Σάββατο 20 Απριλίου 2013

Οι φράουλες στη Μανωλάδα ποτίζονται με αίμα από παλιά...


FREE photo hosting by Fih.grΟι φράουλες στη Μανωλάδα ποτίζονται με αίμα από παλιά...
Σάλος είχε προκληθεί και το 2008 για τα φραουλοχώραφα της Μανωλάδας. Και τότε, κάποιοι αρμόδιοι είχαν υποσχεθεί να αλλάξουν οι συνθήκες. Το προχθεσινό περιστατικό αποδεικνύει πως τίποτα δεν έγινε. Ας θυμηθούμε τι έγραφε τότε η Ντίνα Δασκαλοπούλου (οι φωτογραφίες του Αντώνη Λιάκου): Στην Ηλεία τα τελευταία τρία χρόνια συντελείται ένα μικρό οικονομικό θαύμα την ώρα που η αγροτική οικονομία μαραζώνει. Με πρωτοποριακές καλλιέργειες, καλύτερες ποικιλίες φρούτων και ευρωπαϊκή αντίληψη στη διακίνηση και την οργάνωση, οι αγρότες ανοίγουν συνεχώς νέες αγορές και διπλασιάζουν τα εισοδήματά τους. Όχι άδικα λοιπόν αποκαλούν τη φράουλα «κόκκινο χρυσό». Κι εμείς αυτό το κόκκινο αναζητούσαμε όταν κατεβήκαμε πριν λίγες μέρες στη Νέα Μανωλάδα. Το χρυσό ήταν όντως βαμμένο κόκκινο, αλλά δεν ήταν το κόκκινο της φράουλας. Ήταν το αίμα. (ΦΩΤΟ: To εξώφυλλο του «Εψιλον» στις 30 Μαρτίου 2008).
Ρεπορτάζ της Ντ. Δασκαλοπούλου στο «Εψιλον» το 2008

2
Επιτέλους και μια ιστορία επιτυχίας. Επιτέλους και κάποιοι καλοί Έλληνες: δουλευταράδες, ανοιχτόμυαλοι, ριζοσπαστικοί και πετυχημένοι. Τα τελευταία τρία χρόνια οι αγρότες του Δήμου Βουπρασίας χτίζουν αθόρυβα αλλά εξαιρετικά αποτελεσματικά ένα μικρό οικονομικό θαύμα. Την ώρα που η αγροτική παραγωγή μαραζώνει σε όλη την Ελλάδα, εκείνοι είδαν την καλλιέργειά τους και τα εισοδήματά τους να αυξάνονται κατά 30% μέσα σε ένα χρόνο. Πως το κατάφεραν; Τι διαθέτουν ετούτοι οι Πελοποννήσιοι που σε όλους τους άλλους διαφεύγει; Οι παραγωγοί σε άλλες περιοχές της χώρας οργανώνουν συνέδρια όπου συζητούν «το φαινόμενο του κόκκινου χρυσού» ενώ τα πιο έγκυρα εξειδικευμένα έντυπα εξαίρουν «την αλλαγή νοοτροπίας, το πνεύμα συνεργασίας και εξωστρέφειας των παραγωγών». Ενθουσιασμένοι οι ευρωπαίοι διακινητές, ξετρελαμένοι οι Γερμανοί, Ρώσοι, Ελβετοί καταναλωτές.
3
Η Νέα Μανωλάδα είναι η «πατρίδα της φράουλας». Εδώ βγαίνει το 90% της εθνικής παραγωγής. Είναι ένα πραγματικό αρχοντοχώρι. Με φαρδύς δρόμους και καλοκαμωμένα σπίτια και δυο πλατείες για να κάνεις τη βόλτα σου τα απογεύματα. Και πάνω από όλα ανοιχτόκαρδους ανθρώπους. Δεν υπάρχει περίπτωση να μπει ξένος στον καφενέ και να μην τον κεράσουν λίγο από το εξαιρετικό κόκκινο κρασί τους ή έναν μεζέ από τη σούβλα τους. «Η ζωή μας άλλαξε το 2005 με την συμμετοχή μας στην Fruit Logistica» δηλώνουν οι πρωτοπόροι αυτοί αγρότες. Όπου Fruit Logistica η μεγαλύτερη έκθεση φρούτων και λαχανικών που γίνεται κάθε χρόνο παγκοσμίως! Κι έχουν κάθε λόγο να είναι χαρούμενοι: αν συνεχιστεί η καλή πορεία του προϊόντος και τα επόμενα δυο χρόνια, οι καλλιεργούμενες εκτάσεις στην περιοχή θα φτάσουν τα 10.000 στρέμματα!
Μόνο μια μικρούλα λεπτομέρεια αμαυρώνει αυτήν τη χρυσή επιχειρηματική εικόνα. «Αντιμετωπίζουμε οξύ στεγαστικό πρόβλημα με τους εργάτες» δηλώνουν οι παραγωγοί στα ευρωπαϊκά φόρα. Οπότε, σχεδιάζοντας ένα διήμερο στην ιστορία της ελληνικής επιτυχίας, λέω να ξεκινήσω από τα πιο σκούρα για να τελειώσω με τα καλύτερα. Να αρχίσω λοιπόν με το «οξύ στεγαστικό πρόβλημα», να ξεμπερδεύω μια ώρα αρχύτερα μαζί του.
4
Η Νέα Μανωλάδα είναι μικρό χωριό. Δεν κρατάει παραπάνω από 2.000 κατοίκους. Αν συνυπολογίσεις και τους μετανάστες, ο μόνιμος πληθυσμός της είναι περίπου 3.500 άνθρωποι. Το καλοκαίρι άλλοι 1.500 ξένοι εργάτες συρρέουν εδώ από όλη την Πελοπόννησο για την συγκομιδή του καρπουζιού. Το χωριό έχει 30 μικράκια στο νηπιαγωγείο κι ένα δημοτικό σχολειό με 100 περίπου παιδιά. Για γυμνάσιο και λύκειο πηγαίνουν σε άλλα, μεγαλύτερα χωριά. «Αλλά δεν έχουν αγωνία, δεν έχουν άγχος τα δικά μας τα παιδιά. Το μέλλον τους το εξασφαλίζει η γη». Το χωριό έχει 2 φούρνους, 4 μίνι μάρκετ, μερικές καφετέριες και κάποια ταβερνεία. Αυτή είναι όλη κι όλη η ζωή του. Απλή, λιτή, συμμαζεμένη. Νοικοκυρεμένη.
Οι μετανάστες μένουν σε μικρά σπίτια μέσα στο χωριό – κυρίως οι Αιγύπτιοι και οι Αλβανοί. Οι περισσότεροι όμως ζουν σε δικούς τους οικισμούς στις παρυφές της Μανωλάδας. Οδηγώ μέσα στο σκοτάδι που γίνεται ολοένα και πιο πυκνό. Στρίβω αριστερά και μπαίνω σε έναν καρόδρομο της συμφοράς. Μα που είναι ο οικισμός επιτέλους; Δεν βλέπω τίποτα. Σβήνω τη μηχανή κι αφήνω τα μάτια μου να συνηθίσουν στο σκοτάδι. Πρώτα διακρίνεις τα αστέρια. Και μετά το περίγραμμα των δέντρων. Κι ύστερα κάτι ακαθόριστους όγκους, κάτι παράξενα σχήματα. Καλύβια, παράγκες, παραπήγματα. Είναι το «οξύ στεγαστικό πρόβλημα». Κι ύστερα προβάλλουν οι σκιές.
Δεν βλέπω πρόσωπα, δεν βλέπω μάτια. Μόνο σφίγγω χέρια, κάποιος με χτυπάει στην πλάτη, μια γυναίκα γαντζώνει το μπράτσο μου. «Δεν πειράζει που δεν έχουμε φως, δεν πειράζει που δεν έχουμε νερό. Μεροκάματο δεν έχουμε. Αυτό να γράψεις». Μιλάει σπαστά ελληνικά παρόλο που ζει ήδη 5 χρόνια στην Ελλάδα. «Που να μάθω; Το πρωί πάω στο χωράφι και μετά εδώ. Θέλει κόπο να μάθεις τα ελληνικά. Αλλά δεν πειράζει. Δουλειά δεν έχουμε. Αυτό είναι το πρόβλημα». Η ίδια δηλώνει τσιγγανοβουλγάρα από το Ρούσεν. Είναι κι άλλοι δικοί σου εδώ; «Πολλοί. Εδώ στη δικιά μας γειτονιά είναι Βούλγαροι, Τσιγγανοβούλγαροι και Ρουμάνοι. Παραπέρα είναι από άλλες χώρες. Να φύγεις τώρα γιατί άμα σε δει το αφεντικό, δεν θα με πάρει ούτε αύριο στη δουλειά».
5
Γύρω από το χωριό απλώνονται τέσσερις παραγκουπόλεις. Μια σε κάθε σημείο του ορίζοντα. Και μια παγκόσμια πατέντα. Συνήθως οι παραγκουπόλεις χτίζονται στις παρυφές του αστικού ιστού, αυθόρμητα και άναρχα από εξαθλιωμένους μετα- προλετάριους. Στη Νέα Μανωλάδα το επιχειρηματικό δαιμόνιο των ντόπιων τους πήγε ένα βήμα παραπέρα: νοικιάζουν τα χωράφια τους στους μετανάστες για να στήσουν την παράγκα. «Κάποιος ξερίζωσε μέχρι και το αμπέλι του για να στήσει τις ρουμ του λετ τενεκεδουπόλεις», θυμάται ένας κάτοικος που ασφαλώς και θέλει να διατηρήσει την ανωνυμία του. «Εκατό με 150 ευρώ το μήνα πληρώνουν για να στήσουν το παράπηγμα που συνήθως παίρνει νερό και ηλεκτρικό – παρανόμως εννοείται – από κάποιο καλύβι όπου ο ιδιοκτήτης του χωραφιού βάζει τα εργαλεία του. Εννοείται επίσης ότι πληρώνουν και το νερό και το ηλεκτρικό». Μια βόλτα στις πραγκουπόλεις της Νέας Μανωλάδας ήταν αρκετή για να επιβεβαιώσει την πληροφορία του.
«Τώρα είναι πολύ καλά, δόξα στον Αλλάχ. Το πρόβλημα ήταν πιο παλιά, όταν έπρεπε να πάρουμε τις βεβαιώσεις. Κι έχω και καλό αφέντη, ο δικός μου με πληρώνει πάντα. Θα πάρετε ένα τσάι;» Έχει ξημερώσει η επόμενη μέρα και δεν με απασχολεί πιά καθόλου το οικονομικό θαύμα. Κάθομαι οκλαδόν στην παράγκα που ο Μοχάμεντ μοιράζεται μαζί με άλλους 7 συγχωριανούς του από το Μπαγκλαντές. Η τηλεόραση παίζει χαμηλά βίντεο κλιπ: μια γκόμενα χαριεντίζεται με τα κύματα και τραγουδάει για την αγάπη. Στα μπάγκλα ασφαλώς και δεν καταλαβαίνω τίποτα. Γενικώς. Τι εννοείς για τις βεβαιώσεις; Και τι εννοείς ότι ο αφέντης σε πληρώνει; Και το εννοείς ο αφέντης γαμώτο μου;
Θα σας εξηγήσω τι εννοεί. Εννοεί ότι κάποιοι υπάλληλοι του δήμου πλούτισαν νομιμοποιώντας με πλαστά έγγραφα τους αλλοδαπούς εργάτες. Αυτό διαπιστώθηκε μετά από την έρευνα της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων της ΕΛ.ΑΣ πριν από έναν περίπου χρόνο η οποία απέδωσε ευθύνες, εκτός των άλλων και σε αιρετό εκπρόσωπο της τοπικής αυτοδιοίκησης που γνώριζε αλλά σιωπούσε. Από την έρευνα των «αδιάφθορων» της ΕΛ.ΑΣ βρέθηκε επίσης ότι στην διαδικασία εκμετάλλευσης των αλλοδαπών συμμετείχαν και πολλοί ιδιοκτήτες αγροτεμαχίων στην εν λόγω περιοχή που έχουν δηλώσει επάγγελμα αγρότη. Πολλοί εξ αυτών χορηγούσαν έναντι 300-500 ευρώ δεκάδες υπεύθυνες δηλώσεις εργασίας στους αλλοδαπούς για δήθεν μεροκάματα που είχαν κάνει με σκοπό οι τελευταίοι να τις χρησιμοποιήσουν μαζί με άλλα έγγραφα του ΟΓΑ στην έκδοση αδειών παραμονής τους.
6
Κι όταν ο Τζαμάλ είναι χαρούμενος γιατί απλώς πληρώνεται, εννοεί ότι το αφεντικό δεν τον καρφώνει στους μπάτσους στο τέλος της σεζόν. Πρακτική διαδεδομένη και σε αυτήν την περιοχή, όπως και σε άλλα αγροτικά μέρη της Ελλάδας. Να πως πέφτει το εργατικό κόστος, υπουργέ μου: χρησιμοποιείς τον λαθρομετανάστη ή τον πρόσφυγα που δεν ξέρει καν τι σημαίνει «στάτους πρόσφυγα και υποχρεώσεις της πολιτείας απέναντί του». Τον βάζεις να δουλεύει ολημερίς και τρεις μήνες μετά τον καρφώνεις στον μπάτσο. Ο οποίος δεν τον έχει δει όλο το προηγούμενο διάστημα και, ξαφνικά, τον ανακαλύπτει! «Που είναι τα χαρτιά σου» τον ρωτάει. «Δεν έχω χαρτιά», ψελλίζει αυτός και ιδού πως εξατμίζεται το εργατικό κόστος!
Είναι παράνομοι, είναι λαθραίοι, τους εκμεταλλεύονται. Ακόμα ο κυνικός εαυτός μου δεν έχει ψαρώσει. Οδηγώ προς τον τρίτο καταυλισμό. «Από εδώ η κόρη μου η Σάσα. Είναι μεγάλο κορίτσι τώρα πιά και μας βοηθάει. Την παίρνουμε κάθε μέρα στα χωράφια». Ο περήφανος πατέρας ακουμπάει πατρικά το χέρι του στον ώμο του μεγάλου κοριτσιού. Εκείνη παίζει τα μαλλιά της και μου χαμογελάει μέσα από τα σάπια δόντια της. «Πόσο χρονών είσαι;» Δεκαπέντε. «Σχολείο πας;» Ποτέ. «Στον γιατρό;» Παίρνει ντεπόν. Όπως θα ανακαλύψω αργότερα, το ντεπόν εδώ είναι πανάκεια δια πάσα νόσο και πάσα μαλακία. Από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, όταν ήρθαν εδώ κάποιοι ακτιβιστές, έχουν να δουν γιατρό αυτοί οι άνθρωποι. Οπότε, πονάει κεφάλι; Ντεπόν. Πονάει στομάχι; Ντεπόν; Κάηκαν μαγειρεύοντας; Ντεπόν.
7
Ζουν πολλά παιδιά εδώ στην τρίτη παραγκούπολη κι ακόμα περισσότερα είναι εκείνα που ζουν σε μικρά διαμερίσματα στην Λάππα, την Βάρδα και τα γύρω χωριά. Ελάχιστα πηγαίνουν σχολείο – συνήθως τα παιδιά των Αλβανών που όπως οι Έλληνες μετανάστες δίνουν πολύ μεγάλη σημασία «στα γράμματα» θεωρώντας τα τον μόνο δρόμο για να ξεφύγουν τα παιδιά από την φτώχεια. Τα παιδιά των υπόλοιπων όμως βγαίνουν από πολύ μικρά στη δουλειά και συνήθως με μειωμένο μεροκάματο από αυτό που παίρνει ένας ενήλικος. «Γιατί μαζεύει λιγότερες φράουλες. Φυσικό». Πάρα πολύ φυσικό το θεωρεί ο μπαμπάς της Σάσας αυτό. Όπως κι ότι η Σάσα δουλεύει. Όπως και ότι δεν έχει πάει ποτέ να τους δει κανένας κοινωνικός λειτουργός, κανένας γιατρός, κανένας παπάς, κανένας δάσκαλος, κανένας από τον Δήμο, κανένας από την Νομαρχία. Κανένας γενικώς. «Η Ελλάδα μας κάνει την χάρη και μας ανέχεται. Στη Βουλγαρία η Σάσα και η γυναίκα μου θα ήταν πουτάνες κι εγώ άνεργος. Είμαστε πολύ ευχαριστημένοι και να φύγεις τώρα σε παρακαλώ γιατί θα έρθει το αφεντικό».
Ο μπαμπάς, η μαμά και η Σάσα σηκώνονται κάθε μέρα στις 4. Πρώτη κίνηση να ανοίξουν την τηλεόραση. Στη δική τους παράγκα έχουν ρεύμα. Έτσι κάθε πρωί μαθαίνουν τα νέα της πατρίδας. Πίνουν δυνατό τσάι – γάλα η Σάσα «γιατί είναι παιδί». Κι ύστερα πηγαίνουν στην κεντρική πλατεία της Μανωλάδας για να τους φορτώσει στην καρότσα το αφεντικό και να τους πάει στο χωράφι. Η οικογένεια είναι από τις τυχερές: καταρχήν έχουν δουλειά κι έπειτα δουλεύουν για τον ίδιο γαιοκτήμονα εδώ και χρόνια. Οι υπόλοιποι στην πλατεία περιμένουν να τους διαλέξουν. Πως; Με ποια κριτήρια; Τα γερά μπράτσα και τις φαρδιές πλάτες – για τους άντρες που κουβαλάνε τα χώματα και σκάβουν τα χωράφια. Την ευλυγισία για τις γυναίκες που σκύβουν ανάμεσα στα στενά αυλάκια του θερμοκηπίου για να μαζέψουν τις φράουλες.
8
Γύρω στις 6.30 το πρωί οι τυχεροί της ημέρας έχουν στοιβαχτεί στις καρότσες των γαιοκτημόνων. Θα μαζεύουν ασταμάτητα φράουλες μέσα στα θερμοκήπια. Αν η θερμοκρασία έξω είναι στους 20 βαθμούς μέσα «στα πλαστικά» εκτινάσσεται στους 35. Σκυφτοί πάνω από τα αυλάκια ξεχορταριάζουν και συλλέγουν τις φράουλες για 7 ώρες, με ένα μικρό διάλειμμα του ενός τετάρτου. «Φέρνουμε δικό μας φαγητό, όμως τώρα πιά μας δίνουν νερό. Και το μεροκάματο δεν είναι κακό. Μετά τις κινητοποιήσεις παίρνουμε περισσότερα». Και τι παίρνετε Ελιά; 22 ευρώ – 8 ευρώ κάτω από το μεροκάματο του ανειδίκευτου εργάτη. Κι όταν χρειαστεί να δουλέψουν υπερωρίες μετά τις 5 το απόγευμα μέχρι το βράδυ, παίρνουν 3,5 ευρώ την ώρα. Ο Ελιά είναι Αλβανός και θυμάται ακόμα τις κινητοποιήσεις του 1999. Τότε οι Αλβανοί της περιοχής αντέδρασαν και οργάνωσαν την πρώτη απεργία. Ο κοινωνικός αυτοματισμός λειτούργησε και εκεί. Οι ξένοι εργάτες άρχισαν να δέρνονται μεταξύ τους και η πρώτη «εξέγερση» πνίγηκε στο αίμα. Το δικό τους αίμα. Όμως τελικά κέρδισαν. Λίγο μεγαλύτερα μεροκάματα και δροσερό νερό.
Στις 2 το μεσημέρι η δουλειά σταματά. «Α, η οικογένεια είναι αξία. Εμείς τρώμε όλοι μαζί το μεσημέρι γύρω από το τραπέζι». Ο κυρ Πέτρος είναι γύρω στα 50, βιαστικός και κουρασμένος. Η ρυμούλκα του τρακτέρ του είναι γεμάτοι Πακιστανούς και Ινδούς. Θα τους ξεφορτώσει στην πλατεία για να γυρίσει σπίτι και να πει την προσευχή στην κεφαλή του τραπεζιού. Από την καρότσα του κυρ Πέτρου πηδάει ο Τζεμάλ. Εμείς θα κάτσουμε για μεσημεριανό στο δικό του τραπέζι. «Πίσω στην πατρίδα διάβαζα ένα βιβλίο για τον Μεγαλέξανδρο. Για αυτό ήρθα στην Ελλάδα, επειδή οι Έλληνες είναι τόσο σπουδαίοι. Το χωριό μου στο Μπαγκλαντές λέγεται Κουμινλά. Με το πόδι πέρασα στο Πακιστάν. Μετά, πόδι πόδι, πήγα στο Ιράν. Μετά πάλι πόδι, στην Τουρκία. Σε κάθε χώρα πλήρωνα τον κομάντο 800 δολάρια. Κάθε χώρα άλλο κομάντο. Αυτός ξέρει τα περάσματα και μας ταΐζει. Το πιο ακριβό πέρασμα είναι από Τουρκία σε Ελλάδα. Αυτό 2000 δολάρια». Καθώς ο Τζεμάλ μαγειρεύει ρύζι αναρωτιέμαι πόσο άθλια μπορεί να είναι η ζωή στο χωριό του για να πουλήσει σπίτι και χωραφάκι ώστε να έρθει εδώ;
Εδώ μαγειρεύει με το ίδιο νερό που ποτίζονται τα χωράφια. Εδώ κοιμάται επάνω σε μια παλέτα με μια κουρελού. Εδώ το τζαμί του είναι μια παράνομη παράγκα. Εδώ δεν μπορεί να βγει για βόλτα γιατί φοβάται μήπως τον σταματήσει ο μπάτσος. Κι ακόμα χειρότερα, εδώ δεν είναι καθόλου ελεύθερος. «Δεν έχει σημασία. Δεν είμαι ελεύθερος, είμαι όμως ζωντανός. Στο Μπαγκλαντές έχει ΠΑΣΟΚ και Νέα Δημοκρατία. Δεν είναι όμως όπως εδώ. Αν εκεί έρθει ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση θα σκοτώσει όποιον είναι Νέα Δημοκρατία».
Ο Τζαμάλ λοιπόν παίρνει τα 22 του ευρώ και είναι ζωντανός στην Νέα Μανωλάδα. «Ξένος ως και στην χαρά του», κάθε απόγευμα πηγαίνει βόλτα στην κεντρική πλατεία, ψωνίζει δυο ψιλοπράγματα στο μίνι μάρκετ, τρώει παγωτό και πηγαίνει νωρίς στην παράγκα. Ο Τζαμάλ δεν έχει πολλές σχέσεις με την τοπική κοινωνία ούτε εκείνη μαζί του. Εισπράττει το μεροκάματό του και μετά σαν κύριος πληρώνει τους λογαριασμούς του: 1 ευρώ την ημέρα για το ενοίκιο της παράγκας, 3 ευρώ την ημέρα στον νταβατζή του (τον τοπικό μαφιόζο δηλαδή που εισπράττει τα χρήματα ως προστασία), 5 ευρώ την ημέρα για το φαγητό του στον αφεντικό του. Όχι στον ίδιο ασφαλώς, στη γυναίκα ή στην ξαδέρφη ή στον θείο του. Στο μίνι μάρκετ των οποίων είναι «υποχρεωμένος» να ψωνίζει το φαγάκι του. Βάλε σε αυτά τα λεφτά που βάζει στην άκρη γιατί χρωστάει σε συγγενείς από τους οποίους δανείστηκε για να πληρώσει τους τράφικερς που τον έφεραν στην Ελλάδα. Ο Τζαμάλ δουλεύει για 5 ευρώ την ημέρα.
9
«Η τοπική κοινωνία είδε στους λαθρομετανάστες ένα εργαλείο με πολλαπλά οφέλη». Ο άνθρωπος που μας μιλάει οδήγησε από την Νέα Μανωλάδα μέχρι την Κυλλήνη για να μας δει. Φοβάται να σπάσει την αδελφότητα, την αλληλεγγύη και τη σιωπή των χωριανών του. «Δουλεύουν με την προκλητική ανοχή των τοπικών αρχών. Και μέσα στο κόλπο είναι όλη η τοπική κοινωνία. Ο ένας που ξεπάτωσε το αμπέλι του για το νοικιάσει σε λαθρομετανάστες για να στήσουν παράγκες κι ο άλλος που τους πουλάει υπερκοστολογημένα τρόφιμα κρατώντας τους τα χαρτιά». Σε αυτό το χωριό, που πνίγεται σε νέφη διοξινών και καταστρέφει με τα χημικά τον υδροφόρο του ορίζοντα, υπάρχει και μια μειοψηφία που αντιστέκεται. Και που προσπαθεί να κινητοποιήσει τις δημοτικές και νομαρχιακές αρχές, την αστυνομία, την κεντρική εξουσία. «Είμαστε από χέρι χαμένοι. Τι να πεις όταν ο Δήμος αντί να χτίσει σπίτια για τους μετανάστες, παραχωρεί την έκταση για να χτιστεί γήπεδο του γκολφ; Τόσοι πολλοί είναι πιά οι παίκτες του γκολφ σε αυτή τη χώρα; Ή, όταν ο αστυνομικός που καλείται να ελέγξει τον τσιφλικά είναι γιός του; Πήγαινε και στην τέταρτη παραγκούπολη και τα ξαναλέμε».
Αν τα άλλα τρία σημεία του ορίζοντα είναι σημαδεμένα από τις παράγκες, αν εκεί οι άνθρωποι ζουν σκυφτές και μισοελεύθερες ζωές, τίποτα δεν με είχε προετοιμάσει για αυτό που θα έβλεπα στον τελευταίο και ίσως μεγαλύτερο καταυλισμό. Οι πληροφορίες μας λένε πως οι μικροί γαιοκτήμονες «νοικιάζουν» με τη μέρα εργάτες, οι τσιφλικάδες όμως εισάγουν τους δικούς τους. «Οι τσιφλικάδες τους παίρνουν πίσω το μεροκάματο που τους δίνουν εφαρμόζοντας την πρακτική των μεγάλων κλειστών ξενοδοχειακών μονάδων που διαθέτουν στο εσωτερικό τους τα πάντα. ‘Εχουν δημιουργήσει παράνομους, άθλιους κλειστούς καταυλισμούς με παραπήγματα από πλαστικό και καλάμια. Οι εργάτες πληρώνουν ενοίκιο για να ζουν χωρίς θέρμανση, χωρίς ηλεκτρικό, χωρίς πόσιμο νερό, χωρίς τα στοιχειώδη μέτρα υγιεινής. Μέσα στα χωράφια οι τσιφλικάδες λειτουργούν παράνομα μίνι μάρκετ από τα οποία αναγκάζουν ο καθένας τους «δικούς του» εργάτες να ψωνίζουν καθημερινά διάφορα προϊόντα τα οποία δεν υπόκεινται σε κανέναν αγορανομικό ή υγειονομικό έλεγχο». Αυτή την πληροφορία (που ερχόταν συνεχώς από διαφορετικές πηγές, μετανάστες και κατοίκους) ακολουθήσαμε και για αυτό επιμείναμε να δούμε όλους τους καταυλισμούς. Τρεις μόλις μέρες αργότερα η πληροφορία θα επιβεβαιωνόταν από τη ζωή: ο τσιφλικάς όταν αντιλήφθηκε την έρευνα του Έψιλον σήκωσε μέσα σε μια νύχτα το παράνομο μίνι μάρκετ και το μετέφερε σε μικρή ρεματιά μακριά από τα μάτια των ενοχλητικών. Και όμτως, δεν προλάβαμε να το δούμε με τα μάτια μας.
Τα υπόλοιπα όμως δεν μπορούσε να τα κρύψει. Διασχίζεις ένα δρόμο στενό, πνιγμένο στα δέντρα. Δυο τρία σπίτια χωρίς καμία ανθρώπινη παρουσία κι ένα γεφύρι. Και μετά το ποτάμι, ο καταυλισμός. Δεκάδες θερμοκήπια στη σειρά, αριθμημένα, περιφραγμένα με συρματόπλεγμα. Προβολείς φωτίζουν το κέντρο του καταυλισμού – μέσα στα θερμοκήπια κεριά. Κανένας δεν ξέρει πόσοι εργάτες ζουν εδώ. Είναι πάντως δεκάδες – μπορεί και 500. Στην άκρη του καταυλισμού οι τουαλέτες τους: παραπήγματα από καλάμια και πλαστικό με μια τρύπα στη μέση. Όλα τα λύματα πέφτουν σε ένα μικρό ποτάμι που οδηγεί στην προστατευόμενη από τη συνθήκη Ραμσάρ λιμνοθάλασσα του Κοτυχίου.
Είναι νύχτα όταν φτάνω στον καταυλισμό και οι εργάτες κάνουν βόλτες, απλώνουν μπουγάδες, μαγειρεύουν. Κανένας δεν με προσκαλεί στην παράγκα για τσάι, κανένας δεν μου ανοίγει την πόρτα, κανένας δεν θέλει να μου μιλήσει. Οι γυναίκες του καταυλισμού με οδηγούν στους άντρες τους. Πολύ γρήγορα, πολύ συνοπτικά το άτυπο συμβούλιο μου ανακοινώνει μέσα στο μισοσκόταδο την ετυμηγορία του: να φύγεις αμέσως από εδώ. Ό,τι θέλεις να ρωτήσεις το αφεντικό. «Πόσο χρονών είσαι», ρωτάω ένα αγόρι που στέκεται δεξιά μου με τα χέρια στις τσέπες. «Δεκατέσσερα», μου απαντάει. «Δουλεύεις;», ξαναρωτάω. «Ασφαλώς, δεν είμαι τεμπέλης». «Τώρα κυρία πρέπει στ’ αλήθεια να φύγετε. Τώρα». Δεν καταλαβαίνω γιατί στο διάολο πρέπει να φύγω τόσο απότομα. Δεν καταλαβαίνω γιατί κανείς τους δεν θέλει να δείξει την ωραία του φωτογραφία στο διαβατήριό του «που έχω χόμπι να βλέπω». Και δεν θα προλάβω να καταλάβω. Πολύ σύντομα, ο επιστάτης εμφανίζεται καβάλα στο μηχανάκι του κι αρχίζει να κόβει βόλτες γύρω από τον καταυλισμό. Είναι ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών επιτηρητής, που εποπτεύει καθημερινά τους εργάτες.
Είναι αυτός ο ίδιος άντρας που το επόμενο πρωί θα περιπολεί ασταμάτητα την παραγκούπολη όσο θα βρίσκομαι εκεί. Ο επιστάτης καβάλα γύρω γύρω από το συρματόπλεγμα και οι εργάτες να εξαφανίζονται μόλις με βλέπουν στη γωνία. Ο επιστάτης να μαρσάρει κι εγώ γονατιστή, έξω από την παράγκα να μιλάω σε ανθρώπους που βλέπω μόλις τα μάτια τους μέσα από μικρές τρύπες στο πλαστικό. Ο επιστάτης να στριφογυρίζει όλο και πιο κοντά και οι εργάτες να χώνονται όλο και πιο βαθιά στο θερμοκήπιο που είναι το σπίτι τους. Δεν ξέρω με πόσες διαφορετικές προφορές άκουσα το ρήμα «φοβάμαι». «Φοβάμαι» σε τόνο βουλγάρικο, «φοβάμαι» σε τόνο τσιγγάνικο, «φοβάμαι» σε τόνο ανατολίτικο. Φοβάμαι πάντως σε σπαστά ελληνικά. Και σε λίγο θα άρχιζα να φοβάμαι κι εγώ.
Γιατί από εκείνη τη στιγμή και μετά δεν έκανα ούτε ένα βήμα μόνη μου. Προς μεγάλη μου τιμή, πίσω από το σαραβαλάκι μου είχα μονίμως ένα μαύρο αγροτικό πολυτελείας κι ένα μηχανάκι. Και πληροφορούμαι πως διάφορα περίεργα τηλεφωνήματα άρχισαν να πέφτουν στις αρχές του τόπου. «Τι είναι αυτοί οι Αθηναίοι ρουφιάνοι; Μαζέψτε τους». Στους εργάτες όλων των καταυλισμών έπεσε σύρμα να μην μας μιλάνε, να μην μας ανοίγουν τις πόρτες τους. Ακόμα χειρότερα, άρχισαν να εκτοξεύονται απειλές στους κατοίκους της Νέας Μανωλάδας από κάποια αόρατα μεγάλα αφεντικά. Κάπως έτσι μάθαμε πως στην περιοχή «με 2000 ευρώ θα σε ξαπλώσουν κάτω». Δυστυχώς για το μεγάλο αόρατο αφεντικό οι απειλές του πήγαν στράφι: δεν απείλησε ποτέ τους σωστούς ανθρώπους, δεν θα μάθει ποτέ ποιοί μας είπαν την ιστορία του. Το δυστύχημα είναι πως δεν δέχτηκε να με συναντήσει, παρόλο που του το ζήτησα. Έτσι, δεν είχα τη χαρά να συναντήσω «τον μεγαλύτερο Έλληνα φορολογούμενο αγρότη» – όπως μου συστήθηκε απαντώντας στο ρητορικό ερώτημα «ξέρεις ποιός είμαι εγώ;». Και δεν μου έλυσε την απορία «τι ρόλο βαράω». Γιατί «ο μεγαλύτερος φορολογούμενος Έλληνας αγρότης» ξέρει – λέει- για ποιούς δουλεύω και ποιοί με έβαλαν να κάνω όσα κάνω. Πριν προλάβω να μάθω κι εγώ, μου έκλεισε το τηλέφωνο κατάμουτρα.
Και γενικώς έφυγα με πολλές απορίες από την πατρίδα του «κόκκινου χρυσού». Πως μπαίνουν οι μετανάστες στο νομό και πόση σχέση έχει ο «κομάντο» που τους φέρνει από την Κω με την τοπική μαφία; Σχετίζονται όλα αυτά που γίνονται στην Νέα Μανωλάδα με το κύκλωμα σωματέμπορων που εξαρθρώθηκε πέρυσι στη Λάππα Αχαϊας; Αληθεύουν οι καταγγελίες των κατοίκων ότι υπάρχει οργανωμένο κύκλωμα που εισάγει εργάτες; Αληθεύει η καταγγελία των ματαναστών ότι αναγκάζονται να πληρώνουν χαράτσι καθημερινά στην τοπική μαφία; Σχετίζεται η τοπική μαφία που τους εκμεταλλεύεται με το κύκλωμα εισαγωγής τους; Είναι σε γνώση των τσιφλικάδων όλα αυτά; Αληθεύουν οι καταγγελίες των κατοίκων ότι τα διαβατήρια των μεταναστών κατακρατούνται από γαιοκτήμονες και ιδιοκτήτες μαγαζιών;
Αυτή η άγρια Δύση όμως βρίσκεται εντός της Ελλάδας, εντός της Ευρώπης, εντός μιας – υποτίθεται- συντεταγμένης Πολιτείας. Τι έχει κάνει για όλους αυτούς τους ανθρώπους ο Δήμος Βουπρασίας και η Νομαρχία Ηλείας όταν – όπως δείχνουν επίσημα έγγραφα- το πρόβλημα είναι σε γνώση τους ήδη από τις αρχές του 2000; Τι κάνει ακριβώς το Σώμα Επιθεωρητών Εργασίας, η Εισαγγελία, η Αστυνομία; Οι τοπικοί βουλευτές; Αυτοί τι κάνουν; Και, εντέλει, πέρα από τα εργασιακά και ανθρώπινα δικαιώματα, πως προστατεύει η Πολιτεία τη ζωή, την υγεία και την ασφάλεια των κατοίκων της – ντόπιων και ξένων;
Χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, στην Ισπανία, παίζεται η ίδια ακριβώς ιστορία με τους εργάτες της φράουλας. Στη Νότιο Ιταλία έτσι ακριβώς χτίστηκε το «θαύμα της ντομάτας». Το εμπεδώσαμε όλοι πολύ καλά πως για την Ευρώπη οι μετανάστες «είναι η τελευταία άκρη απ” το σχεδιάγραμμα της οικονομίας, φαντάσματα μιας σκοτεινής κοινωνίας» (Stereo Nova).
Βιβλιογραφία
  • John Steinbeck, Τα σταφύλια της οργής, Γράμματα, Αθήνα 2006 (πιο πρόσφατη έκδοση στα ελληνικά. Πρώτη έκδοση: 1939)
Σύνδεσμοι
Άρθρα της «Ελευθεροτυπίας»
Πηγή: daskalopoulou.gr