Δευτέρα, 15 Ιουλίου 2013

Με την ευκαιρία της κυκλοφορίας στα ελληνικά της «Θεολογία της Απελευθέρωσης» του Γκ. Γκουτιέρες

Με την ευκαιρία της κυκλοφορίας στα ελληνικά της «Θεολογία της Απελευθέρωσης» του Γκ. Γκουτιέρες
Η Θεολογία της Απελευθέρωσης στη Λατινική Αμερική
Ένα παράδειγμα γόνιμης συνάντησης Αριστεράς και χριστιανισμού
FREE photo hosting by Fih.grΤο τελευταίο διάστημα έχει επανέλθει στο προσκήνιο η συζήτηση για τη σχέση ανάμεσα στην Αριστερά και τη θεολογία ή την Εκκλησία. Ωστόσο, από τα πολύ ενδιαφέροντα κείμενα που δημοσιεύονται, απουσιάζει συνήθως η αναφορά στην εμπειρία της πιο σημαντικής και γόνιμης συνάντησης μεταξύ Αριστεράς και χριστιανισμού, όπως εκφράστηκε στο ρεύμα της Θεολογίας της Απελευθέρωσης, ειδικά στη Λατινική Αμερική, και η οποία προήλθε από μια πραγματική ριζοσπαστικοποίηση μεγάλων κοινωνικών στρωμάτων και ανθρώπων πιστών στον χριστιανισμό και από τη μετακίνησή τους προς το χώρο της Αριστεράς. Η Θεολογία της Απελευθέρωσης είναι ένα σώμα κειμένων που αποτελεί τη θεωρητική έκφραση ενός ευρύτατου κινήματος το οποίο εμφανίζεται στις αρχές της δεκαετίας του 1960, πολύ πριν γραφτούν τα βασικά κείμενα της Θεολογίας της Απελευθέρωσης, και το οποίο θα μπορούσε να ονομαστεί Χριστιανισμός της Απελευθέρωσης — ένα κίνημα που περιλαμβάνει κοινότητες βάσης, λαϊκές (αγροτικές, εργατικές, ιθαγενικές) θρησκευτικές ομάδες, κινήματα γειτονιάς και ακτημόνων κ.λπ.
του Μικαέλ Λεβί και του Κώστα Αθανασίου

Αν θέλαμε να επιλέξουμε ένα χαρακτηριστικό της Θεολογίας της Απελευθέρωσης, αυτό θα ήταν η ταξική επιλογή, η ταξική μεροληψία υπέρ των φτωχών. Η κρίσιμη διαφορά με τη φιλεύσπλαχνη φιλανθρωπία της επίσημης Εκκλησίας είναι ότι για τη Θεολογία της Απελευθέρωσης οι φτωχοί δεν νοούνται ως αντικείμενα (βοήθειας, συμπόνιας, ελεημοσύνης) αλλά ως δρώντα υποκείμενα της ιστορίας τους, ως δρώντα υποκείμενα της απελευθέρωσής τους.
Το κίνημα του Χριστιανισμού της Απελευθέρωσης εμφανίζεται για πρώτη φορά στη Βραζιλία, όταν αρχίζει να διατυπώνεται μια ριζοσπαστική πρόταση στο όνομα του χριστιανισμού για τον μετασχηματισμό της Λατινικής Αμερικής. Εκείνα τα χρόνια, στη Λατινική Αμερική υπήρχαν κάποιες ιδιαίτερες συνθήκες που συνέβαλαν καθοριστικά στην ανάπτυξη του ρεύματος της Θεολογίας της Απελευθέρωσης. Η όξυνση της φτώχιας, του αποκλεισμού και της εξαθλίωσης σε ολόκληρη την ήπειρο, από τη μια πλευρά, και η σκληρή καταστολή από τα καθεστώτα της εποχής, από την άλλη, οδηγούσαν σε αύξηση της ριζοσπαστικοποίησης, η οποία όμως δεν είχε διαύλους και δυνατότητες να εκφραστεί, καθώς η πλειονότητα των πολιτικών και κοινωνικών οργανώσεων ήταν στην παρανομία ή σε καθεστώς διώξεων. Επιπλέον, σημαντικός ήταν ο αντίκτυπος της Κουβανέζικης Επανάστασης και των αντάρτικων κινημάτων. Όλα αυτά συνέκλιναν σε μια μεγάλη ριζοσπαστικοποίηση κοινωνικών στρωμάτων και στη διοχέτευση των διαμαρτυριών μέσω των εκκλησιαστικών κοινοτήτων βάσης. Στη Βραζιλία, η «Εκκλησία των φτωχών» φαίνεται στα μάτια της δικτατορίας ως ο βασικός της αντίπαλος.
