Κυριακή, 21 Απριλίου 2013

21η Απριλίου: Η κληρονομία της χούντας, επιβιώσεις, αναβιώσεις και νέες μορφές αυταρχισμού σήμερα

21η Απριλίου: Η κληρονομία της χούντας, επιβιώσεις, αναβιώσεις και νέες μορφές αυταρχισμού σήμερα
FREE photo hosting by Fih.grΗ φετινή επέτειος της 21ης Απριλίου είναι η πρώτη που βρίσκει τους νεοναζιστές στο Κοινοβούλιο, ενώ παράλληλα η συρρίκνωση πολιτικών, κοινωνικών και ατομικών δικαιωμάτων είναι προωτοφανής για την Τρίτη Ελληνική Δημοκρατία. Θελήσαμε λοιπόν να συζητήσουμε μια σειρά ερωτήματα που είναι στην καθημερινή ατζέντα: τι σημαίνει η απαξίωση της μεταπολίτευσης, αν ζούμε μια «νέα χούντα», τι σημαίνει η συρρίκνωση της δημοκρατίας και πώς πρέπει να την αντιμετωπίσει η Αριστερά, αν ο αυταρχισμός της μνημονιακής εποχής, αλλά και η άνοδος της Ακροδεξιάς αποτελούν «αναβιώσεις» ή νέα φαινόμενα; Απευθυνθήκαμε έτσι στην Αθηνά Αθανασίου (κοινωνική ανρθρωπολόγο) την Ελένη Βαρίκα (ιστορικό, Paris VIII), τον Κωστή Κορνέτη (ιστορικό, Brown University), τον Ηλία Νικολακόπουλο (πολιτικό επιστήμονα, Πανεπιστήμιο Αθηνών), τον Μιχάλη Σπουρδαλάκη (πολιτικό επιστήμονα, Πανεπιστήμιο Αθηνών), τον Δημήτρη Σαραφιανό (δικηγόρο), τον Γιάννη Χαμηλάκη (αρχαιολόγο, University of Southampton), Δημήτρη Χριστόπουλο (νομικό, Πάντειο Πανεπιστήμιο). Τους θέσαμε, σε όλους και όλες, τα τέσσερα ερωτήματα που ακολουθούν. Τις απαντήσεις τους, τις διαβάζετε στη συνέχεια. Tους ευχαριστούμε θερμά, όλους και όλες για την ανταπόκρισή τους.
Αναδημοσίευση από την Αυγή

o Τα τέσσερα ερωτήματα

1. Το 1974 σηματοδοτεί μια καθοριστική τομή σε πολλά επίπεδα, ταυτόχρονα όμως στοιχεία της χούντας επιβιώνουν. Ποια είναι η κληρονομιά της χούντας που επιβιώνει και ποια η σημασία της;
2. Τα τελευταία χρόνια, από πολλές πλευρές, η μεταπολίτευση αμφισβητείται, ως περίοδος κυριαρχίας του λαϊκισμού, της χαλάρωσης, της διαφθοράς, του κομματισμού κ.ο.κ., που οδήγησε στη σημερινή κρίση. Στην προσέγγιση αυτή συμπίπτουν απόψεις από πολύ διαφορετικές αφετηρίες -- από την ακροδεξιά μέχρι νεοφιλελεύθερους και υποστηρικτές του Μνημονίου. Πώς πιστεύετε ότι πρέπει να αποτιμήσουμε τη μεταπολίτευση;
3. Μαζί με την ιδεολογική αυτή αμφισβήτηση, παρακολουθούμε σήμερα την ανατροπή βασικών κατακτήσεων της μεταπολίτευσης, μαζί με την έξαρση του αυταρχισμού. Το σύνθημα «Η χούντα δεν τελείωσε το '73» φωνάζεται όλο και περισσότερο στις διαδηλώσεις, ενώ συναντάμε διάχυτη την αντίληψη ότι ζούμε μια «χούντα». Πρώτον, πιστεύετε ότι ζούμε μια «νέα χούντα»; Δεύτερον, γιατί υπάρχει και ενισχύεται αυτή η αντίληψη; Τρίτον, ποια πρέπει να είναι η στάση της Αριστεράς, αφενός απέναντι στη συρρίκνωση της δημοκρατίας και τον αυταρχισμό, αφετέρου στην αντίληψη περί «νέας χούντας»;
4. Βλέπουμε επίσης να αναβιώνουν ιδεολογήματα και όροι όπως ο «εχθρός λαός», ένας νέος αντικομμουνισμός, ένας τιμωρητικός-ιατρικός λόγος κλπ. Για όλα αυτά αλλά και για τη δυναμική εμφάνιση της Χρυσής Αυγής έχει σημασία να αναζητήσουμε τις ιστορικές συνέχειες, τις κληρονομιές λ.χ. της χούντας; Ή πρέπει να τα δούμε ως νέα φαινόμενα που εδράζονται στο σήμερα και στην κρίση;

o Ακροδεξιά πολιτική παράδοση: ισχυρή και διαχρονικά παρούσα

1. Η μετάβαση στη δημοκρατία, τον Ιούλιο του 1974, χαρακτηρίζεται από ένα προσεκτικά διαμορφωμένο ισοζύγιο μεταξύ ρήξης και συνέχειας, σε σχέση με το αυταρχικό προδικτατορικό καθεστώς. Ρήξη σε θεσμικό αλλά και πραγματικό επίπεδο, αφού για πρώτη φορά στην ελληνική πολιτική ιστορία διαμορφώθηκε ένα κοινοβουλευτικό καθεστώς το οποίο λειτουργεί χωρίς εξωγενείς περιοριστικούς παράγοντες.
Ταυτόχρονα όμως τα στοιχεία συνέχειας με το προδικτατορικό παρελθόν ήταν εμφανή, και όχι μόνο στο ηγετικό πολιτικό προσωπικό της μεταπολίτευσης. Γι' αυτό άλλωστε και στον επίσημο πολιτικό λόγο, αυτό που γιορτάζεται στις 24 Ιουλίου δεν είναι η αρχή ενός νέου δημοκρατικού καθεστώτος, αλλά η «αποκατάσταση» της δημοκρατίας. Το κρισιμότερο ίσως στοιχείο στο πεδίο της συνέχειας είναι ότι δεν υπήρξε κανένας επίσημος στιγματισμός ούτε καν σαφής οριοθέτηση ως προς τους συνεργασθέντες με το δικτατορικό καθεστώς. Και αυτό γιατί σε αρκετούς τομείς η δικτατορία δεν ήταν παρά η ακραία και παραμορφωμένη --μέχρι βαρβαρότητας-- εκδοχή του προδικτατορικού αυταρχισμού. Αυτό επομένως που ορισμένοι χαρακτηρίζουν ως «κληρονομιά της χούντας» δεν είναι παρά η διαχρονικά παρούσα ακροδεξιά πολιτική παράδοση, το εύρος και η εμβέλεια της οποίας συχνά υποτιμάται.
2. Καταρχάς απαιτείται μια εννοιολογική διευκρίνιση: η «μεταπολίτευση» ως διαδικασία μετάβασης και εδραίωσης ενός δημοκρατικού-κοινοβουλευτικού καθεστώτος πρέπει να θεωρείται πλήρως ολοκληρωμένη τουλάχιστον από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, με την οριστική αποχώρηση όλων των πρωταγωνιστών της από την ενεργό πολιτική. Επομένως, οι κριτικές που αφορούν, στην πραγματικότητα, την ποιότητα και τις στρεβλώσεις της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας, κακώς αναφέρονται στην «μεταπολίτευση», δημιουργώντας μια σύγχυση μεταξύ δημοκρατίας και δικτατορίας. Και για μεν την Ακροδεξιά η σύγχυση αυτή είναι απολύτως ηθελημένη, αφού κατατείνει στον εξαγνισμό της δικτατορίας. Λιγότερο κατανοητή είναι η στόχευση που έχει η νεοφιλελεύθερη κριτική, η οποία αποδίδει στη «μεταπολίτευση» την κατηγορία του «λαϊκισμού», δηλαδή αυτό που εκλαμβάνει ως αριστερή ιδεολογική ηγεμονία κατά τη μακρά μεταδικτατορική περίοδο. Αναφερόμενη όμως και αυτή γενικά στη «μεταπολίτευση», οδηγείται εκ των πραγμάτων στην έμμεση αμφισβήτηση της ίδιας της δημοκρατίας.
3. Το δημοφιλές σύνθημα «Η χούντα δεν τελείωσε το '73» είναι ίσως από τα ατυχέστερα που έχουν ακουστεί. Γι' αυτό και προβληματίζει πώς ένα ορθό, πολιτικά και ιστορικά, σύνθημα της προηγούμενης περιόδου («Το Πολυτεχνείο δεν τελείωσε το '73, εμπρός για της γενιάς μας τα Πολυτεχνεία») μετασχηματίστηκε σε ένα σύνθημα που χαρακτηρίζεται από απόλυτη ιστορική αστοχία: αφενός ταυτίζει την εξέγερση του Πολυτεχνείου το 1973 με τη μεταγενέστερη κατάρρευση της Χούντας το 1974, και αφετέρου εξομοιώνει καθεστώτα που κατά κανέναν τρόπο δεν μπορούν να θεωρηθούν συγκρίσιμα.
Θα αποτελούσε ανεπίτρεπτο πολιτικό ολίσθημα για την Αριστερά να υιοθετήσει την άποψη ότι ο συνεχώς αυξανόμενος σήμερα αυταρχισμός αποτελεί μια «νέα χούντα». Το αντικειμενικό γεγονός ότι για τη συντριπτική πλειοψηφία των σημερινών ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ η στρατιωτική δικτατορία του 1967-74 δεν αποτελεί βιωμένη εμπειρία δεν δικαιολογεί την, έστω και σιωπηρή, αποδοχή ανιστόρητων συγκρίσεων, και κυρίως ατελέσφορων πολιτικών παρομοιώσεων.
4. Το ισοζύγιο μεταξύ ιστορικής συνέχειας και διακυβευμάτων της συγκυρίας αποτελεί για τη σύγχρονη ευρωπαϊκή Ακροδεξιά το δυσκολότερο ίσως ερώτημα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, στα καθ' ημάς, η Χρυσή Αυγή. Για όσο διάστημα παρέμενε ένα περιθωριακό μόρφωμα που ανταγωνιζόταν τις υπόλοιπες ακροδεξιές ομάδες, η ιδεολογική (εθνικοσοσιαλιστική) ταυτότητά της αποτελούσε την κυριότερη αναφορά της. Η εκλογική της καταξίωση το 2012 προέκυψε όμως από τη στιγμή που υποβάθμισε, έστω και προσχηματικά, την ιδεολογική της ταυτότητα και επέλεξε να επενδύσει στη συγκυρία, δηλαδή να εκμεταλλευτεί πολιτικά τα λανθάνοντα αντιμεταναστευτικά και ρατσιστικά συναισθήματα ενός ευρύτατου φάσματος του ελληνικού πληθυσμού. Σήμερα φαίνεται να ταλαντεύεται και πάλι ανάμεσα στην εκμετάλλευση της συγκυρίας (αντιμεταναστευτικά πογκρόμ) και την ανάδειξη της ιστορικής προέλευσης (Μελιγαλάς, Μακρυγιάννη, εμφυλιοπολεμικός αντικομουνισμός αλλά και χούντα), προσδοκώντας να αποτελέσει τον κύριο υποδοχέα των απογοητευμένων παραδοσιακών οπαδών της Δεξιάς.
Ηλίας Νικολακόπουλος

o Oι επικαιροποιημένες παρακαταθήκες της Χούντας

1. Η ελεγχόμενη και από τα πάνω μετάβαση στη δημοκρατία το 1974, παρά τις σημαντικές ανατροπές και νεωτερισμούς που επέφερε στο μετεμφυλιακό και μεταδιδακτορικό κράτος, δεν ανέτρεψε ριζικά νοοτροπίες και συμπεριφορές, κατεστημένες για δεκαετίες. Στερεοτυπικές, αν όχι φολκλορικές, αντιλήψεις και ερμηνείες (λ.χ. τα προβλήματα γίνονται αντιληπτά ως αποτέλεσμα των ελληνικών ιδιοτυπιών, που αποδίδονται στην εγωιστική αντικοινωνικότητα και οκνηρία των «Νεοελλήνων» κ.ά.) παγιώθηκαν, υποκαθιστώντας κριτικές αναλύσεις των χαρακτηριστικών του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού, ενώ ταυτόχρονα το πλαίσιο της πολιτικής αντιπαράθεσης δεν ξεπέρασε τις λογικές μηδενικού αθροίσματος. Κατά συνέπεια, η υπερπολιτικοποίηση που χαρακτήρισε τη μεταπολίτευση και τον κομματικό ανταγωνισμό ήταν ουσιαστικά απολίτικη, αφού δεν γειώνονταν στις κοινωνικές/ταξικές διαιρετικές τομές και τη δυναμική τους.
2. Η μεταπολίτευση, παρά τις αντιφάσεις, τις αντινομίες της και τους κομματικούς/πολιτικούς περιορισμούς που επέβαλε στην κοινωνική συμμετοχή σε ό,τι αφορά τη διαμόρφωση των θεσμών, γεγονός που επέβαλε το κρατικοβαρές πρότυπο μετάβασης στη δημοκρατία, πρέπει να αποτιμηθεί θετικά. Και τούτο ισχύει γιατί, πέρα από τη γρήγορη, σχετικά ομαλή και εν τέλει αποτελεσματική μετάβαση και παγίωση στη δημοκρατική νομιμότητα (κάτω από τις διαδικασίες που καθόριζε το κράτος δικαίου), οδήγησε σε θεσμοθέτηση ενός σημαντικού πλέγματος φιλελεύθερων, δημοκρατικών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Είναι αυτά τα δικαιώματα που σήμερα τόσο οι νεοφιλελεύθεροι και οι συνοδοιπόροι τους, διαφόρων προελεύσεων και ιδιοτελειών, όσο και εκείνοι που κατά παράδοση αντιστέκονται στον Διαφωτισμό, αν και φυσικά από διαφορετικές αφετηρίες ορμώμενοι, συγκλίνοντας, επιδιώκουν τη μέχρι εξαφανίσεως απομείωσή τους. Δυστυχώς, τα συμφέροντα που στη συγκυρία ωφελούνται από αυτή τη σύγκλιση αποκαλύπτουν ένα είδος εκλεκτικής συγγένειας ανάμεσα στις δύο αυτές τάσεις, οι οποίες απειλούν την δημοκρατία.
3. Φυσικά και δεν ζούμε σε συνθήκες χούντας. Κάτω από τον κοινωνικό και πολιτικό αυταρχισμό που αντιμετωπίζουμε, οι πολίτες καταφεύγουν σε απλουστευτικές ερμηνείες της κατάστασής τους, που τους προσφέρει η ευκολία της ιστορικής παρομοίωσης. Το σύνθημα «H χούντα δεν τελείωσε το '73» λοιδορήθηκε από μερίδα της απολογητικής διανόησης των καθεστωτικών δυνάμεων, με το επιχείρημα ότι όχι μόνο δεν έχουμε χούντα αλλά και ότι είναι λάθος πραγματολογικά (αφού θα έπρεπε να λέει «δεν τελείωσε το '74»). Πρόκειται για έναν κακώς εννοούμενο ελιτισμό, που αδυνατεί να κατανοήσει ότι η αυθόρμητη λαϊκή διαμαρτυρία και αγανάκτηση, σε συνδυασμό με τις ανάγκες της επικοινωνίας (το σύνθημα κάνει ρίμα), έχει ατέλειες και δεν είναι ακαδημαϊκό τεστ γνώσεων. Η Aριστερά πρέπει να κατανοήσει ότι ο συνεχώς διευρυνόμενος αυταρχισμός και η συρρίκνωση της δημοκρατίας δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με γενικόλογες εκκλήσεις, με τις οποίες εύκολα συμφωνεί ακόμη και η «Αριστερά» των καθεστωτικών δυνάμεων, ούτε να περιοριστεί στο να «ταράζει» τους παράγοντες των δημοκρατικών παραβιάσεων και εκτροπών στη «νομιμότητα». Αντίθετα, σήμερα η κρίση, περισσότερο από ποτέ, επιβάλλει τη διεκδίκηση της δημοκρατίας --πέρα από το προφανές κανονιστικό της πρόταγμ-- ως προϋπόθεση για την αντιμετώπιση της στη βάση ενός διαφορετικού προτύπου κοινωνικής οργάνωσης.
4. Με δεδομένο ότι τίποτα δεν είναι αποτέλεσμα της «αποκαλυπτικής δύναμης» της Ιστορίας, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι υπάρχουν συνέχειες με τις πολιτικές πρακτικές και τα ιδεολογήματα της χούντας. Μέρος του πολιτικού προσωπικού της Χρυσής Αυγής, αλλά και εκείνου που μεταπήδησε στην Ν.Δ. από το ΛΑΟΣ της προηγούμενης συγκυβέρνησης είχαν υπηρετήσει με ζήλο την ιδεολογική και πολιτική κληρονομιά της χούντας όπου το «Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια» και ο επιθετικός αντικομμουνισμός του «νόμου και της τάξης» ήταν συστατικά του στοιχεία. Συνέχειες, όπως αυτές με τη χούντα, έχουν επικαιροποιηθεί και συγκροτούν τη βάση για αναστροφή των κατακτήσεων της μεταπολίτευσης. Αν, για παράδειγμα, μια από τις κατακτήσεις αυτές ήταν ο εκδημοκρατισμός των σωμάτων Ασφαλείας, σήμερα οι επικαιροποιημένες παρακαταθήκες της χούντας χρησιμοποιούνται για την υλοποίηση του ακριβώς αντιθέτου προτάγματος.
Μιχάλης Σπουρδαλάκης

o Μεταπολίτευση ή το «κράτος του δήμου»;

1. Η σημαντική τομή που σηματοδότησε η μεταπολίτευση δεν περιορίζεται στο τέλος της δικτατορίας. Για πολλούς, αποτέλεσε υπόσχεση και ελπίδα κατάργησης του βάναυσα αντικομμουνιστικού και ανελεύθερου καθεστώτος που είχε εγκαθιδρυθεί μετά την ήττα του Εμφυλίου: της ποινικοποίηση των ιδεών, των τιμωρητικών στρατοπέδων, της επαγγελματικής απαγόρευσης και των πιστοποιητικών εθνικοφροσύνης, της αστυνόμευσης των πολιτών, της εκλογικής βίας και νοθείας, τηςκαταστολήςτουεργατικού κινήματος -- ενός καθεστώτος που εγκατέστησε μακρόχρονα στην καρδιά του κρατικού και ιδιαίτερα του κατασταλτικού μηχανισμού την αυθαίρετη εξουσία των συνεργατών και δοσιλόγων της ναζιστικής Κατοχής.
Αυτή η πολιτική κληρονομιά, την οποία η χούντα ήρθε να υπερασπίσει ενάντια στους αγώνες της δεκαετίας του '60, και ενάντια στην οποία ορθώθηκαν τα κινήματα της μεταχουντικής περιόδου, είναι αυτή που επιβιώνει και αναβιώνει στο εσωτερικό του κρατικού μηχανισμού, καθώς και στον σημερινό κυβερνητικό λόγο, την τιμωρητική κυβερνητική πολιτική και, κυρίως, στην άνοδο του νεοναζισμού.
2. Η πρώτη περίοδος της μεταπολίτευσης σήμανε ένα πρωτοφανές ξέσπασμα πολιτικών και κοινωνικών αγώνων, εργατικών και φοιτητικών κινητοποιήσεων, κινημάτων όπως το φεμινιστικό, κάποιων δειλών αλλά επίμονων αντιαυταρχικών απαιτήσεων της νεολαίας που συνέθεταν την απαίτηση μιας ριζικής αλλαγής. Η μεταπολίτευση, όπως δηλώνει ο όρος, υπήρξε αλλαγή πολιτεύματος, όχι όμως όπως υποστηρίζεται ενίοτε, «βελούδινη» μετάβαση στη δημοκρατία. Οι επίσημοι και μη διεκδικημένοι νεκροί της κρατικής βίας της μεταπολίτευσης αμφισβητούν μια τέτοια αμνησία, από τον μαθητή Σιδέρη Ισιδωρόπουλο και τον δεκαπεντάχρονο Μιχάλη Καλτεζά μέχρι τα ξεχασμένα θύματα των διαδηλώσεων του Πολυτεχνείου και τις εκδικητικές σκευωρίες κατά ανένταχτων και ασυμβίβαστων αγωνιστών, όπως ο Γιάννης Σερίφης. Η μεταπολίτευση ήταν ίσως «περίοδος χαλάρωσης» για τους νοσταλγούς του Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών, αλλά όχι για όσους και όσες έζησαν την εμπόλεμη ατμόσφαιρα με τις αύρες να σαρώνουν το κέντρο της Αθήνας. Είναι μάλλον περίοδος ομαλοποίησης και ένταξης ενός τμήματος της Αριστεράς στους κανόνες της αστικής δημοκρατίας, που θα καταλήξει σε έναν εκ των άνω εκδημοκρατισμό-εξευρωπαϊσμό των θεσμών, που περνάει από την περιθωριοποίηση, αποσιώπηση ή ενσωμάτωση της συσσωρευμένης δίψας για ριζική αλλαγή: το κράτος του δήμου, αυτό ήταν και είναι, νομίζω, το ζητούμενο, και όχι η αναζήτηση «έντιμων» πολιτικών ή αρχηγών της Αστυνομίας, που να αποφασίζουν αδέκαστοι πότε και πόσες αύρες θα στείλουν.
3. Όχι, δεν ζούμε μια χούντα. Tέτοιες απλουστεύσεις εκφράζουν την πολιτική αδυναμία της Αριστεράς να αντιμετωπίσει την πρωτοφανή αποτελεσματική επίθεση του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού, απαντώντας σε αυτό που τον διακρίνει από τις προηγούμενες ιστορικές εμπειρίες, αλλά και εντοπίζοντας τις αδυναμίες στις δικές της παραδόσεις που διευκολύνουν μια τέτοια επιτυχία. Δεν βρισκόμαστε στη χούντα, γιατί σχεδόν παντού οι νεοφιλελεύθερες αυταρχικές και τιμωρητικές πολιτικές που διαλύουν τον κοινωνικό ιστό, θέτοντας σε κίνδυνο την ίδια τη δυνατότητα του πολιτικού, επιβάλλονται από εκλεγμένες κυβερνήσεις, και μάλιστα συχνά έχουν εισαχθεί από «προοδευτικούς» σοσιαλδημοκρατικούς σχηματισμούς ή με την υποστήριξη τους. Το ότι ειναι εκλεγμένες, δεν τις εμποδίζει --το αντίθετο!-- να είναι άκρως αυταρχικές και απολυταρχικές, με μεθόδους που εξηγούν τη μεταφορική και ισοπεδωτική χρήση του όρου «χούντα». Ωστόσο, η μεταφορά υποδηλώνει άγνοια για το τι ήταν η χούντα, όχι μόνο ως ξένη επέμβαση, αλλά και ως γηγενής παράδοση και ιδεολογία.
4. Το ένα δεν μπορεί να γίνει χωρίς το άλλο. Χρειάζεται να κατανοήσουμε πως η «κρίση» δεν είναι μόνο οικονομική αλλά και βαθιά πολιτική· δεν είναι, όπως περίμενε η Αριστερά, επαναστατική, αλλά για την ώρα τουλάχιστον ευνοεί τα πιο αναπάντεχα και εφιαλτικά σενάρια. Οι σημερινές μορφές καταστολής δεν ξεκίνησαν με την κρίση, αλλά με τη βαθμιαία εισαγωγή στην Ευρώπη μιας νομοθεσίας εξαίρεσης που με το πρόσχημα της τρομοκρατίας κατάργησε ελευθερίες κερδισμένες με αιματηρούς αγώνες. Στην Ελλάδα αυτό πέρασε σχεδόν απαρατήρητο με την ευκαιρία της δίκης της 17 Νοέμβρη. Με τον ίδιο τρόπο, πρέπει να αναρωτηθούμε πόσο αντιστάθηκε η Αριστερά στην υστερική κρίση για το όνομα της Μακεδονίας και πόσο αυτό προετοίμασε ένα κομμάτι να αμβλύνει τα αντιρατσιστικά του αντανακλαστικά, σε μια χώρα υπερήφανη για την αντίσταση της στη «γερμανική», όπως λέγεται συνήθως, Κατοχή. Η Ισπανία είχε δεκαετίες φασισμό και βρίσκεται σε βαθιά οικονομική κρίση, δεν έχει όμως ένα νεοναζιστικό κόμμα στην τρίτη θέση. Το ίδιο συμβαίνει με την αδυναμία κατανόησης της σημασίας που έχει το ιδίωμα της ομοφοβίας και του σεξισμού στην επιτυχία αυτών των μορφωμάτων ακριβώς επειδή, παραδοσιακά, η Αριστερά τα θεώρησε δευτερεύοντα πολιτισμικά στοιχεία. Το ζήτημα λοιπόν δεν είναι αν μιλάμε για τη χούντα ή για το παρόν, αλλά τι κάνουμε ώστε να αναπτύξουμε μια πρακτική και κουλτούρα ρήξης και αντιστασης, τόσο πολύμορφης όσες και οι μορφές της βαρβαρότητας που μας έρχονται απροειδοποίητα, όπως συμβαίνει πάντα με τα πολιτικά πράγματα.
Ελένη Βαρίκα

o Ποια ιστορική περίοδο αναπολούν όσοι αμφισβητούν τη μεταπολίτευση;

1. Η περίοδος της χούντας είναι θεσμικά παρούσα σε διάφορα επίπεδα, από νομοθετήματα που δεν έχουν ρητώς καταργηθεί και χρησιμοποιούνται κατά καιρούς από την εκτελεστική εξουσία, παρότι προσβάλλουν ευθέως συνταγματικές διατάξεις, όπως το Βασιλικό Διάταγμα 794/71 και το Προεδρικό Διάταγμα 269/72 Περί διαδηλώσεων (π.χ. στη Χαλκιδική, τον Νοέμβριο του 1997) μέχρι αποικιοκρατικές νομοθεσίες, όπως ο μεταλλευτικός κώδικας ή ο αναγκαστικός νόμος 89/67 περί κινήτρων αλλοδαπών επιχειρήσεων. Άλλωστε, και ο Ποινικός Κώδικας, αλλά και το ελληνικό Σύνταγμα περιέχουν διατάξεις που αντανακλούν το μετεμφυλιακό κλίμα του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού. Το γεγονός ότι ουδέποτε καταργήθηκαν οι ρυθμίσεις αυτές, αλλά αντίθετα εφαρμόζονται συστηματικά είτε για την ποινικοποίηση διαδηλώσεων και απεργιών (όπως τα αδικήματα της διατάραξη κοινής και οικιακής ειρήνης, της παράνομης βίας κλπ.), είτε για τη ρύθμιση των σχέσεων κράτους-Εκκλησίας, είτε ακόμα και ερμηνευτικά για τον προσδιορισμό της «εθνικής ταυτότητας», αναδεικνύει ότι η κληρονομιά αυτή είναι ζωντανή και πρόσφορη προς χρήση.
2. Η μεταπολίτευση σφραγίστηκε από την εξέγερση του Πολυτεχνείου και την ένταση των ταξικών εργατικών αγώνων από το 1975 έως και το 1979. Μέσω αυτών ο λαός βγήκε στο προσκήνιο (πολλές φορές σε αντίθεση με τις επίσημες συμβιβαστικές κατευθύνσεις των κομμάτων της Αριστεράς) και επέβαλε στην αστική τάξη της χώρας και στο πολιτικό προσωπικό της να παράσχουν καλύτερες συνθήκες διαβίωσης, αλλά και περισσότερα δικαιώματα για την πλατιά πλειοψηφία. Περαιτέρω, με τη μεταπολίτευση καθιερώθηκε ένα πολιτικό σύστημα στο οποίο δεν είχαν ρόλο το παλάτι και ο στρατός -- ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι χάρη στους αγώνες που προαναφέραμε δεν ακολουθήθηκε στην Ελλάδα το μοντέλο που ακολούθησε η Τουρκίας μετά το πραξικόπημα του 1980. Συνεπώς, όσοι αμφισβητούν την σημασία της μεταπολίτευσης φέρουν το βάρος να αποδείξουν ποια είναι η ιστορική περίοδος της Ελλάδας που αναπολούν: Το μετεμφυλιακό κράτος; Ή η περίοδος του Μεσοπολέμου με τα συνεχή πραξικοπήματα; Η ενσωμάτωση αυτών των αγωνιστικών διαθέσεων μέσω στοιχείων κορπορατισμού και συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας ή, πολύ περισσότερο, μέσω της πρόσδεσης της πλατιάς πλειοψηφίας στα δάνεια, τα χρηματιστήρια, την παρασιτική κατανάλωση δεν είναι φαινόμενο ελληνικό ούτε οφείλεται κατά κύριο λόγο στη μεταπολίτευση. Εκτός αν η σχετική κριτική εστιάζεται στο γεγονός ότι δεν κρατήθηκαν μεγάλα τμήματα του πληθυσμού κάτω από τα όρια της φτώχειας, όπως έγινε με την επιβολή δικτατορικών --ανοικτά ή συγκεκαλυμμένα-- καθεστώτων σε χώρες της Εγγύς Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής.
3. Στην περίοδο του νεοφιλελευθερισμού, αλλά και της κρίσης του, η αναίρεση δικαιωμάτων και κατακτήσεων μιας προηγούμενης περιόδου συνδυάζεται με την ένταση του αυταρχισμού και της καταστολής (από τη διαμόρφωση ενός πλαισίου εξαίρεσης στο ποινικό δίκαιο με τις διατάξεις για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας που σήμερα τυγχάνουν εφαρμογής σε ευρεία στρώματα «υπόπτων», μέχρι τη σύγχρονη μνημονιακή νομοθεσία που καθιστά την εξαίρεση κανόνα), τον περιορισμό της δημοκρατικής αρχής (με τις πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, αλλά και τη μεταφορά αρμοδιοτήτων σε όργανα που δεν έχουν καμία δημοκρατική νομιμοποίηση) και κυρίως με την προφανή παραβίαση πληθώρας διατάξεων του Συντάγματος και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Η κατάσταση αυτή, που αποκτά δομικά χαρακτηριστικά-- νομιμοποιεί το σύνθημα «Η χούντα δεν τελείωσε…». Δεν θα πρέπει όμως να ξεχνάμε ότι η επιβολή χούντας, ως θεσμική αναστολή συνταγματικών διατάξεων, συνιστά μια περαιτέρω τομή στο πολιτικό και νομικό σύστημα, και συνήθως έρχεται ως αποτέλεσμα της ανόδου της ταξικής πάλης και της ήττας των δυνάμεων της εργασίας.
4. Με βάση όσα προαναφέραμε, δεν είναι περίεργο που το κυρίαρχο πολιτικό σκηνικό υιοθετεί στοιχεία της νεοναζιστικής ατζέντας, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τα στρατόπεδα συγκέντρωσης -- το σύμβολο δηλαδή του δικαίου της εξαίρεσης. Όμως, παρότι από τη χούντα μέχρι σήμερα παρουσιάζονται στοιχεία συνέχειας ιδεολογικών καταβολών, αλλά και όψεων του πολιτικού λόγου (που σίγουρα είναι σκόπιμο να αναδεικνύονται), το γεγονός ότι σήμερα αναπτύσσεται μια αυτοτελής πολιτική εκπροσώπηση του ναζισμού αποτελεί ένα στοιχείο τομής που σχετίζεται με την οικονομική και πολιτική κρίση.
Δημήτρης Σαραφιανός

o Πόσο «επιβιώνει» η χούντα;

1. H χούντα εξέθρεψε νοοτροπίες και καταστάσεις που επιβιώνουν εν μέρει μέχρι σήμερα. Από τo αστικό τοπίο που καταστράφηκε με την απελευθέρωση των συντελεστών δόμησης και τα μεγάλα κιτς ξενοδοχεία, μέχρι τους αγρότες που συνήθισαν να τους χαρίζονται τα χρέη. Αυτά είναι μερικά μόνο από τα κατάλοιπα των λαϊκιστικού τύπου παροχών του χουντικού καθεστώτος προς συγκεκριμένες κοινωνικές κατηγορίες, που αποσκοπούσαν στην εξαγορά κάποιου είδους ανοχής, αν όχι στήριξης. Η χούντα όμως επιβιώνει και στο γεγονός πως η Ελλάδα από το 1974 και μέχρι και σήμερα έπρεπε να καλύψει το τεράστιο χαμένο έδαφος της επταετίας σε επίπεδο πολιτικού πολιτισμού, ατομικών ελευθεριών, κουλτούρας και αισθητικής. Οι όποιες στρεβλώσεις δημιουργήθηκαν στη περίφημη μεταπολίτευση ήταν η άμεση συνέπεια των στρεβλώσεων της ίδιας της χούντας. Όπως εύστοχα έλεγε ο Χρήστος Βακαλόπουλος, «από την 21η Απριλίου και μετά η ελληνική κοινωνία εγκατέλειψε τον εαυτό της και δεν γύρισε πίσω ποτέ».
2. Καταρχάς, ο όρος «μεταπολίτευση» είναι άκρως προβληματικός. Θα έπρεπε να περιοριστεί στην περίοδο της μετάβασης στη δημοκρατία, δηλαδή το 1974-75 ή έστω το 1974-1981, αν θεωρήσουμε πως η εμπέδωση του εκδημοκρατισμού έγινε με την εναλλαγή των κομμάτων στην εξουσία. Η μετέπειτα περίοδος θα μπορούσε να ονομαστεί Γ΄ Ελληνική Δημοκρατία, όπως εξάλλου έχουν προτείνει διάφοροι μελετητές, έτσι ώστε να αποφύγουμε τις γενικότητες, τη σχηματικότητα και όλο το νοηματικό αλαλούμ που δημιουργεί ο όρος-ομπρέλα «μεταπολίτευση», που υπονοεί ένα είδος αέναης μετάβασης. Η συνολική αποτίμηση αυτής της σαραντάχρονης πλέον περιόδου είναι εξαιρετικά δύσκολη, ακριβώς επειδή θα έπρεπε να την αναλύσουμε τμηματικά. Σίγουρα, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε, πέρα από τα λάθη, τις κατακτήσεις της που ήταν πολλές: από την κατάργηση της βασιλείας, τον εκδημοκρατισμό της ελληνικής κοινωνίας και τη δημιουργία κράτους πρόνοιας, μέχρι την αναδιανομή του εισοδήματος, τη διεύρυνση των μεσαίων στρωμάτων και τη γενική άνοδο του βιοτικού επιπέδου.
3. Ασφαλώς δεν ζούμε μια «νέα χούντα», παρά το γεγονός πως η σημερινή πολιτική κατάσταση έχει αρκετά από τα μετα-δημοκρατικά χαρακτηριστικά ενός καθεστώτος «εκτάκτου ανάγκης». Είναι όμως σαφές πως η Ελλάδα δεν βρίσκεται υπό στρατιωτικό δικτατορικό καθεστώς, ολοκληρωτικού ή άλλου τύπου. Θα πρέπει να είμαστε εξαιρετικά προσεκτικοί με τη χρήση των όρων, γιατί διαφορετικά οι λέξεις σχετικοποιούνται και χάνουν τη σημασία και το ειδικό τους βάρος. Ο λόγος που το σύνθημα «Η χούντα δεν τελείωσε το '73» έχει τόσο μεγάλη πέραση σχετίζεται με το γεγονός πως ανήκει στην κατηγορία της λεγόμενης «αξιακής πλαισίωσης» (framing), κοινώς μιας στρατηγικής νοηματοδότησης της πραγματικότητας, που έχει στόχο να εμπνεύσει και να κινητοποιήσει τα συλλογικά υποκείμενα. Καταδεικνύει πως υπάρχει μεγάλη ανάγκη για ιστορικά σημεία αναφοράς και δημιουργία γενεαλογιών, άσχετα με το κατά πόσο αυτές αντέχουν στη βάσανο της ανάλυσης. Και στην περίοδο της δικτατορίας γίνονταν παραλληλισμοί με προηγούμενες εποχές με βάση προβληματικές θεωρίες «συνέχειας» -- θυμίζω «Το μεγάλο μας τσίρκο» και τις αναφορές του στη βαυαροκρατία ως γενεσιουργό αιτία της ελληνικής κακοδαιμονίας. Πιστεύω πως η Αριστερά οφείλει να καταγγέλλει δυναμικά τα όλο και πιο συχνά φαινόμενα αυταρχισμού, παραβίασης της ελευθερίας της έκφρασης και αστυνομικής βίας, χωρίς όμως να πέφτει στην παγίδα της υπερβολής και της εξομοίωσης ανόμοιων πραγμάτων, παρά την οργή που δημιουργεί η οριακότητα της κατάστασης.
4. Παρότι η λεγόμενη θεώρηση «μακράς διάρκειας» μπορεί να μας βοηθήσει να εντάξουμε τα κοινωνικά φαινόμενα σε ένα ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο, η επίμονη αναζήτηση ιστορικών συνεχειών με το παρελθόν για την κατανόηση του παρόντος μπορεί να αποβεί εξόχως παραπλανητική. Όσο λανθασμένη είναι η θέαση της ιστορίας αποκλειστικά με βάση τις «τομές» (λ.χ., το 1974 ως απόλυτη ρήξη με το πριν), άλλο τόσο αυθαίρετο είναι το να ανακαλύπτουμε παντού συνέχειες. Πιστεύω πως η πρόσφατη αυταρχικοποίηση του κράτους και η εμφάνιση της Χρυσής Αυγής είναι άμεσες παρενέργειες της κρίσης. Το να τις βαφτίσουμε κληρονομιές της 21ης Απριλίου θα μας οδηγούσε στη μηχανιστική απόδοση όλων των παθογενειών της σημερινής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας στα κατάλοιπα του αυταρχισμού, κάτι που θα ενείχε στοιχεία υπεραπλούστευσης και στατικής (άρα ανιστορικής) θέασης των ιστορικών εξελίξεων. Δομές όπως η αστυνομία ή η δικαιοσύνη δεν παρέμειναν άθικτες για δεκαετίες μετά τη χούντα· μετασχηματίστηκαν και εξελίχτηκαν, παρά την όντως προβληματική θεσμική τους μνήμη, παρά τα πολλά λάθη και τις παραλείψεις στις διαδικασίες εκδημοκρατισμού και αποχουντοποίησης.
Κωστής Κορνέτης

o Η «κοινοτοπία» του φασισμού και η βαριά κληρονομιά του «μετα-»

1. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι μορφές του άταφου πτώματος, των επανειλημμένων ταφών και της αμφιλεγόμενης κληρονομιάς επιστρατεύονται στην ιστορικοποίηση της μεταπολίτευσης. Όταν επανεξετάζουμε τη μετάβαση στη δημοκρατία σήμερα --στον καιρό της κρίσης, της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης του νεοναζισμού και της πιο συντηρητικής κυβέρνησης της μεταπολίτευσης-- το ζήτημα του τέλους της δικτατορίας τίθεται και ως ερώτημα για τους αδιόρατους, άτυπους, επίμονους τρόπους με τους οποίους πλευρές της επιβιώνουν. Το ότι η χούντα με κάποιους τρόπους επιβιώνει μέσα στα διάχυτα ανθεκτικά της υπολείμματα δεν σημαίνει και ότι δεν έχει τελειώσει, με μια έννοια. Είναι όμως τελεσίδικα νεκρή; Πώς στοιχειώνει το ζωντανό παρόν; Έχει διακόπτη off ο φασισμός; Αυτή είναι άλλωστε η προβληματική για την ενοχλητικά παράδοξη μορφή του «φαντάσματος» που μας έχει προσφέρει ο Ζακ Ντεριντά, όταν θέτει το ερώτημα: «Πώς μπορεί να είναι εδώ, εκ νέου, όταν ο χρόνος του έχει παρέλθει;». Η χούντα, λοιπόν, έχει τελειώσει αλλά η κληρονομιά της επιβιώνει, με διάφορες μορφές, στο πολιτικό μας παρόν: στον αυταρχισμό, στην καταστολή, στην αποψίλωση των δημοκρατικών δικαιωμάτων, στη νέα εθνικοφροσύνη, στην επέλαση του νεοναζισμού.
2. Η εναντίωση στη μεταπολίτευση επιστρατεύεται από το ηγεμονικό μπλοκ διαχείρισης της κρίσης ως υπέρτατο τεκμήριο πολιτικής και εθνικής ορθότητας. Επιστρατεύεται μάλιστα ως τεχνολογία αντι-κριτικής, με τη μορφή του αυταρχικού ιδεολογικού δόγματος: όσοι/ες διαφωνούν με την τρέχουσα πολιτική διευθέτηση είναι υποστηρικτές του «λαϊκισμού», της «οπισθοδρόμησης», των «διεφθαρμένων συντεχνιών», και, μετωνυμικά, της μεταπολίτευσης.
To «ρεύμα» της αντι-μεταπολίτευσης είναι ετερογενές: το φάσμα του εκτείνεται από τους νεοφιλελεύθερους θιασώτες του εθνοσωτήριου μονόδρομου έως τους ακροδεξιούς νοσταλγούς της επταετίας που μιλούν για τον «μύθο του Πολυτεχνείου» και αναβιώνουν το «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών». Άλλωστε, ο κυνικός στιγματισμός της μεταπολίτευσης έφερε την ακροδεξιά στην κυβέρνηση «εθνικής σωτηρίας», πλήρως νομιμοποιημένη ως εθνικά «υπεύθυνη» δύναμη. Άνοιξε έτσι ο δρόμος στη νεοναζιστική ακροδεξιά, το φασισμό και το μίσος για τη διαφορά, που σήμερα δηλητηριάζουν τον δημόσιο βίο.
Η «υπαρξιακή» πρόκληση με την οποία αναμετριόμαστε σήμερα ως Αριστερά είναι να μη βάλουμε στη θέση της αντι-μεταπολίτευσης μια αμυντική υπεράσπιση της «Μεταπολίτευσης», με την έννοια της επιστροφής στην προηγούμενη κατάσταση ή της άνευ όρων υπεράσπισης «κεκτημένων». Οφείλουμε να υπερασπιστούμε τους αγώνες της Αριστεράς και των κινημάτων (εργατικού, φοιτητικού, φεμινιστικού κτλ) για κοινωνική αλλαγή. Ενώ η Αριστερά αγωνίστηκε με πάθος ενάντια στη χούντα και για την πραγματική δημοκρατία, το «κράτος της Μεταπολίτευσης» ήταν δημιούργημα των πολιτικών που υπηρέτησαν αυτοί που σήμερα κανοναρχούν στη νεοσυντηρητική δοξασία.
3. Στα συμφραζόμενα της σημερινής αυταρχικής δημοκρατίας, τα κοινωνικά και εργασιακά δικαιώματα νοούνται ως αποτρόπαιες ιδεοληψίες της μεταπολίτευσης που υπονομεύουν την «εθνική προσπάθεια». Η ανατροπή μάλιστα των κατακτήσεων φυσικοποιείται στο όνομα μιας επιτακτικής έκτακτης ανάγκης και μιας πολιτικής θεολογίας της (ανθρώπινης) «θυσίας».
Οι αδιαμφισβήτητες ασυνέχειες της σημερινής αστικής δημοκρατίας προς τη δικτατορία δεν πρέπει να επισκιάζουν και τις συνέχειες: τις επιβιώσεις και αναβιώσεις, τις μεταλλάξεις και τις κληρονομιές της δικτατορίας. Η Αριστερά πρέπει να εμπλέκεται ενεργά σε έναν συνεχή αγώνα ενάντια στις συνθήκες που καθιστούν αυτή την κληρονομιά ενεργή.
Η Αριστερά καλείται να κρατά ενεργοποιημένη, ανανεωτική και ριζοσπαστική τη σχέση της με τη δημοκρατία, και δεν έχει φυσικά ανάγκη από υπεραπλουστεύσεις του τύπου «ζούμε μια χούντα». Ασφαλώς και δεν μπορεί να έχει αυταπάτες για τη σύγχρονη αστική φιλελεύθερη δημοκρατία της κοινωνικής αδικίας, των απολυταρχικών μεθόδων και των ταξικών, εθνοκεντρικών και έμφυλων περιχαρακώσεων. Η Αριστερά υπερασπίζεται αυτό που δεν υπάρχει ακόμη. Και στο όνομα αυτού αγωνίζεται ενάντια στις συνθήκες που μετατρέπουν το φασισμό σε «κοινοτοπία».
4. Ο ιατρικός λόγος του φόβου και της ασφάλειας --η λογική του «γύψου»-- επιστρατεύεται για να ρυθμίσει την ομοθυμία του πληθυσμού περιχαρακώνοντάς την, με οριοθετήσεις βιολογικού τύπου, από τα κάθε λογής «ξένα σώματα». Έτσι, η κρατική εξουσία μετέρχεται τον ρατσισμό, εγγράφοντάς τον στους μηχανισμούς της. Το ιδεολόγημα της κοινωνικής θεραπευτικής συνιστά τεχνική εμπέδωσης μιας ασφαλούς και αρραγούς ισορροπίας του «συνόλου», με γνώμονα τις προδιαγραφές του φύλου, της φυλής, της εθνότητας, της σεξουαλικότητας, της κοινωνικής τάξης και του παραγωγικού πληθυσμού. Οι βιοπολιτικές διαχωριστικές γραμμές που περιγράφουν τα όρια του πολιτικού σώματος βαθαίνουν και φυσικοποιούνται, καθώς η κρίση γίνεται πρόσφορο έδαφος για τη νομιμοποίηση καθεστώτων «νόμου και τάξης» και εγκατάλειψης στον θάνατο των όποιων παρείσακτων και μη ανταγωνιστικών.
Η νόρμα της εθνοφυλετικής καθαρότητας που περιφρουρείται μέσω της πολεμικής αρρενωπότητας είναι η θεμελιώδης δέσμευση της νεοναζιστικής οργάνωσης. Εδώ ανιχνεύει κανείς τρεις (τουλάχιστον) διαστάσεις που συνθέτουν ένα ταυτόχρονα «παλιό» και «νέο» φαινόμενο: τη λανθάνουσα αλλά επίμονη κληρονομιά της Χούντας στο νεοελληνικό φαντασιακό, τον νεοσυντηρητισμό που εδράζεται στην κρίση και στη νεοφιλελεύθερη αυταρχικοποίηση, αλλά και τις ανθεκτικές κοινωνικές, πολιτισμικές και ιδεολογικές νόρμες (πατριαρχικές, εθνικιστικές, σεξιστικές και ομοφοβικές) που διέπουν τη μεταπολιτευτική νεοελληνική κοινωνία.
Αθηνά Αθανασίου

