Τρίτη, 25 Μαρτίου 2008

25 Μαρτίου επέτειος της «παλιγγενεσίας του ελληνικού έθνους»

25 Μαρτίου επέτειος της «παλιγγενεσίας του ελληνικού έθνους»
Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΑΣΤΙΚΟΥ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΥ
ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ "ΜΑΥΡΙΛΑ" ΚΑΙ ΣΚΟΤΑΔΙΣΜΟΣ
Η επίσημη ιστορική αφήγηση για την επανάσταση του 1821 είναι από τα βασικά στηρίγματα της αστικής ιδεολογίας. Η Άποψη για το διαχρονικό και αναλλοίωτο του ελληνικού έθνους, της κοινότητας των ελληνικών συμφερόντων σε βάρος της ταξικής ανάλυσης και πάλης. Το άρθρο του Σίμου Μποζίκη, εκπαιδευτικού από την Κέρκυρα, φωτίζει τη διαπάλη αυτή καθώς και τις σημερινές προσπάθειες διαμόρφωσης αστικών ταυτοτήτων, και του Παναγιώτη Βήχου τις δολοπλοκίες της Εκκλησίας την εποχή εκείνη…
ΣΙΜΟΣ ΜΠΟΖΙΚΗΣ – ΒΗΧΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ


http://www.politikokafeneio.com/neo/modules.php?name=News&file=article&sid=4997

Στις 25 Μαρτίου είναι η επέτειος της «παλιγγενεσίας του ελληνικού έθνους». Με άλλα λόγια, είναι η επέτειος της αναγέννησης του ελληνικού έθνους που προϋπήρχε του 1821. Κατά την εθνικιστική ιδεολογία τα έθνη δεν είναι φαινόμενα που προέκυψαν ως δυνατότητα της ιστορικής εξέλιξης. Το ελληνικό έθνος υπήρχε ανέκαθεν, άλλοτε ενεργό και άλλοτε εν υπνώσει. Μέχρι που σταδιακά αφυπνίστηκε, ωρίμασε και απέκτησε πλήρη συνείδηση στη νεότερη εποχή. Το έθνος παρουσιάζεται δηλαδή ως κάτι διαχρονικό. Πού στηρίζεται αυτή η διαχρονικότητα; Σε μεταφυσικές παραδοχές, όπως η ταύτιση του έθνους με τη γη του, που είναι πλημμυρισμένη ελληνικότητα! Τα βουνά, τα δάση, τα ποτάμια, οι αρχαίες κολόνες είναι προικισμένα με την αθάνατη ελληνική ψυχή!
Ποιος και γιατί έχει ανάγκη αυτή τη διαχρονικότητα; Η αστική τάξη από τη στιγμή που επιδιώκει να γίνει κυρίαρχη τάξη διαμορφώνει ανάγκες ιστορικότητας και γι’ αυτό επιδιώκει να οργανώσει το παρελθόν με βάση τη δική της αντίληψη για τον κόσμο. Γι’ αυτό και η ιστορία που γράφει είναι διαμεσολαβημένη από τους στόχους της. Επιδιώκει έτσι να δώσει στα συμφέροντά της διαχρονικό νόημα. Ο τρόπος για να το κάνει αυτό είναι να χρωματίσει όλη την ιστορία με τα εθνικά χρώματα, εξαφανίζοντας την ταξική πάλη.

Δημιουργεί έτσι μια συλλογική ταυτότητα σε σχέση με την προέλευση των ανθρώπων. Με αυτόν τον τρόπο τα αστικά – εθνικά κινήματα, επιδίωξαν να ενσωματώσουν τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα και να δώσουν διαχρονικό και πανκοινωνικό χαρακτήρα στους στόχους τους. Οι στόχοι αυτοί έπρεπε να έχουν ρίζα στο παρελθόν και να αντλούν από κάπου τα «δίκαιά» τους. Στην προκειμένη περίπτωση λοιπόν, αφού το ελληνικό έθνος θεωρείται ότι υπήρχε διαχρονικά, είχε το δικαίωμα της δημιουργίας ανεξάρτητου εθνικού κράτους.
