Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2012

Δημοκρατική Αριστερά: η κακέκτυπη ελληνική «Ελιά»



Δημοκρατική Αριστερά: η
κακέκτυπη ελληνική «Ελιά», η κρίση και η ριζοσπαστική διέξοδος


Όταν τον Ιούνιο του 2010 ο Φ. Κουβέλης και η ομάδα στελεχών που αποχώρησαν από τον ΣΥΡΙΖΑ ίδρυσαν τη Δημοκρατική Αριστερά (ΔΗΜΑΡ), οι περισσότεροι σχολιαστές, παρακινημένοι από τα χαμηλά δημοσκοπικά ποσοστά που κατέγραφε τότε το κόμμα, θεώρησαν πως επρόκειτο για ένα εξαρχής αποτυχημένο εγχείρημα καταγραφής μια συστημικής «Αριστεράς». Η εξέλιξη απέδειξε ότι ο κ. Κουβέλης ήταν πιο διορατικός από όσο νομιζόταν και ότι διάλεξε την κατάλληλη στιγμή για να ξεκινήσει ένα εγχείρημα που δεν είναι εντελώς χωρίς προοπτικές. Η φύση αυτών των προοπτικών, που δεν είναι άλλη από την προσπάθεια του συστήματος να στηθεί ένα νέο ανάχωμα στα «αριστερά» του καταρρέοντος ΠΑΣΟΚ ώστε να εμποδιστεί μια γνήσια ριζοσπαστικοποίηση του κόσμου, επιβάλλει να δοθεί μια ιδιαίτερη προσοχή στο θέμα από τους μαρξιστές και τους προοδευτικούς σχολιαστές. Η ΔΗΜΑΡ δεν είναι το μόνο κόμμα που φιλοδοξεί να καλύψει το πεδίο συστημικής «Αριστεράς» (ή την «αριστερή» πτέρυγα της κεντροαριστεράς, για να χρησιμοποιήσουμε την καθιερωμένη ορολογία). Υπάρχουν μερικές ακόμη συγγενικές δυνάμεις όπως οι Οικολόγοι-Πράσινοι και το Άρμα Πολιτών. Είναι όμως το κόμμα που σημειώνει τη μεγαλύτερη επιτυχία και συγκεντρώνει σαφώς την προτίμηση του κατεστημένου, όπως φανερώνει η ευνοϊκή μεταχείρισή της στα ΜΜΕ και τα φουσκωμένα ποσοστά στις δημοσκοπήσεις – παρότι βέβαια είναι αλήθεια ότι προηγείται σαφώς των ανταγωνιστών της.

Αυτή η προτίμηση του συστήματος προς τη ΔΗΜΑΡ δεν είναι τυχαία. Σχετίζεται με το εκ πρώτης όψης παράδοξο και όχι πλήρως κατανοημένο γεγονός, ότι από όλες τις συστημικές «αριστερές» δυνάμεις, η ΔΗΜΑΡ είναι η πιο ισχυρά ενταγμένη στο σύστημα. Τα άλλα δυο κόμματα είναι πιο επαμφοτερίζοντα και άμορφα, ώστε να κερδίσουν την αποδοχή και υποστήριξη του κατεστημένου1. Το «Άρμα», ένα μέρος του στελεχικού δυναμικού του οποίου δείχνει να απορροφάται ήδη από τη ΔΗΜΑΡ, δεν έχει το «συγχρονιζέ» προφίλ που χρειάζονται τα μίντια. Στους Οικολόγους-Πράσινους, από την άλλη, θα βρει κανείς από οπαδούς της πράσινης ανάπτυξης που κινούνται στη λογική του «καλού καπιταλισμού» ως ριζοσπάστες ακτιβιστές του αγώνα ενάντια στην κλιματική αλλαγή – και αυτό το τελευταίο ακτιβιστικό στοιχείο μοιραία προκαλεί δυσπιστία, καθώς δεν είναι εύκολο να ελεγχθεί σε συνθήκες κρίσης. Αντίθετα, η ΔΗΜΑΡ παρουσιάζει μια πιο εύτακτη και ενιαία εικόνα που την τοποθετηθεί στη δεξιά άκρη αυτών των δυνάμεων, ενώ ταυτόχρονα, τα αριστερά εύσημα του όγκου των στελεχών της από την προηγούμενη θητεία τους στον ΣΥΡΙΖΑ βοηθούν να δημιουργείται η ψευδαίσθηση πως πρόκειται για έναν πιο «αριστερό» σχηματισμό. Ακριβώς αυτή η ιδιομορφία της, σε συνδυασμό με το «χαρισματικό» προφίλ του αρχηγού της, κάνει σήμερα τη ΔΗΜΑΡ ιδιαίτερα χρήσιμη στις προσπάθειες για μια αντιδραστική ανασύνταξη του πολιτικού συστήματος της μεταπολίτευσης που καταρρέει.