o Ιατρικός λόγος, βιοπολιτική και εθνική ρητορεία, τότε και τώρα

Παρότι δεν παραγνωρίζω την τεράστια σημασία που είχε σε πολλά επίπεδα η πτώση της Χούντας, έχω την αίσθηση πως, όσον αφορά το επίπεδο της ιδεολογίας, μάλλον για συνέχειες πρέπει να μιλάμε, και όχι τόσο για τομές. Δεν νομίζω πως ο κεντρικός πυρήνας της εθνικής αφήγησης, έτσι όπως διαμορφώθηκε τουλάχιστον από τα μέσα του 19ου αιώνα και έπειτα, έχει αλλάξει δραστικά, παρά τις επιμέρους διαφοροποιήσεις. Το ιδεολόγημα της συνέχειας της εθνικής υπόστασης από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, η ανωτερότητα του ελληνικού έθνους, η ιεροποίηση του κλασικού παρελθόντος, η απαξιωτική ή και συχνά ρατσιστική αντιμετώπιση άλλων λαών, η σύνθεση ελληνισμού και Ορθοδοξίας, προϋπήρξαν της επταετίας, και συνέχισαν να υφίστανται, με κάποιες τροποποιήσεις, και μετά την πτώση της, έως και τις μέρες μας.
Υπάρχει όμως μια ιδιαίτερη διάσταση αυτού που ονομάσατε «κληρονομιά της χούντας», η οποία χρήζει ιδιαίτερης προσοχής. Μιλώ για την καθαρά φυλετική και ρατσιστική νοηματοδότηση του έθνους, την έμφαση στη βιολογία και στον «ιατρικό» λόγο· ας θυμηθούμε, για παράδειγμα, τη ρητορική του έθνους ως ασθενούς που έχει άμεση ανάγκη χειρουργικής επέμβασης. Είναι γνωστό πως η κυρίαρχη εθνική αφήγηση, έτσι όπως διαμορφώθηκε στο σχήμα του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου, έδινε έμφαση στην πολιτισμική υπόσταση και συνέχεια του ελληνισμού και όχι στη γενετική-βιολογική. Όμως η βιολογική διάσταση ήταν παρούσα, και σε ορισμένες χρονικές στιγμές έβρισκε τρόπους έκφρασης, είτε μέσα από τη ρητορική πολιτικών ηγετών και διανοουμένων είτε μέσα από επιστημονικές μελέτες γενετικού και φυσικο-ανθρωπολογικού χαρακτήρα. Η επταετία ήταν μια τέτοια χρονική στιγμή.
Νομίζω πως σήμερα βιώνουμε άλλη μια τέτοια χρονική στιγμή, όπου η εθνικιστική ρητορεία και πρακτική, τουλάχιστον σε ορισμένες εκφάνσεις της, αποκτά φυλετικά, βιολογικά-γενετικά χαρακτηριστικά. Πολύ χαρακτηριστικά παραδείγματα εδώ συνιστούν οι δηλώσεις κυβερνητικών παραγόντων και πολιτικών όπως αυτή που χαρακτήριζε τους μετανάστες και τις οροθετικές γυναίκες ως «υγειονομική βόμβα», αλλά και τα μανιφέστα «ευγονικής» από τους νεοναζί, οι καμπάνιες τους με καθαρά ιατρικό χαρακτήρα όπως οι τράπεζες αίματος και τα ιατρεία μόνο για Έλληνες. Επίσης, οι δηλώσεις επιστημόνων του χώρου της ιατρικής, που μέσα από κρανιομετρικές αναλύσεις αρχαιολογικού και σύγχρονου οστεολογικού υλικού επιδιώκουν να αποδείξουν τη βιολογική συνέχεια της «φυλής», στα πρότυπα της ρατσιστικής φυσικής ανθρωπολογίας του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα. Αξίζει εδώ να θυμηθούμε τα λόγια του Ιταλού φιλοσόφου Ρομπέρτο Εσπόζιτο που στο βιβλίο του Βίος (2004) τονίζει πως ο ναζισμός μπορεί να οριστεί ως «πραγματωμένη βιολογία», αφού όπως λέει, ώθησε τις βιοπολιτικές διαδικασίες της νεωτερικότητας στα άκρα τους, μεταγράφοντάς τες με θανατο-πολιτικούς όρους. Αν λοιπόν η κυρίαρχη αφήγηση της εθνικής ρητορείας μιλούσε κατά βάση με όρους θρησκευτικούς (όπως η ιεροποίηση του έθνους και του εθνικού παρελθόντος, αλλά και η αποκάθαρση και ο εξαγνισμός του εθνικού σώματος από οτιδήποτε μιαρό), η φυλετική και βιολογική διάσταση της εθνικής ρητορείας μιλούσε, και μιλά, με όρους ιατρικούς, αλλά και με όρους σωματικού και αισθητηριακού ρατσισμού: «Να ξεβρωμίσει ο τόπος» είναι το γνωστό σύνθημα των ναζί σήμερα, και οι μετανάστες αλλά και όσοι και όσες θεωρούνται εκτός εθνικού σώματος, συνιστούν εστίες μόλυνσης, που απειλούν την υγεία του έθνους.
Το εθνικό ιδεολογικό υπόστρωμα πάνω στο οποίο εδραιώθηκε η χούντα λοιπόν, ούτε δημιουργήθηκε το 1967, ούτε φυσικά εξαφανίστηκε ως δια μαγείας το 1973-74. Μ' αυτή την έννοια, όντως, «η χούντα δεν τελείωσε το 1974». Γι' αυτό και οι ερμηνείες που εξηγούν τη σημερινή έξαρση του ναζισμού επικαλούμενες μόνο την οικονομική κρίση, παραγνωρίζοντας αυτές τις ιδεολογικές συνέχειες, είναι τραγικά ελλιπείς. Τέλος, έχω την αίσθηση πώς ενώ το κινηματικό μέτωπο απέναντι στον αυταρχισμό είναι ιδιαίτερα ισχυρό σήμερα, το μέτωπο απέναντι στον εθνικιστικό λόγο, και στην πολιτισμική και στην βιολογική-γενετική του εκδοχή, δεν είναι τόσο ισχυρό όσο απαιτούν οι καιροί. Σε ορισμένες δε περιπτώσεις αριστερές κινηματικές εκφράσεις πέφτουν και αυτές στην παγίδα του βιολογικού και ιατρικού λόγου, υπονομεύοντας έτσι την ιδεολογική μάχη ενάντια στον φασισμό και τον ναζισμό.
Γιάννης Χαμηλάκης

o Το μάθημα της «αδιαιρετότητας των δικαιωμάτων»

1. Η ταραγμένη πολιτειακή ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα, με αποκορύφωση τη δικτατορία, αφήνει δύο κατηγοριών ανοιχτούς λογαριασμούς αυταρχισμού στην πολιτική κουλτούρα των δικαιωμάτων. Στην πρώτη, τοποθετούνται επιβιώσεις που σχετίζονται με το ότι η πολιτική κουλτούρα ενός συστήματος έχει δικούς της μηχανισμούς αναπαραγωγής, σε ένα βαθμό –ενίοτε πολύ υπολογίσιμο– αυτονομημένους από το πολίτευμα. Ο αυταρχισμός δεν είναι υγρό, του οποίου η ροή σταματά όταν το πολίτευμα αλλάζει· είναι αέριο που μολύνει την ατμόσφαιρα, ακόμη και όταν σταματήσει να εκπέμπεται επισήμως.
Στη δεύτερη κατηγορία, εντοπίζονται επιβιώσεις που σχετίζονται με το νωπό παρελθόν των εκτροπών. Η αρχή της πλειοψηφίας στην Ελλάδα υλοποιήθηκε ουσιαστικά μεταπολεμικά για πρώτη φορά το 1974, κληροδοτώντας ένα πλειοψηφικό υπόβαθρο πρόσληψης των δικαιωμάτων: σχηματικά, «δικαίωμα ενάντια στην πλειοψηφική βούληση δεν νοείται». Αυτό το συμπαγές ιδεολογικό εποικοδόμημα σπάνια κλονίστηκε και, όποτε συνέβη, υπήρξαν λυσσαλέες αντιδράσεις – όπως στην υπόθεση των ταυτοτήτων. Εν μέρει, βέβαια, η αντίληψη αυτή εδράζεται σε ένα υποκριτικό υπόστρωμα: υστερούν τα δικαιώματα των μειονοτήτων, εθνοτικών και θρησκευτικών, όχι εν γένει τα δικαιώματα των μειοψηφιών. Υπάρχουν μειοψηφίες που περνάνε μια χαρά στην Ελλάδα.
2. Το ότι η μεταπολίτευση, στη συγκυρία της χρεοκοπίας, έχει ενδυθεί με έναν πολιτικό λόγο αυτομαστίγωσης και αυτοενοχοποίησης δεν μπορεί να αναιρέσει το γεγονός ότι μετρά πρωτοφανή θεσμικά εγγυητικά κεκτημένα στην ελληνική πολιτική ιστορία. Η «μεταπολίτευση» είναι μια πολιτική διαδικασία, υπό την έννοια της διαρκούς επιτέλεσης. Είναι διαρκώς ανοιχτή, καθώς εξ ορισμού ο αγώνας για πολιτική δημοκρατία δεν νοείται τετελεσμένος. Η μεταπολίτευση, εγγενώς και πάντα, θα είναι ατελής -- πολλώ δε μάλλον σήμερα, που πολλά από τα αυτονόητα κεκτημένα της καταργούνται.
Χρειαζόμαστε μια νέα κριτική κατανόηση. Το ότι ο όρος «συντεχνίες» χρησιμοποιείται, λ.χ., από τους κυβερνώντες, για να καταργηθεί το εργατικό δίκαιο, δεν σημαίνει ότι δεν υπήρχε ή δεν επιβιώνει συντεχνιακή λογική σε μείζονα τμήματα του ελληνικού συνδικαλισμού (και όχι μόνο). Τη διάκριση πρέπει να την κάνουμε με σαφήνεια, αλλιώς παρέχουμε κακές υπηρεσίες στην Αριστερά σε μια πολύ κρίσιμη ώρα. Επίσης, όσο πρέπει να φωνάζουμε στους μανδαρίνους του Υπουργείου Εξωτερικών ότι η Ελλάδα έχει τραγικά κενά στο ζήτημα της προστασίας των δικαιωμάτων, άλλο τόσο πρέπει να λέμε σε κάποιους εκπροσώπους της διεθνούς κοινωνίας των πολιτών ότι η χώρα δεν είναι το βαλκανικό προπύργιο του αυταρχισμού της Νότιας Ευρώπης. Και, εσχάτως, πρέπει να φωνάζουμε επίσης ότι αν η τρόικα συνεχίσει έτσι τελικά η Ελλάδα θα γίνει όχι απλώς προπύργιο κρατικού αυταρχισμού, αλλά κάτι χειρότερο.
3. Η συγκυρία της κρίσης έχει οδηγήσει σε ολική ανατροπή του κοινωνικού κεκτημένου της μεταπολίτευσης. Σήμερα, η παραβίαση των κοινωνικών δικαιωμάτων δεν συνιστά απλώς παραβίαση «κεκτημένων», αλλά απαξίωση του σκληρού πυρήνα της πολιτικής αυτονομίας και ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Εξάλου, κάτι το οποίο στην Ελλάδα ως Αριστερά δεν έχουμε επεξεργαστεί αρκετά είναι η διάκριση μεταξύ «κεκτημένων» και «δικαιωμάτων». Η κρίση επαναφέρει το ξεχασμένο, ή μάλλον απωθημένο, μάθημα της αδιαιρετότητας των δικαιωμάτων. Όταν παραβιάζονται, και μάλιστα τόσο απροκάλυπτα, τα κοινωνικά δικαιώματα, αμέσως έρχεται η σειρά όλων των άλλων δικαιωμάτων: από τα ατομικά μέχρι την ίδια την ιδέα της πολιτικής συμμετοχής.
Αυτός ο κίνδυνος διαγράφεται, με τον πιο αποφασιστικό τρόπο, από τη νεοναζιστική εφόρμηση στο κεντρικό πολιτικό στερέωμα. Δι' αυτής, απροσχημάτιστα πλέον, απειλείται το πολίτευμα. Αν η απειλή νικήσει, θα έχουμε πράγματι μια «νέα χούντα» -- οπότε οφείλουμε να προσέχουμε τα λόγια μας. Στην κρίση πληθαίνουν οι ρητορικές καταχρήσεις, υποταγμένες στο θυμικό της αγανάκτησης, αλλά και υπαγορευμένες από την πολιτική σπέκουλα. Οι όροι όμως, και η έντασή τους, έχουν σημασία. Το θέμα δεν είναι ότι δεν έχουμε δημοκρατία, αλλά τι δημοκρατία έχουμε καταλήξει να έχουμε.
4. Πρέπει να ανιχνεύουμε τομές και συνέχειες, χωρίς να θαμπωνόμαστε από τον εκκωφαντικό θόρυβο των ρήξεων ούτε να υποκλινόμαστε στη δύναμη της ιστορικής αδράνειας. Την ελληνική πολιτική κουλτούρα διαπερνά ένα ιδεολογικοπολιτικό συνεχές μιας συμπαγούς εθνοφυλετικής αντίληψης για την πολιτική κοινότητα, που είναι η πρώτη ύλη για την ακροδεξιά ιδεολογία. Αυτό όμως δεν αρκεί για να εξηγήσει την ένταση και την έκταση της νεοναζιστικής εφόρμησης. Το σχήμα κατανόησης αυτού που συμβαίνει σήμερα πρέπει να είναι διττό: σε ένα υπαρκτό υπόστρωμα εθνοφυλετισμού και αυταρχισμού, επικάθεται η συγκυρία της κρίσης, που έρχεται να διαλύσει το ήδη ασθενές θεσμικό υπόβαθρο των ατομικών, πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων.
Δημήτρης Χριστόπουλος

Πηγή: Αυγή