Τρίτη, 9 Οκτωβρίου 2007

ΠΑΣΟΚ: ΚΑΡΑΒΙ ΧΩΡΙΣ ΠΥΞΙΔΑ & ΠΑΝΙΑ ΕΚΠΕΜΠΕΙ SOS

ΠΑΣΟΚ: ΚΑΡΑΒΙ ΧΩΡΙΣ ΠΥΞΙΔΑ & ΠΑΝΙΑ ΕΚΠΕΜΠΕΙ SOS
Οι δραματικές εξελίξεις στο ΠΑΣΟΚ που δρομολογεί το αρνητικό αποτέλεσμα της 16ης Σεπτεμβρίου και που δεν έχουν προηγούμενο στην ιστορία του αποτελούν τον κεντρικό άξονα πάνω στον οποίο θα κυοφορηθούν ραγδαίες ανακατατάξεις στο σύνολο του αστικού πολιτικού συστήματος.
ΝΕΑ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ


http://politikokafeneio.com

www.eek.gr
Αυτές οι γραμμές γράφονται πριν την συνεδρίαση του Πολιτικού Συμβουλίου του ΠΑΣΟΚ που αναμένεται να καθορίσει οριστικά την διαδικασία εκλογής νέου προέδρου και να επισημοποιήσει τους υποψήφιους για το αξίωμα, και που αναμένεται να προσθέσει νέα επεισόδια στην κρίση του κόμματος.
Η όξυνση πέρασε από διάφορες φάσεις ήδη από το βράδυ των εκλογών, με την θεατρινίστικη έκκληση του Παπανδρέου για ενότητα και ανανέωση της εμπιστοσύνης του κόμματος στο πρόσωπο του και την ακόμη πιο θεατρινίστικη και αυτοκρατορική εμφάνιση του Βενιζέλου στο Ζάππειο και την επίσημη ανακήρυξη της υποψηφιότητας του.
Πέρασε μέσα από την προβολή του τελευταίου από τα βασικά συγκροτήματα της μηντιακής διαπλοκής και την αντεπίθεση της άλλης μεριάς για τον υπονομευτικό ρόλο του Βενιζέλου κατά την προεκλογική περίοδο. Γνώρισε φαιδρές στιγμές με την εκτόξευση ποτηριών με φραπόγαλο (που στους περισσότερους έφερνε στην μνήμη τις εικόνες των «πέτρινων χρόνων» του Ολυμπιακού και την εκτόξευση κορνέδων κατά των τότε «άμπαλων» ποδοσφαιριστών του, έξω από του Ρέντη). Κορυφώθηκε στην υποτιθέμενη πρώτη πανηγυρική σύνοδο της κοινοβουλευτικής ομάδας, όταν ο Γιωργάκης αποφάσισε να πετάξει τον μανδύα του «καλού παιδιού» και να μιμηθεί – ως καρικατούρα - τις φαντεζί ενέργειες του πατέρα του, που υφάρπαζε την εμπιστοσύνη του κόμματος, ενώπιον της βάσης των εμβρόντητων και συνεχώς αιφνιδιαζόμενων βουλευτών του.
Έφτασε στην απειλή ανοιχτής διάσπασης και καρατόμησης από τον Σημίτη (που σπρώχνει τον Βενιζέλο) και μόνον η ανάκληση από την εφεδρεία του Κακλαμάνη – εκ των λίγων βαρόνων που κατάφερε να διατηρήσει το προφίλ του ατσαλάκωτο- αποφευχθεί το μοιραίο. Και καταλήγει σε μια διαδικασία ρήξης στις γραμμές του ενόψει της εκλογής προέδρου στις 11 Νοεμβρίου. Όσο περνάνε οι μέρες και η κρίση βαθαίνει, καθίσταται εξαιρετικά δύσκολη όχι μόνο η ανάκαμψη του και η τοποθέτηση του σε τροχιά κυβερνητική (βασικός σκοπός του έτερου πολιτικού πυλώνα του συστήματος της μεταπολίτευσης), αλλά ακόμη και η ίδια η ύπαρξη του σαν ενιαίο κόμμα.
Και εδώ δεν υπάρχει καμιά κινδυνολογία. Και μόνο το γεγονός ότι οι δύο βασικοί υποψήφιοι του χρίσματος επέλεξαν να νομιμοποιήσουν την διαδικασία εκλογής από την κοινωνική «βάση» και όχι την προβλεπόμενη καταστατική εσωκομματική διαδικασία δείχνει που οδηγούνται τα πράγματα.
ΤΑ ΑΝΤΙΜΑΧΟΜΕΝΑ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΑ
Τα δύο στρατόπεδα επιδίδονται σε μια προεκλογική εκστρατεία για την καρέκλα τέτοιας έντασης που δεν έδειξαν καν στην κανονική προεκλογική περιοδεία κατά της ΝΔ. Αυτή διεξάγεται χωρίς καμιά πολιτική και ιδεολογική πλατφόρμα, κάτι που το έχει αποδεχτεί και η πλειοψηφία των στελεχών του κόμματος. Έτσι σημειώνονται αυτήν την στιγμή οι πιο απίθανες πολιτικές τοποθετήσεις όλων των στελεχών υπέρ του ενός ή του άλλου βασικού υποψηφίου.
Ο Γιωργάκης φαίνεται πως συγκρατεί έναν μικρό αριθμό από τα νέα στελέχη πρώτης γραμμής τα οποία συντάσσονται κατά συντριπτική πλειοψηφία με τον Βενιζέλο. Ωστόσο ο Παπανδρέου διατηρεί την πλειοψηφία της ΠΑΣΚΕ (ελέω Πολυζωγόπουλου) και ορισμένα από τα παλαιότερα στελέχη του παραδοσιακού Παπανδρεϊσμού κάτι που του δίνει προνομιακή πρόσβαση στα εργατικά και λαϊκά στρώματα του κόμματος μιας κάποιας ηλικίας. Μαζί του συντάσσεται και ο Τσοβόλας με την όποια «αριστερόστροφη» επιρροή μπορεί να διαθέτει. Ωστόσο είναι σε αυτά τα εργατικά στρώματα που το ΠΑΣΟΚ σημείωσε τις μεγαλύτερες απώλειες στις εκλογές, πέφτοντας πολύ χαμηλά σε βαθμό που η αριστερά να «παίζει» επί ίσους όρους με το ΠΑΣΟΚ, ειδικά σε Β’ Αθήνας, Α’ και Β’ Πειραιά κ.α. Συνεπώς η όποια επιρροή του Παπανδρέου στενεύει μέσα στο σύνολο της εργατικής τάξης και εντοπίζεται κυρίως στην εργατική γραφειοκρατία – αριστοκρατία.
Από την άλλη ο Βενιζέλος παίρνει εκτός από το χρίσμα της ομάδας Σημίτη και την πλειοψηφία των εκσυγχρονιστών του, τη νεολαία και την ΠΑΣΠ καθώς είχε δείξει μια έξυπνη στάση άρνησης της αναθεώρησης του άρθρου 16. Επιπλέον κυριαρχεί κατά κράτος στην Β. Ελλάδα και στα στελέχη της τοπικής Αυτοδιοίκησης. Αλλά ακόμη και στη νεολαία που εμφανίζεται προνομιακός χώρος του Βενιζέλου, η συνολική επιρροή του ΠΑΣΟΚ πέφτει με τεράστια άνοδο της αριστεράς όπως φάνηκε στις εκλογές. Διατηρεί μόνο κάποιες δυνάμεις στην οργανωμένη φοιτητική νεολαία.
Συνεπώς το όποιο κοινωνικό έρεισμα διαθέτουν οι δυο βασικοί διεκδικητές είναι ψαλιδισμένο και με ισχνή δυναμική στην κοινωνία
Η υποψηφιότητα Σκανδαλίδη που υποτίθεται έγινε για να εκφραστεί ένας τρίτος αριστερός πόλος στερείται βάσης καθώς η λεγόμενη «Αριστερή Πρωτοβουλία» υπό τον Παναγιωτακόπουλο έχει ήδη διασπαστεί στα εξ ων συνετέθη ανάμεσα στους δύο βασικούς παίχτες. Είναι ασαφές ακόμη αν τελικά η υποψηφιότητα του Σκανδαλίδη θα φτάσει μέχρι τις κάλπες ή εάν θα λειτουργήσει ως «λαγός» κάποιου άλλου υποψηφίου – πιθανότατα υπέρ του Βενιζέλου - παρά τα όσα λέει περί τρίτου πόλου. Και αυτό γιατί τον στηρίζουν μόλις 2 από τους 102 βουλευτές του κόμματος και μόλις 3-4 στελέχη του Εθνικού Συμβουλίου.
Ενώ τέλος, η εικόνα της κρίσης συμπληρώνεται από την υποψηφιότητα του αποτυχημένου υποψηφίου δημάρχου Βουλιαγμένης Τζιώτη, παντελώς άγνωστου ακόμη και στο θυρωρό του – που ως περαστικός «είδε φως και ανέβηκε» μπαίνοντας στο ΠΑΣΟΚ μόλις το 2004 – που υπογραμμίζει το γελοίο της εσωτερικής εσωκομματικής δημοκρατίας του ΠΑΣΟΚ, καθώς πραγματώνει στην πράξη το γνωστό παλαιό ανέκδοτο: «Είσαι φίλος; γίνε μέλος. Έγινες μέλος; τώρα μπορείς να γίνεις και αρχηγός».
Ο ΔΙΧΑΣΜΟΣ ΒΑΘΙΑ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ
Τα δεδομένα της αναμέτρησης είναι τα εξής: Ο νέος πρόεδρος δεν θα βγει μέσα από τακτικό συνέδριο των μελών του, είτε απευθείας είτε μετά την προκριματική διαδικασία που θα έχει υποδείξει η Κοινοβουλευτική του ομάδα δίνοντας σε κάποιον το προβάδισμα, όπως είχε γίνει το 1996 με την εκλογή Σημίτη (ο σχετικός τακτικός εκβιαστικός ελιγμός που επιχείρησε ο Γ. Παπανδρέου, κατέρρευσε και παραλίγο να οδηγήσει σε απευθείας διάσπαση την προ-περασμένη εβδομάδα). Δεν μπορεί να βγει φυσικά ούτε δια βοής όπως γίνονταν από το 1974 έως το 1995 με τον ιδρυτή του, τον Α. Παπανδρέου και αφού προηγουμένως, παρασκηνιακά και προσυνεδριακά εκκαθαρίζονταν κάθε αμφισβήτηση από τα αριστερά και τα δεξιά του.
