Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου 2012

Ανατέμνοντας τους αριθμούς για τον υπερπληθυσμό


Ανατέμνοντας τους αριθμούς για
τον υπερπληθυσμό

Για πρώτη φορά στο Ελληνικό
Διαδίκτυο


Κυκλοφόρησε ο τόμος 4 της Μαρξιστικής Σκέψης. Ο τόμος περιλαμβάνει δυο σημαντικά αφιερώματα, στην περιβαλλοντική κρίση και το γερμανό φιλόσοφο Χέγκελ. Με αφορμή τη διεξαγόμενη αρχές Δεκέμβρη συνδιάσκεψη του ΟΗΕ για την κλιματική αλλαγή στο Ντάρμπαν, δίνεται μια σφαιρική εικόνα της κατάστασης, των επιπτώσεων και των προοπτικών σχετικά με το κλίμα. Περιλαμβάνονται κείμενα των Ου. Τσάβες (ομιλία στην Κοπεγχάγη 2009), Ν. Μπάσεϊ (Ντάρμπαν), Λ. Φλέναντι (καπιταλισμός και περιβαλλοντική κρίση), Μ. Ζέρβα (Φουκουσίμα), Κόσμος Χωρίς Πολέμους & Βία (πυρηνική ενέργεια), Γ. Τόλιου (διατροφική κρίση), Δ. Αναστασιάδη (βιοποικιλότητα), Ι. Άνγκους & Σ. Μπάτλερ (υπερπληθυσμός), Κ. Σκορδούλη και Τζ. Μπ. Φόστερ (μαρξισμός και οικολογία), καθώς και μια σύνοψη των πορισμάτων της Αναφοράς της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Κλιματική Αλλαγή του 2007.

Ίαν
Άνγκους και Σάιμον Μπάτλερ* (Μαρξιστική Σκέψη τόμος 4)


 

Μαρξιστική Σκέψη τόμος 4
Ιανουάριος-Μάρτιος 2012, σελ. 416, 13€
Δελτίο Τύπου

Η συμπλήρωση το Νοέμβριο 180 χρόνων από το θάνατο του Χέγκελ δίνει την αφορμή για μια αναφορά στη σκέψη του μεγάλου στοχαστή και την επίδρασή του στη γένεση του μαρξισμού. Ο αναγνώστης θα βρει δυο κλασικές μελέτες των Πλεχάνοφ και Λούκατς και κείμενα των Σ. Σέγιερς, Α. Μπλούντεν, Α. Φάνγκμαν και Χ. Κεφαλή.
Ξεχωριστή θέση στον τόμο κατέχει η συνέντευξη της Σοφίας Σακοράφα για την πολιτική κατάσταση και τις προοπτικές της Αριστεράς. Ακόμη, περιέχονται αναλύσεις για τα κινήματα, τις διεθνείς και εσωτερικές εξελίξεις, πολιτικά και κοινωνικά θέματα, ένα αφιέρωμα στους απολυμένους εκπαιδευτικούς του προγράμματος διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας σε μετανάστες ΟΔΥΣΣΕΑΣ, κ.ά., ενώ από αυτό το τεύχος καθιερώνεται ένα αναλυτικό Δελτίο Κοινωνικών Εξελίξεων με τη συνεργασία της «Επιτροπής Μελετών και Τεκμηρίωσης της ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ».
Τα περιεχόμενα του τόμου συμπληρώνουν μια ιστορική μελέτη του Τζ. Ρίντελ για την Κλάρα Τσέτκιν, δυο αναφορές στην τέχνη (Μάικλ Τζάκσον και Χαριτίνη Ξύδη) και βιβλιοκριτικές.
Σημειώνουμε τέλος ότι από τη νέα χρονιά η Μαρξιστική Σκέψη γίνεται 3μηνιαία, σε μια προσπάθεια καλύτερης και εγγύτερης επαφής με τις εξελίξεις και την επικαιρότητα.
Ανατέμνοντας τους αριθμούς για τον υπερπληθυσμό
Από το 1798, όταν ο Πάτερ Μάλθους υποστήριξε ότι ο πληθυσμός αυξάνεται με γεωμετρική πρόοδο (2, 4, 8, 16...), ενώ η προσφορά τροφίμων αυξάνεται μόνο αριθμητικά (2, 3, 4, 5...), το επιχείρημα για τον υπερπληθυσμό έχει εξαρτηθεί από τους αριθμούς. Είναι σπάνιο να διαβάσει κανείς ένα άρθρο, φυλλάδιο ή ιστοσελίδα για τον υπερπληθυσμό που δεν περιλαμβάνει δηλώσεις όπως αυτές:
• Βέλτιστη Προσδοκία Πληθυσμού (ΒΠΠ): «Οι ανθρώπινοι αριθμοί εξακολουθούν να εκρήγνυνται. Ο αριθμός μας έφτασε τα 6,8 δις το 2009, και αναμένεται να αναρριχηθεί στα 9,2 δις το 2050 – αύξηση πάνω από το ένα τρίτο σε μόλις 40 χρόνια… Κάθε βδομάδα περίπου 1,6 εκατομμύρια άνθρωποι προστίθενται στον πλανήτη –μια ευμεγέθης πόλη– με σχεδόν 10.000 να έρχονται κάθε ώρα… Σε ένα πλανήτη που κατοικούνταν από 2,5 δις ανθρώπους το 1950 –στη διάρκεια της ζωής πολλών που ζουν σήμερα– υπάρχουν τώρα περισσότεροι από το διπλάσιο αυτού του αριθμού»1.
• Η Φωνή του Παγκόσμιου Πληθυσμού: «Χρειάστηκε σχεδόν όλη η ανθρώπινη ιστορία για τους αριθμούς μας να φτάσουν στο 1 δις το 1800. Χρειάστηκε μόνο περίπου ένας αιώνας για να προστεθεί ένα δεύτερο δις το 1930. Προσθέσαμε το τρίτο δις μέσα σε μόλις 30 χρόνια και το τέταρτο σε 15 μόλις χρόνια. Βρισκόμαστε τώρα στα 6,7 δις με προβλέψεις για πάνω από 2 δις επιπλέον να έρχονται στα επόμενα 40 χρόνια. Το μέγεθος και η αύξηση του ανθρώπινου πληθυσμού συνδέεται στενά με σχεδόν όλες τις μορφές της περιβαλλοντικής υποβάθμισης που βλέπουμε σήμερα»2.
• William Ν. Ryerson, πρόεδρος του Ινστιτούτου Πληθυσμού: «Ο παγκόσμιος πληθυσμός αυξάνεται κατά περίπου 80 εκατομμύρια ανθρώπους ετήσια – το ισοδύναμο της προσθήκης μιας νέας Αιγύπτου κάθε χρόνο. Ο συνολικός πληθυσμός πλησιάζει τα 7 δις, επτά φορές αυτό που ήταν το 1800. Κάθε μέρα περίπου 156.000 άνθρωποι πεθαίνουν, αλλά 381.000 γεννιούνται – μια καθαρή καθημερινή αύξηση 225.000 ανθρώπων»3.
• Διακομματική Κοινοβουλευτική Ομάδα για τον Πληθυσμό [Ηνωμένο Βασίλειο]: «Το 2005, ο παγκόσμιος πληθυσμός αυξήθηκε κατά 76 εκατομμύρια περισσότερες γεννήσεις από θανάτους. Η Ινδία έχει ένα εκατομμύριο περισσότερες γεννήσεις από θανάτους κάθε τρεις εβδομάδες. Ως το 2050, η Ουγκάντα προβλέπεται να αυξηθεί από 27 εκατομμύρια σε 130 εκατομμύρια· ο Νίγηρας από 14 σε 50 εκατομμύρια· το Ιράκ από 29 σε 64 εκατομμύρια· και το Αφγανιστάν από 31 σε 82 εκατομμύρια. Η Ασία θα προσθέσει 500 εκατομμύρια ανθρώπους σε μια μόνο δεκαετία από το 2005»4.
Τέτοιοι αριθμοί είναι εντυπωσιακοί, αλλά οι αριθμοί από μόνοι τους δεν αποδεικνύουν τίποτα, και είναι εντελώς δυνατό να εξαχθούν ανακριβή συμπεράσματα από ακριβή στατιστικά στοιχεία. Σε αυτό το μέρος εξετάζουμε τη συχνή κακή χρήση (εσκεμμένη ή όχι) των αριθμών και των στατιστικών στοιχείων από υπερασπιστές της «πάρα πολλοί άνθρωποι» εξήγησης της καταστροφής του περιβάλλοντος.

