Πέμπτη, 5 Απριλίου 2012

Για την αυτοκτονία του Δημήτρη Χριστούλα



Για την αυτοκτονία του Δημήτρη
Χριστούλα


Η αυτοκτονία του 77χρονου Δημήτρη Χριστούλα ήταν ένα γεγονός που συγκλόνισε την κοινή γνώμη. Αν όμως έχει αυτό το χαρακτήρα, δεν είναι γιατί ήταν κάτι αιφνίδιο ή μοναδικό· απεναντίας, όπως αναφέρθηκε και στις ειδήσεις, πάνω από 1600 συμπολίτες μας επέλεξαν να θέσουν τέρμα στη ζωή τους την τελευταία τριετία, μπροστά στα αξεπέραστα αδιέξοδα της επιβίωσης. Η ενέργεια του Χριστούλα είναι συνταρακτική, ακριβώς γιατί με τον συμβολισμό της συνόψισε όχι μόνο την τύχη των άγνωστων αυτόχειρων που προηγήθηκαν, αλλά και την τύχη του ελληνικού λαού· την τύχη που θα έχουν πιθανότατα στο όχι μακρινό μέλλον αμέτρητοι άνθρωποι, αν δεν ανατραπεί η καταστροφική για το λαό πορεία που απεργάζονται και εκπληρώνουν αδίστακτα οι κυβερνώντες και η Τρόικα. Η ανακοίνωση του κινήματος «Δεν Πληρώνω» για το θέμα χαρακτηρίζει το συμβάν δολοφονία παρά αυτοκτονία, προβαίνοντας σε μερικές πολύ εύστοχες κρίσεις: «Η τοποθεσία που επέλεξε να πραγματοποιήσει την πράξη του ήταν άκρως συμβολική. Την πλατεία Συντάγματος μπροστά στο κτήριο που απεργάζονται την πολιτική δολοφονία ενός ολόκληρου λαού. Στη Βουλή. Πρόκειται για μια πράξη ανάλογη με αυτή του Τυνήσιου νεαρού Μοχάμεντ Μπουαζίζι που ήταν η σπίθα για την αραβική εξέγερση. Είναι η κυβέρνηση της τρόικας και των μνημονίων που δολοφονεί καθημερινά έναν ολόκληρο λαό».

Το σημείωμα που άφησε ο Χριστούλας και τα βιογραφικά του στοιχεία που έγιναν γνωστά δικαιολογούν τη σύγκριση με τον Μπουαζίζι. Ο 77χρονος ήταν ένας συνταξιούχος φαρμακοποιός, που είδε τα τελευταία 2-3 χρόνια τους κόπους της ζωής του να εξατμίζονται και να καταστρέφονται, ξεπέφτοντας στην ανέχεια. Σύμφωνα με μαρτυρίες γειτόνων του στα ΜΜΕ, ο Χριστούλας ήταν ένας ενεργός και συνειδητοποιημένος πολίτης, που δραστηριοποιήθηκε στο κίνημα των Αγανακτισμένων και είχε αναρτημένο στο μπαλκόνι του ένα πλακάτ του «Δεν Πληρώνω».

Η πράξη του δεν ήταν έτσι μόνο μια πράξη απελπισίας, αλλά επίσης – και μάλιστα κυρίως – μια πράξη διαμαρτυρίας και μια έκκληση για αφύπνιση και δράση προς το λαό. «Πιστεύω πως οι νέοι χωρίς μέλλον, κάποια μέρα θα πάρουν τα όπλα και στην πλατεία συντάγματος, θα κρεμάσουν ανάποδα τους εθνικούς προδότες, όπως έκαναν το 1945 οι Ιταλοί στον Μουσολίνι», καταλήγει χαρακτηριστικά στο ιδιόχειρο σημείωμά του, αφού μιλά πρώτα για την προσωπική του εξαθλίωση. Με αυτή του την τοποθέτηση και την όλη μεθόδευση της ενέργειάς του, όπως παρατηρεί σε ένα έξοχο σχόλιο στο Διαδίκτυο η Στέλλα Τρίγκα, «μετέτρεψε το προσωπικό του δράμα σε μια πολιτική πράξη»1.
Θα μπορέσει η ενέργεια του Χριστούλα να γίνει προάγγελος και αφορμή ανάλογων επαναστατικών ταραχών και εξεγέρσεων στη χώρα μας και τον ρημαγμένο ευρωπαϊκό Νότο, όπως έγινε στην Τυνησία με τον Μπουαζίζι; Κάτι τέτοιο δεν μπορούμε να το πούμε και θα ήταν ανεύθυνο να το προβλέψουμε ως βέβαιο, τουλάχιστον στο εντελώς άμεσο μέλλον. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι οι αραβικοί λαοί καταπιέζονταν από τη δικτατορική βία και βίωναν την έσχατη φτώχεια για δεκαετίες, ενώ στην Ευρώπη η καταστροφική κρίση διαρκεί 4 χρόνια, ένα διάστημα όχι μικρό αλλά ίσως όχι ακόμη αρκετό για να έρθει η πλειοψηφία του λαού στην κατάσταση που αφήνει ως μόνη διέξοδο την επανάσταση και να βγάλει τα αναγκαία συμπεράσματα. Χωρίς να αποκλείεται τίποτα, η ως τώρα εμπειρία δείχνει ότι ο ρυθμός των εξελίξεων στην Ευρώπη είναι πιο αργός.

Ανεξάρτητα όμως από το πώς ακριβώς θα εξελιχθούν τα πράγματα, γεγονότα όπως η αυτοκτονία του Χριστούλα αφυπνίζουν τον κόσμο και επιταχύνουν τις εξελίξεις. Ήδη, η αντίδραση των επίσημων εκπροσώπων του κατεστημένου, με τα κροκοδείλια δάκρυα των περισσότερων, κάνει φανερή την υποκρισία όσων οδήγησαν το λαό στο πλήρες αδιέξοδο και ενισχύει την οργή εναντίον τους. Ακόμη περισσότερο όταν οι ίδιοι προβαίνουν σε κυνικές και προκλητικές δηλώσεις, όπως εκείνη του Μπεγλίτη, που έφτασε ουσιαστικά να αποδώσει στον αυτόχειρα το φταίξιμο για την πράξη του, χωρίς αυτό να προκαλέσει καμιά αντίδραση ή καταδίκη στους κυβερνητικούς κύκλους.

Από την άλλη μεριά, η ενέργεια του 77χρονου έχει σημαντικά μηνύματα για το κίνημα και τις δυνάμεις της Αριστεράς. Αποκαλύπτει ανάγλυφα και τραγικά την αδυναμία του λαϊκού παράγοντα και του αυθόρμητου κινήματος να ανοίξει από μόνος του, χωρίς πολιτική ηγεσία και συντονισμό, το δρόμο για την κοινωνική αλλαγή. Και κάνοντάς το αυτό, υπογραμμίζει ταυτόχρονα την ιστορική ευθύνη των δυνάμεων της Αριστεράς, που μιλούν στο όνομα του κινήματος και επαγγέλλονται μια διαφορετική κοινωνία αλληλεγγύης.

Υπάρχουν κόμματα της Αριστεράς που δεν μπορεί να ανταποκριθούν σε αυτή την ιστορική ευθύνη, γιατί έχουν από μόνα τους στερήσει, με την προηγούμενη πορεία τους, τον εαυτό τους από αυτή τη δυνατότητα. Αυτό αφορά πρώτα και κύρια το ΚΚΕ, το οποίο με τη σταλινική του στροφή των τελευταίων χρόνων έστρεψε την πλάτη στα κινήματα, αποκηρύσσοντας μάλιστα το κίνημα των Αγανακτισμένων, ως κατευθυνόμενο και ύποπτο, αν όχι και προβοκατόρικο. Ο Χριστούλας είναι μια ενσάρκωση του απλού, απελπισμένου κόσμου που δραστηριοποιήθηκε σε αυτά τα κινήματα, και γι’ αυτό η δήλωση συμπάθειας από τη μεριά του ΚΚΕ είναι υποκριτική, ίσως περισσότερο και από εκείνες των εκπροσώπων του κατεστημένου.
Άλλα κόμματα και δυνάμεις της Αριστεράς, βασικά ο ΣΥΡΙΖΑ, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και μερικές ακόμη μικρότερες ομάδες, άσχετα από όποιες αδυναμίες, υποστήριξαν τα κινήματα. Έχουν έτσι κάθε δικαίωμα να στιγματίσουν την πολιτική των μνημονίων, που οδήγησε τον Χριστούλα στο τραγικό του τέλος, αλλά και την υποκρισία των κυβερνητικών παραγόντων. Όμως αυτό από μόνο του δεν αρκεί. Το ζητούμενο και η πρόκληση της ιστορίας είναι αν θα καταφέρουν να εκφράσουν την αγωνία και να δώσουν διέξοδο στην απόγνωση του κόσμου.

Η Ανακοίνωση του «Δεν Πληρώνω» από την οποία παραθέσαμε τελειώνει με μια αγωνιστική έκκληση: «Αρκεί μόνο η σφικτή γροθιά του λαού για να τους ρίξει στον καιάδα της ιστορίας, μαζί με τα τοξικά τους προϊόντα… Αντεπίθεση τώρα για να πάρουμε τις ζωές μας πίσω».
Όσο ειλικρινής και μαχητική αν είναι αυτή η έκκληση, δεν παύει να είναι πολιτικά λαθεμένη, αναπαράγοντας μάλιστα τη λάθος εκτίμηση της κατάστασης από το ΚΚΕ, όπως τη διατυμπανίζει καθημερινά με τα σλόγκαν της «αντεπίθεσης» σε όλους τους τόνους ο «Ριζοσπάστης». Στην πραγματικότητα, η τωρινή στιγμή δεν είναι στιγμή αντεπίθεσης του κινήματος, ούτε ώρα για την ανατροπή του καπιταλισμού, ανεπίκαιρη για όσο το κίνημα δεν θα έχει ενισχυθεί ουσιαστικά σε μερικές χώρες. Είναι ώρα άμυνας και αντίστασης απέναντι σε έναν αντίπαλο που παραμένει πιο ισχυρός, είναι ώρα οργάνωσης του αγώνα για τη σωτηρία και την επιβίωση του λαού από τον όλεθρο, από τα ακόμη χειρότερα μέτρα που έρχονται τον Ιούνιο. Η ώρα της αντεπίθεσης θα σημάνει μετά, μόνο αν και με τον όρο ότι θα αποκρουστεί τώρα αποτελεσματικά ο οδοστρωτήρας της αντίδρασης. Και αυτό προϋποθέτει άμεσα τον αγώνα για μια αριστερή κυβέρνηση, που δεν θα είναι βέβαια ικανή να ανατρέψει κοινοβουλευτικά τον καπιταλισμό, αλλά μπορεί να εξασφαλίσει μια στοιχειώδη ανακούφιση του λαού.

Στην παρούσα στιγμή, αυτό δεν είναι επουσιώδες· απεναντίας ορίζει το χρέος – χρέος πρώτ’ απ’ όλα πολιτικό και μετά ανθρώπινο – κάθε υπεύθυνης δύναμης της Αριστεράς. Και δεν αποτελεί διόλου ουτοπία ή ψεύτικη ελπίδα. Το παράδειγμα του Τσάβες δείχνει ότι μια ριζοσπαστική κυβέρνηση, συνδυάζοντας τη μαζική πρωτοβουλία από τα κάτω με την κοινοβουλευτική δράση, μπορεί, ακόμη και όταν ο διεθνής και τοπικός συσχετισμός δεν επιτρέπει την άμεση ανατροπή του καπιταλισμού, να προασπίσει τα λαϊκά συμφέροντα και να προωθήσει προοδευτικές αλλαγές.

