Πέμπτη, 13 Μαρτίου 2008

ΕΥΡΩΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΔΙΑΣΠΑΣΗ ΤΟΥ ΚΚΕ

ΕΥΡΩΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΔΙΑΣΠΑΣΗ ΤΟΥ ΚΚΕ
Σαράντα χρόνια από την 12η Ολομέλεια.
ΤΟ ΧΡΙΣΜΑ ΤΩΝ ΣΟΒΙΕΤΙΚΩΝ
Φλεβάρης 1968. Στη Βούδα της Βουδαπέστης για μια ολόκληρη εβδομάδα κατέφθαναν με όλους τους συνωμοτικούς κανόνες παλιοί αντάρτες, νέοι αγωνιστές και διανοούμενοι, για να πάρουν μέρος στην ιστορική πλέον «ευρεία δωδέκατη ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ» σε ένα μεγάλο κομματικό οίκημα, που χρησιμοποιούνταν για ανάπαυση και περισυλλογή των στελεχών. Οι καθεαυτό εργασίες της Ολομέλειας κράτησαν 10 ημέρες, από 5 μέχρι 15 Φεβρουαρίου. Πήραν δε μέρος, εκτός από τα 20 τακτικά και 14 αναπληρωματικά μέλη της Κεντρικής Επιτροπής, τα τρία της Εξελεγκτικής Επιτροπής και 42 στελέχη από οργανώσεις με δικαίωμα λόγου. Έλειπαν εννιά τακτικά μέλη που ήταν φυλακή ή εξορία από τη χούντα.
ΑΛΕΚΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ



το τέλος της συνεδρίασης δώδεκα τακτικά μέλη και εφτά αναπληρωματικά τάχθηκαν με το μέρος της επίσημης καθοδήγησης του ΚΚΕ, ενώ οκτώ τακτικά και εφτά αναπληρωματικά καθώς και οι τρεις της εξελεγκτικής επιτροπής πέρασαν με τους διαφωνούντες.

Η βαθύτερη διάσπαση του ΚΚΕ βρισκόταν ήδη σε εξέλιξη.
Δύο μόλις ημέρες μετά, ξημερώματα της 17ης Φεβρουαρίου του '68 και παρόλο που η αποχώρηση των συνέδρων για συνωμοτικούς λόγους είχε σχεδιασθεί να διαρκέσει τρεις ημέρες, ακούγεται από τη Φωνή της Αλήθειας -τον κομματικό ραδιοσταθμό με έδρα το Βουκουρέστι- το «ανοικτό γράμμα» των Παρτσαλίδη, Ζωγράφου και Δημητρίου, με το οποίο καταγγέλλουν τις αποφάσεις της 12ης Ολομέλειας.

Την επομένη κιόλας, το ΚΚΕ έθεσε σε λειτουργία έναν εφεδρικό ραδιοσταθμό κάπου στην Ανατολική Γερμανία. Κίνηση μάλλον περιττή, γιατί ο Ραδιοφωνικός Σταθμός της Μόσχας, οι σοβιετικοί και ο Λεονίντ Μπρέζνιεφ είχαν κάνει την επιλογή τους. Γεγονός προδιαγεγραμμένο από τότε που και οι δύο μερίδες είχαν απευθυνθεί στο σοβιετικό κόμμα, με ό,τι σηματοδοτεί η κίνηση αυτή. Οι αλλαγές που δρομολογούσε η «Άνοιξη της Πράγας», η διευρυνόμενη αμφισβήτηση του ιταλικού ΚΚ και η αποστασιοποίηση της Ρουμανίας από τη Σοβιετική Ένωση είχαν διαμορφώσει ένα αρκετά επισφαλές τοπίο, ώστε να γίνουν ανεκτά και άλλα καινοφανή πειράματα.

Οι διαφωνούντες θα βρουν προσωρινά φιλόξενη στέγη στη Ρουμανία του Τσαουσέσκου και στη συνέχεια, για όσο διαρκεί η «Άνοιξη της Πράγας», στην Τσεχοσλοβακία και αργότερα στην Ιταλία.