Συσχέτιση ενάντια σε αιτιότητα
Σε κάποιο σημείο σε κάθε εισαγωγικό μάθημα στατιστικής, ο δάσκαλος λέει στους μαθητές για μια ευρωπαϊκή πόλη, όπου οι αυξήσεις στον πληθυσμό των πελαργών συμβάδιζαν με την αύξηση του αριθμού των νέων μωρών. Το σημείο που γίνεται είναι ότι ο συσχετισμός δεν είναι αιτιώδης συνάφεια – οι πελαργοί δεν φέρνουν τα μωρά, οτιδήποτε και αν φαίνεται να υπονοούν οι αριθμοί.
Ο Stephen Jay Gould εξήγησε το θέμα με αυτό τον τρόπο:
«Η συντριπτική πλειοψηφία των συσχετίσεων στον κόσμο μας είναι, χωρίς αμφιβολία, μη αιτιακές. Οτιδήποτε έχει αυξηθεί σταθερά στη διάρκεια των τελευταίων ετών θα πρέπει να συνδέεται ισχυρά με την απόσταση μεταξύ Γης και κομήτη του Χάλεϊ (που έχει επίσης αυξηθεί πρόσφατα) – αλλά ακόμη και ο πιο αφοσιωμένος αστρολόγος δεν θα διακρίνει αιτιότητα στις περισσότερες από αυτές τις σχέσεις. Η άκυρη υπόθεση ότι η συσχέτιση συνεπάγεται αιτία είναι πιθανά μεταξύ των δύο ή τριών σοβαρότερων και κοινών λαθών της ανθρώπινης λογικής»5.
Δυστυχώς, η ζωτικής σημασίας διάκριση μεταξύ συσχέτισης και αιτιότητας σπάνια παρατηρείται σε επιχειρήματα που ισχυρίζονται ότι δείχνουν ότι η αύξηση του πληθυσμού ωθεί στην καταστροφή του περιβάλλοντος.
Κανείς δεν αμφιβάλλει ότι ο παγκόσμιος πληθυσμός αυξάνεται κατακόρυφα αφότου ξεκίνησε η βιομηχανική επανάσταση στα τέλη του 17ου αιώνα. Μετά από χιλιετίες όπου ο αριθμός των ανθρώπων μεγάλωνε πολύ αργά, οι αριθμοί μας επταπλασιάστηκαν σε διακόσια χρόνια, και η αύξηση δεν έχει σταματήσει. Για σχεδόν όλη την ανθρώπινη ιστορία υπήρχαν λιγότερο από ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι στη γη: το 2050 θα υπάρχουν πιθανότατα πάνω από εννέα δισεκατομμύρια.
Και κανείς δεν αμφιβάλλει ότι από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, η οικονομική δραστηριότητα, η χρήση των πόρων και η ρύπανση όλων των μορφών έχουν επίσης αυξηθεί με πρωτοφανείς ρυθμούς. «Πολλές ανθρώπινες δραστηριότητες απογειώθηκαν κάποια στιγμή στον 20ό αιώνα και έχουν επιταχυνθεί ισχυρά προς το τέλος του αιώνα. Τα τελευταία 50 χρόνια, χωρίς αμφιβολία, έχουν δει την ταχύτερη μετατροπή της σχέσης του ανθρώπου με το φυσικό κόσμο στην ιστορία της ανθρωπότητας»6.
Η συζήτησή μας με τους οπαδούς του υπερπληθυσμού δεν είναι για τους αριθμούς. Πρόκειται για το τι σημαίνουν οι αριθμοί. Ποια είναι τα αίτια της περιβαλλοντικής κρίσης, και τι μας λέει αυτό για τις λύσεις;
Οι οπαδοί του υπερπληθυσμού απομονώνουν έναν αριθμό –το μέγεθος του πληθυσμού ή την ανάπτυξη– και ισχυρίζονται ότι είναι η υποκείμενη αιτία για όλα τα υπόλοιπα. Ο πληθυσμός αυξήθηκε· η οικονομική δραστηριότητα επεκτάθηκε και η υποβάθμιση του περιβάλλοντος αυξάνεται· έτσι ο πληθυσμός πρέπει να έχει προκαλέσει την επέκταση και την υποβάθμιση.
Αυτό δείχνει μόνο συσχέτιση, όχι αιτιώδη συνάφεια.
Μερικές φορές η συσχέτιση υποδεικνύει όντως αιτιώδη συνάφεια. Για παράδειγμα, η μέση παγκόσμια θερμοκρασία και η ποσότητα του διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα έχουν αυξηθεί μαζί για δεκαετίες. Οι επιστήμονες γνωρίζουν ακριβώς πώς μια αύξηση του CO2 στην ατμόσφαιρα προκαλεί την άνοδο της θερμοκρασίας. Δεδομένου ότι το φαινόμενο του θερμοκηπίου είναι ένα από τα πιο ευρέως αποδεκτά συμπεράσματα της σύγχρονης ατμοσφαιρικής επιστήμης, είναι εύλογο –όντως εντελώς λογικό– να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι η αύξηση του CO2 προκαλεί την υπερθέρμανση του πλανήτη.
Αλλά το γεγονός ότι οι παγκόσμιες εκπομπές και ο παγκόσμιος πληθυσμός έχουν αυξηθεί και τα δυο, δεν δείχνει, από μόνο του, ότι η αύξηση του πληθυσμού προκαλεί την αύξηση των εκπομπών. Η φαινόμενη σχέση θα μπορούσε να είναι μια σύμπτωση, ή και οι δύο τάσεις θα μπορούσε να είναι αποτέλεσμα μιας τρίτης αιτίας, ή η συσχέτιση θα μπορούσε να είναι μια ψευδαίσθηση, αποτέλεσμα του τρόπου με τον οποίο παρουσιάζονται οι αριθμοί.
Όπως έγραψε ο Καρλ Μαρξ πριν από 150 χρόνια, ο «πληθυσμός» είναι μια αφηρημένη έννοια, όχι ένα αληθινό πράγμα.
«Φαίνεται να είναι σωστό να αρχίσουμε με το πραγματικό και το συγκεκριμένο, με την πραγματική προϋπόθεση, δηλαδή, να ξεκινήσουμε, στα οικονομικά, π.χ. με τον πληθυσμό, που είναι το θεμέλιο και το υποκείμενο όλης της κοινωνικής πράξης της παραγωγής. Παρόλα αυτά, σε εγγύτερη εξέταση αυτό αποδεικνύεται ψευδές. Ο πληθυσμός είναι μια αφαίρεση αν αφήσω έξω, για παράδειγμα, τις τάξεις από τις οποίες αποτελείται»7.
Αυτό είναι μια βαθιά ενόραση, μια που οι ακτιβιστές που ενδιαφέρονται για την περίπλοκη σχέση μεταξύ της ανθρωπότητας και του κόσμου στον οποίο ζούμε πρέπει να κατανοήσουν. Ο «Πληθυσμός» είναι απλά ένας αριθμός, που μπορεί να κρύβει πολύ περισσότερα από όσα αποκαλύπτει. Οι στατιστικές του πληθυσμού είναι χρήσιμες μόνο αν κατανοήσουμε πώς αυτές καθορίζονται, τι περιλαμβάνουν και τι αφήνουν έξω, και ποια είναι τα πλεονεκτήματα και τα όριά τους για οποιοδήποτε συγκεκριμένο σκοπό.
Για να διαπιστωθεί αν η αύξηση του πληθυσμού προκαλεί την κλιματική αλλαγή, πρέπει να τεμαχίσουμε τους μεγάλους αριθμούς και να εξετάσουμε τις πραγματικές συνδέσεις και τις σχέσεις.

