Κυριακή, 15 Απριλίου 2012

Τω αγνώστω ... θεώ


Τω αγνώστω ... θεώ

Η Άννα μου’πε Παύλο η Αθήνα
είναι τρελή

τη νύχτα ολοφώτιστη τη μέρα
σκοτεινή

(Π. Σιδηρόπουλος)





FREE photo hosting by Fih.gr
Η πιο συχνή κριτική που
ακολουθεί την δημσίευση ενός άρθρου μου είναι ότι είναι μεγάλο. Η «κλασική»
απάντηση «γράφω πολύ γιατί σκέφτομαι λίγο», τις περισσότερες φορές δεν είναι
πειστική και σίγουρα δεν είναι απολύτως ειλικρινής! Το μέγεθος των κειμένων
προκύπτει από επιλογή που εδράζεται στο γεγονός ότι η εκφώνηση της θέσης
πρέπει να συνοδεύεται από ένα αναλυτικό και συγκροτημένο σκεπτικό. Αλλιώς
ελοχεύει ο κίνδυνος μία σωστή θέση -ακόμα και από ένστικτο- να υλοποιηθεί
λάθος αφού δεν θα λαμβάνει υπόψιν της τις σωστές παραμέτρους ή οι παράμετροι
αυτές, δεν διευκρινίζονται από αδυναμία ή ιδιοτέλεια. Ένα τέτοιο παράδειγμα
είναι και η κριτική του σ. Δημήτρη Μητρόπουλου (http://www.politikokafeneio.com/neo/modules.php?name=News&file=article&sid=2132)
όπου παρά το γεγονός ότι εξάγει τελικά το ίδιο συμπέρασμα και καταλήγει στην
ίδια θέση με αυτή που εκφράζεται στην τοποθέτηση με τον τίτλο « αν το ευρώ δεν
είναι ταμπού ... γιατί η δραχμή να γίνει τοτέμ;» (http://www.tometopo.gr/home/ideas/538-a-----------.html),
ακολουθεί μία διαφορετική συλλογιστική.

Μπάμπης Χριστακόπουλος


Δεν θα ασχοληθούμε με το νόημα του κειμένου λοιπόν, ούτε θα εξάγουμε κάποιο συμπέρασμα με αφορμή την λάθος ανάγνωση του κειμένου μολονότι η αναπαραγωγή του τίτλου του, δεν ήταν η σωστή.
Θα επιδιώξουμε όμως να δούμε κάποια σημεία που χρήζουν παραπέρα εξέτασης.

Ειλικρίνεια, ενότητα ή εξυπνακισμός

Διαπιστώνει ο σύντροφος Μητρόπουλος, καταρχάς μία προσπάθεια «ακροβασίας» μεταξύ της ειλικρίνειας και της ενωτικότητας. ενώ καταλήγει επίσης στο συμπέρασμα ότι η θέση «το € δεν είναι ταμπού» είναι εξυπνακισμός! Στο ίδιο μήκος κύμματος, ο σύντροφος Β. Αντωνίου σημειώνει ότι « όταν είσαι πολιτικός χώρος - πολύ περισσό�e84ερο όταν προσδιορίζεσαι ως ριζοσπαστική αριστερή πολιτική δύναμη- οφείλεις να έχεις μία σαφή και καθαρή πολιτική γραμμή, ενώ ταυτόχρονα διαχωρίζει το πολιτικό υποκείμενο από το κίνημα και την συνειδητότητά του.

