Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2007

Η ελληνική Αριστερά μπροστά σε μια απότομη στροφή

Η ελληνική Αριστερά μπροστά σε μια απότομη στροφή
Η «μαύρη Παρασκευή» της 24ης Αυγούστου 2007, η μέρα έναρξης των φονικών πυρκαγιών, θα μείνει στην ελληνική ιστορία ως η μέρα που κάηκαν οι δίδυμοι πύργοι του νεότερου «ελληνικού θαύματος». Πρώτος πύργος που κάηκε: Ο μύθος της «ισχυρής Ελλάδας» και της ΟΝΕ. Η ειρωνεία της ιστορίας είναι ότι ο μύθος των ΠΑΣΟΚικών εκσυγχρονιστών ξεκίνησε με την ανάληψη των Ολυμπιακών Αγώνων το 1992 επί ΝΔ και τελειώνει επί ΝΔ με μια μακάβρια τελετή λήξης στην αρχαία Ολυμπία.
ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΡΚΟΥ


http://politikokafeneio.com


Οι ήρωες του μύθου δεν είναι άλλοι από τους «εμπρηστές της Πελοποννήσου». Ο ελληνικός καπιταλισμός, για το ταξίδι του στη νέα εποχή, χρησιμοποίησε την κατασκευαστική βιομηχανία ως ατμομηχανή, τον τουριστικό «μύθο» ως μηχανοδηγό, την ΚΑΠ και το ξεκλήρισμα της αγροτιάς μαζί με την εργατική εκμετάλλευση ως καύσιμη ύλη, τον «Καποδίστρια» ως ελεγκτή, τις τράπεζες και τα χρηματιστήρια ως εισπράκτορες των κερδών. Όλοι αυτοί αποτελούν ισάριθμους ηθικούς αυτουργούς - «εμπρηστές» για το έγκλημα. Δεν χρειάστηκε καθόλου να συνωμοτήσουν. Συνεργάζονται μια χαρά με τους βαρόνους του υποκόσμου στο ποδόσφαιρο και τη βιομηχανία διασκέδασης. Οι τελευταίοι ξέρουν από βρόμικη δουλειά. Από εκεί και πέρα συμπληρωματικά δρουν τα μεσαία, μικρά και τοπικά συμφέροντα γης και ιδιοκτησίας. Το «σχέδιο» της «ισχυρής Ελλάδας» εφαρμόστηκε λοιπόν κατά γράμμα και έφερε τα αναγκαία αποτελέσματα.
Δεύτερος πύργος που κάηκε: Η σταθερότητα του ελληνικού πολιτικού συστήματος των τελευταίων 18 ετών. Η δεύτερη μεταπολίτευση άνοιξε με την κυβερνήση Τζαννετάκη και την «οικουμενική», στηρίχθηκε σε ένα σχετικά σταθερό δικομματικό σύστημα εναλλαγής και συναίνεσης μεταξύ ΝΔ και ΠΑΣΟΚ. Το σύστημα αυτό μπαίνει σε κρίση, που φαίνεται ότι θα εκφραστεί και εκλογικά με την πτώση των δύο βασικών πολιτικών υπεύθυνων για την καταστροφή. Η επόμενη κυβέρνηση θα είναι η πιο αδύναμη της μεταπολίτευσης. Η αστική τάξη φαίνεται απροετοίμαστη, καταλαβαίνει ότι η Ελλάδα δεν είναι έτοιμη για «εθνικές κυβερνήσεις», ούτε για μια νέα, άμεση πολιτική ενσωμάτωση της ιστορικά ενσωματωμένης Αριστεράς σε κυβερνήσεις συνεργασίας. Και όλα αυτά, σε μια στιγμή που η γενικότερη αντικειμενική κατάσταση του ελληνικού καπιταλισμού και οι συνθήκες έρπουσας παγκόσμιας οικονομικής κρίσης απαιτούν δραστικά αντεργατικά μέτρα.
Η απάντηση του κεφαλαίου στην πολιτική κρίση είναι η ροπή προς την ακόμη μεγαλύτερη αντίδραση: Η θεωρία (και πράξη) της «ασύμμετρης απειλής», που λάνσαραν λίγο άγαρμπα Καραμανλής και Ντόρα, αποτελεί καθαρή προειδοποίηση για το πόσο σκληρό και αντιδραστικό είναι το σχέδιο που βρίσκεται στα σκαριά. Το δημοκρατικό ζήτημα αναδεικνύεται ως ένα από τα βασικά ζητήματα της ταξικής αντιπαράθεσης, πλάι στο περιβαλλοντικό που οξύνεται και στο φόντο του κοινωνικού προβλήματος, που αποτελεί το πρόβλημα των προβλημάτων. Πολιτικά, στο βαθμό που η ΝΔ έχει ισχνό προβάδισμα σε μια πεντακομματική Βουλή, η άμεση αστική λύση που ανταποκρίνεται καλύτερα στις τωρινές συνθήκες δεν είναι άλλη από μια κυβέρνηση ΝΔ - ΛΑΟΣ και άλλων προθύμων, η οποία θα κληθεί να περάσει την αντιλαϊκή λαίλαπα διά πυρός και σιδήρου. Ωστόσο, τον τελευταίο λόγο τον έχουν οι κάλπες και όχι οι δημοσκόποι...