Πού ο πληθυσμός;
Για να αρχίσουμε να εξηγούμε τη σχέση μεταξύ του πληθυσμού και της κλιματικής αλλαγής, είναι χρήσιμο να δούμε τις διαφορές μεταξύ των πλούσιων και των φτωχών χωρών.
Το 2009, ο Δρ David Satterthwaite του Διεθνούς Ινστιτούτου για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη έκανε ακριβώς αυτό – και τα ευρήματά του ανατίναξαν το μύθο ότι η αύξηση του πληθυσμού είναι ένας σημαντικός παράγοντας για την κλιματική αλλαγή8.
Η μελέτη του δείχνει ότι μεταξύ 1980 και 2005:
• Η Υποσαχάρεια Αφρική, είχε 18,5% της αύξησης του παγκόσμιου πληθυσμού και μόλις 2,4% της αύξησης των εκπομπών CO2.
• Οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν 3,4% της αύξησης του παγκόσμιου πληθυσμού και 12,6% από την αύξηση των εκπομπών CO2.
• Η Κίνα είχε 15,3% της αύξησης του παγκόσμιου πληθυσμού και 44,5% της αύξησης των εκπομπών CO2. Οι ρυθμοί αύξησης του πληθυσμού στην Κίνα έχουν μειωθεί πολύ γρήγορα, ενώ οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου έχουν αυξηθεί.
• Τα χαμηλού εισοδήματος έθνη είχαν 52,1% της αύξησης του πληθυσμού του πλανήτη και 12,8% της αύξησης των εκπομπών CO2.
• Τα υψηλού εισοδήματος έθνη είχαν 7% της αύξησης του παγκόσμιου πληθυσμού και 29% από την αύξηση των εκπομπών CO2.
• Τα περισσότερα από τα έθνη με τα υψηλότερα ποσοστά αύξησης πληθυσμού είχαν χαμηλούς ρυθμούς αύξησης για τις εκπομπές CO2, ενώ πολλά από τα έθνη με τα χαμηλότερα ποσοστά αύξησης του πληθυσμού είχαν υψηλούς ρυθμούς αύξησης για τις εκπομπές CO29.
Κοντολογίς, η αντιστοιχία μεταξύ της αύξησης των εκπομπών και της αύξησης του πληθυσμού, μια σύνδεση που φαίνεται προφανής, όταν εξετάζουμε μόνο τα συνολικά στοιχεία, καταλήγει να είναι μια ψευδαίσθηση, όταν εξετάζουμε τους αριθμούς ανά χώρα. Σχεδόν όλη η αύξηση του πληθυσμού συμβαίνει σε χώρες με χαμηλές εκπομπές ρύπων· σχεδόν όλες οι εκπομπές παράγονται σε χώρες με ελάχιστη ή καμία αύξηση του πληθυσμού. Αυτό οδηγεί σε τρία αναπόφευκτα συμπεράσματα.
1. Οι εκπομπές CO2 είναι ένα πρόβλημα των πλούσιων χωρών, όχι των φτωχών.
Οι δεκαεννέα χώρες του G20 παρήγαγαν περισσότερο από 22.500 εκατ. τόνους CO2 το 2006. Αυτό είναι 78% του παγκόσμιου συνόλου – σχεδόν τέσσερις φορές περισσότερο από όλες τις άλλες χώρες μαζί. Είναι πάνω από 770 φορές περισσότερο CO2 εκείνου που παράγεται από τις 19 χώρες με τη χαμηλότερη εκπομπή. Οι κατά κεφαλή εκπομπές CO2 στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι 98 φορές μεγαλύτερες από τη Ζάμπια, 132 φορές μεγαλύτερες από τη Μαδαγασκάρη, 197 φορές μεγαλύτερες από τη Μοζαμβίκη, και 400 φορές μεγαλύτερες από το Μάλι ή την Μπουρκίνα Φάσο10.
Σημειώστε ότι οι αριθμοί αυτοί υποεκτιμούν σημαντικά την υπόθεση, επειδή μερικές μεγάλες πηγές εκπομπών συγκεντρωμένες σε πλούσιες χώρες, όπως η στρατιωτική δραστηριότητα και η διεθνής αεροπλοΐα, δεν περιλαμβάνονται στα επίσημα κοινοποιούμενα στοιχεία.
Έτσι, η ιδέα ότι η παροχή των μέσων για οικογενειακό προγραμματισμό σε όσους δεν έχουν πρόσβαση θα επιβραδύνει κάπως την υπερθέρμανση του πλανήτη δεν έχει νόημα. Με λίγες εξαιρέσεις, ο έλεγχος των γεννήσεων είναι από καιρό ευρέως διαθέσιμος στις χώρες που κάνουν τα περισσότερα για να καταστρέψουν το κλίμα της γης.
2. Δεν υπάρχει αντιστοιχία μεταξύ εκπομπών και πυκνότητας πληθυσμού.
Το υψηλής εκπομπής G20 περιλαμβάνει χώρες όπως η Ινδία, η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα, οι οποίες κατοικούνται από μεγάλο αριθμό ατόμων ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο – αλλά περιλαμβάνει επίσης χώρες με πολύ χαμηλή πυκνότητα πληθυσμού, όπως η Αυστραλία, ο Καναδάς και η Ρωσία.
Ακριβώς το ίδιο ισχύει για τις χώρες με τις χαμηλότερες εκπομπές ρύπων, οι οποίες περιλαμβάνουν ορισμένες με μεγάλη πυκνότητα πληθυσμού (Ρουάντα, Μπουρούντι) και ορισμένες με χαμηλή πυκνότητα πληθυσμού (Νίγηρας, Τσαντ).
Έτσι είναι σαφώς δυνατό να έχουμε χαμηλή πυκνότητα πληθυσμού με υψηλά επίπεδα εκπομπών, ή μεγάλη πυκνότητα πληθυσμού με χαμηλά επίπεδα εκπομπών.
Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι το σύνολο σχεδόν των χωρών με χαμηλές εκπομπές έχουν πολύ λιγότερα άτομα ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο από το Ηνωμένο Βασίλειο, όπου η ΒΠΠ προωθεί τον έλεγχο των γεννήσεων στον τρίτο κόσμο ως μέσο για την επιβράδυνση της υπερθέρμανσης του πλανήτη.
3. Οι ρυθμοί αύξησης του πληθυσμού δεν αντιστοιχούν με τις εκπομπές CO2.
Στην πραγματικότητα, υπάρχει μια αρνητική συσχέτιση. Σε γενικές γραμμές, οι χώρες με τις υψηλότερες εκπομπές είναι εκείνες των οποίων ο πληθυσμός αυξάνεται πιο αργά ή ακόμα και μειώνεται, ενώ οι χώρες με τις χαμηλότερες εκπομπές έχουν τα υψηλότερα ποσοστά αύξησης του πληθυσμού.
Στην πραγματικότητα, στις περισσότερες χώρες του G20 το ποσοστό γεννήσεων είναι στο επίπεδο ή κάτω από το επίπεδο αντικατάστασης. Σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις, ως το τέλος αυτού του αιώνα ο πληθυσμός της Ιταλίας (μη υπολογίζοντας τη μετανάστευση) θα μειωθεί στο 86% του τωρινού, της Ισπανίας στο 85%, της Γερμανίας στο 83% και της Ελλάδας στο 74%11.
Μόνο τρεις χώρες του G20 (Σαουδική Αραβία, Νότια Αφρική και Ινδία) έχουν ποσοστά γονιμότητας που είναι σαφώς πάνω από το επίπεδο αντικατάστασης, και ακόμη και αυτές αυξάνονται πολύ πιο αργά από τις χώρες με τις χαμηλότερες εκπομπές.
Αν επρόκειτο να υιοθετήσουμε τη συνήθη στάση των θεωρητικών του πληθυσμού ότι η συσχέτιση ισούται με την αιτιότητα, θα έπρεπε να συμπεράνουμε ότι οι υψηλές εκπομπές προκαλούν χαμηλή αύξηση του πληθυσμού ή ότι η μεγάλη αύξηση του πληθυσμού προκαλεί χαμηλές εκπομπές ρύπων. Φυσικά αυτό είναι παράλογο: τόσο τα επίπεδα εκπομπών όσο και η αύξηση του πληθυσμού διαμορφώνονται από άλλες κοινωνικές και οικονομικές αιτίες.
Αυτό δείχνει ότι υπάρχει κάτι σοβαρά λαθεμένο με το επιχείρημα ότι «περισσότεροι άνθρωποι ίσον περισσότερες εκπομπές» και κάτι ακόμα πιο λαθεμένο με την ιδέα ότι ο έλεγχος των γεννήσεων στις χώρες του τρίτου κόσμου θα επιβραδύνει την υπερθέρμανση του πλανήτη. Όπως λέει ο περιβαλλοντικός συγγραφέας Fred Pearce στην Peoplequake:
Τα φτωχότερα τρία δισεκατομμύρια περίπου άτομα στον πλανήτη (κάπου 45% του συνόλου) είναι σήμερα υπεύθυνα μόνο για το 7% των εκπομπών, ενώ το πλουσιότερο 7% (περίπου μισό δισεκατομμύριο άνθρωποι) είναι υπεύθυνο για το 50% των εκπομπών. Μια γυναίκα στην αγροτική Αιθιοπία μπορεί να έχει δέκα παιδιά και η οικογένειά της θα κάνει παρ’ όλα αυτά λιγότερη ζημιά και θα καταναλώνει λιγότερους πόρους, από τη μέση οικογένεια μιας μητέρας στη Μινεσότα, το Μάντσεστερ ή το Μόναχο. Στην απίθανη περίπτωση που τα δέκα παιδιά της ζήσουν ως την ενηλικίωση και όλα έχουν από δέκα δικά τους παιδιά, όλη η φουρνιά των πάνω από εκατό, θα εξακολουθεί να εκπέμπει μόνο περίπου τόσο CO2 κάθε χρόνο, όπως εσείς ή εγώ. Έτσι να προτείνουμε, όπως κάνουν ορισμένοι, ότι η πραγματική απειλή για τον πλανήτη προκύπτει από τα πάρα πολλά παιδιά στην Αιθιοπία, ή τους καλλιεργητές ρυζιού Μπαγκλαντεσιανούς στο Δέλτα του Γάγγη, ή τους Κουετσούα βοσκούς αλπακά στις Άνδεις, ή τους γελαδάρηδες αγρότες στην άκρη της Σαχάρας, ή τους Τσαϊβάλας στη Βομβάη, είναι εξίσου εξωφρενικό και επικίνδυνο12.

