Δευτέρα 9 Απριλίου 2012

Η “ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ» ΤΟΥ ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ


Η “ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ» ΤΟΥ ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ
ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ
FREE photo hosting by Fih.gr

Όποια, όποιος γνωρίζει ελάχιστα
νομικά, γνωρίζει επίσης ότι το τεκμήριο της αθωότητας ειναι αναμφισβήτητο και
υπερασπιστέο ως λαϊκή κατάκτηση που προέκυψε με μακροχρόνιους αγώνες ενάντια
στην αυθαιρεσία της κάθε εξουσίας. Επίσης γνωρίζει ότι αυτό συνοδεύεται από το
εύλογο αξίωμα ότι απαιτείται δίκαιη δίκη για κάθε υπόθεση και εντός εύλογου
χρονικού διαστήματος. Όποια, και όποιος συμμετέχει στα κοινωνικά κινήματα
γνωρίζει ότι απαιτούν δικαιοσύνη για τα θύματα διαφόρων κακουργημάτων, όπως
είναι ο βιασμός, η συζυγοκτονία, ο φόνος ενός διαδηλωτή ή μιας διαδηλώτριας, ο
εξαναγκασμός στην πορνεία ή το τράφικινγκ με άλλα επίδικα (μεταμόσχευση
οργάνων, εργασία, παιδική εκμετάλλευση) κοκ.. Ξέρει καλά ότι η κινητοποίηση
στηρίζεται στη βάση επαρκών στοιχείων ότι τα κακουργήματα αυτά έχουν τελεστεί
ενώ σε πολλές χώρες υπάρχει το δικαίωμα (παράστασης) πολιτικής αγωγής στα
δικαστήρια. Στην Ελλάδα δεν υπάρχει τέτοιο δικαίωμα από το Σύνταγμα, αλλά θα
διεκδικηθεί κατά την επόμενη συνταγματική μεταρρύθμιση.

Σίσσυ Βωβού


Η δικαιοσύνη και οι νόμοι συνδέονται φυσικά με την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων και τις αξίες της, έτσι τα κοινωνικά κινήματα συχνότατα ζητούν αλλαγή των νόμων διότι γνωρίζουν ότι με τους υπάρχοντες δεν θα απονεμηθεί δικαιοσύνη. Και πολλοί νόμοι έχουν πράγματι αλλάξει, αλλά και η ερμηνεία τους βασίζεται συνήθως σε μια συντηρητική κοινωνική ιδεολογία, διότι το δικαστικό σύστημα είναι ο ισχυρότερος ιδεολογικός μηχανισμός του κράτους. Εξού και η ριζοσπαστικοποίηση των νόμων είναι μια αργή και επώδυνη διαδικασία. Μέχρι πριν λίγα χρόνια δεν υπήρχε η έννοια βιασμός, αλλά η έννοια «εξαναγκασμός σε εξώγαμη συνουσία», που συνεπαγόταν, μεταξύ άλλων, ότι ο εξαναγκασμός σε συνουσία εντός γάμου δεν είναι κακούργημα. Η αυτοδιάθεση του γυναικείου σώματος ήταν έξω από τη λογική του νομοθέτη, επομένως σε πολλές περιπτώσεις βιασμών υποχρεωνόταν ο βιαστής να παντρευτεί το θύμα για να μην διωχθεί, ενώ αν το θύμα δεν το αποδεχόταν αυτή η άρνηση θα είχε καταστρεπτικές συνέπειες για την υπόλοιπη ζωή της.

Ακόμα και μετά την αλλαγή του νόμου, οι δικαστές συχνά ρωτούν την παθούσα γιατί φόραγε ντεκολτέ, γιατί κυκλοφορούσε μία η ώρα τη νύχτα μόνη της και μήπως τα ήθελε. Ο εξευτελισμός των θυμάτων βιασμού από τους συνηγόρους των κατηγορουμένων, που οι κατηγορούμενοι συνήθως επιλέγουν να είναι γυναίκες, ήταν και είναι τόσος, που ελάχιστες γυναίκες φτάνουν στο ακροατήριο για να απαιτήσουν την τιμωρία του βιαστή τους. Γνωρίζουμε φυσικά, πως τα δικαστήρια και οι νόμοι βασίζονται στην υπάρχουσα καπιταλιστική και πατριαρχική τάξη πραγμάτων. Χρειάστηκαν πάνω από δέκα χρόνια μετά την ανάπτυξη των κυκλωμάτων σωματεμπορίας και καταναγκαστικής πορνείας στην Ελλάδα, ώστε να ψηφιστεί ο νόμος για τη διεθνική σωματεμπορία το 2002, που έγινε η βάση για τις δίκες που ακολούθησαν. Το 1998 υπήρξε μια καταγγελία σε εισαγγελέα για τράφικινγκ στη Σαντορίνη, εγκλεισμό αλλοδαπών γυναικών και εξαναγκασμό τους σε πορνεία με συνενοχή αστυνομικών. Χαρακτηριστικό είναι ότι ο καταγγέλλων Παναγιώτης Βήχος από κατήγορος μετατράπηκε σε κατηγορούμενο, όταν στη συνέχεια στήθηκαν παρακρατικοί μηχανισμοί που τον παρέπεμπαν για άλλα εξευτελιστικά και αδιανόητα κακουργήματα. Ο Βήχος απαλλάχθηκε τελικά, το 2011, μετά δηλαδή από 13 χρόνια. Το φεμινιστικό κίνημα αγωνίστηκε στο πλάι του για την καταδίκη των μαστροπών και των συνενόχων τους και μετέπειτα για την αθώωση του Βήχου. Καταδίκη των μαστροπών δεν υπήρξε στη συγκεκριμένη υπόθεση, νόμος για τη διεθνική σωματεμπορία δεν υπήρχε εκείνη την εποχή, δεν καταδικάστηκε ούτε ένας κατηγορούμενος, πολίτης ή αστυνομικός. Αυτό που δίδαξε η δικαιοσύνη στον κάθε πιθανό Βήχο και στις γυναίκες ήταν ότι τα φαινόμενα αυτά είναι ανεκτά από την κοινωνία μας, άρα όποιος θέλει μπορεί να κάνει τράφικινγκ. Με βάση τον καινούριο νόμο, για τον οποίο αγωνίστηκε το φεμινιστικό κίνημα, υπάρχουν πλέον κάποιες καταδίκες μαστροπών και τράφικερς, ιδίως των μικρών ή μικρομεσαίων κυκλωμάτων. Όμως τα μεγάλα κυκλώματα την βγάζουν ακόμα καθαρή ή με μικρές ποινές που βεβαίως δεν αναιρούν το τεράστιο οικονομικό όφελος που τους έχει προσπορίσει αυτή η δραστηριότητα.

Πώς λοιπόν θα διαφυλάξουμε το τεκμήριο της αθωότητας και συγχρόνως να απαιτούμε δίκαιη δίκη; Τίθενται μια σειρά σημαντικά ερωτήματα: Τα δικαστήρια που βγάζουν αποφάσεις βασίζονται σε σωστούς νόμους; Αυτούς που υπάρχουν τους εφαρμόζουν αμερόληπτα; Οι δικαστές/στίνες μένουν ανεπηρέαστοι/ες από την κυρίαρχη πατριαρχική ιδεολογία; Πρέπει τις αποφάσεις τους να τις αποδεχόμαστε; Ποιο δικαστήριο είχε τη σωστότερη μέθοδο για τη δίκη του Βήχου, το ελληνικό που τον παρέπεμπε από δίκη σε δίκη ή το Ευρωπαϊκό που καταδίκασε την Ελλάδα γι’ αυτή την υπόθεση; Την απόφαση ποιού δικαστηρίου πρέπει να σεβαστούμε; Πώς είναι δυνατόν να αιωρούνται υποθέσεις για 8-13 χρόνια (όπως η προαναφερόμενη) και να θεωρείται αυτό απόδοση δικαιοσύνης; Πού τελειώνει το δικαίωμα του κατηγορούμενου με το τεκμήριο της αθωότητας και πού αρχίζει το δικαίωμα του παθόντα ή της παθούσας, ή ακόμα και το «δικαίωμα» στην αρνησιδικία που τόσο συχνά εξασκείται, με αποτέλεσμα να μην βρίσκουν δικαιοσύνη τα θύματα; Που τελειώνει η νομική διάσταση μιας υπόθεσης, πού αρχίζει η κοινωνική ή πώς διαπλέκονται ή συναντιούνται;