Στις αρχές του 1969 το ΚΚΕ συγκάλεσε τη 13η Ολομέλεια της ΚΕ του και τον Απρίλιο του ίδιου χρόνου, με την «Έκτακτη Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ» που συγκάλεσαν οι διαφωνούντες στο Βουκουρέστι, στη Λιουμπλιάνα και τέλος στην Ιταλία, ιδρύουν το ΚΚΕ Εσωτερικού.
Άρχισε έτσι μια οξύτατη διαμάχη για τη διεκδίκηση της κομμουνιστικής κληρονομιάς, η οποία διατηρήθηκε αμείωτη επί 20 σχεδόν χρόνια. Tο 1987 το ΚΚΕ Εσωτερικού αυτοδιαλύεται και ιδρύεται η ΕΑΡ (Ελληνική Αριστερά) στο πρότυπο της ιταλικής Ελιάς, έχοντας εξ ορισμού εντός της την ιδεολογική και πολιτική ασάφεια, το τέλος.

Σαράντα χρόνια πέρασαν από την εμφάνιση του ευρωκομμουνιστικού ρεύματος στην Ελλάδα. Το ρεύμα αυτό επωάστηκε μέσα στο κομμουνιστικό κίνημα τις προηγούμενες δεκαετίες. Ο «ειρηνικός δρόμος» υπογράμμιζε με έμφαση τις εκλογές, τις μεταρρυθμίσεις, την ανοχή προς αστικές κυβερνήσεις και εντέλει τη συγκυβερνητική εκδοχή. Όσο κι αν το ΚΚΕ πολέμησε το ΚΚΕ Εσωτερικού, οι αντιλήψεις αυτές βρίσκονται στο DNA του.

Τα γεγονότα του κάθε σήμερα έχουν τις ρίζες τους στο χθες. Το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου θα βρει τα κομμουνιστικά κόμματα εξαιρετικά ενισχυμένα. Από τριακόσιες χιλιάδες μέλη το 1939, ένα εκατομμύριο στη Γαλλία, από πέντε χιλιάδες έφτασαν τα δύο εκατομμύρια στην Ιταλία, από δεκαοχτώ γίνονται πενήντα χιλιάδες στη Βρετανία. Όμως και παρά το ότι μια ορισμένη μίνιμουμ στρατηγική αντιφασιστικής ενότητας ήταν αναγκαία στη διάρκεια του πολέμου, τα ΚΚ λυγίζουν το ραβδί προς τα «δεξιά». Υποτιμούν τόσο την ταξική πάλη μέσα στα μπλοκ της αντίστασης όσο και τον ίδιο τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα του Β' Παγκόσμιου Πολέμου. Διαλύουν την Κομμουνιστική Διεθνή και υποτάσσουν τις μεταπολεμικές προοπτικές και δυνατότητες εργατικής εξουσίας στις ανάγκες των συμμάχων και της ΕΣΣΔ. Το τότε ευρωπαϊκό κομμουνιστικό κίνημα με τη στρατηγική που έχει χαράξει από τα μέσα της δεκαετίας του 1930 του αντιφασιστικού λαϊκού μετώπου για την απόκρουση του ναζισμού και την πολιτική των συμμαχιών από τη σοσιαλδημοκρατία ως τη δημοκρατική πτέρυγα της αστικής τάξης, την πολιτική του «εθνικού» του πλέον ρόλου, οδηγείται στην πράξη σε συμφωνίες με τις προοδευτικές αστικές δυνάμεις -που το ηγεμονεύουν- στην άσκηση φιλολαϊκότερης διαχείρισης του αστικού κράτους. Η στρατηγική αυτή συνοδεύεται ήδη από το 1945 με την ενίσχυση της εκδοχής του «ειρηνικού περάσματος» στο σοσιαλισμό που παγιώνεται στρατηγικά και θεωρητικά το 1956 με το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ και ενισχύεται έμμεσα με την πολιτική της «ειρηνικής συνύπαρξης» που απαιτεί απομάκρυνση από τις «επαναστατικές χίμαιρες» και μετατόπιση στον αγώνα για «ειρήνη και δημοκρατία». Η πολιτική αυτή αποθαρρύνει τα εγχειρήματα κατάληψης της εξουσίας μετά την αποχώρηση των ναζί από τις κατεχόμενες χώρες όπου οι κομμουνιστές είναι κοινωνικά ισχυροί και μαζικοί (Ελλάδα, Γιουγκοσλαβία, Γαλλία, Ιταλία) εκτός από τις περιοχές όπου οι κομμουνιστές συγκροτούν αρκετά νωρίς μια διαφορετική ανεξάρτητη στρατηγική και επιτυγχάνουν (Γιουγκοσλαβία και Κίνα). Στην Ελλάδα, το ΚΚΕ ακολουθεί μια πολιτική παράδοσης της εξουσίας στους αστούς πολιτικούς και στη Βρετανία (Λίβανος, Καζέρτα, 1944) και όταν εξαναγκάζεται στη γεμάτη αυτοθυσία ένοπλη εξέγερση, βασικό στόχο έχει το πέρασμα σε ομαλές δημοκρατικές εξελίξεις. Στη μεταπολεμική Γαλλία και Ιταλία, σε μια περίοδο που το εργατικό κίνημα είναι πολύ ισχυρό (μεγάλες απεργίες σε Γαλλία και Ιταλία το 1945-48) και που υπάρχουν ακόμη δομές της αντίστασης και έμβρυα εργατικής εξουσίας, τα ΚΚ αποκηρύσσουν τα όργανα λαϊκής εξουσίας και την επαναστατική δυνατότητα για χάρη της ειρηνικής εξέλιξης, της «δημοκρατίας» και της «εθνικής συμφιλίωσης».