Μια ματιά στο στελεχικό δυναμικό της ΔΗΜΑΡ και τις δυνάμεις που προσχωρούν τελευταία σε αυτήν από το χώρο του αποσυντιθέμενου ΠΑΣΟΚ, θα τεκμηριώσει την παραπάνω εκτίμηση. Το πραγματικό πιστεύω των πολιτευτών της ΔΗΜΑΡ το αποτύπωσε καθαρά ο βουλευτής Γ. Ψαριανός, με την προθυμία του να αποδώσει δημοκρατικά εύσημα ακόμη και στην ακροδεξιά, και τη δηλωμένη ετοιμότητά του για συμμετοχή στην κυβέρνηση. Η πανηγυρική δήλωση του Ψαριανού υπέρ της επιλογής του Παπαδήμου, επειδή «είναι ένας άνθρωπος που μπορεί να αποτελεί εγγύηση, γιατί είναι αποδεκτός και από την κοινωνία και από το πολιτικό κατεστημένο»2, εξέφρασε ανοιχτά την προσήλωση στο σύστημα και την ανακαίνισή του, που τα υπόλοιπα στελέχη της ΔΗΜΑΡ φροντίζουν στοιχειωδώς να αποκρύβουν.
Στις προσωπικότητες που προσχώρησαν πρόσφατα, στις αρχές Φεβρουαρίου στη ΔΗΜΑΡ βρίσκουμε πολλά στελέχη και θιασώτες του «εκσυγχρονιστικού» ΠΑΣΟΚ του Σημίτη. Ανάμεσά τους ο υφυπουργός στην κυβέρνηση Σημίτη Νίκος Μπίστης και «φωτισμένοι» ταγοί του συστήματος όπως ο για πολλά χρόνια επικεφαλής της ΕΡΤ Παναγιώτης Παναγιώτου του Έθνους και ο Ριχάρδος Σωμερίτης του Βήματος3. Ακόμη πιο χαρακτηριστική όμως είναι η ισχυρά πιθανολογούμενη τοποθέτηση του πρώην υπουργού Αλέκου Παπαδόπουλου ως επικεφαλής του ψηφοδελτίου επικρατείας, και η, πιθανολογούμενη επίσης, συμμετοχή στα ψηφοδέλτια της Μιλένας Αποστολάκη, του πρώην υφυπουργού του ΠΑΣΟΚ Θ. Κολιοπάνου και σειράς δημοσιογράφων και πανεπιστημιακών σαν τους κ. κ. Μ. Γιομπαζολιά, Ν. Γαλανό (και οι δυο πρώην στελέχη του κόμματος του Δημαρά, ο Γαλανός αφού είχε περάσει πριν από τον ΣΥΝ και το ΠΑΣΟΚ), Β. Σκουντή, Γ. Πανούση, Γ. Βλαστάρη, κ.ά4. Τόσο ο Αλ. Παπαδόπουλος, όσο και οι Παναγιώτου, Σωμερίτης, κ.ά., διαφοροποιούνταν και ασκούσαν κριτική στο παρελθόν στο ΠΑΣΟΚ από την άποψη ενός ανοιχτού, καθαρού νεοφιλελευθερισμού, χωρίς τις δημαγωγικές υποσχέσεις του τύπου «λεφτά υπάρχουν» που δίνουν ψεύτικες ελπίδες και δημιουργούν υποχρεώσεις καταδικασμένες να παραμείνουν ανεκπλήρωτες. Όλα αυτά συνθέτουν την εικόνα ενός κόμματος που βρίσκει στήριγμα και πρόσβαση στο κατεστημένο μέσω της ενσωμάτωσης της πιο συντηρητικής μερίδας του ΠΑΣΟΚ και που κινητοποιεί επίσης μια μερίδα του πολιτικού και μιντιακού προσωπικού του συστήματος με μάλλον δευτερεύοντες ρόλους ως τώρα και ανυπόμονη να πάρει τη θέση των φθαρμένων εκπροσώπων του που αποχωρούν.
Η σχέση ανάμεσα στη ΔΗΜΑΡ και το ΠΑΣΟΚ του Γ. Παπανδρέου αναπαράγει έτσι διαφοροποιημένα και με αντίστροφη χρονική σειρά τη σχέση ανάμεσα στο σημιτικό και παπανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ. Είναι εν πολλοίς η διαφορά ανάμεσα σε έναν πονηρό πραματευτή που διαλαλά το σκάρτο εμπόρευμά του και έναν επιμελή, συνετό λογιστή, που διαπιστώνει μετά ότι οι πωλήσεις δεν φτάνουν και προσπαθεί να βρει τρόπο να καλύψει το έλλειμμα. Ενώ όμως στον καιρό του Σημίτη μπορούσε, μέσω του δανεισμού, να βρεθεί προσωρινά ένας τρόπος, σήμερα η «επιχείρηση» έχει φτάσει σε πλήρες αδιέξοδο, γεγονός που απαιτεί ο λογιστής να είναι λίγο «κόκκινος» για να φαίνεται πως προασπίζει τα συμφέροντα των εργαζόμενων. Αυτό ασφαλώς θέτει το ερώτημα κατά πόσο η ΔΗΜΑΡ μπορεί να δώσει μια προσωρινή ανάσα στο σύστημα, μέσα από μια αναδιάρθρωση του πολιτικού σκηνικού όπως αυτή που έγινε στην Ιταλία στα μέσα της δεκαετίας του ’90, ή είναι ένα εγχείρημα εξαρχής καταδικασμένο σε αποτυχία.
Η απάντηση στο ερώτημα αυτό – την οποία μπορεί να διακινδυνεύσουμε χωρίς ουσιαστικό κίνδυνο διάψευσης από τώρα – είναι αρνητική. Δεν υπάρχει ρεαλιστική δυνατότητα μιας βιώσιμης ιταλικού τύπου αναδιάταξης του πολιτικού σκηνικού της χώρας μας. Όταν ακόμη και το ΔΝΤ ομολογεί στη χτεσινή του έκθεση5 ότι η αναιμική ανάπτυξη θα ξεκινήσει το 2014, και το όποιο αποτέλεσμά της στην αναστροφή της τωρινής καταβαράθρωσης εμφανώς δεν θα μπορεί να έχει φανεί πριν περάσει μια πενταετία, είναι σαφές ότι η υπομονή του κόσμου θα εξαντληθεί και θα υπάρξουν δραστικές εξελίξεις, είτε ριζοσπαστικές είτε αντιδραστικές, προτού διαμορφωθούν οι όροι για μια «καθώς πρέπει» εξυγίανση του συστήματος. Μια σύγκριση όμως με την ιταλική εμπειρία θα μας πείσει παραπέρα επ’ αυτού.
Στην Ιταλία, η ανασύνταξη του πολιτικού σκηνικού, με την εμφάνιση του κόμματος του Μπερλουσκόνι και της «κεντροαριστεράς» της Ελιάς (που συνένωσε – σε κτυπητή αναλογία με τη ΔΗΜΑΡ – τη δεξιά πτέρυγα του ΚΚ Ιταλίας με τα υπολείμματα από τους σοσιαλδημοκράτες του Κράξι, ένα μέρος από τα τότε μιντιακά παράγωγα του συστήματος, κ.ά.), έλαβε χώρα στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Εκείνα τα χρόνια ήταν η «χρυσή περίοδος» του νεοφιλελευθερισμού και της παγκοσμιοποίησης, καθώς μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού ο καπιταλισμός γιόρταζε την παγκόσμια παντοκρατορία του και επεκτεινόταν στις νέες ανατολικές αγορές. Στις συνθήκες αυτές το σύστημα είχε στη διάθεσή του όλα τα μέσα για να κάνει την αναγκαία αναδιάταξη του πολιτικού προσωπικού του, προωθώντας εκείνους τους εκπροσώπους του που το εκπροσωπούσαν επαρκέστερα στις νέες συνθήκες. Αυτό έγινε με έναν ιδιόμορφο τρόπο στην Ιταλία, μια χώρα με έντονες αντιφάσεις, αλλά και ένα σχετικά υψηλό επίπεδο καπιταλιστικής ανάπτυξης, επαρκές για μια κάπως σταθερή ρύθμισή τους. Εκεί η διαδικασία αυτή συνδυάστηκε με τη λεγόμενη «επιχείρηση καθαρά χέρια», που ήταν στην ουσία ένα βίαιο παραμέρισμα των παλιών εκπροσώπων του συστήματος για να αδειάσει ο τόπος για τους νέους. Μέσα σε λίγους μήνες, παραδοσιακά κόμματα της αστικής τάξης όπως οι χριστιανοδημοκράτες, κυρίαρχοι στο πολιτικό σκηνικό για δεκαετίες, διαλύθηκαν και πολλοί παράγοντες του κατεστημένου, βιομήχανοι, πολιτικοί, κ.λπ., βρέθηκαν στη φυλακή. Μ’ όλο τον κατευθυνόμενο χαρακτήρα της υπόθεσης, ωστόσο, δόθηκε έτσι και μια εικόνα «εξυγίανσης», που διασφάλισε μια φθίνουσα κοινωνική συναίνεση για τα επόμενα χρόνια, με τις διαδοχικές εναλλαγές του Μπερλουσκόνι με όλο και πιο συντηρητικά σχήματα της «κεντροαριστεράς» υπό τον Πρόντι.
Η ιδιομορφία της Ελλάδας αντίθετα είναι ότι η αναδιάταξη του πολιτικού συστήματος – ενός συστήματος ακόμη πιο διεφθαρμένου και απολιθωμένου από το ιταλικό – δεν εκπληρώθηκε στην περίοδο όπου υπήρχαν οι συγκριτικά πιο ευνοϊκές προϋποθέσεις γι’ αυτή. Το κατεστημένο επέμεινε στο παλιό πολιτικό του προσωπικό, διασφαλίζοντάς του μάλιστα πλήρη ασυδοσία και ατιμωρησία με τους νόμους που ψήφιζε. Αν εξαιρέσουμε τον Κουτσόγιωργα, πρακτικά ούτε ένας εκπρόσωπος των δυο κομμάτων του δικομματισμού δεν τιμωρήθηκε ενώ όλα τα τεράστια οικονομικά σκάνδαλα και οι απάτες κουκουλώθηκαν και παραγράφηκαν.
Φυσικά, αυτή η διαφορετική εξέλιξη δεν ήταν τυχαία. Συνδέεται με τη σαθρή βάση του ελληνικού καπιταλισμού και ήταν μια από τις αιτίες που η κρίση ξέσπασε με τέτοια τραχύτητα. Αν όμως το κατεστημένο απέτυχε να κάνει οποιοδήποτε «εκσυγχρονισμό» και «εξυγίανση» όταν υπήρχαν ορισμένες δυνατότητες, είναι δέκα φορές πιο βέβαιο ότι θα αποτύχει και τώρα, σε μια περίοδο βαθιάς κρίσης και όταν οι δυνατότητες έχουν πρακτικά εκλείψει ή στενέψει ασφυκτικά. Σε μια τέτοια κατάσταση κρίσης, μια διαδικασία «κάθαρσης» για την οποία λείπει και το νομικό πλαίσιο, θα ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνη για το σύστημα, ανοίγοντας απρόβλεπτα τις βαλβίδες ασφαλείας που πιέζονται αφόρητα ήδη.
Από την άλλη μεριά, όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι η ΔΗΜΑΡ δεν έχει κανένα ρόλο να επιτελέσει. Ο ρόλος αυτός όμως δεν είναι εκείνος του εξυγιαντή και του αναμορφωτή, αλλά ο πολύ πιο σεμνός, άχαρος και κακέκτυπος ρόλος ενός παραβάν και μιας ελκυστικής βιτρίνας. Της βιτρίνας πίσω από την οποία θα συντελείται η αντιδραστική, επιθετική δεξιά αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού που έχει ανάγκη σε καιρό μεγάλης κρίσης και προωθεί ήδη το κατεστημένο.
Η σημερινή κατάσταση στην Ελλάδα έχει συγκριθεί όχι άστοχα από πολλούς – μεταξύ άλλων πρόσφατα και τον ίδιο τον Α. Σαμαρά – με το τέλος της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Αυτή η αναλογία πάει όμως πολύ πιο πέρα από την οικονομική κατάρρευση και την «ενίσχυση των άκρων» που επισήμανε επιλεκτικά ο πρόεδρος της ΝΔ. Επεκτείνεται επίσης στις μορφές διακυβέρνησης και τις συνταγές εξόδου από την κρίση που εφαρμόζει το κατεστημένο. Οι τεχνοκρατικές κυβερνήσεις του Μόντι και του Παπαδήμου, με την άγρια αντιλαϊκή πολιτική τους και το παραμέρισμα της συνταγματικής και κοινοβουλευτικής νομιμότητας, θυμίζουν έντονα τις αδύναμες βοναπαρτιστικές κυβερνήσεις του Τζιολίτι και του Μπρίνινγκ, που προηγήθηκαν της ανόδου του φασισμού στην εξουσία στην Ιταλία και τη Γερμανία στο Μεσοπόλεμο. Και οι δυο τους αποτελούν το αρχικό στάδιο μιας αντιδραστικής πολιτικής και κοινωνικής αναδιάταξης, την οποία η αστική τάξη δεν έχει την ικανότητα να προωθήσει με τα συνηθισμένα κοινοβουλευτικά μέσα λόγω της κρίσης.
Αυτή η αναδιάταξη θα βαθύνει αναπόφευκτα και θα γίνει πιο ανοικτά αντιδραστική, με ακόμη πιο ισχυρά στοιχεία αυταρχισμού και εκτροπής από την αστική δημοκρατία στα επόμενα στάδια. Η προώθησή της, ωστόσο, σκοντάφτει σε μια σημαντική δυσκολία, ότι για την ώρα η ελληνική κοινωνία – οι εργαζόμενοι και τα πλατιά λαϊκά στρώματα που θίγονται από την κρίση – μετατοπίζεται όχι προς τα δεξιά αλλά προς τα αριστερά. Στις συνθήκες αυτές ο ρόλος ενός κόμματος όπως η ΔΗΜΑΡ δεν μπορεί να είναι άλλος από το να δώσει μια ψευδή διέξοδο ώστε να εμποδιστεί η αποτελεσματική αποκρυστάλλωση της λαϊκής δυσφορίας και να κερδίσει έτσι το κατεστημένο το χρόνο που χρειάζεται για να προετοιμάσει τις δικές του αντιδραστικές λύσεις. Άσχετα από το αν είναι η συνειδητή επιδίωξη του κ. Κουβέλη και των συνεργατών του, αυτός ο ρόλος απορρέει αναπόδραστα από τις συγκεκριμένες συνθήκες ως ο μόνος ρόλος που μπορεί να διαδραματίσει ένα κόμμα με τη δική του πολιτική πλατφόρμα: μια πλατφόρμα που υπόσχεται μια διέξοδο στα πλαίσια του συστήματος και χωρίς καμιά ουσιαστική ρήξη με το τωρινό εσωτερικό και διεθνές πλαίσιο.
Η προγενέστερη ιστορική εμπειρία της χώρας μας, με την επιβολή των δικτατοριών του Μεταξά και των συνταγματαρχών δεν αφήνει αμφιβολία για την αστάθεια του κοινοβουλευτισμού και την ικανότητα και προθυμία του κατεστημένου να καταργεί τη δημοκρατική νομιμότητα όταν γίνεται επικίνδυνη. Ήδη τα έμβρυα, οι όροι και τα σημάδια μιας μελλοντικής εξαλλαγής υπάρχουν διάχυτα γύρω. Το ΛΑΟΣ παρά τις πρόσφατες διαρροές του προς τη ΝΔ φαίνεται να αντέχει ως βασικός φορέας της ελληνικής ακροδεξιάς. Η Χρυσή Αυγή διεκδικεί με αξιώσεις την είσοδό της στη Βουλή. Η ΝΔ, παράλληλα με την ένταξη των Βορίδη και Γεωργιάδη, μετατοπίζεται προς τα δεξιά με την έντονη προβολή του θέματος της «ασφάλειας», υιοθετώντας στοιχεία από την ατζέντα της ακροδεξιάς, σε μια κίνηση που θυμίζει την αντίστοιχη τακτική του Σαρκοζί απέναντι στον Λεπέν στη Γαλλία. Το αποτέλεσμα θα είναι η διαμόρφωση μιας πτέρυγας μέσα στη ΝΔ η οποία δεν θα έχει πλέον καμιά αναστολή για μια μόνιμη συνεργασία με το ΛΑΟΣ, το οποίο έτσι είτε αλλιώς κέρδισε πόντους νομιμοποίησης μέσα από τη συμμετοχή του στην κυβέρνηση Παπαδήμου. Το νέο κόμμα που θα δημιουργηθεί ενδεχόμενα από την πλειοψηφία των διαγραμμένων «αντιμνημονιακών» βουλευτών της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ θα είναι αναπόφευκτα ένα εθνικιστικό δεξιό κόμμα τοποθετημένο ανάμεσα στη ΝΔ και το ΛΑΟΣ. Η συνένωση όλων αυτών των στοιχείων μελλοντικά, αν δεν προληφθεί από το κίνημα με το άνοιγμα του δρόμου για τη δική του διέξοδο, θα δώσει στο κατεστημένο τον αναγκαίο μοχλό για να επιβάλει αντιδραστικές λύσεις της αρεσκείας του.
Δεν μπορεί φυσικά να προβλέψουμε από τώρα τα μελλοντικά βήματα της εξέλιξης. Μια πιθανή όμως βαθμίδα της θα μπορούσε να είναι ο σχηματισμός μιας δικομματικής ή πολυκομματικής κυβέρνησης με πρωταγωνιστικό ρόλο της ΝΔ και της ΔΗΜΑΡ, αν η τελευταία βγει δεύτερο κόμμα. Μια τέτοια μετεκλογική επανάληψη της κυβέρνησης του Παπαδήμου, με τη ΔΗΜΑΡ να παίρνει τη θέση του ΠΑΣΟΚ και το ΛΑΟΣ ή/και κάποιο νέο ακροδεξιό κόμμα να συνεισφέρει, θα ήταν μια προσωρινή λύση που θα λειτουργούσε αντικειμενικά ως εφαλτήριο για μια πιο αντιδραστική διάδοχη κατάσταση μετά την αναπόφευκτη αποτυχία της. Στις συνθήκες αυτές, η ΔΗΜΑΡ θα έπαιζε έμπρακτα το ρόλο του δημοκρατικού παραβάν για την προώθηση της αντίδρασης, στον οποίο ήδη αναφερθήκαμε.
Η χρεοκοπία μιας τέτοιας μανούβρας θα ήταν βέβαια αναπόφευκτη. Όπως όλες οι επιλογές του κατεστημένου, θα αποτύχαινε και αυτή μπροστά στην αδιαλλαξία των «ευρωπαίων εταίρων» και το βάθος της κρίσης που δεν επιτρέπει ενδοσυστημικές λύσεις, ιδιαίτερα στις πιο αδύναμες χώρες. Υπάρχει, ωστόσο, μια διαφορά σε σχέση με την ιταλική εμπειρία, η οποία είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη. Στην Ιταλία οι λύσεις τύπου Ελιάς εφαρμόστηκαν για χρόνια και έχουν γίνει ήδη ανυπόληπτες, παρότι η ανόητη συμμετοχή της Κομμουνιστικής Επανίδρυσης σε αυτές έδωσε ένα ισχυρό χτύπημα στην Αριστερά από το οποίο θα χρειαστεί κόπος και χρόνος για να συνέλθει. Στην Ελλάδα αντίθετα η «αριστερή» εκδοχή της κεντροαριστεράς δεν έχει δοκιμαστεί και θα μπορούσε να δημιουργήσει ψευδαισθήσεις για μια μικρή αλλά κρίσιμη περίοδο, εμποδίζοντας τη γνήσια ριζοσπαστικοποίηση και βοηθώντας έτσι την αντίδραση να οργανωθεί πρώτη.
Μια αναφορά στις διεργασίες που συντελούνται στο κοινωνικό επίπεδο θα καταστήσει πιο σαφή τη φύση αυτού του κινδύνου. Πραγματικά, ενώ οι μετατοπίσεις στη βάση της ελληνικής κοινωνίας είναι σήμερα κυρίως προς τα Αριστερά, καθοριζόμενες από τη λαϊκή αφύπνιση και τον πηγαίο ριζοσπαστισμό που εκφράζει το κίνημα των Αγανακτισμένων, δεν υπάρχει καμιά εγγύηση για τη μελλοντική διατήρηση αυτής της τάσης. Ο ριζοσπαστισμός των μικροαστών που καταστρέφονται από την κρίση συχνά, τουλάχιστον στα αρχικά στάδια, είναι συγκεχυμένος και ρηχός. Όχι σπάνια μπορεί να εξαντλείται σε φραστικές καταδίκες της εξαθλίωσής τους και στην απόφαση, ας πούμε, να ψηφίσουν το κόμμα του Κουβέλη αντί για το ΠΑΣΟΚ, ενώ συνδέεται και με αντιδραστικές συγχύσεις και πλάνες όπως η προκατάληψη ενάντια στους μετανάστες. Βέβαια, τα στρώματα αυτά, εφόσον καταστρέφονται, έχουν αντικειμενικά συμφέρον να συνταχθούν με την πραγματική Αριστερά και να αγωνιστούν για μια ριζική αλλαγή της κατάστασης. Η λογική τους όμως, καθορισμένη από την επιδίωξη του προσωπικού βολέματος στην οποία ήταν συνηθισμένα για δεκαετίες, καθυστερεί σε σχέση με την ύπαρξή τους και τα εμποδίζει να εξάγουν τα αναγκαία πολιτικά συμπεράσματα. Αν οι ελπίδες τους διαψευστούν, στο επόμενο στάδιο θα στραφούν δεξιά και κατά μεγάλο μέρος θα μετατραπούν σε ένα από τα στηρίγματα της αντίδρασης ή ακόμη και του φασισμού. Αυτό τουλάχιστον έδειξε η εμπειρία του Μεσοπολέμου και της κρίσης του 1929, και δεν υπάρχει κανένας λόγος να υποθέσουμε ότι τα πράγματα θα εξελιχθούν διαφορετικά τώρα.
Αυτό μας φέρνει στο θέμα του ρόλου και της ευθύνης της ριζοσπαστικής Αριστεράς, η οποία καλείται με την παρέμβασή της να αποτρέψει ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Μιας ευθύνης, η οποία συνίσταται στην παρουσίαση μιας αξιόπιστης εναλλακτικής επιλογής, ικανής να πείσει και να τραβήξει από την παθητικότητα όσο το δυνατό ευρύτερες λαϊκές μάζες, από εκείνες τουλάχιστον τις δυνάμεις που έχουν την ωριμότητα και την τόλμη να αποκριθούν στο κάλεσμα των καιρών.
Η Σοφία Σακοράφα διατύπωσε κατά τη γνώμη μας εξαιρετικά εύστοχα την ουσία αυτού του ζητήματος στην πρόσφατη συνέντευξή της στη Μαρξιστική Σκέψη: «Το σύστημα», είπε, «βρίσκεται σε οργασμό ανασυγκρότησης των δυνάμεών του, θυσιάζοντας στο βωμό της επιβίωσής του τους αναλώσιμους. Εάν δεν σπάσουμε τις διαδικασίες αυτής της ανασυγκρότησης θα μιλάμε για άλλη μία ιστορική ευκαιρία χαμένη… θα λογοδοτήσουμε απέναντι στην ιστορία και το λαό μας. Πρώτος στόχος, κυρίαρχος στόχος είναι να μην επιτρέψουμε στο σύστημα να μετατρέψει αυτή την καταστροφή σε ευκαιρία ανασυγκρότησης… Εάν δεν καταφέρουμε σήμερα να συγκροτήσουμε ένα πολιτικό μέτωπο, τότε η Αριστερά θα έχει αρνηθεί τον ιστορικό της ρόλο, με συνέπειες βαρύτατες για τον ελληνικό λαό. Η ιστορική συγκυρία είναι επιτακτικά ώριμη για τη συγκρότηση ενός νέου ΕΑΜ. Η Αριστερά έχει την ιστορική υποχρέωση να αφουγκραστεί και να αξιοποιήσει τις αντικειμενικές συνθήκες και να καθυποτάξει την όποια υποκειμενική παθογένεια ή αδυναμία στην παρούσα πολιτική αναγκαιότητα»6.
Το γεγονός ότι η αντιδραστική αναδιάταξη, ακριβώς επειδή βοηθιέται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο από όλες τις δυνάμεις του συστήματος, εγχώριες και ξένες, μπορεί να σπάσει μόνο με τη μέγιστη συγκέντρωση δυνάμεων του κινήματος, δείχνει τον καταστροφικό, ελεεινό ρόλο όσων όχι μόνο προβάλλουν σήμερα αχρείαστα εμπόδια στη μορφοποίηση της εναλλακτικής προοπτικής αλλά δυναμιτίζουν εκ των προτέρων ακόμη και κάθε σοβαρή συζήτησή της, δηλαδή πρώτα και κύρια της ηγεσίας του ΚΚΕ. Στην πράξη, όσοι ενεργούν έτσι, ενεργούν σαν υποχείρια του συστήματος. Το μοναδικό αποτέλεσμα της δράσης τους είναι να συμβάλλουν στο να χάνεται ο ελάχιστος χρόνος που απομένει για την εσωτερική αναδιοργάνωση της Αριστεράς, την ώρα που οι δυνάμεις του κατεστημένου προωθούν αποφασιστικά τη δική τους αναδιοργάνωση.
Εκείνο που μπορεί να πει κανείς είναι ότι η ΔΗΜΑΡ, εκφράζοντας εύσχημα το λάθος και τον ψευδεπίγραφα αριστερό δρόμο, μπορεί άθελά της να συμβάλει στην αποκάλυψή του. Αυτό όμως προϋποθέτει την ύπαρξη μιας γνήσια αντισυστημικής Αριστεράς, που θα είναι ικανή σε κάθε βήμα να ενισχύει τους δεσμούς της με τον κόσμο και να αντιπαραθέτει ριζοσπαστικές λύσεις που οδηγούν μακροχρόνια έξω από τα όρια του συστήματος.
Το 1922 σε μια ανάλογη περίσταση ο Λένιν, προειδοποιώντας τους ιταλούς κομμουνιστές απέναντι στους τότε φορείς της «αριστερής πτέρυγας» του αντίπαλου στρατοπέδου όπως ο Σεράτι, σημείωνε ότι η νίκη των κομμουνιστών θα ήταν εξασφαλισμένη, μεταξύ άλλων, «αν δεν ξεκοπούν από τις μάζες, αν δεν χάσουν την υπομονή τους… αν δεν υποχωρήσουν προς μια εξαιρετικά εύκολη και εξαιρετικά επικίνδυνη λύση: όταν ο Σεράτι λέει “α”, αυτοί να λένε “πλην α”»7.
Απέναντι στην προσπάθεια του συστήματος να εμφανίσει μια ψευδο-Αριστερά, αυτοί είναι δυο από τους όχι λιγότερο σημαντικούς όρους για τη διαμόρφωση μιας σύγχρονης, μαρξιστικής και επαναστατικής Αριστεράς.

Σημειώσεις

1. Σε προηγούμενο άρθρο μας, «Και μετά τη 12/2 τι;», που δημοσιεύθηκε στο Πολιτικό Καφενείο, την Ίσκρα και μερικά ακόμη σάιτ, δεν κάναμε αυτή τη διάκριση, έτσι που η ανάλυσή μας, όσο έθιγε αυτό το θέμα, ήταν σε κάποιο βαθμό ελλιπής.
2. «Αναφανδόν υπέρ του Παπαδήμου ο Ψαριανός», Ελευθεροτυπία, 10/11/2011.
3. Βλέπε, π.χ., Στέλιος Μπάμιατζης, «Στο ίδιο μετερίζι πρώην Σημιτικοί και ΔΗΜΑΡ», http://news247.gr/ellada/politiki/sto_idio_meterizi_prwhn_shmitikoi_kai_dhmar.1634437.html.
4. «Ψηφοδέλτια-έκπληξη ετοιμάζει η ΔΗΜΑΡ», Ισοτιμία, 19/2/2012.
5. «Επιστροφή της Ελλάδας στην ανάπτυξη το 2014 βλέπει το ΔΝΤ», http://www.capital.gr/News.asp?id=1416802.
6. Σ. Σακοράφα, «Οι άρχοντες φοβήθηκαν μην πάθουνε ζημιά», Μαρξιστική Σκέψη, τόμ. 4, σελ. 51, 49. Θα προσθέσουμε μόνο σε αυτό, ως ένα μάθημα της ιστορίας, ότι η παθογένεια δεν ξεπερνιέται από τους ίδιους τους φορείς της. Αυτό που μπορεί να ξεπεραστεί από τον κάθε φορέα είναι επιμέρους λάθη και αδυναμίες, εκεί που υπάρχει παράλληλα μια σωστή βάση. Η παθογένεια στο εσωτερικό ενός χώρου παραμερίζεται όχι από τους φορείς της αλλά από τους άλλους, εφόσον έχουν την ειλικρίνεια να την αναγνωρίσουν και να την αποκαλύψουν ως τέτοια.
7. Λένιν, «Σημειώσεις ενός δημοσιολόγου», στα Άπαντα, εκδ. ΣΕ, τόμ. 44, σελ. 422.

* Ο Χρήστος Κεφαλής είναι χημικός, μέλος της ΣΕ της Μαρξιστικής Σκέψης και Συνεργάτης του Πολιτικού Καφενείου.