Κάθε κράτος όμως συμπυκνώνει τα συμφέροντα μιας κυρίαρχης κοινωνικής τάξης. Στην προκειμένη περίπτωση, το ελληνικό κράτος εξέφραζε τα συμφέροντα των ανερχόμενων αστικών στρωμάτων που επεδίωκαν εδραίωση και επέκταση. Κατά τον Γκράμσι, το έθνος δεν ήταν μια κοινότητα που σχηματίστηκε αυθόρμητα, αλλά μια κοινότητα που χτίστηκε συνειδητά πάνω στην ικανότητα της αστικής τάξης να ηγεμονεύσει και να μετασχηματίσει σε εθνικά τα διάσπαρτα λαϊκά στοιχεία. Έτσι σε κάθε φάση τα συμφέροντα της αστικής τάξης (π.χ. η Μεγάλη Ιδέα) έπρεπε να φαίνονται ως συμφέροντα και δίκαια του εθνικού λαού.
Πριν από την επανάσταση του 1821, η αγορά στον ελλαδικό χώρο, παρά τις ιδιαιτερότητές της, λειτουργούσε με καπιταλιστικούς όρους. Από τα μέσα του 18ου αιώνα οι αστικές ελίτ (έμποροι, καραβοκύρηδες) αρχίζουν να εδραιώνουν τη θέση τους. Το θαλάσσιο εμπόριο ήταν αρκετά προσοδοφόρο: Τα εμπορικά πλοία είχαν εταιρική υπόσταση και διενεργούσαν εμπορικές πράξεις. Το αποτέλεσμα ήταν η συσσώρευση κεφαλαίου και η ναυπηγήθηση πολλών πλοίων. Στη στεριά κυριαρχεί η εμπορευματική παραγωγή και το δίκτυο των εμπορικών σχέσεων ήταν ανθηρό, έχοντας αντιπροσωπείες σε όλες τις πόλεις της Ευρώπης.
Η οικονομική δράση των αστικών στρωμάτων επιδρούσε στη συνείδησή τους. Το έδαφος της εποχής ήταν γόνιμο για να φυτρώσουν τα σχέδια της επανάστασης και τροφοδοτούσε εκρήξεις: Από το 1800 έως το 1819 οι τιμές αυξήθηκαν κατά 600% και η αμοιβή της εργασίας αυξήθηκε κατά 25%. Αυτές οι εξελίξεις καθήλωσαν την αγοραστική δύναμη του πληθυσμού και επηρέασαν την ανακατανομή πλούτου. Επίσης, λόγω της απουσίας προστατευτικής πολιτικής στην οθωμανική αυτοκρατορία, μια οικονομική κρίση το 1818 έπληξε τη ναυτιλία. Αυτά τα γεγονότα διαμόρφωναν σιγά – σιγά την πεποίθηση στα αστικά στρώματα ότι το οθωμανικό κράτος ήταν ένα βαρίδι που θα έπρεπε να το αφήσουν πίσω.
Απ’ την άλλη, οι τοπικές ελίτ (προεστοί, αρματολοί) επωφελούνταν από τη συμμετοχή τους στο φορολογικό και διοικητικό μηχανισμό του οθωμανικού κράτους, που υπεξαιρούσε το κοινωνικό πλεόνασμα από την αγροτική παραγωγή μέσω της φορολογίας: Ενοικίαζε τους φόρους σε πλούσιους ιδιώτες των πόλεων και αυτοί διαδοχικά τους υπενοικίαζαν στις τοπικές ελίτ. Συχνά γίνονταν μέχρι και οχτώ διαδοχικές υπενοικιάσεις, με αποτέλεσμα ο τελικός φόρος που βάρυνε τον καλλιεργητή να είναι πολλαπλάσιος.
Οι κοινωνικές ελίτ είχαν αποκτήσει οικονομική και πολιτική δύναμη. Αυτό δημιουργούσε προσδοκίες για την εδραίωση αυτής της ισχύος. Μέχρι όμως τα τέλη του 18ου αιώνα κινούνταν σε ένα μοτίβο υπακοής – ανταρσίας. Η υπακοή ήταν αναγκαία για την επιβίωσή τους και η ανταρσία ήταν συνέπεια των αυστηρών οριοθετήσεων που επέβαλε η κατάκτηση. Η ανταρσία έπαψε να εκτονώνεται εντός των οριοθετήσεων του οθωμανικού κράτους και πήρε τη μορφή εναλλακτικών σχεδίων εξουσίας στις αρχές του 19ου αιώνα, τπό την επιρροή των ιδεών του Διαφωτισμού και της αστικής τάξης.