Αυτή η επιλογή σημαίνει την αρχή ενός στρατηγικού βαθέματος όχι μόνο προς τον ειρηνικό δρόμο, αλλά και τη στροφή προς ένα «νέου νέου τύπου» θεσμικό κομμουνιστικό κόμμα, με έμφαση στις εκλογές, στις κοινοβουλευτικές μάχες, στις μεταρρυθμίσεις, στην ανομολόγητη ανοχή προς αστικές κυβερνήσεις και εντέλει στη συγκυβερνητική εκδοχή. Αποτελεί δε την πολιτική βάση όχι μόνο της βαθμιαίας μετατόπισης - μεταμόρφωσης των κομμουνιστικών κομμάτων αλλά και τον όρο γένεσης του ευρωκομμουνισμού στην Ευρώπη και στην Ελλάδα.
Ο ευρωκομμουνισμός και το ΚΚΕ Εσωτερικού δεν ήταν επομένως καρπός παράνομου δεσμού της Αριστεράς με το αναγεννημένο εργατικό κίνημα, αλλά γέννημα αιμομικτικής γονιμοποίησης εντός της εκφυλιζόμενης παλαιάς κομμουνιστικής οικογένειας. Εξ ου τα κοινά χαρακτηριστικά αλλά και οι διαφορές.

Συγκυβέρνηση ΚΚΕ με αστικά κόμματα το '44, εφεύρεση σύμμαχης «εθνικής αστικής τάξης» στο 8ο Συνέδριο το '58 για να αιτιολογήσουν την ανοιχτή στήριξη της Ένωσης Κέντρου το '63, ενίσχυση του «αθροίσματος των δημοκρατικών δυνάμεων» ( ΠΑΣΟΚ, ΚΚΕ, ΚΚΕ Εσωτερικού) το '81 και κριτική στήριξη του ΠΑΣΟΚ από ΚΚΕ και ΚΚΕ Εσωτερικού ως το '83, συγκυβέρνηση με τη ΝΔ το '89 και οικουμενική το '90. Πρόκειται για επιλογές με κοινή στρατηγική βάση, παρά τις διαφορές.

Το ΚΚΕ Εσωτερικού προχωρά σε μια κριτική στάση και αναζήτηση μιας πιο ανεξάρτητης σχέσης με τη Μόσχα, σε καταδίκη της εισβολής των σοβιετικών στην Τσεχοσλοβακία το '68, σε υιοθέτηση βαθμιαία της εκτίμησης ότι η τότε Σοβιετική Ένωση είχε χάσει τον προωθητικό της ρόλο στην υπόθεση του σοσιαλισμού, ενώ ταυτόχρονα μετατοπίζεται σταθερά προς ένα πρόγραμμα γραμμικών διαρθρωτικών αλλαγών με κυβερνητισμό. Προς μια μορφή δημοκρατικού δρόμου που θα συνδέει την πάλη για την κοινοβουλευτική ανάληψη της διακυβέρνησης με μια σειρά αμεσοδημοκρατικών μορφών κινημάτων ρήξης χωρίς ρήξη. Για να εκχωρήσουν τελικά την πολιτική ισχύ τους σε μια σοσιαλδημοκρατία που η ίδια έπαυε σταδιακά να είναι σοσιαλδημοκρατική και να δρέψουν εντέλει την περιθωριοποίηση. Από τη μια κριτική, από τότε, στο κομματικό μοντέλο σοβιετικού τύπου που ανιστόρητα και «ετσιθελικά» το ταυτίζουν με την αντίληψη των μπολσεβίκων και από την άλλη πολιτική διάχυσης έως και εξαφάνισης του κομμουνιστικού κόμματος εντός των διαφόρων αστικοδημοκρατικών και αριστερών κομμάτων.