Αντί αυτού επιλέχτηκε η απολιτική διαδικασία του δημοψηφίσματος της βάσης, των φίλων, των ψηφοφόρων και κάθε περαστικού που θέλει να συμμετέχει σε αυτή την αηδία της «συμμετοχικής δημοκρατίας» των ανεύθυνο-υπεύθυνων που πρωτο-εισήγαγε το 2004 η εκλογή του Γιωργάκη κατ’ αυτόν τον τρόπο.
Τότε κατά παράβαση κάθε έννοιας ακόμη και στοιχειώδους προσχηματικής εσωκομματικής δημοκρατίας, τα 150-200 χιλιάδες ενεργά μέλη του κόμματος, πνίγηκαν από τους 800 χιλιάδες φίλους, ψηφοφόρους και λοιπούς περαστικούς που κινητοποιήθηκαν μέσα σε ένα κλίμα τηλεοπτικής διθυραμβικής εκστρατείας που έδωσε και μια πλαστή εικόνα συστράτευσης ενόψει των εκλογών. Από αυτήν την άποψη αποτελεί πρόκληση στην νοημοσύνη και στην κοινή λογική να καταγγέλλεται από τη μεριά του Γιωργάκη η διαπλοκή των ΜΜΕ που στις μέρες μας – όντως – σπρώχνει τον Βενιζέλο. Στο σπίτι του κρεμασμένου δεν πρέπει να μιλάνε για σχοινί.
Αλλά ακόμη και τότε η ενότητα δεν κινδύνεψε. Υπήρχε μόνο ένας υποψήφιος και ήταν παραμονή εκλογών. Αυτός βέβαια, κατέφερε στο επόμενο διάστημα να αλώσει τις εσωκομματικές διαδικασίες του κόμματος, μπροστά σε μια παραλυμένη και ζαλισμένη από την ήττα του 2004 κομματική βάση, διαλύοντας τις τοπικές οργανώσεις, και επιβάλλοντας ένα μοντέλο όπου η κοινοβουλευτική και κομματική ιεραρχία, δεν έχει καμία πίεση διαμεσολάβησης, δεν διαθέτει κανένα ιμάντα απευθείας κομματικής επικοινωνίας με την βάση. Μιας βάσης που μετατράπηκε με την σειρά της σε μια κατακερματισμένη και ελεγχόμενη ομοσπονδία θεματικών ομάδων, ΜΚΟ, τοπικών δημοτικών διαπλεκόμενων ομάδων συμφερόντων (επίσημων και «αντάρτικων»), εξατομικευμένων χρηστών sms και bloggers.
Η συλλογική πολιτική λειτουργία ενός κόμματος σαν το ΠΑΣΟΚ (ή εν πάση περιπτώσει ότι είχε απομείνει από αυτή) διαλύθηκε οριστικά και αμετάκλητα και την θέση της πήρε μια διαδικασία όπου η κομματική και κοινοβουλευτική νομενκλατούρα δεν μπορεί να ελεγχθεί από τις Τοπικές Οργανώσεις της βάσης, οι πολιτικές θέσεις του κόμματος καθορίζονται από την πίεση των ΜΜΕ προς τα προβεβλημένα στελέχη, και η βάση καλείται να εκφράσει την άποψη της μέσα από στημένα τηλεδημοψηφίσματα και sms. Κάθε οργανωμένη πολιτική φράξια του κόμματος με κάποιο ιδεολογικό και πολιτικό προφίλ διαλύθηκε, και το κόμμα έγινε μια άτυπη ομοσπονδία εξατομικευμένων πολιτικών με προσωπικές γραμμές και ιδιαίτερα μικρό-συμφέροντα, ενώ η βάση έγινε «πλήθος» από εξατομικευμένους τηλεθεατές. Διόλου τυχαία στις πρόσφατες εκλογές μαυρίστηκαν αγρίως εξίσου παραδοσιακοί εκφραστές όλων των πρώην τάσεων.
Η διαφορά όμως από το 2004 σε σχέση με την τωρινή διαδικασία εκλογής προέδρου είναι ότι οι υποψηφιότητες τώρα είναι τουλάχιστον δύο που αντιμάχονται με πολύ σκληρό τρόπο. Αυτές οι δύο ομάδες φαίνεται πως δεν διακατέχονται από κάποια συγκεκριμένα πολιτικά χαρακτηριστικά ικανά να τους προσδώσουν ένα ιδεολογικό πρόσημο, καθώς συμφωνούν και οι δύο στην σοσιαλφιλελεύθερη ατζέντα, αλλά επιδιώκουν να επανιδρύσουν η κάθε μια για το δικό της σκοπό μια νέα πολιτική συμμαχία στους κόλπους της πάλαι ποτέ ενιαίας παράταξης.