Είναι σε αυτή τη βάση, πάνω στο καθήκον της ιστορικής στιγμής, που θα πρέπει να αναζητηθούν οι όροι για μια συμφωνία της κινηματικής Αριστεράς. Το να θέτει κανείς αντίθετα εκ των προτέρων ως όρο τη συμφωνία και στα μελλοντικά, απώτερα ζητήματα, συνιστά μια πολιτικά λαθεμένη στάση.

Όπως είχε πει πρόσφατα η Σοφία Σακοράφα, μια αποτελεσματική αντίδραση του κινήματος μπορεί να εκδηλωθεί στα πλαίσια «μιας πολιτικής θέσης καταρχήν αντιμνημονιακής που θα θέτει ως στόχο τη ρήξη με τον καπιταλισμό. Ο στόχος όμως αυτός δεν μπορεί να τίθεται ως όρος συνεργασίας με τις πολιτικές δυνάμεις, αλλά κυρίως ως διαμορφούμενο διακύβευμα της ίδιας της κοινωνίας και από την ίδια την κοινωνία»2.

Η τραγωδία του Δ. Χριστούλα έρχεται να υπογραμμίσει με τον τρόπο της την επιτακτική ανάγκη και την ευθύνη να ανταποκριθούμε σε αυτό το πραγματικό ιστορικό διακύβευμα.

Σημειώσεις

1. Αξίζει να παρατεθεί σε αυτή τη συνάφεια όλη η αποτίμηση του συμβάντος από τη Στέλλα Τρίγκα:
«Με αφορμή τον αυτόχειρα… πώς είναι δυνατό μια πράξη που σηματοδοτείται από αυτόν που την πραγματοποίησε με σκοπό να δώσει το στίγμα του σε μια συγκεκριμένη πραγματικότητα να μην θεωρείται πράξη αντίστασης; Η επιλογή του χώρου, το σημείωμα που άφησε, η ανάγκη του να αποδώσει ευθύνες όπου έπρεπε, να αφαιρέσει ευθύνες από οικείους του, δείχνει ότι εκείνος ο άνθρωπος μετέτρεψε το προσωπικό του δράμα σε μια πολιτική πράξη. Με την ελπίδα, όπως έγραφε, ότι οι νέοι κάποια στιγμή θα ανατρέψουν την κατάσταση.
Δεν το έκανε σε κατάσταση απόγνωσης, παρότι την είχε. Δουλεύω χρόνια με τέτοιους ανθρώπους, ο σχεδιασμός, η απεύθυνση, η εκτέλεση της πράξης, το μέσο που χρησιμοποιούν κάθε φορά επιλέγεται ανάλογα με το νόημα που θέλουν να δώσουν. Μέσα απ’ τη δική του ιστορία – άγνωστη – διάλεξε μια στάση αυτοθυσίας, σε συνθήκες μη επιλογής, τον είχαν ήδη σκοτώσει το μέτρα που έχουν παρθεί, οπότε δεν είχε άλλη επιλογή παρά να κάνει πράξη τη δολοφονία του με μια ανακούφιση στη σκέψη ότι θα κινητοποιήσει κι άλλους ανθρώπους να αντισταθούν».
2. Σοφία Σακοράφα, «Οι άρχοντες φοβήθηκαν μην πάθουνε ζημιά», συνέντευξη στη Μαρξιστική Σκέψη, τόμ. 4, σελ. 51.

Χρήστος Κεφαλής (Συνεργάτης του Πολιτικού Καφενείου)

*Ο Χρήστος Κεφαλής είναι χημικός, μέλος της ΣΕ της Μαρξιστικής Σκέψης.