Το ΚΚΕ από την άλλη, κουβαλώντας την αίγλη της Οκτωβριανής Επανάστασης αλλά και τα όρια του ανολοκλήρωτου και της πρώιμης ήττας της, την αίγλη αλλά και τα όρια του ΕΑΜ και του Δημοκρατικού Στρατού, ήταν και είναι αναγκασμένο να επαγγέλλεται μια πολιτική μεταμορφούμενης προσαρμοστικής ρήξης. Που εμπεριέχει και τη θεωρία του αδύνατου κρίκου στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα για την Ελλάδα, το «όχι» στον κυβερνητισμό αλλά και τον υπολανθάνοντα κυβερνητισμό, τη ρήξη αλλά και τις παλινωδίες. Την αυτοτέλεια του κόμματος αλλά και το ακίνητο στη δομή, λειτουργία και κυρίως στους σκοπούς, παρά τις δραστικές αντιδραστικές τομές που συντελούνται στον καπιταλισμό.

Η γραμμή του Αντιμονοπωλιακού, Αντιιμπεριαλιστικού Δημοκρατικού Μετώπου του επιτρέπει, ανάλογο σε ποιο επίθετο ρίχνει κάθε φορά το βάρος, να παλινωδεί. Να συμπεριφέρεται πότε σαν κόμμα ανάδελφο και πότε σαν κόμμα που αναζητά συμμαχίες με κόμματα και προσωπικότητες αστικής αναφοράς ή και με ρετάλια της αστικής πολιτικής, χαράζοντας γραμμές περιχαράκωσης προς τα αριστερά του.

Το ΚΚΕ και γενικότερα το ρεύμα του μαχητικού ρεφορμισμού κομμουνιστικής αναφοράς, είχε σφυρηλατήσει, μέσα από μακρόχρονη ιστορική διαμόρφωση, τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά του: Την πολιτική και στρατηγική συνεργασία με μη ευνοημένα, θιγόμενα τμήματα των μικροαστών και της αστικής τάξης ενάντια στον «κύριο εχθρό», την ηγεμονική πυραμίδα των μονοπωλίων και του ιμπεριαλισμού. Με αποτέλεσμα να αποδεσμεύεται πλήρως η τακτική από το στρατηγικό στόχο της ανατροπής του καπιταλισμού που διακήρυσσε σε όλους τους τόνους και να ηγεμονεύεται τελικά από την αστική πολιτική την οποία μάταια περιορίζεται στο να διορθώσει.

Δεν είναι επομένως δυσεξήγητο που στο τέλος των δεκαετιών '60 και '70, που έσβηνε το οικονομικό θαύμα της Δυτικής Ευρώπης και άρχιζε η ανάπτυξη νέων αντιφατικών επαναστατικών δυνατοτήτων με το αναπτυσσόμενο εργατικό και νεολαιίστικο κίνημα να αμφισβητεί τις παραγωγικές, ηθικές και κοινωνικές αξίες της αστικής κοινωνίας (εργατικός και φοιτητικός Μάης στη Γαλλία και Ιταλία, ιταλικό εργατικό φθινόπωρο, άνοδος των αντιαποικιακών κινημάτων και του κινήματος του Βιετνάμ, κίνημα των Μαύρων στις ΗΠΑ, ενίσχυση της επαναστατικής αναζήτησης, εργατικές εξάρσεις και εξέγερση του Πολυτεχνείου στην Ελλάδα) και τα δύο ρεύματα που συγκρούστηκαν στο ΚΚΕ, παρόλο που συνδέονται επιφυλακτικά έστω με το κίνημα, εντούτοις αδυνατούν να το μετατρέψουν σε ένα νικηφόρο εργατικό κίνημα, παρά τις επιμέρους νίκες.