Η διαδικασία δημοψηφίσματος για το ένα εκατομμύριο ψηφοφόρους που έχουν δικαίωμα εκλογής, θα στήσει κάλπες και θα διχάσει το σύνολο του κόσμου του ΠΑΣΟΚ από πάνω μέχρι κάτω και μέχρι το τελευταίο χωριό, και όχι μόνον ένα πυρήνα επαγγελματιών στελεχών και μελών. Από αυτήν την άποψη και ανεξάρτητα από το ποιος τελικά θα επικρατήσει, το φάσμα της ουσιαστικής διάσπασης (σε δύο σχεδόν ισοδύναμα μέρη) είναι το πιο πιθανό.
Το χαρακτηριστικό άλλωστε της αναμέτρησης είναι ένας πόλεμος ανάμεσα σε αυτούς που έχασαν το 2004 και σε αυτούς που έχασαν το 2007 σε μια εποχή που και οι δύο φαίνεται να βρίσκονται εκτός κοινωνικής και πολιτικής δυναμικής της παρούσας συγκυρίας. Και αυτό υπογραμμίζεται από τα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων που γίνονται αυτές τις μέρες όπου η συντριπτική πλειοψηφία του κόσμου του ΠΑΣΟΚ δεν βρίσκει καμιά διαφορά ανάμεσα στο κόμμα αυτό και στην ΝΔ, ενώ συντριπτικά επίσης εμφανίζεται υπέρ μιας αριστερής στροφής του κόμματος. Αυτό δεν μπορεί παρά να πιστωθεί στο συνολικότερο πλαίσιο αριστερής στροφής στην κοινωνία που κατέγραψε η κάλπη στις 16 Σεπτεμβρίου.
Ταυτόχρονα στην ερώτηση για το ποιος πρέπει να γίνει πρόεδρος, οι Παπανδρέου και Βενιζέλος μοιράζουν σχεδόν ισόποσα τις θετικές απαντήσεις, χωρίς κανένας να μπορεί να εμφανίσει ένα διακριτό πλειοψηφικό προβάδισμα, ένα ρεύμα δηλαδή ενθουσιώδους στήριξης.
Με άλλα λόγια είτε με Γιωργάκη είτε με Βενιζέλο, ο κόσμος του ΠΑΣΟΚ δεν διαθέτει καμία αυταπάτη ότι μπορεί να ανακοπεί η πορεία προς την καταστροφή λόγω της ταύτισης της πολιτικής τους με την ΝΔ, ενώ ταυτόχρονα προσβλέπει (άγνωστο πως και με ποια διαδικασία) προς τα αριστερά.
Και αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με τα όρια και την ανικανότητα των προσώπων, αλλά κυρίως με την συνολικότερη έλλειψη ιδεολογικής ταυτότητας του κόμματος. Αυτή με την σειρά της είναι αποτέλεσμα της απώλειας της κοινωνικής ηγεμονίας που εξέφραζε το ΠΑΣΟΚ στην ελληνική κοινωνία.
Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΤΩΡΙΝΗΣ ΚΡΙΣΗΣ
Το παρελθόν του ΠΑΣΟΚ βέβαια είναι πλούσιο σε εσωκομματικές κρίσεις ήδη από τα γεννοφάσκια του. Η διαφορετικότητα της τωρινής κρίσης όμως, σε σχέση με κάθε άλλη, έχει την ρίζα της στο νέο κοινωνικό υπόβαθρο της συνολικότερης κρίσης του καπιταλιστικού συστήματος. Αντανακλά με έναν διαθλασμένο τρόπο βαθύτερες κοινωνικές ανακατατάξεις και νέους συσχετισμούς κοινωνικών τάξεων, άσχετα εάν οι πολιτικοί πρωταγωνιστές της δεν μπορούν να διατυπώσουν ούτε μισή πειστική πολιτική κουβέντα για να τις εκφράσουν.
Από την μια η νεολαία της ΠΑΣΠ που δεν συγχωρεί το γεγονός ότι ο Γιωργάκης στήριζε μέχρι τελευταία στιγμή την αναθεώρηση του άρθρου 16 (ενώ ο Βενιζέλος ήταν κατά) πριν το φοιτητικό κίνημα τον υποχρεώσει σε αναδίπλωση, ενώ έβαλε ως επίσημη προμετωπίδα του προγράμματος του κόμματος την πριμοδότηση της ανασφάλιστης εργασίας των νέων εργαζομένων.
Από την άλλη ότι έχει απομείνει από την ΠΑΣΚΕ και την οργανωμένη επιρροή του ΠΑΣΟΚ στην εργατική τάξη και τους μισθωτούς του δημοσίου που τρομάζουν στην ιδέα ότι η επάνοδος των Σημιτικών υπό τον Βενιζέλο θα επαναφέρει στο προσκήνιο την πολιτική ατζέντα Γιαννίτση για την οποία άλλωστε είναι πανθομολογούμενο ότι το ΠΑΣΟΚ έχασε το 2004.