Προβλήματα με το κατά κεφαλήν
Η άλλη όψη της κατάχρησης των παγκόσμιων αριθμών από τους θεωρητικούς του πληθυσμού είναι η εξίσου συχνή κακή χρήση των κατά κεφαλή αριθμών για να «αποδείξουν» τις επιβλαβείς περιβαλλοντικές επιπτώσεις των ατόμων. Όπως έχει δείξει ο οικολογικός κοινωνιολόγος Alan Schnaiberg, τα κατά κεφαλή στοιχεία καθιστούν εξαιρετικά εύκολο να εμφανιστεί οποιοδήποτε κοινωνικό πρόβλημα σαν ένα πρόβλημα πληθυσμού: απλά διαιρέστε το σύνολο του πληθυσμού με τον αριθμό συμβάντων του προβλήματος13. Είναι εύκολο να υπολογιστούν τα βίαια εγκλήματα κατά κεφαλή, οι καταιγίδες κατά κεφαλή, ή ακόμα και οι συναυλίες της Σελίν Ντιόν κατά κεφαλή – αλλά αυτή η απλή αριθμητική πράξη δεν θα σας πει αν η αλλαγή του αριθμού των ανθρώπων θα αλλάξει τον αριθμό των εγκλημάτων, των καταιγίδων, ή των συναυλιών.
Πρόσφατα, για παράδειγμα, η ΒΠΠ εξήγησε γιατί ευνοεί μια «βασισμένη στον πληθυσμό στρατηγική για το κλίμα»:
«Η πιο αποτελεσματική εθνική και παγκόσμια στρατηγική για την κλιματική αλλαγή είναι ο περιορισμός του μεγέθους του πληθυσμού... Ένα ανύπαρκτο πρόσωπο δεν έχει κανένα περιβαλλοντικό αποτύπωμα: η εξοικονόμηση εκπομπών είναι άμεση και συνολική. Με δεδομένα ένα 80-ετή χρόνο ζωής και ετήσιες κατά κεφαλήν εκπομπές (2006) 9,3 τόνων CO2... κάθε “διαφυγών” Βρετανός –από κάθε προσθήκη στον πληθυσμό που δεν λαμβάνει χώρα– εξοικονομεί 744 τόνους CO2».
Η ενημέρωση συνεχίζεται για να ποσοτικοποιήσει τη συνολική οικονομία από την πρόληψη μίας γέννησης στις £ 30.000 – μια «9.000.000 %» απόδοση της επένδυσης 35 πενών για ένα προφυλακτικό14.
Αυτό θα μπορούσε να είναι μια ατυχής προσπάθεια για χιούμορ, αλλά το ΒΠΠ δημοσίευσε επίσης αυτό που υποστήριξε ότι είναι μια σοβαρή μελέτη η οποία «αποδεικνύει» ότι ο έλεγχος των γεννήσεων είναι ο πιο οικονομικά αποδοτικός τρόπος για τη μείωση των εκπομπών CO2. Η μελέτη προσφέρει μια πρόβλεψη για τον αριθμό των ανεπιθύμητων γεννήσεων που θα μπορούσε να εξαλειφθούν ως το 2050 αν ο σύγχρονος έλεγχος των γεννήσεων ήταν καθολικά διαθέσιμος – και στη συνέχεια πολλαπλασιάζει τον αριθμό των μη γεννημένων ανθρώπων με την τρέχουσα τιμή ανά κεφαλή εκπομπών στις χώρες όπου δεν θα γεννηθούν. Το αποτέλεσμα – 34 λιγότεροι γιγατόνοι CO2, με κόστος μόνο 7$ / τόνο15 (το ΒΠΠ έκανε αργότερα μια προσθήκη σε αυτή την έκθεση, λέγοντας: «Ο αριθμός των 7 δολαρίων ανά τόνο CO2 επένδυσης στον οικογενειακό προγραμματισμό είναι αναξιόπιστος, και δεν θα πρέπει να παρατίθεται». Παρότι «ο πραγματικός αριθμός σε παγκόσμιο επίπεδο παραμένει άγνωστος», το ΒΠΠ επαναβεβαίωσε την πεποίθησή του ότι η μείωση του πληθυσμού θα ήταν ο πιο οικονομικά αποδοτικός τρόπος για τη μείωση των εκπομπών).
Ο καναδός οικοσοσιαλιστής Jeff White εξήγησε τη λογική πλάνη πίσω από τέτοια επιχειρήματα στην ιστοσελίδα Climate and Capitalism.
«Ξεκινά με μαθηματικές ταχυδακτυλουργίες. Αναπαριστώντας τις συνολικές εκπομπές μιας χώρας ως απλά το άθροισμα όλων των κατά κεφαλή εκπομπών μπορεί κανείς να δημιουργήσει την εσφαλμένη εντύπωση ότι οι συνολικές εκπομπές είναι μια άμεση συνάρτηση του πληθυσμού. Η πλάνη έγκειται στο γεγονός ότι οι συνολικές εκπομπές πρέπει να είναι γνωστές πριν μπορέσετε να υπολογίσετε τις κατά κεφαλή εκπομπές. Το να παίρνετε πρώτα το σύνολο των εκπομπών και να διαιρείτε με το συνολικό πληθυσμό για να πάρετε έναν αριθμό ανά κάτοικο· για να πολλαπλασιάσετε μετά αυτό τον αριθμό με το σύνολο του πληθυσμού σημαίνει απλά να αντιστρέφετε τον υπολογισμό πίσω στον αρχικό αριθμό που ξεκινήσατε – τις συνολικές εθνικές εκπομπές! Είναι αυτές οι συνολικές εκπομπές που είναι τα πρωταρχικά δεδομένα· οι κατά κεφαλή αριθμοί εξάγονται από το συνολικό και όχι αντίστροφα. Οι κατά κεφαλή αριθμοί είναι στατιστικά ευρήματα που μας λένε το λόγο των συνολικών εκπομπών μιας χώρας με τον πληθυσμό της. Αλλά δεν μας λένε για τις ατομικές συνεισφορές στο σύνολο των εκπομπών της χώρας. Για παράδειγμα, αν σας πω ότι οι ετήσιες κατά κεφαλήν εκπομπές του Καναδά είναι 23 τόνοι ισοδύναμου CO2, δεν σας λέω για ποιο μέρος των 23 τόνων ευθύνομαι προσωπικά εγώ, ως ένας μέσος Καναδός. Περιλαμβάνουν, για παράδειγμα, το κατά κεφαλή μερίδιό «μου» των εκπομπών που προκαλούνται από την εξόρυξη άνθρακα στην Αλμπέρτα, την παραγωγή τσιμέντου στο Κεμπέκ, και τη βιομηχανική παραγωγή ζωικού κεφαλαίου στο Οντάριο – σε κανένα από τα οποία δεν έχω κανένα προσωπικό έλεγχο. Αν ο μισός πληθυσμός του Καναδά ξαφνικά εξαφανιζόταν, το κατά κεφαλή μερίδιό μου των εκπομπών, και εκείνο κάθε άλλου Καναδού, θα αυξανόταν δραματικά σε μια νύχτα, χωρίς να συμβεί καμία αλλαγή στα δικά μου –ή οποιουδήποτε άλλου– προσωπικά επίπεδα κατανάλωσης άνθρακα. Οι φετιχιστές του πληθυσμού θα υλοποιούσαν την πιο φλογερή επιθυμία τους (μια δραματική μείωση των επιπέδων του πληθυσμού), ενώ τα επίπεδα εκπομπών ανά κάτοικο θα πετούσαν στα ύψη! Τι θα μπορούσε να καταδείξει σαφέστερα ότι τα κατά κεφαλή στατιστικά στοιχεία δεν μας λένε τίποτα για τον “υπερπληθυσμό”;»16
Ο κυκλικός συλλογισμός που εξέθεσε ο White εμφανίζεται ξανά και ξανά σε έργα που υποστηρίζουν τον υπερπληθυσμό.
• Ο Lester Brown του Earth Policy Institute προβλέπει ότι αν ο παγκόσμιος πληθυσμός ως το 2050 συμπέσει με τη «χαμηλή» πρόβλεψη των Ηνωμένων Εθνών αντί για τη «μέση» πρόβλεψη, θα μειώσουμε τις ενεργειακές μας ανάγκες κατά ένα ισοδύναμο 2792 εκατ. τόνων πετρελαίου. Φτάνει σε αυτόν τον απίθανα ακριβή αριθμό πολλαπλασιάζοντας τη διαφορά μεταξύ των δύο προβολών πληθυσμού με τη χρήση ενέργειας ανά κάτοικο17.
• Ο Jeffrey Sachs, διευθυντής του Earth Institute, επεκτείνει το σφάλμα στο σύνολο της οικονομίας στο μπεστ σέλερ βιβλίο του Κοινός Πλούτος: «Το συνολικό μέγεθος της οικονομικής δραστηριότητας υπολογίζεται πολλαπλασιάζοντας το μέσο εισόδημα ανά άτομο επί τον αριθμό των ατόμων»18.
• Ο αμερικανός οπαδός του πληθυσμού Edward Hartman μας λέει: «Η κατά κεφαλή χρήση ενέργειας στην Αμερική, δηλαδή, ανά άτομο, ήταν σχετικά αμετάβλητη μεταξύ των ετών 1970 και 1990, αλλά η συνολική χρήση ενέργειας στην Αμερική αυξήθηκε κατά 24%... Με άλλα λόγια, η κατά κεφαλή διατήρηση της ενέργειας υπερκεράστηκε από έναν αυξανόμενο αριθμό ανθρώπων»19 [έμφαση στο πρωτότυπο].
Οι συγγραφείς αυτοί και πολλοί άλλοι φαίνεται να αγνοούν ότι τα συμπεράσματά τους είναι εξ ολοκλήρου ενσωματωμένα στις υποθέσεις τους. Χρησιμοποιούν κατά κεφαλή αριθμούς που προέρχονται από συνολικά ποσά, προκειμένου να υπολογίσουν το ίδιο συνολικό ποσό. Με τα λόγια του Schnaiberg, τέτοιοι υπολογισμοί «στερούνται ουσιαστικού νοήματος».

Η ψευδαίσθηση του ΑΠΕΤ
Η πιο συνηθισμένη κακή χρήση των δεικτών ανά κάτοικο σε όλη την οικολογία συνδέεται με το ΑΠΕT, ένα τύπο που οι Ehrlich και Holdren εισήγαγαν στη δεκαετία του 1970. Αναφέρει ότι ο περιβαλλοντικός αντίκτυπος (Α) είναι το γινόμενο τριών παραγόντων:
Π: το μέγεθος του πληθυσμού
Ε: η ευμάρεια ή εισόδημα ανά άτομο ή επίπεδο κατανάλωσης, που συνήθως εκφράζεται σε δολάρια του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος (ΑΕΠ) ανά άτομο
T: η τεχνολογική ένταση ανά μονάδα οικονομικής δραστηριότητας, που συνήθως εκφράζεται ως κάποια μορφή εκροής (των εκπομπών CO2, για παράδειγμα) για κάθε δολάριο του ΑΕΠ
Έτσι ο Αντίκτυπος ισούται με τον Πληθυσμό επί την Ευμάρεια επί την Τεχνολογία.
Στα αγγλικά εκφραζόμενoς ως IPAT (Impact = Population x Affluence x Technology), αυτός ο τύπος είναι ένα βασικό στοιχείο της αποδεκτής σοφίας της επίσημης οικολογίας γενικά, και της πτέρυγάς της του υπερπληθυσμού ειδικότερα. Αργά ή γρήγορα, σε κάθε συζήτηση για τη σχέση μεταξύ πληθυσμού και περιβάλλοντος, κάποιος θα ισχυριστεί ότι ο τύπος ΑΠΕΤ αποδεικνύει ότι οι «πάρα πολλοί άνθρωποι» είναι η βασική αιτία της υποβάθμισης του περιβάλλοντος, της υπερθέρμανσης του πλανήτη, της απώλειας της βιοποικιλότητας, και ενός πλήθους άλλων προβλημάτων.
Το ΑΠΕΤ λέει ότι ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων που ζουν στην πολυτέλεια, καταναλώνοντας αγαθά που δημιουργήθηκαν με υψηλής ρύπανσης τεχνολογία, θα προκαλέσει περισσότερη περιβαλλοντική ζημιά από ένα μικρό αριθμό ανθρώπων που ζουν σε συνθήκες φτώχειας και καταναλώνουν προϊόντα δημιουργημένα με τεχνολογία χαμηλής ρύπανσης. Αναφέρεται συχνά ως απόδειξη ότι για τη μείωση των ανθρώπινων επιπτώσεων στο περιβάλλον, πρέπει να μειώσουμε τον αριθμό των ανθρώπων, να καταναλώνουμε λιγότερο, να χρησιμοποιούμε καθαρότερες τεχνολογίες – ή κάποιο συνδυασμό των τριών.
Αλλά το ΑΠΕΤ, όπως και πολλοί άλλοι υπολογισμοί που βασίζονται σε λόγους, είναι κυκλικό. Ο αυστραλός σοσιαλιστής Ben Courtice σχολιάζει:
«Είναι σχεδόν μαθηματικά χωρίς νόημα, δεδομένου ότι τα Ε και Τ περιγράφουν απλά μέσους όρους, ανά κάτοικο. Παρμένα μαζί, αθροίζουν το μέσο οικολογικό αποτύπωμα κάθε μονάδας του πληθυσμού (κάθε προσώπου, δηλαδή). Έτσι, ο συνολικός αντίκτυπος ισούται με το μέσο αντίκτυπο επί τον αριθμό των ατόμων. Τα μαθηματικά αυτού είναι τόσο βαθιά όσο το να πούμε ότι ένας αριθμός ισούται με το ήμισυ του εαυτού του επί δύο»20.
Στην πραγματικότητα, το ΑΠΕΤ δεν είναι καν μια φόρμουλα – είναι ό,τι αποκαλούν οι λογιστές μια ταυτότητα, μια έκφραση που αληθεύει πάντα εξ ορισμού. Οι Ehrlich και Holdren δεν απέδειξαν ότι ο αντίκτυπος ισούται με τον πληθυσμό επί την ευμάρεια επί την τεχνολογία – απλά τον όρισαν με αυτό τον τρόπο. Όχι παράδοξα, ο ορισμός τους βασίστηκε στην άποψη ότι η αύξηση του πληθυσμού είναι η απώτερη αιτία, ο καθολικός πολλαπλασιαστής, των άλλων προβλημάτων: «Αν η αύξηση του πληθυσμού προχωρά αμείωτη, τα οφέλη από τη βελτίωση της τεχνολογίας και τη σταθεροποιημένη κατά κεφαλή κατανάλωση θα διαγραφούν και η πρόληψη της καταστροφής θα να είναι αδύνατη»21.
Το ΑΠΕΤ αναφέρεται συχνά από προπαγανδιστές του υπερπληθυσμού, αλλά σπάνια χρησιμοποιείται από πραγματικούς επιστήμονες του πληθυσμού, ακόμη και εκείνους που κατά τα άλλα δέχονται τις πληθυσμιακές εξηγήσεις, γιατί δεν παράγει περιεκτικά αποτελέσματα.
Οι γεωγράφοι William B. Meyer και B. L. Turner επισημαίνουν ότι ενώ ο «πληθυσμός» είναι ένας σαφώς καθορισμένος όρος, «ούτε η “ευμάρεια”, ούτε η “τεχνολογία” συνδέονται με ένα σημαντικό σώμα της θεωρίας της κοινωνικής επιστήμης»22. Με άλλα λόγια, κανείς δεν ξέρει στην πραγματικότητα πώς να αποδώσει τιμές σε δύο από τους τέσσερις όρους του ΑΠΕΤ, ένα μοιραίο πρόβλημα για όποιον επιθυμεί να μετρήσει τα αποτελέσματά τους.
Οι κοινωνιολόγοι Thomas Dietz και Eugene Rosa σημειώνουν ότι, ενώ το ΑΠΕΤ έχει «δομήσει ένα μεγάλο μέρος της συζήτησης για τις επιπτώσεις του πληθυσμού, της ευμάρειας και της τεχνολογίας στο περιβάλλον, και έχει σταθεί μια ευρέως αποδεκτή άποψη στην οικολογία… δεν παρέχει ένα επαρκές πλαίσιο για το διαχωρισμό των διαφόρων κινητήριων δυνάμεων των ανθρωπογενών περιβαλλοντικών αλλαγών». Ως αποτέλεσμα, έχουν γίνει λίγες προσπάθειες να ελεγχθούν οι παραδοχές του ΑΠΕΤ. «Ειδικότερα, οι κοινωνικοί επιστήμονες έχουν αγνοήσει γενικά το μοντέλο, ενώ οι βιολογικοί, οικολογικοί και άλλοι φυσικοί και περιβαλλοντικοί επιστήμονες, υποθέτοντας γενικά το μοντέλο να είναι αληθινό, δεν έχουν υποκινηθεί να το δοκιμάσουν με αυστηρότητα»23.
Ο Brian O’Neill, του οποίου η βασισμένη σε μοντέλα υπολογιστών μελέτη της αλλαγής του πληθυσμού εξετάζεται παρακάτω, αφιερώνει επτά σφιχτά επιχειρηματολογημένες σελίδες του βιβλίου του Πληθυσμός και Αλλαγή Κλίματος σε μια εξήγηση γιατί το ΑΠΕΤ δεν είναι χρήσιμο. Οι συζητήσεις με βάση τη φόρμουλα Ehrlich-Holdren, λέει, «έδωσαν τροφή για τη διαμάχη σχετικά με τη σχέση πληθυσμού-περιβάλλοντος, [αλλά] έχουν κάνει ελάχιστα για να βοηθήσουν στην επίλυσή της». Επιπλέον, «παρμένες μαζί, όλες οι δυσκολίες που συνδέονται με τις [βασιζόμενες στο ΑΠΕΤ] αποσυνθέσεις κάνουν τα αποτελέσματά του να έχουν μικρή αξία για την αξιολόγηση της σημασίας των πολιτικών πληθυσμού σε σχέση με άλλες πολιτικές για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου»24.
Μια από τις πιο ισχυρές κριτικές του ΑΠΕΤ είναι το Βγάζοντας τον Πληθυσμό από την Εξίσωση: αναδιατυπώνοντας το Α = ΠΕT, της Patricia Hynes, που επισημαίνει ότι το ΑΠΕΤ αντιμετωπίζει τα τρία στοιχεία Π, Ε, και T ως ισότιμους παράγοντες: η αύξηση ή μείωση οποιουδήποτε από αυτούς αλλάζει το περιβαλλοντικό αντίκτυπο κατ’ αναλογία. Αυτή η μαθηματική ισότητα αγνοεί την έλλειψη ισότητας στον πραγματικό κόσμο.
«Το μέρος του πληθυσμού με τη μεγαλύτερη έγνοια για έλεγχο της γονιμότητας –οι “φτωχότεροι των φτωχών”– είναι θεσμικά ανίσχυρες αλλά συλλογικά ανθεκτικές γυναίκες που έχουν μεγαλύτερο αριθμό παιδιών για σύνθετους λόγους που κυμαίνονται από την άμεση επιβίωση και την αναγκαιότητα ως την έλλειψη κατάλληλων υπηρεσιών αναπαραγωγικής υγείας, τον εξαναγκασμό από τον άρενα σύντροφο, την πατριαρχική θρησκεία, ή το κράτος. Το τεχνολογικό μέρος με έγνοια, οι υψηλά μολύνουσες βιομηχανικές διεργασίες που παρέχουν καταναλωτικά αγαθά για το πλουσιότερο πέμπτο της ανθρωπότητας, ανήκει σχεδόν αποκλειστικά σε ανθρώπους στα πιο ισχυρά, διαπλεκόμενα ιδρύματα, περιλαμβανομένων των πολυεθνικών πετρελαίου και των εταιρειών φυσικού αερίου, κυβερνήσεων και βιομηχανικών κολοσσών όπως οι κατασκευαστές αυτοκινήτων, χημικών και όπλων, των οποίων στόχος είναι η μεγιστοποίηση της οικονομικής ανάπτυξης και του κέρδους... Πόση ανακρίβεια και αδικία περικλείεται στο ΑΠΕΤ όταν μια ινδιάνα ιθαγενής ξεριζωμένη από την κρατική ιδιωτικοποίηση των δασών που χρησιμοποιούσε για την επιβίωση, ή μια άπορη Αφρικάνα εξαθλιωμένη από τη Δυτική “ανάπτυξη”, θεωρείται συγκρίσιμης επίπτωσης στο περιβάλλον με ένα εταιρικό ή κρατικό ή στρατιωτικό παράγοντα από το πλουσιότερο ένα πέμπτο του κόσμου; Μέσα σε αυτό το μοντέλο, το χάσμα στην ισότητα μεταξύ των απόλυτα φτωχών και των άμετρα πλούσιων είναι αόρατο και μη αναφορικό»25.
Η Hynes επισημαίνει επίσης ότι το ΑΠΕΤ βασίζεται σε μια «μοναδική άποψη των ανθρώπων ως παράσιτα και αρπακτικά ζώα στο φυσικό περιβάλλον» – υποθέτει ότι η ανθρώπινη δραστηριότητα βλάπτει πάντα το φυσικό κόσμο. Δεν υπάρχει κανένας τρόπος, χρησιμοποιώντας το ΑΠΕΤ, να ληφθούν υπόψη οι άνθρωποι που αφιερώνουν τον εαυτό τους στην «αποκατάσταση και αναπλήρωση του τοπικού τους περιβάλλοντος καθώς το χρησιμοποιούν, και το προφυλάσσουν από τα έργα επιβλαβούς ανάπτυξης»26.
Η συγγραφέας του Όρια στην Ανάπτυξη Donella Meadows, η οποία είχε υποστηρίξει για καιρό το ΑΠΕΤ, άκουσε τη Hynes να εκφέρει αυτές και άλλες επικρίσεις σε μια συνδιάσκεψη το 1995 και συμφώνησε μαζί τους.

Ο Μάλθους με έναν υπολογιστή
Μια άλλη προσέγγιση για την ποσοτικοποίηση του αντίκτυπου της αύξησης του πληθυσμού στο περιβάλλον περιλαμβάνει μοντέλα υπολογιστών. Ενώ ορισμένες από αυτές τις μελέτες είναι πολύ πιο σύνθετες από το ΑΠΕΤ, δεν αποδίδουν καλύτερα στο να αποδείξουν τη σύνδεση.
Ένα παράδειγμα είναι μια μελέτη που ανακοινώθηκε από το βασισμένο στη Βιέννη Διεθνές Ινστιτούτο Ανάλυσης Εφαρμοσμένων Συστημάτων (ΔΙΑΕΣ) τον Οκτώβριο του 2010. Κρίνοντας από το δελτίο τύπου, η μελέτη αυτή δεν άφησε καμία αμφιβολία: «Η μελέτη έδειξε ότι μια επιβράδυνση της αύξησης του πληθυσμού θα μπορούσε να συμβάλει αισθητά στη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου». Ακολουθώντας τη χαμηλότερη πιθανή πορεία αύξησης του πληθυσμού στο σενάριο των Ηνωμένων Εθνών θα μπορούσε, από μόνη της, «να συνεισφέρει το 16 έως 29 % των μειώσεων εκπομπών που θεωρούνται αναγκαίες για να κρατηθούν οι παγκόσμιες θερμοκρασίες μακριά από το να προκαλέσουν σοβαρές επιπτώσεις»27.
Η μελέτη, που διενεργήθηκε από μια ομάδα με επικεφαλής τον Brian O’Neill, δημοσιεύθηκε στα Πρακτικά της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών28. Οι ομάδες υπέρ του πληθυσμού στις Ηνωμένες Πολιτείες γρήγορα πιάστηκαν από αυτήν· μέσα σε λίγες εβδομάδες, τρεις είχαν δημοσιεύσει περιλήψεις επικαλούμενες αυτή τη μελέτη σε υποστήριξη της άποψής τους29.
Αλλά υπάρχει λιγότερο εδώ από ό,τι κτυπά στο μάτι. Λίγο πιο κάτω στη σελίδα, το δελτίο λέει:
«Οι επιστήμονες γνωρίζουν από καιρό ότι οι αλλαγές στον πληθυσμό θα έχουν κάποια επίδραση στις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, αλλά υπάρχει συζήτηση για το πόσο μεγάλη μπορεί να είναι αυτή η επίδραση. Οι ερευνητές προσπάθησαν να ποσοτικοποιήσουν το πώς οι δημογραφικές αλλαγές επηρεάζουν τις εκπομπές στην πάροδο του χρόνου, και σε ποιες περιοχές του κόσμου. Επίσης, προχώρησαν πέρα από τις αλλαγές στο μέγεθος του πληθυσμού για να εξετάσουν τη σχέση μεταξύ γήρανσης, αστικοποίησης και εκπομπών».
Κοντολογίς, η ομάδα του O’Neill, δεν απέδειξε ότι η αύξηση του πληθυσμού προκαλεί αύξηση στις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου. Υπέθεσαν ότι το κάνει και στη συνέχεια προσπάθησαν να προσδιορίσουν με ποιο τρόπο διάφορες δημογραφικές αλλαγές ενδέχεται να επηρεάσουν τη διαδικασία.
Αυτό είναι μια σημαντική διάκριση. Κανένα μοντέλο σε υπολογιστές δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα σχετικά με τον πραγματικό κόσμο. Μπορεί μόνο να υποθέσει ότι ισχύουν κάποια γεγονότα και να δοκιμάσει τις επιπτώσεις τους στην πάροδο του χρόνου, κάτω από ένα δεδομένο σύνολο υποθέσεων. Για παράδειγμα, τα μοντέλα σε υπολογιστές που χρησιμοποιούνται από τη Διακυβερνητική Επιτροπή για την Κλιματική Αλλαγή δεν αποδεικνύουν ότι οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου προκαλούν την ατμοσφαιρική θερμοκρασία να ανεβαίνει. Το γεγονός αυτό έχει αποδειχθεί από δεκαετίες επιστημονικής έρευνας και επιβεβαιώθηκε από θεωρητικές μελέτες που δείχνουν ακριβώς πώς λειτουργεί η διαδικασία θέρμανσης. Αυτό που δείχνουν τα μοντέλα υπολογιστών είναι οι συνέπειες αυτών των πληροφοριών σε διάφορες υποθέσεις σχετικά με την οικονομική ανάπτυξη, την ανάπτυξη της τεχνολογίας, κοκ. Όπως επισημαίνει ο φημισμένος επιστήμονας του κλίματος James Hansen, «Τα μοντέλα, στην καλύτερη περίπτωση, παράγουν απαντήσεις συνεπείς με τις παραδοχές που τίθενται σε αυτά»30.
Υπήρξε μια σημαντική συζήτηση για το θέμα αυτό μετά τη δημοσίευση του Τα Όρια της Ανάπτυξης το 1972. Οι συγγραφείς αυτής της μελέτης-ορόσημο ισχυρίζονταν ότι το υπολογιστικό μοντέλο τους για την παγκόσμια οικονομία πρόβλεψε ότι, αν οι τότε τάσεις συνεχιστούν, «τα όρια της ανάπτυξης σε αυτόν τον πλανήτη θα φταστούν κάποια στιγμή μέσα στα επόμενα εκατό χρόνια», και ότι το πιο πιθανό αποτέλεσμα θα ήταν «μια μάλλον απότομη και ανεξέλεγκτη μείωση τόσο του πληθυσμού όσο και της βιομηχανικής παραγωγικής ικανότητας»31.
Το Τα Όρια της Ανάπτυξης ήταν ένα μπεστ σέλερ με τεράστιες πωλήσεις. Εκατομμύρια άνθρωποι το διάβασαν, και τα συμπεράσματά του έγιναν μέρος της αποδεκτής σοφίας πολλών περιβαλλοντολόγων.
Πολύ λιγότερη προσοχή αποδόθηκε στο Σκεφτόμενοι για το Μέλλον, μια πολύ πιο στεγνή μελέτη που δημοσιεύθηκε δέκα μήνες αργότερα, όπου 13 ειδικοί σε διάφορους κλάδους από το Πανεπιστήμιο του Σάσεξ ανέτεμναν προσεκτικά το Τα Όρια της Ανάπτυξης και το βρήκαν ελλιπές, το λιγότερο. Έδειξαν διεξοδικά ότι το μοντέλο του υπολογιστή είχε σοβαρά ελαττώματα και ότι τα δεδομένα που χρησιμοποιούσε για να κάνει προβλέψεις ήταν ανεπαρκή. Το κυριότερο, ισχυρίστηκαν ότι η χρήση ενός υπολογιστικού μοντέλου για την πρόβλεψη κοινωνικών τάσεων έδινε στη μελέτη μια πλαστή εμφάνιση αντικειμενικότητας, ενώ συγκάλυπτε πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές προκαταλήψεις τις οποίες ακόμη και οι εμπλεκόμενοι επιστήμονες μπορεί να μη γνώριζαν.
Στο εισαγωγικό δοκίμιο, «Ο Μάλθους με έναν υπολογιστή», ο οικονομολόγος Christopher Freeman έγραφε:
«Η φύση των υποθέσεών τους, δεν είναι ένα καθαρά τεχνικό πρόβλημα. Είναι σημαντικό να εξετάσουμε τις πολιτικές προκαταλήψεις και τις έμμεσα ή άμεσα παρούσες αξίες σε οποιαδήποτε μελέτη των κοινωνικών συστημάτων. Η φαινομενικά αδέσμευτη ουδετερότητα ενός υπολογιστικού μοντέλου είναι τόσο απατηλή όσο είναι πειστική. Κάθε μοντέλο οποιουδήποτε κοινωνικού συστήματος συνεπάγεται κατ’ ανάγκη παραδοχές σχετικά με τη λειτουργία του εν λόγω συστήματος, και οι υποθέσεις αυτές κατ’ ανάγκη χρωματίζονται από τις στάσεις και τις αξίες του εν λόγω ατόμου ή ομάδων... Δεν βλάπτει να επαναλαμβάνεται συχνά ότι το κύρος κάθε υπολογισμού σε υπολογιστή εξαρτάται πλήρως από την ποιότητα των δεδομένων και των παραδοχών (νοητικών μοντέλων), τα οποία εισάγονται σε αυτόν. Τα μοντέλα των υπολογιστών δεν μπορεί να αντικαταστήσουν τη θεωρία»32.
Ο Freeman εξαιρούσε το Τα Όρια της Ανάπτυξης από τη συνήθη κατηγορία του «σκουπίδια μέσα, σκουπίδια έξω», επειδή οι συγγραφείς είχαν προφανώς καταβάλει μεγάλη προσπάθεια για να συλλέξουν δεδομένα, να υιοθετήσουν λογικές υποθέσεις, και να δοκιμάσουν το μοντέλο. Μάλλον, η αδυναμία του μοντέλου ήταν η εξάρτησή του από υποθέσεις παρόμοιες με εκείνες του πρώιμου συγγραφέα του υπερπληθυσμού Τόμας Μάλθους.
«Αν και θα ήταν πολύ λάθος να μιλάμε για “σκουπίδια” στο μοντέλο του ΜΙΤ, υπάρχει μια πραγματική βάση στην περιγραφή: “Μάλθους μέσα, Μάλθους έξω”... Το ποια είναι η εκτύπωση του ηλεκτρονικού υπολογιστή εξαρτάται από τις παραδοχές που γίνονται για τις πραγματικές σχέσεις, και οι υποθέσεις αυτές με τη σειρά τους επηρεάζονται σημαντικά από εκείνες τις σύγχρονες κοινωνικές θεωρίες και τις αξίες στις οποίες εκτίθενται οι προγραμματιστές του υπολογιστή»33.
Οι σημερινοί υπολογιστές είναι πολύ πιο ισχυροί από οτιδήποτε είχαν φανταστεί οι συντάκτες του Τα Όρια της Ανάπτυξης, αλλά τα επιχειρήματα του Freeman διατηρούν πλήρως την ισχύ τους. Πράγματι, δεδομένης της αυξημένης πολυπλοκότητας των μοντέλων –και συνεπώς της αυξημένης πιθανότητας λάθους– είναι ακόμη πιο σημαντικό σήμερα οι προγραμματιστές να κάνουν τις υποθέσεις τους όσο το δυνατό πιο πρόδηλες.
Μια τέτοια υπόθεση στη μελέτη ΔΙΑΕΣ εκφράστηκε με σαφήνεια από τον Brian O’Neill σε μια συνέντευξη στην εφημερίδα Los Angeles Times στις 10 Οκτωβρίου 2010: «Όταν η οικονομία αναπτύσσεται με ταχύτερο ρυθμό, αυξάνει το εισόδημα για όλους, και οι άνθρωποι ξοδεύουν περισσότερα χρήματα και καταναλώνουν περισσότερο και εκπέμπουν περισσότερο». Είπε το ίδιο πράγμα με πιο τυπικό τρόπο στη δημοσίευση του PNAS: «Στο μοντέλο ΠΕΤ, τα νοικοκυριά μπορούν να επηρεάσουν τις εκπομπές είτε άμεσα μέσω των καταναλωτικών συνηθειών τους ή έμμεσα μέσω των επιπτώσεών τους στην οικονομική ανάπτυξη».
Η παραδοχή ότι η οικονομική επέκταση ωθείται από την καταναλωτική ζήτηση –περισσότεροι καταναλωτές ίσον περισσότερη ανάπτυξη– είναι θεμελιώδες μέρος των οικονομικών θεωριών που αποτελούν τη βάση του μοντέλου. Με άλλα λόγια, τα συμπεράσματά τους προκαθορίζονται από τις υποθέσεις τους.
Αυτό που το μοντέλο προσπαθεί πραγματικά να κάνει είναι να χρησιμοποιήσει τη νεοκλασική οικονομική θεωρία για να προβλέψει πόση οικονομική ανάπτυξη θα προκύψει από διάφορα επίπεδα αύξησης του πληθυσμού, και στη συνέχεια να εκτιμήσει την αύξηση των εκπομπών που θα προέκυπτε. Δυστυχώς, όπως λέει ο Yves Smith για τον χρηματοπιστωτικό τομέα, οποιοδήποτε υπολογιστικό μοντέλο που βασίζεται στην επικρατούσα οικονομική θεωρία «στηρίζεται σε μια φαινομενικά αυστηρή θεμελίωση και περίτεχνα μαθηματικά, περίπου σαν την αστρολογία»34.
Κοντολογίς, αν το μοντέλο του υπολογιστή σας υποθέτει ότι η αύξηση του πληθυσμού προκαλεί αύξηση των εκπομπών, τότε θα σας πει ότι λιγότεροι άνθρωποι θα παράγουν λιγότερες εκπομπές. Μάλθους μέσα, Μάλθους έξω.

Σημειώσεις
1. McDougall, «Too Many People».
2. Global Population Speak Out, «Talking Points».
3. Ryerson, Population, 1.
4. All Party Parliamentary Group, Return of the Population, 18.
5. Gould, The Mismeasure of Man, 272.
6. Steffen et al., Executive Summary: Global Change, 18.
7. Marx, Grundrisse, 100.
8. Satterthwaite, «The Implications of Population Growth».
9. IIED, «Study Shatters Myth».
10. United Nations Statistical Division, «CO2 Emissions in 2006».
11. Pearce, Peoplequake, 122.
12. Ibid., 242.
13. Schnaiberg, The Environment, 69-70.
14. Nicholson-Lord, «A Population-Based Climate Strategy».
15. Wire, Fewer Emitters, Lower Emissions.
16. Quoted in Angus, «Do Consumers Cause Climate Change?»
17. Brown, Gardner, and Halweil, Beyond Malthus, 47.
18. Sachs, Common Wealth, 23.
19. Hartman, The Population Fix, 78-79.
20. Courtice, «I=PAT Proves Nothing».
21. Holdren and Ehrlich, «Human Population and the Global Environment», 291.
22. Meyer and Turner, «Human Population Growth», 52.
23. Dietz and Rosa, «Rethinking», 278.
24. O’Neill, MacKellar, and Lutz, Population and Climate Change, 119, 123.
25. Hynes, Taking Population Out of the Equation, 8-9.
26. Ibid., 24.
27. IIASA, «Population Change: Another Influence».
28. O’Neill et al., «Global Demographic Trends».
29. PAI and PJP, «Population and the Environment»· Engelman, Population, Climate Change, and Women’s Lives, 25.
30. Hansen, Storms of My Grandchildren, 81.
31. Meadows et al., The Limits to Growth, 23.
32. Freeman, «Malthus with a Computer», 7-8.
33. Ibid., 8-9.
34. Smith, Econned, 20.

* Το παρόν κείμενο είναι το 3ο κεφάλαιο του πρόσφατα δημοσιευμένου βιβλίου των Ian Angus και Simon Butler, Too Many People? Population, Immigration, and the Environmental Crisis, Haymarket Books, 2011. Ο Ίαν Άνγκους είναι διευθυντής του διαδικτυακού τόπου www.climate and capitalism.com. O Σάιμον Μπάτλερ είναι αρθρογράφος στην αυστραλιανή Green Left Weekly και μέλος του Democratic Socialist Perspective. © Ian Angus, Simon Butler & Haymarket Books. Ευχαριστούμε θερμά για την ευγενική παραχώρηση του κειμένου από τους συγγραφείς και τον εκδότη στη Μαρξιστική Σκέψη.




http://www.politikokafeneio.com/neo/modules.php?name=News&file=article&sid=1644