Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2012

Οι δωσίλογοι της κατοχής και ο σύγχρονος φασισμός

Οι δωσίλογοι της κατοχής και ο σύγχρονος φασισμός
 
FREE photo hosting by Fih.grΤον Σεπτέμβριο του 1944 οι Γερμανοί είχαν ήδη ξεκινήσει τις προετοιμασίες τους για αποχώρηση από την Ελλάδα. Βοηθητικές υπηρεσίες, πολιτικές και οικονομικές υπηρεσίες, μονάδες που δεν χρειάζονταν πλέον στην κατεχόμενη χώρα, αποχωρούσαν ήδη προς τα βόρεια. Η Θεσσαλονίκη υποδεχόταν ήδη γερμανικές μονάδες από τα νησιά που προχωρούσαν γρήγορα προς τα σύνορα. Τα επιταγμένα από τους Γερμανούς κτίρια διακριτικά άδειαζαν. Καθώς προχωρούσε ο μήνας η υποχώρησή γινόταν όλο και πιο βιαστική, πιο αγχωμένη. Ο Κόκκινος Στρατός προχωρούσε πλέον βαθιά στη βαλκανική χερσόννησο και οι δρόμοι διαφυγής προς την Γερμανία δεν θα έμεναν για πολύ ανοικτοί. Οι ναζί κυρίαρχοι της Ελλάδας έφευγαν, η αγριότητα του συστήματος που έκτισαν δεν έλεγε να φύγει ακόμα. Στις 2 Σεπτεμβρίου, μαρτύρησε με τραγικό τρόπο ο Χορτιάτης, στις 14 Σεπτεμβρίου ήταν η μαύρη ώρα των Γιαννιτσών… Οι φασιστικές οργανώσεις στη χώρα μας παρουσιάζονται “φίλοι” του λαού και προστάτες των φτωχών. Στην πραγματικότητα διασπούν τους εργάτες με κριτήρια φυλετικά, με το χρώμα του δέρματος, και βάζουν τον εργάτη να μισεί τον εργάτη προς μεγάλη ικανοποίηση και όφελος του κεφαλαιούχου εργοδότη. Μοιράζουν επιδεικτικά ελεημοσύνη στο λαό, στους φτωχούς, με σκοπό να τους εκμαυλίσουν. Ζητούν πιστοποιητρικό αίματος και εθνικοφροσύνης για να δώσουν το ψωμί της ημέρας – στην πράξη ζητούν χαρτί υποταγής.
Γεώργιος Μαργαρίτης

Στα Γιαννιτσά δεν χρειάστηκε ιδιαίτερο πρόσχημα. Η πόλη είχε φυσικά ισχυρή οργανωμένη παρουσία του ΕΑΜ και πολλούς ανθρώπους της στο βουνό με τον ΕΛΑΣ, αλλά εκείνο τον καιρό αυτό δεν ήταν μια ασυνήθιστη κατάσταση. Για την πραγματικότητα της μαχόμενης Ελλάδας επρόκειτο, για την στράτευση όλου του ελληνικού λαού στην υπόθεση της εθνικής και κοινωνικής λευτεριάς του.
Στις 14 Σεπτεμβρίου γερμανικές στρατιωτικές μονάδες έφθασαν στην πόλη και ακροβολίστηκαν σε επίκαιρα σημεία. Η δική τους δουλειά ήταν να περιφρουρήσουν τα εκτελεστικά όργανα του εγκλήματος και να προετοιμάσουν το γενικό σκηνικό. ΄Εδωσαν τη διαταγή να συγκεντρωθούν όλοι οι κάτοικοι των Γιαννιτσών, ξεχωριστά οι άνδρες, ξεχωριστά οι γυναίκες και τα παιδιά. Την “βαριά” δουλειά την ανέλαβαν δύο θλιβερά διάσημα αποσπάσματα ταγματασφαλιτών: το απόσπασμα Πούλος, Poulos Verband, και το απόσπασμα κυνηγών Σούμπερτ, Jagdkommando Schubert. Πριν περιγράψουμε τα έργα τους ας σταθούμε λίγο στην προσωπικότητα των αρχηγών τους.
Ο Γεώργιος Πούλος ήταν αξιωματικός του ελληνικού στρατού. Αποτάχθηκε για τη συμμετοχή του στο βενιζελικό στρατιωτικό πραξικόπημα του 1935. Η ζωή του περνούσε μάλλον άσημα αλλά η γερμανική κατοχή του έδωσε την ευκαιρία να υπηρετήσει τις ιδέες του: ποιές ήταν αυτές; η εξής μία, ο αντικομμουνισμός. Μέχρι τη άνοιξη του 1943 κινούνταν στους κύκλους των ελληνικών ναζιστικών κύκλων λάτρευαν την ναζιστική Νέα Ευρώπη, και που μιμούνταν – πιθηκίζοντας – τον αντικομμουνισμό και τον αντισημιτισμό των Γερμανών κατακτητών και κυρίων. Την άνοιξη του 1943, οι Γερμανοί έδωσαν σημασίας σε αυτούς τους κύκλους και μαζί τους στον Γεώργιο Πούλο. Γιατί την άνοιξη του 1943;
Στις 18 Φεβρουαρίου 1943, στον απόηχο της συντριβής του γερμανικού στρατού στο μακρυνό Στάλινγκραντ, στο κατάμεστο Παλάτι των Σπόρ (Sportpalast) του Βερολίνου, ο Γιόζεφ Γκαίμπελς εκφώνησε τον λόγο του για τον «ολοκληρωτικό πόλεμο». Το Ράϊχ είπε, η Ευρώπη, ο κόσμος και δύο χιλιάδες χρόνια «δυτικού» πολιτισμού απειλούνταν από την κόκκινη θύελλα που ερχόταν από τα ανατολικά. Ανάμεσα στον ευρωπαϊκό κόσμο και στα Σοβιέτ - και τους Εβραίους, μαζί τα έβαζε αυτά – στεκόταν μόνο, υπερασπιστής όλων των αξιών, το Ναζιστικό Κόμμα και ο Γερμανός στρατιώτης. Διαμέσου του τελευταίου ο γερμανικός λαός έχυνε το πολύτιμο αίμα του για να σώσει όχι μόνο την Γερμανία, το Ράϊχ, αλλά ολόκληρη την Ευρώπη, ίσως και τον κόσμο. Φαινόταν αυτονόητο, με τη λογική του Γκαίμπελς, ότι οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι όφειλαν να δουλέψουν σκληρά για να στηρίξουν τον γερμανικό ηρωϊσμό. Να εκχωρήσουν δηλαδή στο Βερολίνο τον πλούτο τους, το παραγωγικό τους δυναμικό, τις υποδομές και την παραγωγή τους και ακόμα, το εργατικό δυναμικό. Το τελευταίο προοριζόταν να γίνει φθηνή – ως δουλική - εργατική δύναμη, τόσο στην ίδια του τη χώρα, όσο και στο ίδιο το Ράϊχ, όπου παρουσιαζόταν ανάγκη γι αυτό.
Για την Ελλάδα αυτό σήμαινε πολλά πράγματα μαζί. Η ναζιστική κατοχή άλλαζε σελίδα, στη χώρα μας όπως και σε ολόκληρη την Ευρώπη βάδιζε πλέον στο δρόμο της απόλυτης βαρβαρότητας. Παραδόξως, για όποιον παίρνει τοις μετρητοίς τις ακατάχετες ρητορείες των αστικών ελίτ περί αξιών, πατρίδας, δημοκρατίας, ευημερίας και όλων των ανάλογων, δεν ήσαν μόνοι τους οι Ναζι σε αυτό τον μαύρο δρόμο. Οικονομικές και πολιτικές ελίτ σε κάθε χώρα τυης Νέας Ευρώπης στάθηκαν στο πλευρό τους και τους συνέδραμαν μέχρι το τέλος. Έτσι και στην Ελλάδα. Την ώρα αυτή της κρίσης, δέχτηκε η πολιτική ελίτ της χώρας να αναλάβει η ίδια, δια του επιφανούς εκπροσώπου της, του Ιωάννη Ράλλη, την κυβέρνηση στην Αθήνα και την υπηρεσία της Νέας Ευρώπης.
Την ίδια ώρα από κοινού επιλύονταν όλες οι εκκρεμότητες. Οι αμαξοστοιχίες που θα οδηγούσαν τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης έφευγαν η μια μετά την άλλη τον Μάρτιο για τα στρατόπεδα του θανάτου. Τον Μάρτιο κηρύχθηκε η πολιτική επιστράτευση που έθετε τον κάθε Έλληνα εργάτη και εργαζόμενο στη δουλική διάθεση του κατακτητή και των Ελλήνων εργολάβων που δούλευαν για λογαριασμό του. Τον Μάρτιο άρχισε η καταγραφή των χωραφιών για την νέα κατ’ αποκοπή προοδευτική φορολογία του υπολογιζόμενου αγροτικού προϊόντος. Τον Μάρτιο δόθηκε η πρώτη δέσμευση στον νέο πρωθυπουργό – ορκίστηκε με καθυστέρηση στις 7 Απριλίου για να μην επωμιστεί το βάρος της εξόντωσης των Εβραίων – για τη δημιουργία ενόπλων σωμάτων στην υπηρεσία του κατακτητή και της ελληνικής άρχουσας τάξης.
Αυτή η σταυροφορία ενάντια σε κομμουνιστές, σε Εβραίους, σε αγρότες και εργάτες προσέλκυσε όλες τις ύαινες του γύρω χώρου, του φασιστικού χώρου σε πρώτη σειρά. Όλοι, ο Γεώργιος Πούλος ανάμεσά τους, έσπευσαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στον κατακτητή. Τους τραβούσαν κοντά στον κατακτητή οι εβραϊκές περιουσίες που έμειναν πίσω και οι “μεσεγγυήσεις” των σπιτιών και των καταστημάτων. Τους τραβούσε η εξουσία και τα οικονομικά τυχερά της. Τους τραβούσαν οι προοπτικές για γρήγορο πλουτισμό μέσα από τη λεηλασία της χώρας και την εκμετάλλευση της εργασίας των ανθρώπων της. Στον κατακτητή θα πήγαιναν τα περισσότερα. Κάποια ψίχουλα όμως θα έμεναν και σε αυτούς.
Θα ήθελα εδώ να προσθέσω ότι η δήθεν επιστημονική θέση των αναθεωρητών της ιστορίας και απολογητών του δωσιλογισμού, ότι δηλαδή η εμφάνιση των πολιτικών και στρατιωτικών μορφών του δωσιλογισμού – των ποικιλόμορφων Ταγμάτων Ασφαλείας – οφειλόταν στην τρομοκρατική δράση των κομμουνιστών, του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ, και ότι αυτοί πήγαν στους Γερμανούς για να διασώσουν το κεφάλι τους που από απλή κακία το ήθελε κομμένο ο ΕΛΑΣ, διαψεύδεται από μια απλή χρονολογική ταξινόμηση των γεγονότων. Την άνοιξη του 1943, μόλις έχει αρχίσει να δημιουργείται σε μαζική κλίμακα το αντιστασιακό κίνημα και μάλιστα ως αντίδραση στα σκληρά αντιλαϊκά μέτρα των Λογοθετόπουλου – Ράλλη. Στις 5 Μαρτίου, λόγου χάρη, έχουμε τις μαζικές διαδηλώσεις στην Αθήνα ενάντια στο μέτρο της “πολιτικής επιστράτευσης” – που αποτελούν την αφετηρία του μαζικού ΕΑΜ εκεί. Στις 5 Μαρτίου επίσης έχουμε την εξέγερση των αγροτών της Δυτικής Μακεδονίας ενάντια στην συγκέντρωση των αγροτικών προϊόντων και την κλιμακωτή φορολογία με βάση την καλλιεργούμενη έκταση (που μετριέται ακριβώς αυτήν την εποχή), εξέγερση που κατέληξε στην αιχμαλωσία του ιταλικού τάγματος στον Φερδύκαμπο και στην απελευθέρωση ουσιαστικά μεγάλων ζωνών στην περιοχή. Δεν ήταν λοιπόν ο φόβος για το ακόμα σε φάση συγκρότησης αντιστασιακό κίνημα που έφερε αυτά τα πρόσωπα κοντά στους Γερμανούς: το κάλεσμα στην λεηλασία της χώρας και την δουλική εκμετάλλευση της εργασίας τους έφερε εκεί – φασίστες ήταν.
Ο Γεώργιος Πούλος, για να επιστρέψουμε στον ήρωά μας, είχε λοιπόν έντονη φασιστική δραστηριότητα πολύ πριν εμφανιστεί απειλητικό το ΕΑΜ στη Θεσσαλονίκη. Ήταν στέλεχος της νεκραναστηθείσας στα κατοχικά χρόνια ναζιστικής οργάνωσης Τρία Έψιλον (ΕΕΕ-Εθνική Ένωσης Ελλάς) που έδρασε σε αντισημητικές και αντεργατικές επιχειρήσεις στα 1927-1936 (οι πιο διάσημες παρεμβάσεις της ήταν στο συνοικισμό Κάμπελ στην Θεσσαλονίκη κατά των Εβραίων εργατών και στη Νέα Ιωνία της Αθήνας κατά των υφαντουργών). Πρωτοστάτησε σε κάθε πρωτοβουλία ενάντια σε Εβραίους και εργάτες. Από την άνοιξη κιόλας έβαλε τις βάσεις της συμμορίας του, του Εθνικού Ελληνικού Στρατού (ΕΕΣ) σε απόλυτη συνεργασία με τους Γερμανούς και την καθοδήγηση του αξιωματικού Kurt Tobias – συνδέσμου των γερμανικών υπηρεσιών με τον ΕΕΣ. Τον Σεπτέμβριο του 1943 η συμμορία του αναβαθμίστηκε σε Poulos Verband (ομάδα μάχης Πούλος), μπήκε κάτω από την καθοδήγηση της SD (πολιτική αστυνομία καταστολής των Ναζί) και έγινε μάλιστα οργανικό τμήμα του 20ου Συντάγματος Βrandenburg, της ειδικής στρατιωτικής μονάδας που χρησιμοποιούσαν οι Γερμανοί για τον αγώνα ενάντια στους αντάρτες, για την απαγωγή εργατών για τα στρατόπεδα εργασίας στην Ελλάδα και την Γερμανία και για τα εκδικητικά αντίποινα.
Αυτή η τραγική μορφή, αυτός ο παρεξηγημένος ήρωας – όπως τον εξυμνούν ιστοσελίδες που πρόσκεινται στους ναζιστές της Χρυσής Αυγής – έδρασε έκτοτε σε κάθε περίσταση όπου υπήρχε δράση και αγριότητες ενάντια στον ελληνικό λαό. Εγκαταστάθηκε στη Κρύα Βρύση, κοντά στα Γιαννιτσά, με το τάγμα-συμμορία του των 300-350 “εθελοντών”, εγκατέστησε καθεστώς τρομοκρατίας, θανατικού και οργανωμένης ληστείας στην περιοχή και, όπου χρειάζονταν μαζικά εγκλήματα, έσπευδε να τα διαπράξει. Στα Γιαννιτσά, στις 14 Σεπτεμβρίου 1944, ήταν πρωταγωνιστής
– αυτός και η συμμορία του.
Οι Γερμανοί είχαν πιο καθαρή αντίληψη για τη δράση και τον ποιόν του: Σε γερμανικό υπηρεσιακό σημείωμα τον Μάιο του 1944 αναφέρεται: «Τον Συνταγματάρχη Πούλον εχρησιμοποίησε εντατικώς η υπηρεσία ενεργού προπαγάνδας. Πρέπει να τονισθή ότι πρόκειται περί ενός τύπου λίαν φιλοδόξου ο οποίος αποβλέπει ν’ ανέλθη εις τα ανώτατα αξιώματα χωρίς όμως και να διαθέτη τα απαραίτητα προς τούτο πνευματικά εφόδια… Μέχρι της υπηρεσίας ημών όμως καταφθάνουν πληροφορίαι ότι ο Πούλος χρηματίζεται ασυστόλως λεηλατών και αυτάς ακόμη τας προίκας κορασίδων εις τα χωρία όπου δρώσι τα τμήματά του. Το Τμήμα Τύπου της υπηρεσίας μου βομβαρδίζεται παρ’ αυτού και με διάφορα άρθρα. Δεν είναι δημοσιεύσιμα. Εκτός του ότι στερούνται ειρμού λειβανίζουν με τοιούτον ταπεινόν τρόπον το Ράιχ ώστε τυχόν δημοσίευσίς των θα επέφερε ενάντια των προσδοκομένων αποτελέσματα. Δεν είναι δυνατόν Έλλην να εκφράζεται κατά τοιούτον τρόπον δια την πατρίδα του».
Αργότερα, για να κλείσουμε αυτό το κεφάλαιο, ακολούθησε τους Γερμανούς στην υποχώρησή τους στα Βαλκάνια. Υπήρξε μέλος της κυβέρνησης Τσιρονίκου που οι Γερμανοί εγκατέστησαν ως “εξόριστη ελληνική κυβέρνηση” στην Αυστρία και πολέμησε τους παρτιζάνους και τους συμμάχους. Αιχμαλωτίστηκε από τους Αμερικανούς και στάλθηκε, μαζί με 180 περίπου μέλη της συμμορίας του, σιδηροδέσμιος στην Αθήνα για να δικαστεί. Τελείως παραδόξως η Αστυνομία έχασε τα ίχνη σχεδόν όλων των κρατούμενων αυτών – διότι δεν κατάλαβε ποιοί ήσαν – όπως ειπώθηκε στους Αμερικανούς. Ο Πούλος όμως δικάστηκε, όχι από τον λαό, όπως θα του έπρεπε, αλλά από τα δικαστήρια των μετά την Βάρκιζα κυβερνήσεων. Το 1947 εκτελέστηκε. Σήμερα αποκαταστάθηκε από τους κύκλους του ελληνικού ναζισμού και αποτελεί ένα από τα ηρωϊκά πρότυπα που καλεί να μιμηθούμε η Χρυσή Αυγή και οι προσκείμενες σε αυτήν έντυπες ή ηλεκτρονικές σελίδες.
Ο έτερος των “ηρώων” της εθνικοφροσύνης στα Γιαννιτσά ήταν ο Friedrich (Fritz) Schubert ο οποίος ίσως έφερε και το ελληνικό όνομα Πέτρος Κωνσταντινίδης. Ίσως ήταν γιός μικρασιάτη καπνεμπόρου που εγκαταστάθηκε στην Γερμανία μετά τη Μικρασιατική καταστροφή. Ο Σούμπερτ ήταν τότε 26 χρονών. Υπήρξε δραστήριο μέλος του Ναζιστικού Κόμματος και λόγω της πολυγλωσσίας του – εκτός από ελληνικά, μιλούσε και τούρκικα και πιθανώς και άλλες γλώσσες – υπηρέτησε στις μυστικές γερμανικές υπηρεσίες. Στην κατοχή ήρθε φυσικά στην Ελλάδα, το 1941 και ξεκίνησε την σταδιοδρομία του ως διερμηνέας στην στρατιωτική διοίκηση του Ρεθύμνου. Είχε τον βαθμό του Sonderfuhrer Sdf (δηλαδή υπαξιωματικός ειδικών αποστολών- αξίωμα αστυνομικό και πολιτικό περισσότερο παρά στρατιωτικό). Λίγο αργότερα διαδέχθηκε τον Hartmann στη θέση του στελέχους στα δίκτυα της γερμανικής αντικατασκοπείας στο νησί. Η αποστολή του ήταν να οργανώσει αντικομμουνιστικά αποσπάσματα, στόχο που πέτυχε με τη συνδρομή της οικογένειας Τζούλια από τον Κρουσώνα του Ηρακλείου. Το απόσπασμα που δημιούργησε την άνοιξη του 1943 έφερε τον τίτλο Εθνικό Απόσπασμα Καταδιώξεως Κομμουνιστών (ΕΑΚΚ) και έγινε θλιβερά διάσημο ως “Σουμπεραίοι” ή “Σουμπερίτες”. Ήταν η πλέον εφιαλτική στη δράση της ομάδα του ελληνικού δωσιλογισμού στην Κρήτη. Πήρε μέρος σε αμέτρητες αγριότητες, στην καταστροφή και τη λεηλασία χωριών και στην εκτέλεση εκατοντάδων ανθρώπων.
Στα 1944 το κλίμα έγινε αφόρητο γι αυτόν και την ομάδα του στο νησί της Κρήτης. Η εκτέλεσή του είχε γίνει ζήτημα τιμής για τις αντιστασιακές ομάδες και για πολλούς Κρητικούς. Αποφασίστηκε λοιπόν η μεταφορά του Σούμπερτ και του τμήματός του στη Θεσσαλονίκη, στην Μακεδονία όπου αμέσως εντάχθηκε στις γερμανικές μονάδες καταδίωξης του κομμουνισμού. Επικεφαλής της μονάδας του Jagdkommando Schubert (απόσπασμα κυνηγών Σούμπερτ) πήρε πρωταγωνιστικό μέρος στο Ολοκαύτωμα του Χορτιάτη και στο μαζικό φονικό των Γιαννιτσών. Ακολούθησε τους Γερμανούς στην υποχώρησή τους και τα ίχνη του, μετά από αυτό χάθηκαν. Ένα σχεδόν χρόνο αργότερα, στις 4
Σεπτεμβρίου 1945, αναγνωρίστηκε στο αεροδρόμιο της Ελευσίνας όπου επέστρεφε κρυμμένος ανάμεσα σε μια ομάδα πρώην κρατούμενων σε ναζιστικά στρατόπεδα εξόντωσης. Θεωρούσε ίσως ότι στην Ελλάδα είχε περισσότερες ελπίδες να κρυφτεί ή περισσότερους φίλους να τον κρύψουν. Δικάστηκε, καταδικάστηκε 271 φορές σε θάνατο και σε μερικές χιλιάδες χρόνια φυλάκισης και εκτελέστηε στις 22 Οκτωβρίου 1947.
Στα χέρια αυτών των ηρώων του ελληνικού ναζισμού και της εθνικοφροσύνης, η τύχη του λαού των Γιαννιτσών ήταν δραματική στις 14 Σεπτεμβρίου 1944. Ξυλοδαρμοί, βασανιστήρια, βιασμοί και κακοποιήσεις κοριτσιών, λεηλασία, κλοπή και κάθε είδους μαρτύριο έζησαν οι κάτοικοι της πόλης τη σκοτεινή εκείνη ημέρα. Κατόπιν οι Έλληνες ναζί μάζεψαν μερικούς νέους και τους έβαλαν να ανοίξουν λάκκο για να χωρέσει πεντακόσιους νεκρούς, όπως τους είπαν. Τελικά εκτέλεσαν ή σκότωσαν 110 άτομα, προσθέτοντας το όνομα των Γιαννιτσών στην μακρά σειρά των μαρτυρικών πόλεων και χωριών της Ελλάδας και της ναζιστικής Νέας Ευρώπης.
Τι να πρωτομνημονεύσει κανείς: τα Καλάβρυτα των 700 τόσων θυμάτων, τη Βιάννο των 460 θυμάτων, το Κομμένο Άρτας των 320 θυμάτων, το Δίστομο των 230 θυμάτων, το Αμάρι της Κρήτης, το Δομένικο (από Ιταλούς φασίστες αυτό – έτσι ως απάντηση στον κύριο Μιχαλολιάκο που “εξήγησε” ότι δεν έφταιγαν οι Ναζί αλλά αόριστα οι Γερμανοί) και το Μεσόβουνο της Δυτικής Μακεδονίας (όπου, ενδιαφέρον και αυτό, δεν βοήθησαν τους σφαγείς κατακτητές οι ταγματασφαλίτες, αλλά η κρατική Χωροφυλακή – στα 1941 ήμασταν, οι δωσίλογοι είχαν άλλη μορφή, η πολιτική επιλογή των ιθυνόντων της άρχουσας τάξης ήταν η ίδια: με τους κατακτητές πάντα, ποτέ με τον λαό!)….
Η μαζική κακοποίηση και θανάτωση ανθρώπων, η μαζική καταστροφή πόλεων, χωριών, περιουσιών, δεν ήταν μια πολιτική που περιοριζόταν στην ελληνική ύπαιθρο και στις συνοικίες της Αθήνας. Όλη η λειτουργία, η διαχείρηση της Νέας Ευρώπης του Άξονα στηριζόταν στην καλλιέργεια του τρόμου. Οι μόνες διαβαθμίσεις που υπήρχαν στην πολιτική αυτή ήσαν όσες εκπορεύονταν από την ρατσιστική αντίληψη των ιθυνόντων του Ναζισμού. Οι Άρειοι, οι γερμανικοί λαοί, απολάμβαναν ένα είδος ειδικής ασυλίας. Ούτε στη Νορβηγία, ούτε στη Δανία, ούτε στην Ολλανδία δεν γίνονταν αγριότητες όπως αυτές που έζησαν τα ελληνικά χωριά. Σε άλλες ζώνες της Ευρώπης όμως συνέβαιναν χειρότερα. Στην Πολωνία, στην Ουκρανία, στη Σερβία, στα εδάφη της Σοβιετικής Ένωσης η θανάτωση ήταν η ΜΟΝΗ πολιτική. Στις περιοχές αυτές κατοικούσαν Σλαύοι, Εβραίοι και Τσιγγάνοι – υπάνθρωποι κατά το Ναζισμό – και μόνο ο θάνατός τους εξυπηρετούσε την οικονομία και το μεγαλείο της γερμανικής φυλής, του Τρίτου Ράϊχ και της Νέας Άρειας Ευρώπης.
Να σταθούμε μόνο στις λιτανείες των μελοθανάτων που έφθαναν στη χαράδρα του Μπάμι Γιαρ, έξω από το Κίεβο. Στο χείλος της χαράδρας απλώνονταν σε ατελείωτες σειρές, δολοφονούνταν με μια σφαίρα στο κεφάλι από τους άνδρες των Einsatzgruppen και των Sondercomando και ρίχνονταν, πεθαμένοι ή ημιθανείς, κάτω στο γκρεμνό για να πάρουν τη θέση τους οι επόμενοι μελοθάνατοι. Περίπου 150.000 άτομα – Μπολσεβίκοι, στελέχη του Σοβιετικού κράτους, Εβραίοι, άνδρες, γυναίκες και παιδιά - σκοτώθηκαν με τον τρόπο αυτό στα 1941, οι 33.800 από αυτούς, οι Εβραίοι του Κιέβου, σε δύο μόλις ημέρες, στις 29 και 30 Σεπτεμβρίου του 1941.
Υστερότερες έρευνες για την ψυχολογική κατάσταση των δημίων που πήραν μέρος στα συνοπτικά αυτά συνεργεία εκτελέσεων, διαπίστωσαν με έκπληξη ότι οι φονιάδες δεν αντιμετώπισαν κανενός είδους τύψεις ή εφιάλτες στην υστερότερη ζωή τους. Επρόκειτο για “κανονικούς ανθρώπους” – πολλοί από αυτούς οικογενειάρχες με παιδιά – και συνέχισαν τη ζωή τους ως “κανονικοί άνθρωποι”. Ο Ναζισμός, αυτό είναι μοναδικό σκοτεινό επίτευγμα στην ιστορία του σύγχρονου κόσμου, είχε συμφιλιώσει τους πιστούς του με το έγκλημα. Όποιων διαστάσεων και να ήταν αυτό το τελευταίο.
Εκτός από την ψυχική ισορροπία των δημίων, εκείνο που προφανώς επίσης δεν διαταράχτηκε ήταν η γενική αντίληψη περί πατρίδας, λαού, αντίστασης, δικαίου, ανθρωπισμού, πολιτισμού και αξίας της ανθρώπινης ζωής που πρέσβευε η άρχουσα τάξη. Στην Ελλάδα, όπως και σε όλη την υπόλοιπη Νέα Ευρώπη του ναζισμού, η λεηλασία των χωρών και η άγρια εκμετάλλευση του μόχθου των λαών, δεν ωφελούσε μόνο τους Γερμανούς. Οι τελευταίοι ήσαν ευγνώμονες σχεδόν για την πρόθυμη συμπαράσταση που βρήκαν, σε κάθε ευρωπαϊκό κράτος, από τις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές ελίτ. Βιομήχανοι, επιχειρηματίες, μεγαλέμποροι, τραπεζίτες, εργολάβοι, εργάστηκαν με το αζημίωτο για την Ευρώπη του Άξονα. Σε μερικές χώρες η σύμπραξη με τους κατακτητές έφθασε το απόλυτο. Στη Νορβηγία η τοπική κυβέρνηση συνεργασίας έκανε τόσο καλά τη δουλειά της ώστε το Ράϊχ δεν απέσπασε παρά μόνο 800 τεχνικούς και διοικητικούς υπαλλήλους για την διαχείρηση και την εκμετάλλευση της χώρας. Στη Γαλλία των 40.000.000 χρειάστηκαν μόνο 1.500 Γερμανοί στην οικονομία και στη διοίκηση και μόνο 6.000 προσωπικό ασφαλείας για την προστασία των πολυάριθμων συμφερόντων του Ράϊχ στην χώρα αυτή. Τα υπόλοιπα τα έκανε πολύ καλά η γαλλική διοίκηση και τα βιομηχανικά, εμπορικά, τεχνικά και άλλα επιμελητήρια της χώρας. Στην Ελλάδα τα επιτελεία της κυβέρνησης, της Χωροφυλακής του Σπηλιωτόπουλου, της Αστυνομίας του Έβερτ και των Ταγμάτων Ασφαλείας του Δερτιλή, αγχώνονταν μη τυχόν τους ξεφύγει κανείς κομμουνιστής και πέσει βαρύτερη δουλειά στους κατακτητές της χώρας. Όπως αγχώνονται σήμερα οι ομόλογοί τους μη τυχόν και δυσαρεστηθεί κάποιος υπάλληλος της Τρόϊκα ή κάποιος επιφανής “φίλος” της Ελλάδας….
Όταν ήρθε η απελευθέρωση αυτό το άγχος της εξυπηρέτησης του κατακτητή έπρεπε να εξηγηθεί και να νομιμοποιηθεί. Υπήρχε συνέχεια στην κοινωνική, την ταξική εκμετάλλευση. Υπήρχε συνέχεια στην παρουσία ξένων στρατευμάτων και ξένων συμφερόντων στην χώρα. Η επιχείρηση αποκατάστασης της φήμης των κατακτητών και φυσικά των συνεργατών τους ξεκίνησε σχεδόν αμέσως. Ο πρώτος στόχος της επιχείρησης ήταν να συκοφαντηθεί, να διαπομπευτεί η Εθνική Αντίσταση και οι σκληροί αγώνες του λαού μας.
Αμέσως λοιπόν μετά την Κατοχή και την Βρετανική στρατιωτική επέμβαση στην Αθήνα, τον Δεκέμβριο του 1944, ξεκίνησε μια επιχείρηση απενοχοποίησης των γερμανικών, των ναζιστικών στρατευμάτων κατοχής και, φυσικά των Ελλήνων συνεργατών τους. Για τις καταστροφές στα χωριά, για τις εκατόμβες των αθώων θυμάτων δεν έφταιγε, έλεγε αυτή η λογική, ο στρατός κατοχής και οι ντόπιοι συνεργάτες του. Όσα συνέβησαν ήταν, είτε προϊόν της “κακιάς ώρας”, είτε αποτέλεσμα παράφρονων ενεργειών εκ μέρους της ένοπλης Αντίστασης, του ΕΛΑΣ πιο ειδικά.
Στις απολογίες τους μάλιστα οι περισσότερο ή λιγώτεροι σημαντικοί των δωσιλόγων ισχυρίστηκαν ότι η Αντίσταση ενάντια στον κατακτητή είχε σκοπό ανθελληνικό, να αφανίσει δηλαδή τους “υγιείς” Έλληνες προκαλώντας τα αντίποινα του κατακτητή. Έγραφε ο γνωστός πολιτικός και από τους ιδρυτές της Νέας Δημοκρατίας Γεώργιος Ράλλης στο απολογητικό για τον πατέρα του, τον τελευταίο πρωθυπουργό της Κατοχής, Ιωάννη Ράλλη, βιβλίο (Ο Ιωάννης Ράλλης ομιλεί εκ του τάφου, Αθήνα, 1947):
“…εφόνευον αι συμμορίαι του [του ΕΑΜ, τον ΕΛΑΣ εννοεί], όταν το εγχείρημα δεν παρουσιάζετο δυσχερές, διότι επιμελώς απέφευγον την εμπλοκήν εις πραγματικόν αγώναν, απομονωμένους στρατιωτικούς Γερμανούς ή Ιταλούς δι ενέδρας πάντοτε.
Δια των τοιούτων πράξεων επεδίωκον την εξαπάτησιν των συμμάχων, την σκύλευσιν των δολοφονουμένων, αλλά προπάντων την δια των Γερμανών και Ιταλών ενίσχυσίν των εις το έργον της εξοντώσεως του εθνικιστικού της Ελλάδος πληθυσμού.
Διότι είχον αποκτήση την πείραν ότι ο στρατός της κατοχής, άμα τη ευρέσει πτωμάτων ανδρών ανηκόντων εις τας δυνάμεις του, προέβαινεν εις ομαδικά αντίποινα, φονεύων δι’ ένα στρατιώτην του δεκάδας αθώων Ελλήνων πολιτών και πυρπολών, ολοκλήρους κώμας και χωρία, ενώ οι φονευόμενοι και τιμωρούμενοι ουδεμίαν είχον συνήθως σχέσιν προς το έγκλημα, πλην του ότι κατώκουν ή ευρίσκοντο τυχαίως ουχί μακράν του τόπου ένθα τούτο είχε διαπραχθεί.
Ούτω είχεν εύρη το ΕΑΜ σπουδαίον συνεργάτην του εις το κύριον σχέδιόν του της εξοντώσεως του υγιούς της χώρας πληθυσμού, αυτόν τούτον τον στρατόν κατοχής”.
Το γενικό πνεύμα του δωσιλογισμού πηγάζει διάφανο από το παραπάνω εδάφιο. Οι στρατιώτες των στρατών κατοχής που σκοτώνονταν από την ένοπλη Αντίσταση “εδολοφονούντο” ύπουλα, σε ενέδρα,, με τα πλέον ταπεινά των εγκληματικών ενστίκτων να ωθούν τους “δολοφόνους” – η “σκύλευση των πτωμάτων”, η λήστευση των νεκρών λόγου χάρη. Αντίθετα οι αρχές κατοχής, όργανα νόμου και τάξης, αντιδρούσαν απλά, εφαρμόντες άθελά τους σχέδια του ΕΑΜ – την εξόντωση του ελληνικού εθνικισμού…. Το γεγονός ότι ο ελληνικός εθνικισμός, ειδικά τα Τάγματα Ασφαλείας που δηγμιούργησε η κυβέρνηση Ράλλη, βρισκόταν πάντοτε στο πλευρό των στρατευμάτων κατοχής όταν ξεθεμελιώνονταν τα χωριά και εκτελούνταν οι κάτοικοί τους, αυτό απλά διέφυγε της προσοχής του στοργικού ως προς τον δωσίλογο πατέρα υιού….
Ο ΕΛΑΣ οπωσδήποτε δεν χρειάζεται ν’ απολογηθεί σε κανένα δωσίλογο και σε κανένα υιό και απολογητή δωσιλόγου. Ήταν ένας λαϊκός στρατός που συγκροτήθηκε από το μηδέν και πολέμησε χωρίς να έχει τίποτα απ’ όσα ένας σύγχρονος στρατός έχει ανάγκη. Τα όπλα του, τα πυρομαχικά του τα έπαιρνε από τον εχθρό, όλα τα υπόλοιπα από τον λαό, τα συμφέροντα του οποίου μαχητικά υπηρετούσε. Μάτωσε καίρια τον κατακτητή και τον έκανε να πληρώσει ακριβά την υποδούλωση της Ελλάδας. Κάτιι ανάμεσα σε πέντε με έξι χιλιάδες ήταν οι νεκροί των Γερμανών στις συγκρούσεις τους με την ένοπλη Αντίσταση στην κατεχόμενη Ελλάδα, πέντε φορές περισσότεροι απ’ ό, τι κόστισε στο Ράϊχ η εκστρατεία του 1941 για την κατάληψη της χώρας. Και φυσικά δεν μετράμε Ιταλούς και Ταγματασφαλίτες.
Η προπαγάνδα του δωσιλογισμού όμως δεν λέει να πεθάνει. Ζει και ανανεώνεται όσο η άρχουσα τάξη είναι, στη λειτουργία της, στα συμφέροντα και στις αξίες που πιστεύει η ίδια με εκείνη που έθρεψε άλλοτε την προδοσία και την σκύλευση του κατακτημένου από τα ξένα όπλα λαού μας. Έτσι η εκστρατεία αποκατάστασης των κατακτητών, του Ναζισμού και των συνεργατών τους όχι μόνο δεν τελείωσε αλλά ανανεώνεται συνεχώς. Παραεπιστημονικά δίκτυα με τα “αρχηγεία” τους στα διάσημα πανεπιστήμια των ΗΠΑ, με άφθονα υλικά μέσα, με προπαγανδιστές που κάθε σχεδόν Κυριακή φιλοξενούνται στις ναυαρχίδες του έντυπου και ηλεκτρονικού τύπου στη χώρα μας – είτε συμφερόντων Λαμπράκη, είτε συμφερόντων Αλαφούζου – έχουν εργολαβικά αναλάβει τον αντικομμουνισμό και το μαγάρισμα όλων των λαμπρών σελίδων στην ιστορία των αγώνων του λαού μας. Και από κοντά τους οι “πρόθυμοι”. Οι “ενδιάμεσοι” που δεν δέχονται φυσικά την “εγκληματική φύση του κομμουνισμού” αλλά είναι πάντοτε έτοιμοι να αναπτύξουν ιστορίες “περί των άκρων” και του κακού φανατισμού που προκαλεί ακρότητες. Μαθήματα καλής συμπεριφοράς και από τις διάφορες εκδοχές της “κυβερνητικής-διαχειριστικής αριστεράς” που υποκρύπτουν άσχημα τα μηνύματα του συμβιβασμού, της ταξικής συνεργασίας και της “βελούδινης” υποδούλωσης στον ιμπεριαλισμό.
Ζούμε σήμερα σε δύσκολες εποχές. Η χώρα μας έχει οδηγηθεί από τις κυρίαρχες ελίτ, την μεγαλοαστική της τάξη, μέσα σε ένα σύμπλεγμα άγριων ανταγωνισμών και συμφερόντων που εύηχαν και ψευδώνυμα ονομάζεται “ένωση” – Ευρωπαϊκή Ένωση ισότιμων κρατών μελών. Έχει αποδειχθεί σήμερα πλέον ότι πρόκειται για λυκοσυμμαχία και ότι οι εργαζόμενοι στη χώρα μας, εκτός από όσα καταθέτουν στο εκμεταλλευτικό σύστημα των ντόπιων κεφαλαιοκρατών, υφίστανται και την τοκογλυφική λεηλασία των ιμπεριαλιστικών συμφερόντων των ισχυρών της Ευρωπαϊκής – τρομάρα μας! – “Ένωσης”.
Ο φασισμός και ο ναζισμός εμφανίστηκαν και αναδείχθηκαν στην εξουσία σε εποχές έντασης της εκμετάλευσης της εργασίας των ανθρώπων. Σε εποχές υπεξαίρεσης, λεηλασίας και αρπαγής όσων οι εργαζόμενοι με το μόχθο τους κατασκεύαζαν και όσα από το μόχθο τους είχαν αποταμιεύσει. Εμφανίοστηκαν για να υπηρετήσουν το κεφάλαιο. Τα Τάγματα Ασφαλείας, οι εθνικόφρονες συμμορίες, τα αντικομμουνιστικά αποσπάσματα, τα ΕΑΣΑΔ, η ΠΑΟ, οι “Λεωνίδες”, οι Σουμπεραίοι, έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: στους λογαριασμούς των Τραπεζών από τους οποίους χρηματοδοτούνταν η εγκληματική δράση τους, συνεισέφεραν όλοι οι μεγαλοπαράγοντες του πλούτου, της μαύρης αγοράς, της ρέμουλας και της πολύμορφης οικονομικής συνεργασίας με τον κατακτητή. Στη Βόρειο Ελλάδα ειδική συνεισφορά και στήριξη πρόσφεραν οι “μεσεγγυούχοι” και οι σκοτεινές μορφές που σφετερίζονταν τις περιουσίες που άφησαν πίσω τους οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης.
Σήμερα ο φασισμός με τη μορφή της “Χρυσής Αυγής” αλλά και άλλων πολιτικών χώρων που καπηλεύονται πότες το Έθνος, πότε τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του λαού, βρίσκεται στο κατώφλι της ελληνικής κοινωνίας. Θέλει να την αποπροσανατολίσει, να ευνουχίσει τη δύναμη των αγώνων της, να διασπάσει τους εργαζόμενους και να την παραδώσει βορρά στα συμφέροντα ξένων και ντόπιων κεφαλαιούχων.
Οι φασιστικές οργανώσεις στη χώρα μας παρουσιάζονται υπέρμαχοι της Ελλάδας και του Έθνους. Στην πραγματικότητα προστατεύουν ένα σύστημα ιμπεριαλιστικής υποδούλωσης και εκμετάλλευσης της πατρίδας μας και του λαού της.
Οι φασιστικές οργανώσεις στη χώρα μας παρουσιάζονται “φίλοι” του λαού και προστάτες των φτωχών. Στην πραγματικότητα διασπούν τους εργάτες με κριτήρια φυλετικά, με το χρώμα του δέρματος, και βάζουν τον εργάτη να μισεί τον εργάτη προς μεγάλη ικανοποίηση και όφελος του κεφαλαιούχου εργοδότη. Μοιράζουν επιδεικτικά ελεημοσύνη στο λαό, στους φτωχούς, με σκοπό να τους εκμαυλίσουν. Ζητούν πιστοποιητρικό αίματος και εθνικοφροσύνης για να δώσουν το ψωμί της ημέρας – στην πράξη ζητούν χαρτί υποταγής. Είναι ίδιες οι “φιλόπτωχες” πράξεις τους με εκείνες της Βουλγαρικής Λέσχης στη Θεσσαλονίκη της Κατοχής, όπου για να έχει ο φτωχός και πεινασμένος πρόσβαση στο συσσίτιο έπρεπε να δηλώσει Βούλγαρος ή ό, τι άλλο του ζητούσαν ετούτοι οι κατακτητές.
Οι φασιστικές οργανώσεις στην χώρα μας παρουσιάζονται ως πρότυπα λεβεντιάς, θάρρους και μαχητικότητας. Στην πράξη κτυπούν τον φτωχό και ανυπεράσπιστο, κτυπούν το θύμα που ο μεγάλος θύτης – ο ιμπεριαλισμός, ο καπιταλισμός - έχει ήδη γονατίσει. Ποτέ δεν κτυπούν τον ισχυρό, ποτέ δεν του εναντιόνονται. Αντίθετα σε αυτόν σκύβουν πειθήνια και δουλικά το κεφάλι.
Οι φασιστικές οργανώσεις στη χώρα μας, παραποιούν και βεβηλώνουν την ιστορία, όπως ακριβώς πράττουν και οι επίσημοι Καθηγητές του Γαίηλ, ή όπου άλλου αμερικανοδεξιού προπαγανδιστικού – αδυνατώ να πω εκπαιδευτικού – οργανισμού: τους γερμανοντυμένους τους βαφτίζουν πατριώτες, τα αποβράσματα τα βαπτίζουν ήρωες, τους Σουμπεραίους του Χορτιάτη που ξεγελούσαν με τα ελληνικά τους τα υποψήφια θύματα και τα οδηγούσαν με μεγαλύτερο από των κατακτητών μίσος στο ολοκαύτωμα, τα θεωρούν ηθικά υποδείγματα της Νέας τους Τάξης.
Η χρονική απόσταση που χωρίζει την Νέα Ευρώπη του Ναζισμού από την Ενωμένη Ευρώπη του σήμερα είναι μικρή και οι βασικοί πρωταγωνιστές, τα βασικά προβλήματα και τα μεγάλα συμφέροντα δεν έχουν κατά πολύ αλλάξει. Όπως το βάρος της κρίσης μετακυλίεται στα φτωχότερα στρώματα της κοινωνίας και σαρώνει δικαιώματα και απολαβές εργαζόμενων και παραγωγών, έτσι και σε επίπεδο κρατών, τα πλούσια και ισχυρά – όλως τυχαίως για τη Γερμανία πάλι μιλάμε – με την κηδεμονία και την προστασία των ΗΠΑ πλέον τώρα – μετακυλίουν το βάρος της κρίσης στους πιο φτωχούς εταίρους.
Μιλάμε για ανθρωποφάγες πολιτικές και πάντοτε τέτοιου είδους πολιτικές έχουν ως κύριο υποπροϊόν ανθρωποφάγους.
Επιτρέψτε μου να τελειώσω με κάτι “αισιόδοξο”. Ας μελετήσουμε τις εμφανίσεις του φασισμού στην Ελλάδα με τον τρόπο που οι σεισμολόγοι μελετούν την εκδήλωση των σεισμών. Οι τελευταίοι προσδιορίζουν το ρήγμα – πηγή του σεισμού – και εκτιμούν, με ιστορικά δεδομένα – την ισχύ του σεισμού που το κάθε ρήγμα μπορεί να προκαλέσει.
Η ελληνική κοινωνική και πολιτική ιστορία έχει διασταυρωθεί με το φασιστικό φαινόμενο αρκετές φορές. Οι πιο χαρακτηριστικές από αυτές είναι η Τρία ‘Εψιλον (Εθνική Ένωση Ελλάς), στα 1927-1936 και μετά πάλι στα 1941-1944, η “Χ” (1944-1948) και μαζί της όλα τα σχετικά μορφώματα που γεννήθηκαν τον καιρό της ναζιστικής κατοχής, η Χρυσή Αυγή σήμερα. Παρατηρώντας αυτές τις φασιστικές οργανώσεις παρατηρούμε τα ακόλουθα.
Πρώτο ότι δεν μοιάζουν με τα μαζικά κινήματα που έδωσαν τα φασιστικά καθεστώτα στην Ιταλία (1922) και στη Γερμανία (1933). Στις δύο αυτές χώρες, στον μεσοπόλεμο, ο φασισμός στηρίχθηκε σε προϋπάρχοντα μαζικά κινήματα που είχε δημιουργήσει ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος – το Κίνημα των Παλαιών Πολεμιστών στην Ιταλία, τα ένοπλα σώματα των Freikorps (μονάδες εθελοντών που προήλθαν από τον γερμανικό στρατό και πολέμησαν στα ανατολικά σύνορα της χώρας και στην καταστολή των κομμουνιστικών επαναστάσεων στο εσωτερικό) στην Γερμανία. Στην Ελλάδα μόνο η “Χ” θα μπορούσε να μετατρέψει σε φασιστικό κίνημα την κληρονομιά των Ταγμάτων Ασφαλείας, για ιστορικούς λόγους όμως ούτε το επεδίωξε, ούτε το έκανε.
Στις δύο αυτές χώρες επίσης ο φασισμός και ο ναζισμός ήρθαν στην εξουσία με τη συναίνεση και την άμεση στήριξη των συντηρητικών πολιτικών ελίτ (βασιλιάς στην Ιταλία, συντηρητικοί, κεντρώοι στη Γερμανία) και των ισχυρών μονοπωλιακών οικονομικών ελίτ (Σύνδεσμος Γερμανών Βιομηχάνων, συγκρότημα FIAT-ANSALDO στην Ιταλία). Το μέτρο της στήριξης που απόλαυσαν τα εκεί κινήματα δεν μπορεί να συγκριθεί με τίποτε αντίστοιχο στην Ελλάδα.
Στην τελευταία, ακριβώς επειδή τα φασιστικά κινήματα δεν στηρίχθηκαν ούτε σε προϋπάρχοντα μαζικά σχήματα, ούτε βρήκαν υποστηρικτές σε ισχυρά μονοπωλιακά και ιμπεριαλιστικά οικονομικά κέντρα, δεν μαζικοποιήθηκαν και δεν πλησίασαν την κεντρική πολιτική σκηνή. Αντίθετα μετατράπηκαν σε μηχανισμούς τύπου Μαφίας (ειδικά όταν διαχειρίστηκαν οικονομικούς πόρους – βοήθεια Ερυθρού Σταυρού ή ΟΥΝΡΑ στην περίπτωση της Χ) και σε άθροισμα τρομοκρατικών συμμοριών.
Τα φασιστικά κινήματα στην Ελλάδα δεν πήραν ποτέ τις διαστάσεις που ανάλογες κινήσεις πήραν σε συγκρίσιμα – ως προς την ανάπτυξη και την κοινωνική ένταση – κράτη: δεν έγιναν ούτε ισπανική “Φάλαγγα”, ούτε ρουμανική “Λεγεώνα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ”. Επίσης δεν απόλαυσαν ποτέ την σύμπραξη πνευματικών ελίτ (διανοούμένων) όπως έγινε σε όλες τις άλλες περιπτώσεις.
Με βάση αυτά τα ιστορικά δεδομένα ο ελληνικός φασισμός μπόρεσε μόνο “εργαλειακά” να υπάρξει στην ελληνική κοινωνική και πολιτική ζωή. Δηλαδή λειτούργησε ως εργαλείο τρίτων και υπήρξε όσο οι τρίτοι αυτοί το είχαν ανάγκη. Όλα τα σχετικά με τη Χρυσή Αυγή στοιχεία δείχνουν ότι τέτοιου είδους διαδρομή ακολουθεί και αυτή: τρομοκρατικές συμμορίες και μαφιόζικες πρακτικές. Αυτά δεν συναρθρώνουν μαζικό κίνημα με κυριαρχικές πολιτικές φιλοδοξίες.
Αρκεί φυσικά να μην γενικευθεί η “εργαλειακή” χρήση του φαινομένου. Η τελευταία δεν προέρχεται μόνο από τη Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ που μέσα από τις ακρότητες της Χρυσής Αυγής διαμορφώνουν τεχνητά το δικό τους “δημοκρατικό” προφίλ. Προέρχεται και από το κομμάτι εκείνο της αριστεράς που προσπαθεί να εμπλέξει το ΚΚΕ σε ένα αντιφασιστικό μέτωπο που θα στρέφεται ενάντια στον φασισμό ξεχνώντας τις πολιτικές που τον γεννούν και τον ενισχύουν: τις πολιτικές της άρχουσας τάξης, της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Τρόϊκας και γενικά όλα όσα ζούμε τον τελευταίο καιρό. Αυτά τα παιχνίδια είναι επικίνδυνα.
*Ομιλία του Γιώργου Μαργαρίτη καθηγητή Σύγχρονης Ιστορίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης σε εκδήλωση - διάλεξη της Νομαρχιακής Οργάνωσης Πέλλας του ΚΚΕ, την περασμένη Τετάρτη, Πηγή: 902.gr