Υπό αυτήν την έννοια μπορούμε να πούμε ότι πίσω από την κρίση στο ΠΑΣΟΚ, αντανακλάται η συνολική κρίση του καπιταλισμού και εμφανίζονται ορισμένα από τα πολιτικά παράγωγα της.
Και κυρίως η διάσπαση παιδείας-εργασίας, που πρωτο-εμφανίστηκε πέρυσι με την αδυναμία συντονισμού των χώρων που δέχονταν την επίθεση των μέτρων της ΝΔ και αγωνίζονταν, καθώς και η διάσπαση νέων και παλιών εργαζομένων που επιχειρεί να κάνει η κυβέρνηση και το σύστημα βγάζοντας τα μαθήματα από την αποτυχημένη κατά μέτωπο επίθεση του 2001 με το νομοσχέδιο Γιαννίτση που έγινε εφʼ όλης της ύλης και σε όλους.
Ταυτόχρονα η συνολικότερη απουσία μιας ουσιαστικής ανάκαμψης του ΠΑΣΟΚ στις αγροτικές περιοχές της χώρας, είναι η τιμωρία όλων των αντιμαχόμενων μερίδων του ανεξαιρέτως, για την άθλια πολιτική του ΠΑΣΟΚ τα τελευταία χρόνια της διακυβέρνησης Σημίτη. Η προνομιακή απεύθυνση του ΠΑΣΟΚ στους αγρότες έχει προ πολλού παρέλθει ανεπιστρεπτί.
Τα πράγματα είναι απλά. Το κόμμα αυτό που στηρίχτηκε στους αγρότες και έστελνε μετά τα ΜΑΤ να τους ξεφουσκώσουν τα λάστιχα των τρακτέρ τους, πήρε την απάντηση που του άρμοζε: και αυτοί με την σειρά τους, του «ξεφούσκωσαν» την εκλογική του δύναμη.
Στηρίζονταν στις ΔΕΚΟ τους εργαζόμενους με τα λευκά κολάρα που τους χάνει από την πολιτική ιδιωτικοποιήσεων που προώθησε πρώτο πριν την δεξιά.
Τέλος τα μικρομεσαία στρώματα της πόλης που πέρασαν όλη την κρίση της κατάρρευσης της χρηματιστηριακής φούσκας 1995-2000, γυρνάνε επιδεικτικά στο ΠΑΣΟΚ την πλάτη και κινούνται πολωτικά είτε για να προσχωρήσουν στη τακτική του μεσαίου χώρου της ΝΔ είτε για να στραφούν αριστερά. Ας δει κανείς τα αποτελέσματα στην Α’ Αθηνών που είναι χαρακτηριστικά.
Αυτό που φαίνεται πως καταρρέει λοιπόν δεν είναι αυτή ή άλλη τακτική, αυτός ή ο άλλος αρχηγός, αλλά η ίδια η πολιτική ηγεμονία του ΠΑΣΟΚ σε μια αδιάρρηκτη έως τώρα κοινωνική συμμαχία εργατών, αγροτών, μικρομεσαίων που αποτέλεσε την βάση ύπαρξης του. Εξ’ ου και η δυστοκία να εμφανιστεί ένας ιδεολογικός και πολιτικός πόλος με οραματικό στόχο που θα εμπνεύσει μια νέα κοινωνική συμμαχία.
Η ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ
Η ίδια η ίδρυση και η γιγάντωση του ΠΑΣΟΚ τα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια ήταν προϊόν τέτοιων βαθύτερων κοινωνικών συμμαχιών σε μια εποχή κοινωνικής ρευστότητας. Και οι κρίσεις στο κόμμα επίσης υπάρχουν από τα γεννοφάσκια του, χωρίς ωστόσο ποτέ να θέσουν σε αμφισβήτηση την ίδια την ύπαρξη του.
Την εποχή του αντιδικτατορικού αγώνα και των πρώτων μεταπολιτευτικών χρόνων, τόσο ο αέρας από τη διεθνή ριζοσπαστικοποίηση όσο και οι αλλαγές στην κοινωνική διαστρωμάτωση της χώρας στην φάση της ύστερης εκβιομηχάνισης της έθρεψαν το φαινόμενο του ΠΑΣΟΚ.
Η εκβιομηχάνιση και η αστυφιλία οδήγησαν από την μια στην εμφάνιση νέων μικρομεσαίων στρωμάτων στην πόλη και ενός φρέσκου βιομηχανικού προλεταριάτου – αγροτικής προέλευσης.
Οι νέοι μικρομεσαίοι καλούνταν να επανδρώσουν τόσο την παραγωγή όσο και κυρίως την κρατική και αυτοδιοικητική μηχανή. Οι ΔΕΚΟ γιγαντώνονται, η δημόσια παιδεία και υγεία επεκτείνονται, η τοπική αυτοδιοίκηση αποσπά από την κεντρική εξουσία πόρους και αρμοδιότητες.