Η επανάσταση του 1821 συνέβη από τη γενιά που ανδρώθηκε ιδεολογικά στο πνεύμα της αμερικανικής (1776) και της γαλλικής επανάστασης (1789). Αυτές δημιούργησαν την ιδέα που υπάρχει για το έθνος ως λαϊκή συλλογικότητα, ως ένα νέο είδος κοινότητας που οριζόταν με όρους πολιτικούς. Η ελληνική αστική τάξη ήρθε σ’ επαφή, στα κέντρα του ευρωπαϊκού εμπορίου, μ’ αυτές τις ιδεολογικές εξελίξεις και παρήγαγε πολιτικά μανιφέστα που καλούσαν σε μαζική στήριξη (Ρήγας, Ανώνυμος). Τέτοιο κείμενο είναι π.χ. η Ελληνική νομαρχία (1806) στην οποία γινόταν ταξική ανάλυση της κατάστασης, διατυπωνόταν το αίτημα της οργάνωσης της κοινωνίας σε αστική βάση και καλούνταν οι «υγιείς δυνάμεις του έθνους» να επαναστατήσουν. Σε αντίθεση με την προσδοκία της λύσης που θα έρθει απ’ το «ξανθό γένος» για να φέρει έναν δίκαιο και φωτισμένο ηγεμόνα, σχεδιάστηκε η οργάνωση κράτους που θα προέκυπτε μέσα από ένα μαζικό εθνικό κίνημα, υπό την ιδεολογική ηγεμονία αστικών ρευμάτων και στρωμάτων.
Πώς στάθηκε απέναντι σ’ αυτά τα σχέδια το προχουντικό στοιχείο, που είχε ενταχθεί στο μηχανισμό της κατάκτησης και μόνο μέσα σ’ αυτό το μηχανισμό θα μπορούσε να υπάρχει ως τέτοιο; Το πρωτότυπο του εγχειρήματος συγκρότησης νεωτερικού κράτους εγκυμονούσε κινδύνους, αλλά έδειχνε να καλύπτει την προσδοκία τους να είναι μοναδικές κεφαλές στον τόπο τους, να διοικούν και να κρατούν το οικονομικό πλεόνασμα για τον εαυτό τους.
ΣΤΟΝ ΑΝΤΙΠΟΔΑ ΤΗΣ ΤΑΞΙΚΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ
Τοπικές και θρησκευτικές ιδιαιτερότητες ως μέσα ενσωμάτωσης
Στις αρχές του 19ου αιώνα ο «λαός» δεινοπαθούσε από τη βαριά φορολογία. Η προσδοκία για μια καλύτερη ζωή έβρισκε την ατελή έκφρασή της στις αστικές ιδέες που προέβαλαν ένα κράτος το οποίο θα στηριζόταν στο «δικαίωμα» και στην «ελευθερία». Η πίεση της επιβίωσης συναντιόταν με το «καρότο» των ιδεών. Υπήρχε όμως και το «μαστίγιο» των έμμεσων καταναγκασμών.

Προεπαναστατικά, τα δίκτυα εξουσίας συγκροτούνταν σε διαδοχικές αλληλεξαρτήσεις. Από πάνω προς τα κάτω: προστασία και δανεισμός. Από κάτω προς τα πάνω: φορολογικές πρόσοδοι και τόκοι. Έτσι ελέγχονταν ευρύτερες πληθυσμιακές ομάδες και εντάσσονταν στα σχέδια των ελίτ. Αυτά τα δίκτυα δεν έπαψαν να υπάρχουν και στο πλαίσιο της επανάστασης, πήραν όμως νέα μορφή που υπαγορεύονταν από την ισχύ των όπλων και την πολιτική ισχύ.
Η νίκη της αστικής τάξης και των διανοουμένων της ήταν η διατύπωση πολιτικών σχεδίων που ενσωμάτωσαν τις προσδοκίες των παραδοσιακών ομάδων και των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων μέσα στο εθνικό κίνημα. Η μεγάλη μάζα του πληθυσμού στο πλαίσιο του εθνικού κινήματος προικίστηκε με την ταυτότητα του «κυρίαρχου λαού» και αποτέλεσε το νομιμοποιητικό σύνολο του κράτους. Αυτός ο κυρίαρχος εθνικός λαός μέσα από την εκπαίδευση, τις εφημερίδες και μια διαδικασία πολιτικής κοινωνικοποίησης αποτέλεσε μια «φαντασιακή» πολιτική κοινότητα. (Άντερσον).