Ας λύσουμε λοιπόν αυτό το ζήτημα μία και καλή σημειώνοντας ότι το Μέτωπο Αλληλεγγύης & Ανατροπής δεν είναι τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο από την προσπάθεια ή όπως λέμε την πρωτοβουλία για την συγκρότηση ενός ευρύτατου μετώπου. Αν δεν θέλουμε λοιπόν να πέσουμε και εμείς αντίστοιχα στην παγίδα της μετωπολογίας οπως και άλλοι πολιτικοί ή μη φορείς που εξαγγέλουν μέτωπα όπως κάποτε γεννιώντουσταν οι χρηματιστηριακές, οφείλουμε να ακολουθήσουμε την σταθερή, συνολικά αποφασισμένη γραμμή της ενότητας, χωρίς ταμπού. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει λοιπόν προσπάθεια ακροβασίας παρά μόνο από αυτούς που έχουν μπλέξει τον πολιτικό φορέα του συμμετέχουν σήμερα με έναν πολιτικό φορέα που θα ήθελαν για το μέλλον. Αυτή η απάντηση, αφορά και τον σ. Αντωνίου που βεβαίως σωστά το θέτει το ζήτημα σε σχέση με την αναγκαιότητα «καθαρής γραμμής» και στο ζήτημα του διαχωρισμού του κινήματος από το πολιτικό υποκείμενο, αλλά αυτό αφορά τα κόμματα και όχι γενικώς τους πολιτικούς φορείς. Στην δική μας περίπτωση του Μ.Α.-Α. η πέραν πάσης αμφιβολίας ξεκάθαρη θέση εκφράζεται από την απόφαση της Β’ Πανελλαδικής συνάντησης τονίζοντας στο 3ο σημείο της απόφασης, ότι «... Την ίδια στιγμή αισθανόμ�eB1στε θλίψη γιατί, με τους στενούς κομματικούς ορίζοντες που συχνά νοηματοδοτείται, μια αριστερά διαχωρισμένη σε πολλαπλά σχήματα οδηγείται βαθμιαία σε μια αριστερά διασκορπισμένη σε πολλαπλά «μέτωπα».

Ως Μέτωπο Αλληλεγγύης και Ανατροπής διασαφηνίσαμε γρήγορα, αξιοποιώντας θετικές και αρνητικές εμπειρίες που είχαμε, ότι είμαστε κυρίως μια πρωτοβουλία για ένα μέτωπο που απαιτεί ευρύτατες δυνάμεις. Η προσπάθειά μας ταυτίζεται με αυτό το στόχο.» και συνεχίζοντας η απόφαση συμπληρώνει « ... Η τύχη του ΜΑΑ, η επιτυχία ή η αποτυχία του, είναι ταυτισμένη με τη μετωπική ενότητα. Αυτό για πολλούς φαίνεται ως μειονέκτημα. Εμείς το αισθανόμαστε τελικά ως πλεονέκτημα γιατί μας προσφέρει τη δυνατότητα να απαντήσουμε με ειλικρίνεια στη δίκαιη καχυποψία των πολιτών απέναντι σε κάθε τι που έχει σχέση με εξουσία και πολιτικά αξιώματα.»

Αντέχει η κοινωνία ... το κράτος του ΠΑΣΟΚ;

Στο δεύτερο από τα τέσσερα σημεία που βρίσκει προβληματικά ο σ. Μητρόπουλος κρίνει την ανάλυση και το συμπέρασμα σε σχέση με την κατάσταση της κοινωνίας ενώ σημειώνει οτι «η σημερινή κοινωνία είναι τόσο ευρωσκεπτήστρια όσο ποτέ.» Ωστόσο αποφεύγει να εμβαθύνει περισσότερο και να αντικρούσει το συμπέρασμα που διατυπώνεται και χαρακτηρίζεται ως «συναισθηματικό διαζύγιο». Επειδή ωστόσο μπορεί απλά να παρέλειψε να το σημειώσει, θα είχε ενδιαφέρον να μας ενημερώσει αν κρίνει ότι η κοινωνία (και πολύ περισσότερο ποια στρώματά της) είναι έτοιμα να συγκρουστούν σήμερα με την €ζώνη.

Και ενώ στο ίδιο σημείο του κειμένου κρίνει αρνητικά την τοποθέτηση του τι «αντέχει» η κοινωνία, προσπαθεί να καταρρίψει το επιχείρημα για την ορθότητα της θέσης για την εθνικοποίηση των τραπεζών αντιπαραβάλοντας την ενδεχώμενη φοβία της κοινωνίας λόγω της εικόνας που έχει από το «κράτος» που έστησε το ΠΑΣΟΚ. Δηλαδή ενώ αρχικά βλέπει ως σφάλμα της ανάλυσης το να λαμβάνουμε υπόψιν μας τις «αντοχές» τις κοινωνίας μιάς και έτσι το εξέλαβε και παρά το γεγονός ότι στο αρχικό άρθρο εξηγείται πλήρως τι περικλείει αυτή η φράση που ούτως ή άλλως δεν διατυπώθηκε έτσι, προβάλει σαν επιχείρημα την αντίληψη της κοινωνίας για το κράτος.

Πέρα όμως από την εσωτερική αντίφαση που φαίνεται ξεκάθαρα αλλά και την άλλη που θα δούμε στη συνέχεια αναφορικά με το τι χρειάζεται για το μέλλον, να ξεκαθαρίσουμε το κρίσιμο πολιτικό και θεωρητικό σημείο που προκύπτει. Είναι απόλυτα σαφές ότι η έννοια του κράτους δεν έχει καμία σχέση με αυτό που ονομάζουμε σήμερα «αστικό κράτος», πολλώ δε μάλλον κράτος του ΠΑΣΟΚ. Το κύριαρχο πρόβλημα που ανακύπτει δηλαδή, είναι ότι ο σύντροφος οραματίζεται και σχεδιάζει την επόμενη ημέρα επάνω στα ερείπια ενός κυριολεκτικά τελειωμένου μοντέλου αστικής διοίκησης. Αρκεί μία δεύτερη ανάγνωση στο σημείο που σχολιάζει, για να ξεδιαλύνει τον προβληματισμό του « ... η άλλη μισή αλήθεια είναι ότι αν δεν διαρραγεί η συνέχεια του αστικού κράτους, αν δεν καταγγελθεί και δεν ανατραπεί η κυβέρνηση, αν δεν διοικηθεί η κοινωνία την επόμενη ημέρα από επαναστατική κυβέρνηση με αποφασιστική συμμετοχή του λαϊκού παράγοντα δεν είναι δυνατός ο οποιοσδήποτε μετασχηματισμός.»

Αυτό λοιπόν από μόνο του σημαίνει - για να το συνδέσουμε και με την γενικότερη θέση- αν δεν υπάρξει απάντηση, όραμα, νέο μοντέλο για την επόμενη ημέρα, πειστική πρόταση που να βάζει τα πραγματικά και όχι τα ψευτοδιλληματικά ζητήματα, όπως πολύ σωστά σημειώνει, τότε κανείς δεν θα στοιχειθεί πίσω από οποιαδήποτε οικονομίστική η μη θέση και μόνο. Τουλάχιστον με τους όρους που είναι απαραίτητοι για την ανατροπή του συστήματος. Άρα λοιπόν το ερώτημα που χρήζει απάντησης και την οποία δεν την δίνει παρά μόνο με ευχολόγια ο σύντροφος, είναι όχι το τι αντέχει η κοινωνία καθώς ούτως ή άλλως δεν τέθηκε έτσι το ζήτημα, αλλά τι πρέπει να πράξουμε εμείς για να αντέξει (δηλ. να συμμετάσχει) η κοινωνία. Σε κάθε περίπτωση πάντως και σωστά καταλήγει, δεν τίθεται θέμα θέσης για έξοδο από την €ζώνη, αλλά συγκρότησης της συνολικής απάντησης. Και για να αποφύγουμε κάποια εκ νέου παρερμηνεία, πρέπει να γίνει απόλυτα κατανοητό ότι αυτό που ονομάζουμε μεταβατικό πρόγραμμα είναι στην πραγματικότητα τα πρώτα βήματα του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας και όχι δικαιότερη «διαχείρηση» του καπιταλιστικού συστήματος προς όφελος του λαού. Αυτό δηλαδή προϋποθέτει απριόρι την πραγματική και όχι την εκτιμούμενη διάθεση της κοινωνίας να συγκρουστεί με το σύστημα, αλλά κυρίως την αδιαπραγμάτευτη προσύλωση στα καθήκοντα της συγκρότησης του μεγαλύτερου «συγκρουσιακού» και επαναστατικού υποκειμένου. με όσο το δυνατόν περισσότερα στρώματα της κοινωνίας.

Κοινωνικές και πολιτικές συνεργασίες (με ποιούς πάμε)

Από το άρθρο, προκύπτει ξεκάθαρα για μία ακόμη φορά η ούτως ή άλλως γνωστή σε όλους θέση ότι ελάχιστα μπορούν να αλλάξουν οι κοινωνικοί συσχετισμοί χωρίς την αποφασιστική συμμετοχή του λαϊκού παράγοντα. Θέση στην οποία φαντάζομαι ότι είμαστε σύμφωνοι. Το ζήτημα όμως το οποίο θέτει ο σύντροφος στην πραγματικότητα, αναδυκνύει ένα σοβαρό θεωρητικό και όχι τακτικό ζήτημα που χρειάζεται απάντηση και αφορά συνολικά και όχι μόνο την επί μέρους, δηλαδή στην συγκεκριμένη χρονική συγκυρία, τακτική των συνεργασιών που δεν έχει αναπτυχθεί επαρκώς στο άρθρο. Έτσι θα μείνουμε στην θεωρητική απάντηση που περιγράφει επαρκώς ο ίδιος ο Μάρξ, αλλά και άλλοι θεωρητικοί, με την ανοδική και την καθοδική γραμμή της επανάστασης.

Το ζήτημα λοιπόν και σε αυτό το σημείο που καταρχάς θα έπρεπε να μας απασχολήσει δεν είναι να προσδιορίσουμε τις κοινωνικές και τις πολιτικές δυνάμεις που μπορούμε να συνεργαστούμε μόνο, αλλά ποιοι από εμάς συμφωνούμε σε έναν τελικό στόχο, αποφασίζουμε να το επιτύχουμε και πως, και εν τέλει επιλέγουμε και την διαδρομή.

Με μια λέξη το ζήτημα που θα πρέπει να μας απασχολήσει είναι ποιοι θα ανέβουν στο τρένο καταρχήν και ύστερα ποιος είναι ο επόμενος σταθμός. Πολλώ δε μάλλον να δωθεί εκ των προτέρω απάντηση και για το βαγόνι που πρέπει να επιλεγεί. Συμπληρωματικά λοιπόν καλό θα ήταν καταρχήν να υπάρξει μια συλλογική εκτίμηση για τους επιβάτες και τον σταθμό, δηλαδή για το πρόγραμματα και τις δυνάμεις που καλούνται να το υλοποιήσουν, στην συνέχεια η συμφωνία για το βαγόνι δηλαδή για το ποιο είναι εκείνο το μέρος του προγράμματος που θα μας προχωρήσει τελικά.

Ακόμα όμως και οι παραπάνω προϋποθέσεις να υλοποιηθούν, το κύριο και κυρίαρχο σημείο είναι ο τρόπος και η διαδικασία της απόφασης να «γειώνεται» στις ανάγκες της εκάστοτε συγκυρίας και να αντλεί τα συμπεράσματα και τα διδάγματα που το ίδιο το κίνημα μας επιβάλει. Δεν μπορεί για παράδειγμα μία διαδικασία που επιχειρεί να απαντήσει στα καίρια προβλήματα της συγκυρίας και όπου ένα από αυτές -για πολλούς το κυρίαρχο- είναι το ζήτημα της δημοκρατίας, να σχεδιάζει και να υλοποιεί χωρίς την απαραίτητη πολιτική εξουσιοδότηση και νομιμοποίηση. Αυτό άλλωστε ήταν ένα από τα διδάγματα των πλατειών. Ένα ακόμα δίδαγμα επίσης ήταν ότι η σύνθεση των απόψεων όχι μόνο εξασφαλίζει μεγαλύτερη αποδοχή των αποφάσεων αλλά ταυτόχρονα εξασφαλίζει την συνέχιση της διαδικασίας μακροπρόθεσμα ακόμα και σε επί μέρους συνθήκες υπάρχουν διαφωνίες. Έτσι λοιπόν ένα αβίαστο συμπέρασμα είναι ότι η όποια απόφαση περί συνεργασιών, κύριο κριτήριο θα πρέπει να έχει την προσπάθεια εξασφάλισης της συνέχειας της διαδικασίας συναπόφασης. Μπορεί βέβαια αυτή η διαδικασία να μην αποδίδει άμεσα τα πολιτικά αποτελέσματα που θα θέλαμε ενδεχομένως, αλλά στον αντίποδα, κάθε πράξη που δεν είναι διαίρεση, έχει περισσότερες πιθανότητες να είναι πρόσθεση ή πολλαπλασιασμός (δυνάμεων).

Η θολή τοποθέτηση και τα ανοιχτά αυτιά

Η άποψη ότι ο λαός έχει τα αυτιά του ανοιχτά να ακούσει προτάσεις, λύσεις και οράματα είναι σωστή. Είναι αλήθεια και ότι μέρος του και όχι το σύνολό του έχει την διάθεση να αγωνιστεί (όχι απαραίτητα να συγκρουστεί). Η θέση όμως που προβάλλεται στην πρώτη πρόταση της παραγράφου « ... για τον δίαυλο με την κοινωνία που σου ανοίγει η θολή τοποθέτηση για το ευρώ...», έρχεται σε αντίθεση με την αρχική θέση για την φανταστική συζήτηση με την οποία είμαστε σύμφωνοι αλλά επίσης έρχεται σε αντίφαση και με την προτροπή να οριστούν οι κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις ( ενώ όπως είδαμε και νωρίτερα ο ίδιος δεν τις προσδιορίζει), αφού ο όρος κοινωνία πέραν του ότι είναι απολύτως γενικός και περιλαμβάνει και κομμάτια της αστικής τάξης, θολώνει την διόπτρα στόχευσης, μιας και δεν ξεκαθαρίζει απόλυτα τα χαρακτηριστικά του «κοινού» που απευθυνόμαστε. Για να το βάλουμε σε μια άλλη βάση. Στο ενδεχόμενο που κομμάτια της αστικής τάξης «πεισθούν» για την ανάγκη εξόδου από την €ζώνη - προς όφελος πάντα των συμφερόντων τους- αυτό σημαίνει ντε φάκτο ότι η έξοδος θα είναι και προς όφελος του λαού; Αντίθετα θα λέγαμε ότι πρέπει να μας προβληματίσει δύο φορές παραπάνω ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Από την άλλη, και αυτό είναι και το πραγματικό πολιτικό επίδικο, μία τέτοιου είδους συγκεκριμενοποίηση, περιορίζει δραστικά την διεισδυτικότητά μας στην κοινωνία. Είναι βέβαια δικαίωμα του καθενός να εκτιμά ότι με την υποτιθέμενη «καθαρότητα» και την ιδεολογική πρωτοπορεία (αφού αυτά τα δύο στν πραγματικότητα είναι αληλένδετα) που διεκδικεί με αυτή την στάση να ελπίζει ότι θα κάνει την παρέμβασή του πιο μαζική, αλλά θα πρέπει να έχουμε πάντα κατά νου ότι καμία τέτοιου είδους τακτική στην ιστορία των κινημάτων δεν έχει οδηγήσει σε πολιτική ανατροπή και πραγματική λαϊκή δημοκρατία, το αντίθετο μάλιστα, παρά το ότι το πρόσημο ήταν «αριστερό».

Η σύγχυση και η αναστήλωση

Παρά το γεγονός ότι η θέση « Κοινός τους παρανομαστής η συντήρηση της σύγχυσης, η απουσία εναλλακτικής πρότασης πολιτικής και οικονομικής, η ανυπαρξία σχεδίου και θέλησης για σύγκρουση με τους δανειστές και την ευρωζώνη σαν εγγυητή των συμφερόντων των τραπεζών» χωρά μεγάλη συζήτηση μιας και περιέχει μία γενίκευση, ποιοι δηλαδή δεν θέλουν και ποιοι δεν μπορούν, αλλά και μία απλοποίηση αναφορικά με το ποιανού είναι τα συμφέροντα που εξυπηρετούνται, δεν θα σταθούμε σε αυτό το σημείο γιατί είναι ζήτημα ανάλυσης με το οποίο αφενός δεν ασχοληθήκαμε στο αρχικό άρθρο και αφετέρου, χρειάζεται ιδιαίτερη επεξεργασία και στον πυρήνα αλλά και την εκφορά του. Ωστόσο η αναφορά στους κινδύνους που ελοχεύουν από την συντήρηση της σύγχησης φαίνεται να αποδέχεται την αδυναμία παρέμβασης-λες δηλαδή και θα παίζουν μπάλα ερήμην της αριστεράς και της κοινωνίας, εσαεί-, αλλά κυρίως αναπαράγει τα φοβικά σύνδρομα της μη όξυνσης και αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο λύσης των προβλημάτων από το ίδιο το σύστημα.

Γίνεται σοσιαλισμός σε μία χώρα;

Ανεξάρτητα από την φαινομενικά κοινή μας θέση, για την «φανταστική συζήτηση», τίθεται εκ νέου το ερώτημα για το € ή το εθνικό νόμισμα και συνδέεται παράλληλα με το ζήτημα της οικοδόμησης του σοσιαλισμού σε μια ή σε όλες τις χώρες. Ο σύντροφος Μητρόπουλος, το συγκεκριμένο ζήτημα, δεν το θεωρεί «φανταστικό» αφού το θέτει και έχει δίκιο. Το ζήτημα της οικοδόμησης του σοσιαλισμού, σαν ένα σοβαρό επιστημονικό ζήτημα είναι ένα ζήτημα «επιστημονικής φαντασίας» σε σχέση με την κατάσταση και την δυναμική του κινήματος σήμερα. Παρόλαυτα, είναι γνωστό σε όλους ότι αν ανατρέξουμε στην ιστορική μας εμπειρία για να εξάγουμε μια απάντηση, τότε θα διαπιστώσουμε ότι η απάντηση είναι αντιφατική. Αφενός διότι μπορεί να οικοδομηθεί σοσιαλισμός σε μία χώρα (ή σε ένα σύμπλεγμα χωρών), δεν μπορεί όμως αντίστοιχα να σταθεί χωρίς τους απαραίτητους συμβιβασμούς που θα εξασφαλίζουν τις αρμονικές συνυπάρξεις.

Αυτό ωστόσο είναι μία πρώτη και επιφανειακή απάντηση. Στην πραγματικότητα το ζήτημα δεν τίθεται σε αυτή την βάση. Για την ακρίβεια μια τέτοια προσέγγιση είναι αυθαίρετη. Το πραγματικό ζήτημα, αφορά την συμμετοχή, την ένταξη, την παρουσία και το ρόλο μιας όχι αυτάρκους χώρας -στην προκειμένη περίπτωση της Ελλάδας- στον διεθνή καταμερισμό εργασίας.

Ωφείλουμε λοιπόν, την σωστή ιδεολογικά θέση περί μη συμμετοχής σε ιμπεριαλιστικούς σχηματισμούς, να την μετατρέψουμε σε παραγωγή πολιτικής, δηλαδή σε συγκρότηση πρότασης που αντί να αναπαράγει τα αστικά διλλήματα από την ανάποδη όπως επιχειρείται από πολλές παλιές και φρέσκες συλλογικότητες της αριστεράς, να προβάλει το όραμα για την επόμενη ημέρα, να δίνει την ελπίδα μιας νέας εποχής. Σε αυτή την βάση λοιπόν και αφού δεν φαίνεται στην παρούσα φάση να υπάρχει ή να μπορεί να υπάρξει συσπείρωση χωρών ή αλλιώς οι απαραίτητοι διεθνείς συσχετισμοί που θα εξασφαλίσουν τις αναγκαίες συνθήκες για μία διαφορετικού τύπου ανάπτυξη της οικονομίας, η όποια θέση, θα πρέπει να συνοδεύεται απαραίτητα με το αναγκαίο πρόγραμμα που θα ορίζει εξαρχής τους απαραίτητους κοινωνικούς και οικονομικούς μετασχηματισμούς. Τα στάδια και τις προϋποθέσεις μετεξέλιξης και κυρίως και ίσως πρώτιστα το τελικό στάδιο της νέας κοινωνίας. Γνωρίζουμε ήδη ότι η εκφώνηση θέσεων μαρκίζας συνθηματολογικού χαρακτήρα, αφενός έχουν κουράσει την κοινωνία και αφετέρου είναι μία από τις κύριες τακτικές των αστικών κομμάτων που σφετερίζονται και εκμεταλεύονται την λαϊκή ανάγκη.

Γνωρίζουμε από τώρα επίσης, ότι μία πρώτη και σχεδόν αφοπλιστική ερώτηση θα ήταν πως σήμερα που είναι τόσο ρευστές οι συνθήκες, που οι συσχετισμοί δυνάμεων είναι τόσο ανισοβαρείς, πως μπορεί κανείς να προδιαγράψει μία τροχιά εξέλιξης, τα στάδια και την χρονική διάρκεια; Δεν θα απαντήσουμε όμως πως αν είναι τόσο ρευστά τα πράγματα πως μπορούν και αυτοί με τόση βεβαιότητα και τόση ευκολία, να προσπαθούν να μας πιέσουν ότι η έξοδος από την €ζώνη είναι η μόνη και σίγουρη λύση στο πρόβλημα;

Θα απαντήσουμε ότι παρά την ιδιαίτερή τους αντίληψη για την πολιτική και την θεωρία, η βάση του σχεδιασμού και άρα του όποιου προγράμματος βασίζεται στην αναγκαιότητα και ταυτόχρονα στη υποχρέωση, κάθε φορά να εκτιμώνται οι συνθήκες, οι διεθνείς συσχετισμοί, η οικονομική, η παραγωγική και κοινωνική κατάσταση της χώρας και των πολιτών.

Αποφεύγει επίσης να ασχοληθεί με τον χαρακτήρα των συνθημάτων όπου αποτέλεσε μία από τις βασικές αιτίες που προκάλεσε την συγγραφή του άρθρου. Μολονότι λοιπόν, φαίνεται να αγνοεί την λειτουργικότητα τους και κατ’επέκταση τον σχεδιασμό που είναι απαραίτητος για την πολιτική πάλη, την αφύπνιση του λαού και την συνειδητοποίηση του, προβάλει αντιπαραθετικά - μόνο με μία ακόμη διαπίστωση και τίποτα παραπάνω - το ζήτημα της προγραμματικής διεξόδου που σωστά διαπιστώνει ότι δεν το έχουμε συνολικά η αριστερά και κατ’επέκταση και το ΜΑΑ. Μα τα συνθήματα είτε αυτά είναι κεντρικά, είτε ζύμωσης, είτε διεκδικητικά χρησιμοποιούνται και μπορούν να έχουν αποτέλεσμα, μόνο όταν προκύπτουν από ένα συγκροτημένο - σωστό- πρόγραμμα και εφόσον χρησιμοποιούνται σωστά.

Κι όμως η γη γυρίζει!

Επιχειρείται συνολικά από τους συντρόφους που επιμένουν ότι η θέση «το € δεν είναι ταμπού» όπως ο σύντροφος Κ. Παπουλής και ο σ. Β. Αντωνίου να μας πείσουν ότι είναι μη θέση χωρίς να αντιπαραβάλουν ούτε ένα πολιτικό επιχείρημα. Δεν θα μπούμε επίσης, στην διαδικασία να ξαναδούμε την αιτιολόγηση μιας και περιγράφονται και αναλύονται με «κουραστική» και εξαντλητική λεπτομέρεια οι λόγοι που καθιστούν την παραπάνω θέση όχι μόνο θέση, αλλά κυρίως την σωστή θέση στην βάση των πολιτικών επιλογών και του ρόλου που έχουμε επιλέξει να διαδραματίσουμε στην σημερινή συγκυρία.

Ωφείλουμε όμως να δούμε κάποια σημεία και από αυτές τις τοποθετήσεις προκειμένου να καταστεί σαφές ότι όχι μόνο αποφεύγουν να απαντήσουν στην ουσία του ζητήματος, αλλά δεν έχουν ξεκάθαρη ανάλυση της πραγματικότητας και οδηγούνται σε αντιφατικές εκτιμήσεις.

Επιγραμματικά, σ. Παπουλής γράφει: «Μια σχετικά προηγμένη καπιταλιστική οικονομία που τα χρόνια της Ε.Ε. και ιδιαίτερα του ευρώ, βάθυνε την εξαρτησή της απο το κέντρο και τώρα πια δεν μπορεί να αναπτυχθεί με καπιταλιστικό τρόπο». Σωστά διαπιστώνει ότι η τα χρόνια του € βάθυνε η εξάρτηση από το κέντρο και θα συμφωνήσουμε αν βεβαίως εννοεί το διεθνές καπιταλιστικό κέντρο παρότι ο ίδιος δεν το ξεκαθαρίζει. Ωστόσο η υπογράμμισή του προκαλεί ερωτήματα για την διαδικασία ανάλυσης που ακολούθησε και τα εργαλεία που χρησιμοποίησε δεδομένου ότι είναι γνωστό σε όσους έχουν εικόνα για την λειτουργία του καπιταλισμού ότι αυτές ακριβώς οι κρίσεις και οπωσδήποτε ο κρατικός δανεισμός που περιγράφει σε άλλο σημείο είναι το τρόπος ανάπτυξης του καπιταλισμού.

Παρακάτω ο σ. Παπουλής σημειώνει «Η Ελλάδα δεν βιώνει μια απλή οικονομκή κρίση, ή τις συνέπειες της παγκόμιας καπιταλ. κρίσης οπως την αισθάνονται άλλες ανεπτυγμ΄νες κοινωνίες, αλλά βιώνει το τέλος του ιδιου του οικονομικού μοντέλου αναπαραγωγής της, ως οικονομία και ως κοινωνία. Στην καρδιά της ελληνικής κρίσης είναι κύρια η συμμετοχή της στην ζώνη του ευρώ». Σε αυτό το σημείο επίσης, παρά την αμφισβητούμενη εκτίμηση που μόνος του έχει υπογραμμίσει, φαίνεται να αναθεωρεί την βασική θέση του ΜΑΑ για τον αδύναμο κρίκο μιάς και αποσυνδέει στην πραγματικότητα την παγκοσμιότητα της συγκεκριμένης -αλλά και κάθε άλλης θα πούμε εμείς- καπιταλιστικής κρίσης και την χαρακτηρίζει στην πραγματικότητα ελληνικό πρόβλημα. Θα ήταν μικρής σημασίας η διαφαινόμενη έλλειψη από τον συλλογισμό του της κρίσης που αντιμετώπισαν οι ΗΠΑ και που τα «απόνερά» της μας απασχολούν τώρα αν δεν οδηγούσε ο απλοϊκός συλλογισμός του στην θέση του Θ. Πάγκαλου «μαζί τα φάγαμε» ή στην δεξιά εκτίμηση ότι φταίνε οι πολιτικοί. Θα είχε όμως ακόμα μικρότερη σημασία αν χωρίς την απαραίτητη επεξεργασία δεν προσπαθούσε να αναθεωρήσει την βασική θεωρητική αρχή «το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα».