Το βιομηχανικό προλεταριάτο πάλι διεκδικεί και πετυχαίνει την νομιμοποίηση του συνδικαλισμού και μισθολογικές παροχές, ενώ η πίεση του οδηγεί τις μεταπολιτευτικές κυβερνήσεις σε μερικές κρατικοποιήσεις.
Παράλληλα η ριζοσπαστικοποίηση της πόλης οδηγούσε και το χωριό σε μια νέα ριζοσπαστικοποίηση. Το αστυνομικό κράτος της δεξιάς κατέρρεε μέσα στην γενική καταισχύνη, και οι αγρότες ανέπνεαν έναν πρωτόγνωρο αέρα ελευθερίας και εκφράζονταν πια με αυτοπεποίθηση επεκτείνοντας το συνεταιριστικό κίνημα. Μεταξύ 1974 και 1985 εφαρμόζεται και στην Ελλάδα με καθυστέρηση κάποιο κράτος πρόνοιας πάνω στο οποίο επικάθεται το ΠΑΣΟΚ την εποχή που στο αγγλοσαξονικό κόσμο ήδη από το 1979-80 αυτό θα αρχίσει να ξηλώνεται.
Στη νέα συμμαχία μικρομεσαίων, αγροτών και νέου προλεταριάτου το ΠΑΣΟΚ κυριαρχεί και εκτοπίζει την παραδοσιακή σταλινική Αριστερά ή οποία διατηρεί τις θέσεις της μόνο σε παραδοσιακά εργατικά στρώματα (οικοδόμοι, ναυτεργάτες) στην φοιτητική και μη-ενσωματωμένη ακόμη νεολαία και σε θύλακες παραδοσιακής επιρροής της στην περιφέρεια.
Ο λόγος που έγινε αυτό δεν είναι βέβαια άσχετος με την συνολικότερη πολιτική αίσθηση που η ίδια η σταλινική και ευρω-σταλινική αριστερά έδινε στην κοινωνία ως χώρος που φέρει βαριά ευθύνη για την ήττα του 1941-49, που πιάστηκε στο ύπνο το 1967, διασπάστηκε το 1968, ενώ προβοκατορολογούσε το 1973 στο Πολυτεχνείο. Αλλά επίσης συνδέεται και με τα φορμαλιστικά και δογματικά σχήματα που επικρατούσαν στην πολιτική θέση της είτε καθιστώντας την ανήμπορη να εμπνεύσει το φρέσκο προλεταριάτο με ένα νέο πολιτικό όραμα, είτε αποδεχόμενα άκριτα την «Αλλαγή» του ΠΑΣΟΚ και προσθέτοντας η ίδια τον εαυτό της στο λεγόμενο «άθροισμα των δημοκρατικών δυνάμεων» για την «Πραγματική Αλλαγή».
Είναι σε αυτήν την φάση που από μεριάς της αριστεράς κυριαρχούν τα ανιστόρητα ιδεολογήματα που χαρακτηρίζουν το ΠΑΣΟΚ ως σοσιαλδημοκρατικό εργατικό ρεφορμιστικό κόμμα, για να δικαιολογηθούν οι συνεργασίες μαζί του σε συνδικάτα και τοπική αυτοδιοίκηση, το άτυπο μορατόριουμ στην ταξική πάλη μεταξύ 1981-84, και η λαϊκομετωπική αντίληψη που κυριαρχεί έως το 1986 περίπου.
Να σημειώσουμε εδώ πως ευθύνες για την καλλιέργεια αυταπατών ως προς την φύση του ΠΑΣΟΚ (αν και σε μικρότερο βαθμό λόγω μεγέθους) έχουν και οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς που είτε με την τακτική του αιώνιου εισοδισμού, είτε με τα κοινά μέτωπα σε σωματεία, είτε με την ψήφο στο ΠΑΣΟΚ «χωρίς αυταπάτες» του έδιναν αριστερό προφίλ που δεν είχε.
Η αλήθεια είναι ότι η ιδιόμορφη ανάπτυξη του ΠΑΣΟΚ δεν μπορεί να το κατατάξει στα εργατικά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα. Τέτοια παράδοση σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, βγαλμένων μέσα από την σάρκα των συνδικάτων δεν είχε και ούτε ποτέ απέκτησε η Ελλάδα.