Στο κλίμα ανανέωσης που κυριαρχούσε μετά τη Β΄ Σύνοδο του Βατικανού (1962-1965), συνήλθε στο Μεντεγίν της Κολομβίας η Σύνοδος των Επισκόπων της Λατινικής Αμερικής, τον Αύγουστο του 1968, τα τελικά κείμενα της οποίας αποτελούν πραγματική τομή, καθώς στην ουσία θεμελιώνουν όλη την αντίληψη της Θεολογίας της Απελευθέρωσης. Για πρώτη φορά δεν καταγγέλλονται απλώς οι δομικές αιτίες της αδικίας και της παραβίασης των ανθρώπινων δικαιωμάτων καθώς και η «θεσμοποιημένη βία», αλλά επιπλέον αναγνωρίζεται η νομιμότητα της εξέγερσης για την απελευθέρωση από κάθε είδους δουλεία και τονίζεται ο ρόλος των λαϊκών στην Εκκλησία. Σε αυτά τα συμφραζόμενα, το βιβλίο του Περουβιανού ιησουίτη Γκουστάβο Γκουτιέρες με τίτλο Θεολογία της Απελευθέρωσης [ελλ. έκδοση: μτφ. Κ. Παλαιολόγος, επιμ. Θ. Δρίτσας, εκδ. Άρτος Ζωής 2012], το 1972, ήρθε να θέσει τον θεωρητικό θεμέλιο λίθο που έλειπε. Νωρίτερα, το 1964, είχε πραγματοποιηθεί στο Ρίο ντε Τζανέιρο μια συνάντηση λατινοαμερικάνων θεολόγων, με επικεφαλής τον Γκουστάβο Γκουτιέρες, στην οποία διατυπώθηκε για πρώτη φορά η σύγκλιση χριστιανισμού και μαρξισμού. Ο προβληματισμός θα μπορούσε να συνοψιστεί στη διαπίστωση του βραζιλιάνου καρδινάλιου Ελντέρ Καμάρα: «όσο έλεγα πως έπρεπε να βοηθάμε τους φτωχούς, με θεωρούσαν άγιο· όταν ρώτησα γιατί υπήρχαν τόσοι φτωχοί, με αντιμετώπισαν ως κομμουνιστή».
Στην ανάπτυξη αυτού του κινήματος, εμβληματική υπήρξε η φιγούρα του ιερέα-αντάρτη Καμίλο Τόρες, στην Κολομβία, που σκοτώθηκε σε μάχη στις 15 Φεβρουαρίου 1966. Ο Καμίλο Τόρες, αφού αγωνίστηκε για χρόνια στην οργάνωση του μαχητικού λαϊκού κινήματος της εποχής, εντάχθηκε στις γραμμές του «γκεβαρικού» αντάρτικου του ELN (Στρατού Εθνικής Απελευθέρωσης), για να σκοτωθεί μετά από λίγο σε σύγκρουση με τις δυνάμεις του στρατού. Η σορός του θάφτηκε σε σημείο που παραμένει άγνωστο μέχρι και σήμερα. Για την πολιτική σκέψη του Καμίλο, η δημιουργία μιας δίκαιης κοινωνίας σήμαινε μια εκ βάθρων επανάσταση που δεν θα ήταν απλώς υπέρ των φτωχών αλλά και κατά των πλουσίων και των εκμεταλλευτών, από τους οποίους θα αφαιρούσε τον πλούτο και την εξουσία τους. Σε αυτόν τον αγώνα κατά της ολιγαρχίας (και του ιμπεριαλισμού των ΗΠΑ), οι χριστιανοί, σύμφωνα με την αντίληψη του Καμίλο, δεν δικαιούνται αλλά υποχρεούνται να συμμετέχουν: «το καθήκον κάθε χριστιανού είναι να είναι επαναστάτης, και το καθήκον κάθε επαναστάτη είναι να κάνει την επανάσταση». Ή, όπως λέει σε μια συνέντευξή του το 1965, «ο καθολικός που δεν είναι επαναστάτης και δεν είναι με τους επαναστάτες διαπράττει θανάσιμο αμάρτημα». Με αυτή την έννοια, «οι μαρξιστές αγωνίζονται για μια νέα κοινωνία κι εμείς, οι χριστιανοί, οφείλουμε να αγωνιζόμαστε στο πλευρό τους».
Το παράδειγμα του Καμίλο ακολούθησαν και άλλοι ιερείς, όπως ο Δομίνγκο Λαΐν και ο Μανουέλ Πέρες, που επίσης πολέμησαν στις γραμμές του ELN — ο δεύτερος μάλιστα έφτασε και στην ηγεσία του. Στη Χιλή, για παράδειγμα, οι «Ιερείς για τον Σοσιαλισμό» στήριξαν την άνοδο του Σαλβαδόρ Αλιέντε.
Ήδη, όμως, έχει αρχίσει η αντεπίθεση. Η έκθεση του Ν. Ροκφέλερ προς τον πρόεδρο Νίξον, το 1969, που αναφέρει ότι «αν υλοποιηθούν οι αποφάσεις του Μεντεγίν κινδυνεύουν τα συμφέροντά μας», κινείται παράλληλα με την απόφαση των ΗΠΑ και της CIA για συστηματική επέμβαση κατά του κινήματος του Χριστιανισμού της Απελευθέρωσης. Ένα από τα ντοκουμέντα της Σάντα Φε, που συντάσσονται τη δεκαετία του 1980 από συμβούλους της κυβέρνησης των ΗΠΑ και σκιαγραφούν την πολιτική προς τις χώρες της Λατινικής Αμερικής, λέει με σαφήνεια ότι «η Θεολογία της Απελευθέρωσης πρέπει να αντιμετωπίζεται ως πολιτικό δόγμα μεταμφιεσμένο σε θρησκευτική πίστη, με περιεχόμενο ενάντια στον πάπα και ενάντια στην ελευθερία των επιχειρήσεων». Ήδη η βία κατά των χριστιανικών κοινοτήτων είναι πλέον συστηματική σε πολλές χώρες όπως η Αργεντινή (είναι η εποχή της δικτατορίας), στη Βραζιλία (όπου οι Εκκλησιαστικές Κοινότητες Βάσης συγκέντρωναν πάνω από 3 εκατομμύρια άτομα), στη Βολιβία κ.α. Στο Ελ Σαλβαδόρ, τον Μάρτιο του 1980, δολοφονείται ο επίσκοπος Όσκαρ Ρομέρο, την ώρα της λειτουργίας, ενώ τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς βιάζονται και δολοφονούνται από μέλη της Εθνικής Φρουράς τέσσερις καλόγριες.
Βρισκόμαστε πλέον στην εποχή Ρίγκαν, στην εποχή της Νέας Θρησκευτικής Δεξιάς. Ταυτόχρονα, από το 1978 έχει αρχίσει η μαύρη εποχή για κάθε ριζοσπαστική λογική εντός της καθολικής Εκκλησίας, η εποχή Βοϊτίλα-Ράτσινγκερ. Τη στιγμή που η εκκλησιαστική ιεραρχία τιμωρούσε όσους υποστήριζαν τις θέσεις της Θεολογίας της Απελευθέρωσης (τον Λεονάρντο Μποφ ή τον Φερνάντο Καρδενάλ, που εκδιώχθηκε από το τάγμα των Ιησουιτών επειδή ήταν υπουργός Παιδείας στην κυβέρνηση των Σαντινίστας), επιδοκίμαζε επισκόπους που ευλογούσαν ως «ανθρώπινο δικαίωμα» την εξέγερση των ακροδεξιών Κόντρας στη Νικαράγουα. Όταν ιδρύεται το Ινστιτούτο για τη Θρησκεία και τη Δημοκρατία, ο Μιγκέλ Ντ’ Εσκότο, υπουργός Εξωτερικών της σαντινιστικής κυβέρνησης, υποστηρίζει καθαρά πως «το ΙΘΔ είναι προφανώς οργάνωση-βιτρίνα της CIA».
Τον Απρίλιο του 1982 πραγματοποιήθηκε στο Σαντιάγο (παρά την αντίθεση των χιλιανών επισκόπων) διεθνής συνδιάσκεψη των Χριστιανών για το Σοσιαλισμό, με συμμετοχή περίπου 400 ατόμων, ενώ το παρών έδωσε και ο Γκουστάβο Γκουτιέρες. Το τελικό ντοκουμέντο, με ορολογία καθαρά μαρξιστική, κατάγγελλε τη χρήση του χριστιανισμού για τη δικαιολόγηση του καπιταλισμού, ενώ έκλεινε με λόγια του Τσε Γκεβάρα.
Όταν, μετά την πτώση του Τείχους και την εκλογική ήττα των Σαντινίστας, ο πάπας Ιωάννης Παύλος Β΄ (Βοϊτίλα) διακήρυξε περιχαρής το θάνατο της Θεολογίας της Απελευθέρωσης, η απάντηση ήρθε από τον Γκουστάβο Γκουτιέρες, το 1993, που δήλωσε ότι η κατάρρευση του υπαρκτού «είναι σημαντικό γεγονός αλλά δεν αλλάζει ριζικά τις απόψεις της Θεολογίας της Απελευθέρωσης, επειδή αυτή αφορμάται από την κατάσταση φτώχιας της τεράστιας πλειονότητας του λατινοαμερικάνικου πληθυσμού». Στο μεταξύ, το 1985, το Βατικανό (διά του –μετέπειτα πάπα– Ράτσινγκερ) είχε καταδικάσει τη Θεολογία της Απελευθέρωσης ως αίρεση.
Παρ’ όλα αυτά, το κίνημα της Θεολογίας της Απελευθέρωσης εξακολουθεί να έχει βαθιές ρίζες στα κινήματα της Λατινικής Αμερικής. Τα παραδείγματα είναι πολλά. Στη Βραζιλία, αγωνιστές αυτού του κινήματος έχουν παίξει καθοριστικό ρόλο στη συγκρότηση του Κόμματος των Εργαζομένων αλλά και του Κινήματος των Χωρίς Γη (MST). Το ίδιο συμβαίνει και στους Σαντινίστας, στη Νικαράγουα, και στο Μέτωπο Φαραμπούντο Μαρτί, στο Ελ Σαλβαδόρ· σύμφωνα με τα Wikileaks, τηλεγράφημα από την πρεσβεία των ΗΠΑ στο Σαν Σαλβαδόρ υποστηρίζει ότι «το κίνημα της Θεολογίας της Απελευθέρωσης βοήθησε σε σημαντικό βαθμό τις προσπάθειες [τον αγώνα του Μετώπου Φαραμπούντο Μαρτί κατά τον εμφύλιο]». Το 1989 δολοφονήθηκαν στο Ελ Σαλβαδόρ έξι ιησουίτες από το στρατό. Στη Γουατεμάλα δολοφονείται το 1998 ο υπερασπιστής των ανθρώπινων δικαιωμάτων επίσκοπος Χεράρδι.
Στην Τσιάπας του Μεξικού, η πολύχρονη δουλειά του («κόκκινου») επισκόπου Σαμουέλ Ρουίς οδήγησε στην οργάνωση 2.600 κοινοτήτων βάσης, με 7.800 ιθαγενείς κατηχητές, που δημιούργησαν ένα εξαιρετικά ευνοϊκό περιβάλλον όταν συγκροτήθηκαν οι Ζαπατίστας και ο ζαπατιστικός στρατός, ο EZLN, παρά την αντίθεση του Ρουίς στην επιλογή των όπλων. Είναι χαρακτηριστικό ότι στους Ζαπατίστας υπάρχουν πολλοί μαχητές που προέρχονται από τις χριστιανικές κοινότητες βάσης. Στο Εκουαδόρ, ο «επίσκοπος των Ινδιάνων» Λεόνιντας Προάνο μιλούσε σαφώς για απόρριψη του καπιταλιστικού μοντέλου. Η οργάνωση των κοινοτήτων βάσης στις ιθαγενικές κοινότητες συνέβαλε στη συγκρότηση της CΟΝΑΙΕ, της κινηματικής ιθαγενικής ομοσπονδίας του Εκουαδόρ. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην εξέγερση των αγροτών και των ιθαγενών, το 1994, ενάντια στη νεοφιλελεύθερη πολιτική της κυβέρνησης για τη γη (εξέγερση που είχε τη στήριξη και του Βίκτορ Κοράλ, διαδόχου του Προάνο), ο στρατός έκλεινε τους ραδιοφωνικούς σταθμούς της Εκκλησίας, στην προσπάθειά του να καταστείλει την εξέγερση. Με τη Θεολογία της Απελευθέρωσης συνδεόταν και ο Φερνάντο Λούγο, πρόσφατος πρόεδρος της Παραγουάης μέχρι να ανατραπεί από το «συνταγματικό πραξικόπημα» της Δεξιάς. Τέλος, αγωνιστές του κινήματος αυτού είχαν σημαντική συμμετοχή και στην οργάνωση του Παγκόσμιου Κοινωνικού Φόρουμ.
Από την άλλη πλευρά, όπως αποκαλύπτουν και τα Wikileaks, η Θεολογία της Απελευθέρωσης εξακολουθεί να βρίσκεται στο στόχαστρο των ΗΠΑ και του Βατικανού.
Η Θεολογία της Απελευθέρωσης με τα χρόνια επέκτεινε το πεδίο ενασχόλησής της και πέρα από το ταξικό, διευρύνοντας την έννοια του «φτωχού» για να συμπεριλάβει ιθαγενείς, μαύρους, γυναίκες. Στο έδαφός της αναπτύχθηκε η «μαύρη θεολογία», η «φεμινιστική θεολογία», η «ιθαγενική θεολογία». Επιπλέον, ασχολήθηκε με ζητήματα όπως η οικολογία, ενώ αναπτύχθηκε επίσης και μια «οικονομική θεολογία», εμπνευσμένη από τον Μαρξ και την Παλαιά Διαθήκη.
Η Θεολογία της Απελευθέρωσης είναι ταυτόχρονα μια θρησκευτική, ηθική και κοινωνική διαμαρτυρία ενάντια στην αδικία και ένα κάλεσμα για ριζική κοινωνική αλλαγή. Υπήρξε μια αδυσώπητη πολιτικοκοινωνική και ηθική αμφισβήτηση του καπιταλισμού, χρησιμοποιώντας αφενός τα μαρξιστικά εργαλεία και αφετέρου μια νέα, ριζοσπαστική ανάγνωση της Βίβλου ως παραδείγματος του αγώνα για κοινωνική απελευθέρωση. Ως εκ τούτου, για τους εκπροσώπους της καθεστηκυίας τάξης (κοινωνικοπολιτικής και εκκλησιαστικής) αποτέλεσε μια έμπρακτη αμφισβήτηση της εξουσίας τους.
Σύμφωνα με τον ουρουγουανό δημοσιογράφο Ραούλ Σιμπέτσι, τέσσερα μεγάλα ρεύματα είναι αυτά που αποτελούν τους πυλώνες του λαϊκού κινήματος στη Λατινική Αμερική: οι κοινότητες της Θεολογίας της Απελευθέρωσης, η ιθαγενική αντίσταση, ο γκεβαρισμός και η λαϊκή εκπαίδευση. Στη Λατινική Αμερική η Θεολογία της Απελευθέρωσης υπήρξε έκφανση ενός ευρύτερου ρεύματος: της ανάδυσης των αποκλεισμένων στο προσκήνιο.
Αποτελεί, έτσι, ένα παράδειγμα γόνιμης συνάντησης Αριστεράς-χριστιανισμού σε κινηματικό αλλά και σε θεωρητικό επίπεδο, που προέκυψε από τη θεωρητική και πολιτική ριζοσπαστικοποίηση ενός κομματιού χριστιανών που κινήθηκε προς τα αριστερά, συναντώντας τις δυνάμεις της κοινωνικής και πολιτικής Αριστεράς και μετατρεπόμενο σε αναπόσπαστο κομμάτι της.
Οπωσδήποτε είναι τεράστια η συζήτηση για το ρόλο της θρησκείας στη Λατινική Αμερική, για τις μορφές εκκοσμίκευσης και νεωτερικότητας που αναπτύχθηκαν στην ήπειρο κ.λπ. Ωστόσο, αν θέλει κανείς να κατανοήσει σε όλη της την έκταση την πολιτική πραγματικότητα της Λατινικής Αμερικής, είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει υπόψη του αυτό το τεράστιο, ριζοσπαστικό –και ηρωικό, πολλές φορές– κίνημα της Θεολογίας της Απελευθέρωσης.
[ΛΕΖΑΝΤΕΣ]
[5-a] Τοιχογραφία του Cerrero Barredo (του κατεξοχήν ζωγράφου της θεολογίας της απελευθέρωσης), στον καθεδρικό ναό της πόλης Sao Felix do Araguaia (Βραζιλία).
[5-b] Alfredo Rostgaard, « Ο Χριστός αντάρτης», 1969
Εφημερίδα των Συντακτών