Πολλά τα ερωτήματα και εύλογες οι απαντήσεις της υπογράφουσας, η οποία δεν είναι αμερόληπτη αλλά στέκεται στην πλευρά της κοινωνικής δικαιοσύνης και απαιτεί την απόδοση δικαιοσύνης σε όλες τις υποθέσεις, με έμφαση σε αυτές που αφορούν οποιασδήποτε μορφής βίας κατά των γυναικών. Επικεντρώνομαι λοιπόν στο θέμα του δικαιώματος των γυναικών για δικαιοσύνη, σε κάθε μορφής πατριαρχικής βίας εναντίον τους, το οποίο δυστυχώς υστερεί προφανώς στη συνείδηση πολλών αριστερών μπροστά στο τεκμήριο αθωότητας του κατηγορούμενου. Όταν γίνεται έκκληση από τις γυναίκες για δίκαιη δίκη, για να πάψει η αρνησιδικία που επιδεικνύουν τα δικαστήρια με τις επανειλημμένες αναβολές, αυτή η έκκληση δεν εισακούγεται. Αντιπαρατίθεται το τεκμήριο της αθωότητας ως ένα τεράστιο φετίχ, και η απόδοση δικαιοσύνης για τις γυναίκες ούτε καν συζητείται, γιατί ελάχιστα ενδιαφέρει. Αντίθετα, οι ίδιοι αριστεροί διαδηλώνουν μπροστά στο δικαστήριο της Ευελπίδων απαιτώντας την τιμωρία των φασιστών που μαχαίρωσαν Αφγανούς πρόσφυγες, έχοντας πιστέψει τις αναμφισβήτητες καταγγελίες των Αφγανών προσφύγων. Αυτή η απαίτηση για δίκαιη δίκη είναι εύλογη, ενώ η απαίτηση για τις γυναίκες θύματα πατριαρχικής βίας, επισκιάζεται από τη μονομερή εμμονή στο τεκμήριο αθωότητας του κατηγορούμενου. Κρίμα που κυριαρχούν και στην Αριστερά μας τα δύο μέτρα και δύο σταθμά, όπου οι ζωές και τα δικαιώματα των γυναικών έχουν μικρότερη αξία από ότι των ανδρών!

Φαίνεται, ότι η ανωτέρω συνομοταξία, θεωρεί ότι η δικαιοσύνη για τα εγκλήματα κατά των γυναικών μπορεί να περιμένει. Ως κίνημα για την κοινωνική δικαιοσύνη, πρώτον, αγωνιζόμαστε για μια κατά τον Μαρξ κοινωνία «πέραν του Δικαίου» και, δεύτερον, δεν υποτάσσουμε την πολιτική και την ανάλυσή μας στα δικαστήρια και στις αποφάσεις τους διότι συχνά αθωώνουν ενόχους ή καταδικάζουν αθώους, από σκοπιμότητα και πολιτικές ή κοινωνικές πιέσεις. Αλίμονο στο κίνημα που θα παραιτηθεί από τις αξιώσεις του για δικαιοσύνη και από τους αγώνες του. Αλίμονο σε αυτούς και αυτές που καταγγέλλουν το φεμινιστικό κίνημα επειδή τολμά να ζητά δικαιοσύνη για τις γυναίκες-θύματα βίας. Και αλίμονο σε όσους και όσες πιστεύουν πως ότι είναι νόμιμο είναι και ηθικό, ή αντίστροφα.

Σίσσυ Βωβού
svovou@otenet.gr