Το ΠΑΣΟΚ ήταν και είναι ένα αστικό ρεφορμιστικό κόμμα με έντονο το στοιχείο του λαϊκισμού στις γραμμές του που φτιάχτηκε για να συνενώσει αυτή την μεταπολιτευτική κοινωνική συμμαχία, στηριγμένο από την μια σε παραδοσιακούς πολιτικούς της πάλαι ποτέ αστικής προδικτατορικής Ένωσης Κέντρου, μαζί με μικροαστούς ριζοσπάστες πολιτικούς του Αντιδικτατορικού Αγώνα (ΠΑΚ) και μάζεψε και ότι μπορούσε από την παραδοσιακή αριστερά και τους εισοδιστές της ομάδας του Μιχάλη Ράπτη-Πάμπλο, σε επίπεδο στελεχών. Τα εργατικά σωματεία και η ΠΑΣΚΕ παρόλο που έπαιξαν κάποιον ρόλο στην διαμόρφωση του κόμματος, ουδέποτε κυριάρχησαν και καθόρισαν την φυσιογνωμία του κινήματος. Ήταν η ασαφής και θολή διαταξική συμμαχία των λεγόμενων «μη-προνομιούχων» που ριζοσπαστικοποιούσε την κοινωνία αυτή που κυριάρχησε και όχι κάποιο εργατικό, τρεϊντγιουνίστικο μοντέλο. Γι΄ αυτό εξάλλου και το ΠΑΣΟΚ ήταν εχθρικό στην Σοσιαλδημοκρατία και την πολεμούσε δυναμικά. Τον ενοποιητικό ρόλο στην πολιτική φυσιογνωμία έπαιζαν τα αντι-ιμπεριαλιστικά συνθήματα και η χαρισματική προσωποπαγή ηγεσία του Ανδρέα Παπανδρέου.
Η πρώτη διάσπαση που γνώρισε άλλωστε ήταν για αυτό το θέμα όταν το 1975 διαγράφτηκε η ομάδα των προερχομένων από την Δημοκρατική Άμυνα στελεχών (Κωνσταντόπουλος, Μερκούρη, Καράγιωργας), που ζητούσαν μια πιο ήπια σοσιαλδημοκρατική θέση έναντι της ΕΟΚ και του ΝΑΤΟ και συλλογικές καταστατικές διαδικασίες που έθεταν σε αμφισβήτηση τον Παπανδρέου. Και φυσικά έχασαν κατά κράτος φτιάχνοντας την Σοσιαλιστική Πορεία που κατέβηκε το 1977 αυτόνομα στις εκλογές αποσπώντας 0,77%, πριν επανακάμψουν στην πλειοψηφία τους στο ΠΑΣΟΚ.
Όπως έχασαν κατά κράτος και διαγράφτηκαν το 1976 οι εισοδιστές της ομάδας του Μιχάλη Ράπτη, που επιδίωκαν να μετεξελίξουν το ΠΑΣΟΚ σε ένα εργατικό κόμμα με επαναστατικό προσανατολισμό. Δέσμιοι των αυταπατών τους για την δυνατότητα του ΠΑΣΟΚ να μετατραπεί σε τέτοιο οι πιο πολλοί θα επιστρέψουν πίσω και θα συνεχίσουν την αδιέξοδη και αιώνια εισοδιστική τους τακτική.
ΟΙ ΚΡΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ ΣΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ
Με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, άρχισαν λίγο-λίγο να διαλύονται οι αυταπάτες και να αρχίζει η δυσφορία. Ιδιαίτερα αφού το ΠΑΣΟΚ όχι μόνο δεν έβγαλε την χώρα από ΕΟΚ και ΝΑΤΟ, αλλά ανανέωσε την συμφωνία παραμονής των Αμερικάνικων Βάσεων. Αλλά και το πρώτο μέτρο που πήρε ήταν η ψήφιση του Άρθρου 4 που έθετε περιορισμούς στις απεργίες. Οι τριγμοί μεταξύ 1981-85 ήταν αρκετοί και κατά βάση από αριστερά του ΠΑΣΟΚ (χωρίς να λείπουν και ορισμένες μεμονωμένες από τα δεξιά αποχωρήσεις όπως του Φωτήλα, του Χονδροκούκη κ.α.)
Από τα αριστερά αποχωρεί η Σοσιαλιστική Ένωση (Φίλιας που το 1989 θα συμμετέχουν στον Συνασπισμό), δημιουργείται η ΕΣΠΕ από τον Στάθη Παναγούλη αδερφό του Αλέκου Παναγούλη (αυτόνομη παρουσία το 1984-85, στο Συνασπισμό το 1989, στην Πολιτική Άνοιξη το 1993 πριν καταλήξει στην ΝΔ), το ΑΣΚΕ του Καργόπουλου στις παραμονές του Α’ συνεδρίου του ΠΑΣΟΚ το 1984 ακριβώς δέκα χρόνια μετά την ίδρυση του (που συνεχίζει έως τις μέρες μας τον μοναχικό και αυτό-αναφορικό δρόμο του από την σκοπιά της νεκρανάστασης του παλαιού ΠΑΣΟΚ), η βραχύβια Ενότητα Μαρξιστών Σοσιαλιστών Ε.ΜΑ.Σ. (με στελέχη όπως ο κατοπινός συντάκτης της εφημερίδας «Επενδυτής» Ν. Φελέκης). Αποχωρεί επίσης ο Μαν. Δρεττάκης υπουργός του ΠΑΣΟΚ και προσεγγίζει το ΚΚΕ.