Στην συνέχεια ο σύντροφος, διατυπώνει την διαφορετικότητα στην προσέγγιση και τα καθήκοντα της αριστεράς στον βορρά και στον νότο της Ευρώπης. Διαχωρίζει επίσης και την επίδραση που έχει η κρίση στις δυνάμεις της εργασίας. Σημειώνει λοιπόν, χαρακτηριστικά: «Η επίδραση της κρίσης στις δυνάμεις της εργασίας στην Ελλάδα λοιπόν, δεν εχει καμία σχέση με τον τρόπο που επιδρά στους εργαζόμενους της Γερμανίας και του Βορρά. Τα καθήκοντα, και οι προτεραιότητες, της αριστεράς στην Ελλάδα, είναι άλλα λοιπόν από αυτά της αριστεράς του κέντρου.».

Ο Πυρήνα της σκέψης και η συλλογιστική του συντρόφου είναι σωστή. Κάθε φορά είναι διαφορετικά τα βήματα της ταξικής πάλης αφού και οι δοσμένες ( από το ίδιο το σύστημα δοσμένες δηλ.) συνθήκες είναι διαφορετικές. Ωστόσο αυτή η θέση έχει ανάγκη επαναδιατύπωσης διότι αφενός, το έλλειμμα του εργατκού δυναμικού της Γερμανίας ( περίπου 1.300.000 κενές θέσεις εργασίας), δεν προκαλεί αύξηση της αμοιβής των εργαζομένων ενώ άλλες ανεπτυγμένες χώρες του βορρά, εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν προβλήματα ανεργίας (π.χ. Φινλανδία, Δανία). Στον πυρήνα όμως του προβλήματος, με τον ένα ή τον άλλο τροπο, αν η Ελλάδα εξακολουθεί να είναι το «πειραματόζωο», τότε πολύ σύντομα, εργαζόμενοι των βορρείων χωρών, θα κληθούν να αντιμετωπίσουν παρεμφερή προβλήματα. Εκτός βέβαια, αν κάποιοι έβλεπαν την Ελλάδα πειραματόζωο για τις νέες εργασιακές σχέσεις στην Βουλγαρία ή στην Ουγκάντα.

Είδαμε λοιπόν ότι η απάντηση του συντρόφου Μητρόπουλου, αλλά και των Παπουλή και Αντωνίου σε σχέση με το σύνολο των πολιτικών επιχειρημάτων που υποστηρίζουν την θέση για έξοδο από την €ζώνη, δεν στηρίζονται σε δυνατά επιχειρήματα. Το ίδιο βεβαίως φάνηκε και από τις τοποθετήσεις που έγιναν στην 3η Πανελλαδική συνάντηση και από άλλους συντρόφους. Θα μπορούσαμε μάλιστα να γράψουμε για κάθε μία ξεχωριστά αλλά αυτό κατά μία έννοια το έκαναν μόνοι τους αναπτύσσοντας επιχειρηματολογία που στην πραγματικότητα συνηγορούσε στην άποψη ότι θα ήταν πολιτικά εσφαλμένη μία έξοδος από την €ζώνη υπό τις παρούσες συνθήκες. Χαρακτηριστική ήταν και η τοποθέτηση της σ. Αριάδνης Αλαβάνου που προχώρησε στην ανάλυσή της τόσο όσο εμείς είχαμε αποφύγει να το κάνουμε θεωρώντας ότι η οικονομική ανάλυση δεν είναι αυτή που πρέπει να οδηγεί την συνθηματολογία και τις θέσεις μας σε μία χρονική συγκυρία που έχουν προκύψει ζητήματα δημοκρατικότητας - ακόμα και αυτής της αστικής που είχαμε-, ξεπουλήματος των φυσικών πόρων που είναι απαραίτητη για την επιβίωση και την ανάπτυξη της κοινωνικής και της λαϊκής οικονομίας που κάποιου από εμάς «ονειρεύονται» για την επόμενη ημέρα καθώς και του ορατού πλέον κινδύνου αποσάθρωσης του κοινωνικού ιστού και εκφασισμού της κοινωνίας.