Αν αυτό φωτίζει σε κάποιο βαθμό την πραγματικότητα, τότε σήμερα δημιουργούνται νέου τύπου φαντασιακές κοινότητες που ανασυγκροτούν την ηγεμονία της αστικής πολιτικής επί της εργατικής τάξης. Σήμερα η οικοδόμηση της αστικής κυριαρχίας πάει να στηριχθεί και σε μια νέα βάση. Βρισκόμαστε σε μια εποχή υψηλής διεθνοποίησης του κεφαλαίου, προώθησης καπιταλιστικών ολοκληρώσεων, αποκέντρωσης της παραγωγής και ανισόμετρης ανάπτυξης. Αυτή η διπλή τάση του κεφαλαίου επιβάλλει έναν αντιδραστικό συνδυασμό εθνικού – διεθνικού, τοπικισμού – κοσμοπολιτισμού. Παράλληλα με την παγκόσμια ομογενοποιημένη κουλτούρα, παράγονται πιο πολύπλοκες μορφές πολιτισμικής διαφοροποίησης που σχετίζονται με την τοπική κοινότητα και την περιφέρεια ή τη θρησκευτική και εθνοτική ταυτότητα και την πολυπολιτισμικότητα. Γίνεται προσπάθεια από τις δυναμικές πλευρές του κεφαλαίου και τη διανόηση που αναφέρεται σ’ αυτές να οικοδομηθούν νέες μορφές ταυτότητας των «κάτω» που να νομιμοποιούν επιλογές όπως π.χ. η Ευρωπαϊκή Ένωση.
Οι ταυτότητες που οικοδομούνται σήμερα αναπτύσσονται σε βάρος της ταξικής συνείδησης. Η απάντηση των εργαζομένων δεν πρέπει είναι η επιστροφή στην εθνική ταυτότητα, ούτε βέβαια η εθνικότητα και ο κοσμοπολιτισμός. Οι δυνατότητες της εποχής δείχνουν ότι παράλληλα με τους αγώνες στο έδαφος των εθνικών κρατών υπάρχει περισσότερο από ποτέ η δυνατότητα διεθνιστικής εργατικής πάλης και πολιτικής. Το «προλετάριοι όλου του κόσμου ενωθείτε» αποκτάει ξανά επίκαιρο νόημα στο νέο περιβάλλον.
ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ "ΜΑΥΡΙΛΑ" ΚΑΙ ΣΚΟΤΑΔΙΣΜΟΣ
ΒΗΧΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ
Θυμάστε το ιερατείο του ορθόδοξου φονταμενταλισμού, που απειλούσε ανοιχτά Θεούς και δαίμονες, κραδάνοντας δια του μακαριστού αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου Χριστόδουλου το Λάβαρο της Αγίας Λαύρας πριν από μερικά χρόνια; Ο Αρχιεπίσκοπος μάλιστα την περίοδο εκείνη, μιλώντας στη "λαοσύναξη" της Αθήνας είχε κατηγορήσει τους "Αθεους" "για παντελή άγνοια" της ιστορίας του 18ου και 19ου αιώνα στον τόπο αυτό. Και όμως είναι ίσως η εκκλησία η μόνη που δεν δικαιούτε να μιλάει για "άγνοια" γιατί ο ρόλος που έπαιξε όλα αυτά τα χρόνια από το 1821 μέχρι τις μέρες μας, κάθε άλλο παρά καθαρός είναι.
Για να πάρουμε μια μικρή "γεύση" του πόσο "προοδευτικός" ήταν ο ρόλος της εκκλησίας όλα αυτά τα χρόνια ας θυμήσουμε στην ηγεσία της εκκλησίας ότι ακόμα και ο Σπύρος Τρικούπης το 1875 στην Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως έγραψε τα εξείς: "Ψευδής είναι η Εν Ελλάδι επικρατούσα ιδέα ότι εν τη Μονή της Αγίας Λαύρας ανυψώθη κατά πρώτον η σημαία της Επαναστάσεως". Κι επειδή κάποια στιγμή οι μύθοι πρέπει να αντικαθίστανται από τα πραγματικά γεγονότα και την Ιστορία ας κάνουμε μια μικρή "ξενάγηση" στα χρόνια αυτά από την Επανάσταση του 1821 μέχρι σήμερα για να δούμε το ρόλο της εκκλησίας σ΄ αυτά..
Ο απόηχος της Γαλλικής Επανάστασης το 1789 με τα μυνήματα περί Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Ρουσώ, Βολταίρος), Ορθολογισμού (Καρτέσιος) και Αθεϊας (Εγκυκλοπαιδιστές), αγγίζει το πρόβλημα της κατεχόμενης από την Οθωμανική Αυτοκρατορία Ελλάδας, και διαμορφώνει νέα κοινωνικοπολιτικά κριτήρια στον υπάρχοντα, εντός και εκτός συνόρων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, Ελληνισμό. Μέσα στα επόμενα τριάντα χρόνια μεθοδεύεται η ιδέα της Απελευθέρωσης και της Επανάστασης.
Το σκιερό, όμως, ιερατικό μέγαρο απέτρεπε την εισροή του ανατέλλοντος δυτικού Διαφωτισμού και μεθόδευε την ασιατική αγραμματοσύνη, διακινώντας τη στατική και νοσηρή θεώρηση ότι πέραν της τυφλής υποταγής, καμία άλλη αρετή δεν είναι απαραίτητη για έναν καλό χριστιανό. Νοοτροπία και καθεστώς που εξυπηρετούσε απόλυτα τους Οθωμανούς, που δε θέλανε ανταρσίες στην αυτοκρατορία τους, ενώ παράλληλα κι η εκκλησία απολάμβανε στο ακέραιο όλα τα συμφωνημένα προνόμια.
Έτσι, λοιπόν, όταν ξεκίνησε η Επανάσταση του 1821 η εκκλησία μέσω του Πατριαρχείου ΤΗΝ ΑΦΟΡIΣΕ όπως αφόρισε και τους επαναστάτες, το Ρήγα Φεραίο, αλλά και τον Υψηλάντη. Νάτη λοιπόν η επαίσχυντη απόφαση Αφορισμού: "... Εκείνους δε τους ασεβείς πρωταιτίους και απονενοημένους φυγάδας και αποστάτας ολεθρίους να τους μισείτε και να τους αποστρέφεστε και διανοία και λόγω, καθότι και η εκκλησία τους έχει μεμισημένους, και επισωρεύει κατ΄ αυτών τας παλαμναιοτάτας και φρικωδεστάτας αράς: ως μέλη σεσηπότα, τους έχει αποκεκομμένους της καθαράς και υγιαινούσης χριστιανικής ολομελείας. Ως παραβάται δε των Θείων νόμων και κανονικών διατάξεων... ΑΦΟΡΙΣΜΕΝΟΙ υπάρχειεν και κατηραμένοι και αυγχώρητοι και μετά θάνατον (...)".

Ο αφορισμός, εκτός από την υπογραφή του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, φέρει την υπογραφή του μητροπολίτη Ιεροσολύμων, καθώς και, μεταξύ άλλων, των μητροπολιτών Καισαρείας, Νικομήδειας, Δέρκων, Ανδριανουπόλεως, Βιζύης κλπ., κλπ. Έτσι λοιπόν θα λέγαμε, αν ζούσε, στον σύγχρονο "Παλαιών Πατρών Γερμανό", τον μακαριστό Χριστόδουλο ότι όταν το Γενάρη του 1821 ο Παπαφλέσσας έφθασε στη Βοστίτσα (Αίγιο) για να ξεσηκώσει τους προκρίτους και τους αρχιερείς ενανίων των τούρκων κατακτητών, ο Παλαιών Πατρών Γερμανός τον αποκάλεσε "εξωλέστατον" και "απατεώνα"! Ο ίδιος ο Παλαιών Πατρών Γερμανός στις πρώτες σελίδες των απομνημονευμάτων του - που διάβασα ο ίδιος με τα μάτια μου - ομολογεί ότι όταν ξεκίνησε ο ξεσηκωμός δεν ήταν στην Αγία Λαύρα, ούτε ύψωσε εκεί λάβαρα, όπως του "καταλογίζουν" μεταγενέστεροι και σημερινοί θαυμαστές του, σαν τον Χριστόδουλο και όχι μόνο. Ο Παπαφλέσσας πάντως συνέχισε μετά τη Βοστίτσα το απελευθερωτικό του έργο ως το... Μανιάκι, μολονότι κεκοσμημένος με επίθετα όπως "απατεών" και "εξωλέστατος" από τον αρχιεπίσκοπο αλάβαρον...

Αυτά συνέβησαν τότε. Αλλά και αργότερα η εκκλησία - για να έρθουμε σε ποιο κοντινά μας χρόνια - αναθεμάτισε και το Βενιζέλο και συμμετείχε ενεργά στη δικτατορία του Μεταξά... Ας δούμε όμως τι συνέβη τον καιρό της Γερμανικής κατοχής στη χώρα μας. Κατ΄ αρχάς ο ίδιος ο αρχιεπίσκοπος της εποχής, ο Δαμασκηνός, ανέβηκε στο θρόνο του λόγω της εκλεκτικής του σχέσης με την κατοχική "κυβέρνηση" του Τσολάκογλου. Μάλιστα σε επιστολή του προς τον Τσολάκογλου (και αφού είχε με τη βοήθεια του τελευταίου καταλάβει την Αρχιεπισκοπή) ο Δαμασκηνός χαρακτήριζε τη συνθηκολόγηση με τους κατακτητές σαν "μέτρον ανάγκης"... Στα χρόνια του εμφυλίου, αλλά και κατοπινά, η εκκλησία δηλώνει πάντα πίστη στας "εθνικάς" δυνάμεις της πολιτικής ζωής του τόπου και επομένως οι εγκύκλιοι της Ιεράς Συνόδου που καταδικάζουν τον απελευθερωτικό αγώνα και τους αριστερούς, είναι στην ημερήσια διάταξη. Δεν είναι τυχαίο ότι αρκετά χρόνια αργότερα, το 1984, το ένα τρίτο των μελών της Ιεράς Συνόδου είχε προϋπηρεσία στο στρατό κατά την περίοδο του Εμφυλίου! Ορισμένοι μάλιστα από τους αρχιμανδρίτες εκείνης της εποχής, που αργότερα έγιναν ισχυροί μητροπολίτες, εκτός των άλλων υπηρέτησαν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Μακρόνησο.Η επίσημη εκκλησία υπήρξε, όμως, ανέκαθεν και κήρυκας του σκοταδισμού και στον τομέα της σκέψης, πολύ δε περισσότερο της δράσης, όσον αφορά την κατοχύρωση προοδευτικών μέτρων στο χώρο της εκπαίδευσης (άλλωστε οι μαθητές το 1999 ήταν οι τελευταίοι που έμαθαν τι σημαίνει να "αποκηρύσσει" τον αγώνα τους η εκκλησία, όπως συνέβη με τις δηλώσεις του κυρίου Χριστόδουλου). Έτσι πνευματικοί άνθρωποι της χώρας μας βρέθηκαν κατά καιρούς στο στόχαστρο της εκκλησίας. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση με τους "μαλλιαρούς"-δημοτικιστές. Τότε με παρέμβαση της Ιεράς Συνόδου τον Ιούλη του 1925 για να αντιμετωπιστούν οι "άθεοι" δημοτικιστές το κράτος απομακρύνει το Γενάρη του 1926 από τις θέσεις τους τούς "επικίνδυνους" για την πνευματική υγεία των παιδιών μας τους εκπαιδευτικούς Γληνό, Ιορδανίδη, Δελμούζο, Ρόζα Ιμβριώτη, Παπαμαύρο και Κώστα Βάρναλη. Επιπλέον το κράτος καταργεί και την Παιδαγωγική Ακαδημία. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1954, στο στόχαστρο της Ιεράς Συνόδου μπαίνει και ο Καζαντζάκης. Τα έργα του "Καπετάν Μιχάλης" και "Ο τελευταίος Πειρασμός" προκαλούν τη μήνιν του ιερατείου. Η Ιερά Σύνοδος ζητά από το Πατριαρχείο να αφορίσει τα βιβλία, αλλά ο σάλος που προκαλείται αποσοβεί μια τέτοια εξέλιξη. Είναι προφανές ότι το νήμα που συνδέει εκείνους που αφόρισαν το Λασκαράτο, που κυνήγησαν το Γληνό, το Βάρναλη και τον Καζαντζάκη, είναι το ίδιο νήμα που ένωσε τον Χριστόδουλο με τους αφρίζοντες "χριστιανούς" της "λαοσύναξης" της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας πριν από μερικά χρόνια…