Ταυτόχρονα μαζικοποιούνται αριστερές φράξιες εντός του ΠΑΣΟΚ που επιχειρούν να το μεταρρυθμίσουν από τα μέσα όπως το «Ξεκίνημα» (τροτσκιστικής αναφοράς γύρω από την διεθνή τάση των Γκραντ και Γουντς), η ομάδα του «Φυλλαδίου» (με σταλινομαοϊκά χαρακτηριστικά), η αντιπολίτευση των εργατολόγων του ΠΑΣΟΚ (θαυμαστές του Γιουγκοσλάβικου μοντέλου της αυτοδιαχείρισης υπό την ηγεσία του Αλ. Μητρόπουλου, νυν εργατολόγου της ΓΣΕΕ) και κυρίως η τάση των λεγόμενων «Ιταλών» υπό τον Μιχ. Χαραλαμπίδη με την σκληρή αντι-ιμπεριαλιστική φρασεολογία (της οποίας ένα από τα πιο γνωστά στελέχη ο Αλ. Χρυσανθακόπουλος έγινε χρόνια μετά γνωστός και διαγράφτηκε ως «φρουτάκιας» πριν πολιτευτεί ανεπιτυχώς με το ΛΑΟΣ του Καρατζαφέρη στις τελευταίες εκλογές).
Την εποχή εκείνη όμως η μεγάλη εργατική και λαϊκή πλειοψηφία του ΠΑΣΟΚ ακόμη στηρίζει το κόμμα γι' αυτό και αυτές οι διασπάσεις δεν αποσπούν κάποιο ικανό αριθμό στελεχών και μελών. Αυτό αφενός διότι ακόμη το κράτος πρόνοιας συνεχίζει να επεκτείνεται, αφετέρου γιατί τόσο το ΚΚΕ όσο και το ΚΚΕ εσωτ. βρίσκονται σε μορατόριουμ με την κυβέρνηση.
Συνεπώς δεν υπάρχει μια μαζική ελκτική αριστερή εναλλακτική λύση. Ακόμη και η πάλαι ποτέ κραταιά εξωκοινοβουλευτική αριστερά του μαοϊκού χώρου, έχει αποψιλωθεί από το ΠΑΣΟΚ από στελέχη και από επιρροή και έχει κατακερματιστεί σε ομάδες που τρώγονται μεταξύ τους.
Ωστόσο η ποιοτική τομή θα έρθει το 1986 με την στροφή στην πολιτική λιτότητας και την υπουργοποίηση Σημίτη. Θα συντελεστεί μια μαζική διάσπαση των συνδικαλιστικών στελεχών της ΠΑΣΚΕ που θα καταφέρουν να πάρουν και την πλειοψηφία της ΓΣΕΕ (Πιπεριάς, Κοκκινοβασίλης, Μίχας κα.). Για πρώτη φορά το ΠΑΣΟΚ στρέφεται ευθέως ενάντια στην εργατική του βάση και με δικαστικό πραξικόπημα θα ορίσει νέα ηγεσία στην ΓΣΕΕ.
Οι αποχωρήσαντες θα μετατραπούν σε κόμμα με την ονομασία Σοσιαλιστική Συνδικαλιστική Εργατική Κίνηση (ΣΣΕΚ) με σημαντική επιρροή σε ΔΕΗ, ΟΤΕ και λοιπές ΔΕΚΟ καθώς και σε αρκετά εργοστάσια και θα επιχειρήσουν να κάνουν μέτωπο με την αριστερά. Είναι εκείνη την εποχή που η αριστερά θα χάσει μια τεράστια ευκαιρία να αποκτήσει πρόσβαση στο φρέσκο προλεταριάτο της μεταπολίτευσης καθώς τότε αρχίζει να κυριαρχεί στις γραμμές της η λογική των υπόγειων συνεργασιών με την ΝΔ του Μητσοτάκη (ήδη από τις δημοτικές εκλογές του 1986), πολιτική που θα κορυφωθεί με την δημιουργία του ενιαίου ΣΥΝ το 1988 και την Τζαννετακειάδα του 1989.
Έτσι το ΣΣΕΚ θα επιστρέψει πίσω στο ΠΑΣΟΚ στις αρχές της δεκαετίας του 90, ελέω σταλινισμού και ταξικής συνεργασίας. Την ίδια τύχη θα έχει και το μικρό Ελληνικό Σοσιαλιστικό Κόμμα ΕΣΚ του Γεράσιμου Αρσένη που διασπάστηκε το 1987 (στις εκλογές του 1989 πήρε 0,3%), όπως και μεμονωμένες προσωπικότητες όπως οι πρώην υπουργοί Λάζαρης, Γιώτας, Κακλαμανάκη που αρχικά βρέθηκαν από το ΠΑΣΟΚ στον ΣΥΝ το 1988 διαμαρτυρόμενοι, για τη δεξιά πολιτική του κόμματος και την Κωσκωτειάδα, αλλά μετά την Τζανετακειάδα και την Οικουμενική κυβέρνηση επανέκαμψαν στο ΠΑΣΟΚ. Παραπλήσια πορεία έχει και ο πρώην υπουργός Αντ. Τρίτσης που αποχωρεί το 1988 δημιουργεί το Ελληνικό Ριζοσπαστικό Κίνημα Ε.Ρ.Κ. (0,2% στις εκλογές του 1989) και μετά από δύο χρόνια εκλέγεται δήμαρχος Αθήνας από την ΝΔ).

Δεν υπάρχουν σχόλια: