίθεται ότι περιέχει την αξία μιας ίσης ποσότητας εργασίας»
Ο τόνος βρίσκεται εδώ στην αλλαγή που προκλήθηκε από τον καταμερισμό της εργασίας, ότι δηλαδή ο πλούτος ενός ανθρώπου δεν αποτελείται πια από το προϊόν της δικής του εργασίας, αλλά από την ποσότητα ξένης εργασίας που εξουσιάζει αυτό το προϊόν, από την ποσότητα ξένης εργασίας που εξουσιάζει αυτό το προϊόν, από την κοινωνική εργασία που μπορεί να αγοράσει, μια ποσότητα που καθορίζεται από την ποσότητα εργασίας που περιέχεται σ’ αυτό το ίδιο. Πράγματι, εδώ περιέχεται μόνο η έννοια της ανταλλακτικής αξίας, ότι δηλαδή στο εξής η εργασία μου μόνο σαν κοινωνική εργασία και, επομένως, το προϊόν της σαν εξουσία πάνω σε ίση ποσότητα κοινωνικής εργασίας, καθορίζει τον πλούτο μου. Το εμπόρευμά μου, που περιέχει μια καθορισμένη ποσότητα αναγκαίου χρόνου εργασίας μου επιτρέπει να εξουσιάζω όλα τα άλλα εμπορεύματα ίσης αξίας, δηλαδή μια ίση ποσότητα ξένης εργασίας, η οποία έχει υλοποιηθεί σε άλλες αξίες χρήσης. Ο τόνος βρίσκεται εδώ στην εξίσωση της δικής μου εργασίας με την ξένη εργασία, μ΄ άλλα λόγια, με την κοινωνική εργασία, που προκλήθηκε από τον καταμερισμό της εργασίας και από την ανταλλακτική αξία (του Άνταμ Σμιθ του διαφεύγει ότι και η δική μου εργασία, ή η εργασία που περιέχεται στα εμπορεύματά μου, καθορίζεται ήδη κοινωνικά και αλλάζει ουσιαστικά τον χαρακτήρα της) και δεν καθορίζεται καθόλου από τη διαφορά ανάμεσα στην υλοποιημένη εργασία και στη ζωντανή εργασία και από τους ειδικούς νόμους της ανταλλαγής τους. Πράγματι ο Άνταμ Σμιθ λέει εδώ μόνον ότι η αξία των εμπορευμάτων καθορίζεται από το χρόνο εργασίας που περιέχεται σ’ αυτά και ότι ο πλούτος του κατόχου εμπορευμάτων αποτελείται από την ποσότητα κοινωνικής εργασίας που βρίσκεται στη διάθεσή του.
Ωστόσο είναι αλήθεια ότι η εξίσωση εργασίας και προϊόντος της εργασίας αποτέλεσε ήδη εδώ την πρώτη αφορμή για το μπέρδεμα του καθορισμού της αξίας των εμπορευμάτων από την περιεχόμενη σ’ αυτά ποσότητα εργασίας, και του καθορισμού της αξίας τους από την ποσότητα της ζωντανής εργασίας που μπορούν να αγοράσουν, ή με τον καθορισμό της από την αξία της εργασίας. Όταν ο Άνταμ Σμιθ λέει:
«Η περιουσία του ανθρώπου είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη ακριβώς ανάλογη με την έκταση αυτής της δύναμης, ανάλογη με την ποσότητα της εργασίας άλλων που μπορεί να εξουσιάζει, ή, πράγμα που είναι το ίδιο (εδώ βρίσκεται η λαθεμένη ταύτιση), με το προϊόν της εργασίας άλλων που μπορεί να αγοράσει» (στο ίδιο, σελ. 61).
Θα μπορούσε εξίσου ωραία να πει: Είναι ίση με την ποσότητα κοινωνικής εργασίας που περιέχεται στο δικό του εμπόρευμα ή στη δική του περιουσία, όπως παρατηρεί μάλιστα ο Σμιθ:
«Αυτά (τα συμπεράσματα) περιέχουν την αξία μιας ορισμένης ποσότητας εργασίας, που την ανταλλάσσουμε μ’ αυτό, για το οποίο υποτίθεται ότι περιέχει την αξία μιας ίσης ποσότητας εργασίας».
(Η λέξη «αξία» (valeur) είναι εδώ περιττή και παράλογη). Το λαθεμένο συμπέρασμα φαίνεται κιόλας σ’ αυτό το V κεφάλαιο, όταν λ.χ. λέει:
«Έτσι η εργασία, επειδή η δική της αξία ποτέ δεν μεταβάλλεται, είναι το μοναδικό πραγματικό και οριστικό μέτρο, που θα μπορούσε σε όλες τις εποχές και σε όλα τα μέρη να χρησιμεύσει για τον υπολογισμό και τη σύγκριση της αξίας όλων των εμπορευμάτων» (σελ. 66).
Αυτό που ισχύει για την ίδια την εργασία, επομένως και για το μέτρο της, τον χρόνο εργασίας, ότι η αξία των εμπορευμάτων είναι πάντα ανάλογη με τον χρόνο εργασίας, που έχει υλοποιηθεί σ’ αυτά, οποιαδήποτε αλλαγή κι αν υποστεί η αξία της εργασίας, αποδίδεται εδώ σ’ αυτήν την ίδια τη μεταβαλλόμενη αξία της εργασίας.
Εδώ πρώτα ο Σμιθ είχε αναπτύξει γενικά την εμπορευματική ανταλλαγή: τη φύση της ανταλλακτικής αξίας, του καταμερισμού της εργασίας και του χρήματος. Οι ανταλλάσσοντες αντικρίζονται πια γι’ αυτόν μόνο σαν κάτοχοι εμπορευμάτων. Αγοράζουν ξένη εργασία με τη μορφή του εμπορεύματος, όπως και η δική τους εργασία εμφανίζεται με τη μορφή του εμπορεύματος. Γι’ αυτό, η ποσότητα της κοινωνικής εργασίας που εξουσιάζουν είναι ίση με την ποσότητα της εργασίας που περιέχεται στο εμπόρευμα, με το οποίο αγοράζουν οι ίδιοι. Όταν, όμως, ο Σμιθ στα παρακάτω κεφάλαια του έργου του φτάνει στην ανταλλαγή ανάμεσα στην υλοποιημένη εργασία και στη ζωντανή εργασία, ανάμεσα στον κεφαλαιοκράτη και στον εργάτη και τονίζει μετά, ότι η αξία του εμπορεύματος δεν καθορίζεται πια από την ποσότητα εργασίας, που περιέχεται σ’ αυτό το ίδιο, αλλά από την ποσότητα ξένης, ζωντανής εργασίας, που διαφέρει από αυτήν, την οποία μπορεί να εξουσιάσει, δηλαδή να αγοράσει, τότε μ’ αυτό δεν εννοείται πράγματι ότι τα εμπορεύματα τα ίδια δεν ανταλλάσσονται πια ανάλογα με τον περιεχόμενο σ’ αυτά χρόνο εργασίας, αλλά ότι ο πλουτισμός, η αξιοποίηση της αξίας που περιέχεται στο εμπόρευμα και ο βαθμός αυτής της αξιοποίησης εξαρτιέται από τη μεγαλύτερη ή μικρότερη ποσότητα ζωντανής εργασίας, που θέτει σε κίνηση η υλοποιημένη εργασία. Και μ’ αυτήν την έννοια αυτό είναι σωστό. Ο Σμιθ, όμως, δεν το καταλαβαίνει.