Διαμορφώνεται συνεπώς μια νέα κατάσταση. Στοιχείο της δεν είναι μόνον ή κυρίως η ένταση της αντιδραστικής επίθεσης. Είναι και η ένταση των κοινωνικών αντιστάσεων, οι αγωνιστικές εκρήξεις, η σχετικά μαζική απονομιμοποίηση των βασικών δογμάτων της επίθεσης που προηγήθηκε και που έπεται. Μάλιστα, αυτή η πλευρά είναι και η πιο δυναμική, παρότι η ποιότητα, το περιεχόμενο, η πολιτική κατεύθυνση και η οργάνωση των αγωνιστικών κινητοποιήσεων είναι κάτω από τις αυξημένες απαιτήσεις. Κι εδώ βρίσκεται ο ρόλος - κλειδί της Αριστεράς, πιο ειδικά της αντικαπιταλιστικής - επαναστατικής και των πιο πρωτοπόρων κομμουνιστικών ρευμάτων.
Η ρεφορμιστική Αριστερά, είτε στην κομμουνιστική (ΚΚΕ) είτε στη σοσιαλιστική της εκδοχή (ΣΥΡΙΖΑ), αλλά και άλλες μικρότερες ριζοσπαστικές δυνάμεις δεν έχουν αντιληφθεί το εύρος, το βάθος και την κρισιμότητα της νέας κατάστασης που είναι έτοιμη από καιρό, αλλά εκδηλώνεται σαν χιονοστιβάδα μετά την 24η Αυγούστου. Απότοκο είναι ότι δεν κατορθώθηκε μέχρι τώρα να πραγματοποιηθεί μια μαζική ενωτική διαδήλωση - απάντηση στην καταστροφή από τα αριστερά, με αποτέλεσμα την πρωτοβουλία να πάρουν οι απολίτικοι, συντηρητικοί «μπλόγκερς» και να στέκονται στο Σύνταγμα 20.000 αγανακτισμένοι σε μια βουβή διαμαρτυρία που δεν δημιουργεί κανένα απολύτως πρόβλημα στην κυβέρνηση. Ο «πρωτοπόρος» ΣΥΡΙΖΑ (όπως επαίρεται ο Αλαβάνος) υποτάχθηκε στο ρεύμα (μαζί με τα αριστερά εξαρτήματά του), το ΚΚΕ αδιαφόρησε (είχε καλέσει τα μέλη του «να τεθούν απολύτως στην υπηρεσία των τοπικών αρχών»). Στη γωνία τώρα περιμένει η ΓΣΕΕ, η οποία θα καλέσει την ελληνική Αριστερά να συμμετέχει σε συγκέντρωση, με αίτημα, μεταξύ άλλων, την καταβολή πέντε ευρώ από κάθε εργαζόμενο για τους πυρόπληκτους, προς δόξα του «ενιαίου εργατικού μετώπου»...
Η βαθύτερη αιτία για τη θλιβερή έλλειψη πολιτικών αντανακλαστικών της Αριστεράς βρίσκεται, από τη μια στην έλλειψη σοβαρής ανάλυσης της περιόδου και της εποχής και από την άλλη, στη συνεπαγόμενη έλλειψη ενός σοβαρού αριστερού σχεδίου συνολικής πολιτικής αντίστασης, σύγκρουσης και ανατροπής της επίθεσης με στρατηγικές προδιαγραφές. Δεν μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι έχει έτοιμο το σχέδιο στο τσεπάκι του. Αλλά, τουλάχιστον, το ΝΑΡ και το ΜΕΡΑ κινούνται προγραμματικά σε αυτή την κατεύθυνση. Καταθέτουν και τώρα στις εκλογές ένα τέτοιο βασικό σχεδιάγραμμα και προτείνουν μια συγκεκριμένη πολιτική προοπτική.