Αιτία φυσικά δεν ήταν αυτή καθ' εαυτή η διάσπαση και η ύπαρξη μιας βεντάλιας ρευμάτων εντός της Αριστεράς. Αυτό συνέβαινε πάντα και είναι όχι η αδυναμία αλλά κυρίως η δύναμή της. Αφού από ό,τι θυμάται η ιστορία, όχι η τσούλα, αλλά η άλλη, αυτή των νικηφόρων αναμετρήσεων με τον καπιταλισμό, οι νίκες ήρθαν όταν οι επαναστάτες ηγεμόνευαν διά της πολιτικής και των ιδεών στο πάντα πολύμορφο και διαφορετικών ταχυτήτων εργατικό κίνημα, σε μια διαλεκτική σχέση δημόσιας κριτικής, πολεμικής, αντιπαράθεσης, σύνθεσης, αμφισβητούμενης και στην πράξη επαληθευόμενης ηγεμονίας.

Στις μέρες μας επομένως, μέρες κρίσιμες και ενδιαφέρουσες, δεν λείπουν οι πολιτικές γραμμές στην Αριστερά. Στην πράξη και παρά τις προσπάθειες του ΝΑΡ, δεν έχει γίνει υλική δύναμη, η μία. Αυτή που δικαιολογεί την ύπαρξη και «χρησιμότητα» της Αριστεράς στο νου και τη συνείδηση της εργατικής τάξης. Η πολιτική της μετατόπισης του εργατικού κινήματος από μια μακριά περίοδο κατά την οποία οι «επάνω» αποσπούν διαρκώς από τους «κάτω» χρήμα, χρόνο και ζωή, σε μια αντίστροφη περίοδο κατά την οποία οι «κάτω» θα αποσπούν από τους πάνω, έστω εύθραυστα και αντιφατικά, ό,τι τους κλέβουν, ό,τι τους ανήκει. Καθιστώντας έτσι το αόριστο αύριο, τη «δεύτερη παρουσία της επανάστασης» ορατή αναγκαιότητα της ίδιας της εργατικής τάξης, επαληθευόμενη και αποζητούμενη συνειδητή πολιτική επιδίωξη των μετασχηματιζόμενων πρωτοποριών της.

Επικίνδυνος και ο αριστερός κυβερνητισμός
ΜΕΤΑΤΟΠΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΝ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΞΥΝΣΗ ΤΗΣ ΤΑΞΙΚΗΣ ΠΑΛΗΣ, ΜΕ ΑΠΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ


Μόνο ακραίες οπορτουνιστικές «σαβούρες» και ανιστόρητα δογματικά απολιθώματα εξακολουθούν να αποπειρώνται την απόδειξη της ιστορικής δικαίωσης του ενός ή του άλλου ρεύματος που εμφανίστηκαν στη διάσπαση του ΚΚΕ, παρά τα όσα η πράξη και η ιστορία κατέγραψαν. Οι πλέον σοβαροί αναλυτές των δύο ιστορικών ρευμάτων της Αριστεράς θεωρούν ότι λάθη, παραλείψεις, ανεξερεύνητες περιοχές, σε συνδυασμό με τις συνταρακτικές εξελίξεις στην πολιτική και την οικονομία τα χρόνια που πέρασαν -κυρίως την τελευταία εικοσαετία- επιβάλλουν αναπροσαρμογές κρατώντας όμως τον πυρήνα της στρατηγικής και πολιτικής τους.

Έτσι στην πρόσφατη πολιτική απόφαση του Συνεδρίου του ΣΥΝ σημειώνεται πως «η προοδευτική εναλλακτική λύση της Αριστεράς θα είναι πρώτα απ' όλα αποτέλεσμα μιας ριζικής αλλαγής του πολιτικού συσχετισμού, μιας νέας ιδεολογικής και αξιακής τοποθέτησης της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού, σκληρών κοινωνικών και ταξικών αναμετρήσεων, αναδιάταξης σε ριζοσπαστική βάση του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος, νικηφόρων αγώνων στο σήμερα που θα μετασχηματίζουν δημοκρατικά και σε βάθος το κράτος, τους θεσμούς, την οικονομία, την κοινωνία και τις σχέσεις τους με το περιβάλλον, θα φωτίζουν τις νέες προοπτικές του αύριο ... Αυτό που έχει ανάγκη η χώρα είναι όχι μια κυβέρνηση κεντροαριστερής συνεργασίας του ΠΑΣΟΚ με την Αριστερά, αλλά μια εναλλακτική προοδευτική λύση Αριστεράς για την εφαρμογή ενός σύγχρονου προοδευτικού προγράμματος, στον αντίποδα του νεοφιλελευθερισμού, με κατεύθυνση το σοσιαλισμό με δημοκρατία και ελευθερία ... Όπως έχει δείξει και η ευρωπαϊκή εμπειρία, οι κυβερνήσεις της Κεντροαριστεράς με τα κατεστημένα σοσιαλιστικά και σοσιαλδημοκρατικά κόμματα -με συμμετοχή δυνάμεων της ριζοσπαστικής Αριστεράς- όπου δοκιμάστηκαν, απέτυχαν και περιορίστηκαν στη διαχείριση της υπάρχουσας κατάστασης».

Εδώ απορρίπτεται ο γραμμικός και άνευ ρήξεων κυβερνητισμός και αναζητάται μια μορφή δημοκρατικού δρόμου που θα συνδέει την πάλη για την κοινοβουλευτική ανάληψη της διακυβέρνησης με μια σειρά αμεσοδημοκρατικών μορφών και κινημάτων ρήξης που θα μεταρρυθμίζουν τις δομές του αστικού κράτους και θα μετατοπίζουν φιλολαϊκά την πολιτική του. Επιστρέφουν έτσι και παραμένουν σε ένα μείγμα ενός είδους ανάγνωσης και εφαρμογής αντιλήψεων του Πουλαντζά και του 12ου Συνεδρίου του ΚΚΕ. Βεβαίως, το κρίσιμο ζήτημα είναι ότι λείπει η επανάσταση, η ανατροπή και συντριβή της αστικής εξουσίας. Πάντως και αυτή η μετατόπιση του ΣΥΝ είναι επίδραση των εξελίξεων, κυρίως μετά το 2001-2003, της όξυνσης της ταξικής πάλης, της απονομιμοποίησης του νεοφιλελευθερισμού, της πρωτόγνωρης επίθεσης της καπιταλιστικής βαρβαρότητας.

ΚΚΕ ΚΑΙ ΣΥΝ
Διάσπαση τακτικής και στρατηγικής
ΑΝΑΓΚΗ ΑΛΛΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ


Το ΚΚΕ ισχυρίζεται πως δεν είχε και δεν έχει καμία πολιτική σχέση με το άλλο «ακατονόμαστο» ρεύμα ...εκτός όμως από την κοινή κάθοδο στις εκλογές του 1974 και του ανοικτά κυβερνητικού ενιαίου ΣΥΝ. Στην απόφαση δε του τελευταίου Συνεδρίου του ανάμεσα στα άλλα αναφέρεται: «Σε συνθήκες ταξικών αναμετρήσεων και μεγάλης φθοράς των αστικών κομμάτων, μπορεί να προκύψει κυβέρνηση αντιιμπεριαλιστικών, αντιμονοπωλιακών δυνάμεων, με βάση το κοινοβούλιο, χωρίς να έχουν διαμορφωθεί οι όροι για το επαναστατικό πέρασμα. Η κυβέρνηση αυτή πρέπει να ανταποκριθεί σε οξυμένα αιτήματα και ζωτικές ανάγκες του λαού. Δρομολογώντας λύσεις για το λαό με βάση και τις δεσμεύσεις της, θα υποχρεωθεί να σπρώξει τα πράγματα προς τα εμπρός». Το ΚΚΕ σημειώνει επίσης πως ο ελληνικός καπιταλισμός βρίσκεται στο τελευταίο στάδιο ανάπτυξης του και καθορίζει το χαρακτήρα της επανάστασης ως σοσιαλιστικής. Θεωρεί δε πως η «συγκρότηση του Αντιιμπεριαλιστικού Αντιμονοπωλιακού Δημοκρατικού Μετώπου αποτελεί ζωτική ανάγκη για τους εργαζόμενους και κύριο καθήκον για το κόμμα. Το μέτωπο συγκροτείται από κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις ανομοιογενείς, που όμως συμφωνούν στην ανάγκη να διεκδικηθεί ένας άλλος δρόμος εξέλιξης (σ.σ. αδυναμία σαφήνειας ή ηθελημένη ασάφεια;) της ελληνικής κοινωνίας, σε αντίθεση με τα συμφέροντα των μονοπωλίων και των ιμπεριαλιστικών ενώσεων. Η ιδέα της λαϊκής εξουσίας και λαϊκής οικονομίας μπορεί να συστεγάσει τους μετέχοντες στο μέτωπο. Το μέτωπο πρέπει να έχει πρόταση προς το λαό και στο επίπεδο της εξουσίας. Το κόμμα έχει διατυπώσει μια γενική ιδέα για το θέμα της εξουσίας, η οποία μπορεί να λειτουργήσει ενοποιητικά, αφού περιέχει βασικές κατευθύνσεις που τη διαχωρίζουν από τη σημερινή εξουσία και τις διάφορες παραλλαγές διαχείρισης της». Όμως, συνεχίζει «το ΚΚΕ δεν θέτει όρο για τη διαμόρφωση κοινού πλαισίου δράσης τη συμφωνία για το σοσιαλισμό». Οι αυτονόητα κοινές προσεγγίσεις, οι ασάφειες αλλά και οι ουσιαστικές διαφορές αφήνονται στην κρίση του αναγνώστη.

Ωστόσο το ΚΚΕ επιστρέφει στη λογική συμμαχιών με τα θιγόμενα τμήματα της αστικής τάξης από το μονοπωλιακό τμήμα της. Διατηρείται επίσης ακίνητο στη λογική της διάσπασης τακτικής και στρατηγικής, πράγμα που αδυνατεί να πράξει ο ΣΥΝ αφού η στρατηγική λείπει από την πολιτική του και επομένως δεν μπορεί να διασπάσει το ανύπαρκτο. Ο χωρισμός αυτός τακτικής και στρατηγικής υψώνει αντικειμενικά ένα άνω φράγμα στην πολιτική και των δύο με σφοδρές επιδράσεις στο εργατικό κίνημα το οποίο περιορίζει τελικά στην καταγγελία, διαμαρτυρία, σε οριακούς αγώνες και στην εξαργύρωση εντέλει σε κοινοβουλευτικές ψήφους. Στην ουσία, μέσω σχετικά διαφορετικών δρόμων, αυτοπεριορίζονται αναγκαστικά σε ένα νέου τύπου σοσιαλδημοκρατικό ριζοσπαστισμό ο ΣΥΝ και μαχητικό κομμουνιστικό ρεφορμισμό το ΚΚΕ.

Τα κόμματα φυσικά δεν προσδιορίζονται από την ιδέα που έχουν τα ίδια για τον εαυτό τους ή μόνο από τις συνεδριακές τους αποφάσεις. Αλλά και από τη διαχείριση του ιστορικού τους φορτίου, τον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας τους. Ο ΣΥΝ επομένως θα διολισθήσει επιταχυνόμενα στη λογική του «χρεοκοπημένου κυβερνητισμού» και το ΚΚΕ θα συνεχίσει να κινείται στα γνωστά αδιέξοδα όρια. Ωστόσο ακόμη και αυτή η σημερινή μετατόπισή τους, αντί προς το επαναστατικό παρόν και μέλλον στο αριστερό του παρελθόν τους, δημιουργεί σοβαρότερους όρους ενότητας δράσης και ανώτερης αντιπαράθεσης. Θα μπορούσε δε να συμβάλλει στη δημιουργία όρων νικηφόρας αναμέτρησης με την πολιτική της καπιταλιστικής βαρβαρότητας. Όρος και προϋπόθεση γι' αυτό είναι όχι η διάχυση εντός της παλιάς Αριστεράς, αλλά η αυτοτελής, σχετικά μαζική εμφάνιση, ενίσχυση και καταξίωση της Αριστεράς της αντικαπιταλιστικής επανάστασης και κομμουνιστικής επανεκκίνησης.