Το δεύτερο σοβαρό πρόβλημα που ανακύπτει ως αποτέλεσμα του πρώτου είναι η έλλειψη πίστης της ελληνικής ρεφορμιστικής Αριστεράς (και όχι μόνο) στον πολιτικό ρόλο του μαζικού κινήματος. Αυτό δεν σημαίνει ευθύγραμμα ότι «το κίνημα κάνει πολιτική» και τα κόμματα «συναρθρώνουν» απλώς τα αιτήματά του, όπως υποστηρίζει το ΕΝΑΝΤΙΑ ή άλλα ρεύματα του κινηματισμού. Σημαίνει ότι μια Αριστερά που θέλει να είναι αντικαπιταλιστική κι επαναστατική, τροφοδοτεί το κίνημα με πολιτική κατεύθυνση και συμβάλλει στην ταξική ανασυγκρότησή του, δεν κρύβει τα σημερινά του όρια, ούτε το κολακεύει. Στην πολιτικοποίηση και στη δημιουργία ενός εργατικού και μαζικού κινήματος για την ανατροπή της επίθεσης μάλιστα, μπορεί να επιτευχθεί η μέγιστη πολιτική κοινή δράση όλης της Αριστεράς. Και αυτό προτείνει το ΜΕΡΑ. Μια κοινή δράση με αρχές και σαφείς στόχους στο μαζικό κίνημα θα έχει πολύ ανώτερα πολιτικά αποτελέσματα από την εγκεφαλική και μεταφυσική «υπέρβαση» των ιστορικών ρευμάτων, από μια παναριστερή εκλογική συμμαχία, ακόμη και από μια κοινή διαδήλωση αριστερών κομμάτων [όπως πρότεινε το ΚΚΕ (μ-λ)]. Από την άλλη πλευρά, οι αριστεροί δεν έχουν τίποτε να φοβηθούν από την ύπαρξη διαφορετικών αριστερών προγραμμάτων, από τις υπαρκτές και μεγάλες διαφορές και την ανοιχτή συζήτηση κι αντιπαράθεση μπροστά στους εργαζόμενους, ακόμη και προεκλογικά. Αντίθετα, έχουν να φοβούνται από τη συγκάλυψη και την μικροϊδιοκτησία.
Ωστόσο, διαφορετικά τίθεται το θέμα της ενότητας της αντικαπιταλιστικής μη κοινοβουλευτικής Αριστεράς, που είναι αναγκαία προϋπόθεση για να επιτευχθούν οι παραπάνω στόχοι. Πολλοί αγωνιστές, που έχουν ήδη αντιληφθεί την κρισιμότητα της κατάστασης, ρωτούν: «Εντάξει με το ΚΚΕ και τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά γιατί τέσσερα ψηφοδέλτια της άλλης Αριστεράς»; Τα δυο «μ-λ» κόμματα έχουν επιλέξει εδώ και χρόνια την αυτοτελή εκλογική τους κάθοδο και την άρνηση εκλογικής συνεργασίας με το ΜΕΡΑ. Το ΜΕΡΑ και το ΝΑΡ ποτέ δεν τους απέκλεισαν, εξάλλου με το ΚΚΕ (μ-λ) είχαν συνεργαστεί παλιότερα στη Μαχόμενη Αριστερά και πρόσφατα σε πολλούς δήμους. Δύσκολα, όμως, κατανοείται από πολλούς αγωνιστές η μη κοινή κάθοδος των δυνάμεων του ΜΕΡΑ και της ΕΝΑΝΤΙΑ, διότι αντικειμενικά εκλαμβάνεται ως αρνητική εξέλιξη για το μέλλον του πόλου, της ΕΑΑΚ, των εργατικών συσπειρώσεων και κυρίως του ρόλου που μπορούν να παίξουν στις νέες προκλήσεις. Η απάντηση πρέπει να αναζητηθεί σε ένα συνδυασμό σοβαρών πολιτικών διαφορών και μικροηγεμονισμού. Όχι μόνο το ΣΕΚ, αλλά και οι ΑΡΑΝ και ΑΡΑΣ έχουν επιδείξει ειδικά μια ορισμένη αντι-ΝΑΡ στάση ή μια λογική αποκλεισμών (π.χ. στο ΕΚΑ, το 2005). Ωστόσο, τόσο το ΜΕΡΑ, όσο και το ΝΑΡ φέρουν και τις δικές τους ξεχωριστές ευθύνες και δεν φοβούνται να τις αναγνωρίσουν. Η αυτοκριτική είναι δύναμη. Πείθει και για τις μελλοντικές προθέσεις ενότητας. Εξάλλου, κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί την πολιτική βούληση και τη σταθερότητα του ΜΕΡΑ να συμβάλλει στη δημιουργία ενός σχετικά μαζικού και διακριτού, ενωτικού και αξιόπιστου πόλου της αντικαπιταλιστικής επαναστατικής Αριστεράς. Και θα συνεχίσει, από την επομένη των εκλογών, στη νέα καμπή που σχεδόν ήδη μπήκαμε. Γι' αυτό το ΜΕΡΑ αξίζει την ψήφο των αγωνιστών και με το παραπάνω!

Δεν υπάρχουν σχόλια: